ΠΟΤΣΟΥ ν. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 884/12, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A297 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 884/12 Μεταξύ: XXX XXX ΠΟΤΣΟΥ Ενάγουσα και
- XXX ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
- ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD Εναγόμενες Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Σωφρονίου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Τ. Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 02.11.2011 στην οδό Αγίας Σοφίας στη Λεμεσό έλαβε χώρα τροχαίο δυστύχημα ανάμεσα στα αυτοκίνητα που οδηγούσαν η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 1 και ένα τρίτο πρόσωπο. Η δε Εναγόμενη 2 συμπεριλήφθηκε ως διάδικος διότι παρείχε κατά τον επίδικο χρόνο ασφαλιστική κάλυψη στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 εξήλθε απότομα από την οδό Δήμητρας, η οποία είναι κάθετη προς την οδό Αγίας Σοφίας, εισήλθε στην εν λόγω οδό, συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου και απέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου της Ενάγουσας το οποίο στη συνέχεια συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 1, η τελευταία οδήγησε το αυτοκίνητο της με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και με επικίνδυνη αδιαφορία έναντι των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον εν λόγω δρόμο. Περαιτέρω, παρέλειψε να σταματήσει στο σήμα ΑΛΤ της οδού Δήμητρας και εισήλθε απότομα στην οδό Αγίας Σοφίας ανακόπτοντας την πορεία του αυτοκινήτου της Ενάγουσας. Συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος η Ενάγουσα υπέστη σωματικές βλάβες και/ή απώλειες και/ή ζημιές. Οι Εναγόμενοι με την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους αρνούνται την εκδοχή της Ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες τέλεσης του επίδικου δυστυχήματος και ισχυρίζονται ότι αυτό προκλήθηκε όταν το αυτοκίνητο της Ενάγουσας προσέκρουσε αδικαιολόγητα και/ή ξαφνικά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Εναγόμενη 1, με αποτέλεσμα να το σπρώξει και αυτό με τη σειρά του να κτυπήσει στο προπορευόμενο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, η τελευταία παρέλειψε να διατηρεί ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο αυτοκίνητο και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα της αποτελεσματικά και/ή επαρκώς και/ή οδηγούσε με ελαττωματικά φρένα. Περαιτέρω, δεν πρόσεξε και/ή δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, έχασε παντελώς και αδικαιολόγητα τον έλεγχο του αυτοκινήτου της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 το οποίο προπορευόταν. Η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Απάντησης στην τροποποιημένη Υπεράσπιση απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε σχέση με τις περιστάσεις τέλεσης του επίδικου δυστυχήματος και επαναλαμβάνει τους δικούς της ισχυρισμούς ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με δήλωση παραδεκτών γεγονότων περιόρισαν σημαντικά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Συγκεκριμένα δηλώθηκε ότι οι ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ανέρχονται στο ποσό των €3.466 και οι γενικές αποζημιώσεις στο ποσό των €3.000 επίσης επί πλήρους ευθύνης. Συνεπώς, το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε προς εκδίκαση ήταν η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Παράλληλα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 καταχώρισε εναντίον της Ενάγουσας την αγωγή με αρ. 1355/12 η οποία διευθετήθηκε εξώδικα χωρίς την ανάληψη ευθύνης εκ μέρους της Εναγόμενης
- Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η Ενάγουσα για απόδειξη της απαίτησης και η Εναγόμενη 1 για λογαριασμό της Υπεράσπισης. Επίσης, κατατέθηκαν συνολικά 4 Τεκμήρια. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 οι οποίες κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Η Ενάγουσα ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 γραπτή δήλωση στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο της με κανονική ταχύτητα επί της οδού Αγίας Σοφίας ακολουθώντας νότια κατεύθυνση. Ξαφνικά είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 να εξέρχεται απότομα από την οδό Δήμητρας χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ και χωρίς να ελέγξει την κίνηση επί της οδού Αγίας Σοφίας. Η προαναφερόμενη ενέργεια της Εναγόμενης 1 είχε ως αποτέλεσμα να συγκρουστεί το αυτοκίνητο της με το πίσω μέρος προπορευόμενου αυτοκινήτου το οποίο βρισκόταν ήδη επί της οδού Αγίας Σοφίας. Περαιτέρω αποτέλεσμα ήταν η ανακοπή της δικής της πορείας και η σύγκρουση του αυτοκινήτου της με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης
- Δεν υπήρχε χρόνος αντίδρασης ενόψει του ότι η απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο της από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 ήταν μικρή αλλά και λόγω του ότι ενόψει της σύγκρουσης της Εναγόμενης 1 με το προπορευόμενο αυτοκίνητο, η τελευταία σταμάτησε απότομα χωρίς να εφαρμόσει τα φρένα του αυτοκινήτου της ή αν τα εφάρμοσε προφανώς ήταν ελαττωματικά διότι δεν λειτούργησαν τα προειδοποιητικά φώτα φρεναρίσματος. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου δήλωσε ότι άκουσε και ένοιωσε πρώτα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 να προσκρούει στο δικό του αυτοκίνητο και στη συνέχεια άκουσε και ένοιωσε το δεύτερο κτύπημα όταν πλέον το δικό της αυτοκίνητο συγκρούστηκε με αυτό της Εναγόμενης
- Στη διά ζώσης μαρτυρία της υποστήριξε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η τροχαία κίνηση ήταν αυξημένη, καθώς το επίδικο δυστύχημα έγινε σε ώρα αιχμής. Κληθείσα να προσδιορίσει την απόσταση από την πάροδο που εξήλθε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 μέχρι το σημείο σύγκρουσης είπε ότι ήταν γύρω στα 20 μέτρα. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου 1 απεικονίζουν τα τρία αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις. Η οδός Αγίας Σοφίας είναι ο κύριος δρόμος σε σχέση με την οδό Δήμητρας. Περιγράφοντας την οδό Αγίας Σοφίας είπε ότι στο σημείο σύγκρουσης ο δρόμος είναι στενός. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Στην επισήμανση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι θα ήταν δύσκολο για την Εναγόμενη 1 να εξέλθει από πάροδο ενόψει της πυκνής τροχαίας κίνησης επί της οδού Αγίας Σοφίας, η Ενάγουσα απάντησε ότι ο δρόμος ήταν «καθαρός» κατά τον χρόνο που το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 εξήλθε από την οδό Δήμητρας και εισήλθε στην οδό Αγίας Σοφίας. Είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 σε απόσταση 20 περίπου μέτρων και δεν είχε οποιοδήποτε χρόνο για να αντιδράσει. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 εισερχόμενο στην οδό Αγίας Σοφίας είχε τη δυνατότητα να στρίψει αριστερά και να ευθυγραμμιστεί. Μόλις ολοκλήρωσε την στροφή του συγκρούστηκε με το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Η κα Κωνσταντίνου υπέβαλε ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 διάνυσε αρκετή απόσταση μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης με το προπορευόμενο αυτοκίνητο, θέση την οποία αρνήθηκε η Ενάγουσα υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση έγινε μόλις εξήλθε της παρόδου. Στην απορία της συνηγόρου για ποιο λόγο δεν έλαβε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, η Ενάγουσα απάντησε ότι αντιλήφθηκε μεν το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, αλλά ήταν με την εντύπωση ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος και ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 προχωρούσε. Δεν αντιλήφθηκε ότι συγκρούστηκε με το προπορευόμενο αυτοκίνητο και ως εκ τούτου δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η Ενάγουσα αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 δεν εξήλθε από πάροδο, καθώς και ότι το αυτοκίνητο της τελευταίας προχωρούσε σε ευθεία πορεία και η ίδια προσέκρουσε στο πίσω μέρος του εν λόγω αυτοκινήτου. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι αυτή ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος διότι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης
- Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή της κας Κωνσταντίνου ότι απολογήθηκε κατά την ώρα του δυστυχήματος λέγοντας ότι φέρει την ευθύνη για την πρόκληση του. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στη μαρτυρία της Ενάγουσας για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Η βασική θέση της Ενάγουσας, επί της οποίας εδράζεται ο ισχυρισμός της για επίδειξη αμέλειας εκ μέρους της Εναγόμενης 1, συνίσταται στο ότι η Εναγόμενη 1 εισήλθε απότομα από πάροδο στην οδό Αγίας Σοφίας και με την είσοδο της στην εν λόγω οδό συγκρούστηκε με προπορευόμενο αυτοκίνητο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσει απότομα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 με άμεσο συνεπακόλουθο την αποκοπή της πορείας της Ενάγουσας και τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης
- Η προαναφερόμενη ωστόσο εκδοχή της Ενάγουσας εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα της. Καταρχάς η Ενάγουσα κατά την κυρίως εξέταση της (Έγγραφο Α', παράγραφος 4) δήλωσε με βεβαιότητα ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 συγκρούστηκε πρώτα με το προπορευόμενο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να ανακόψει τη δική της πορεία και να συγκρουστεί το αυτοκίνητο της με αυτό της Εναγόμενης
- Στην αντεξέταση της όμως όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έλαβε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης απάντησε ότι η εντύπωση που είχε ήταν ότι ο δρόμος ήταν «ελεύθερος», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και ότι η Εναγόμενη 1 προχωρούσε κανονικά στην πορεία της. Όταν μάλιστα της ζητήθηκε να διευκρινίσει τι εννοεί με τη δήλωση της ότι ο δρόμος ήταν «ελεύθερος», απάντησε ότι δεν είδε ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 είχε συγκρουστεί με το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Είναι επομένως εμφανές ότι η προαναφερόμενη δήλωση της δεν συμβαδίζει με τη βεβαιότητα που εξέφρασε στην κυρίως εξέταση της (Έγγραφο Α), ότι δηλαδή το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 συγκρούστηκε πρώτα με το προπορευόμενο αυτοκίνητο και τούτο είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της δικής της πορείας και τη σύγκρουση της με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης
- Πώς είναι δυνατό από τη μία να δηλώνει ότι δεν αντιλήφθηκε την πιο πάνω σύγκρουση και για αυτό τον λόγο δεν έλαβε και η ίδια μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης του δικού της αυτοκινήτου με αυτό της Εναγόμενης 1 και από την άλλη να εκφράζει βεβαιότητα ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 συγκρούστηκε πρώτα με το προπορευόμενο αυτοκίνητο; Περαιτέρω, η προαναφερθείσα βασική θέση της Ενάγουσας δεν υποστηρίζεται ούτε από το Τεκμήριο 3 το οποίο σημειώνω ότι παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα στο εν λόγω Τεκμήριο, το οποίο τιτλοφορείται ως υπεύθυνη δήλωση εξυπηρέτησης ατυχήματος, η Ενάγουσα περιέγραψε τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Πιο συγκεκριμένα κατέγραψε, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 κτύπησε στο προπορευόμενο αυτοκίνητο πριν το δικό της αυτοκίνητο κτυπήσει σε αυτό της Εναγόμενης
- Η εν λόγω δήλωση προφανώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και επομένως εύλογα προκύπτει το ερώτημα πως κατά τον εν λόγω χρόνο η Ενάγουσα δεν γνώριζε ποια σύγκρουση επήλθε πρώτη, ενώ τώρα, 8 περίπου χρόνια μετά την επέλευση του δυστυχήματος, με βεβαιότητα αναφέρει ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 συγκρούστηκε πρώτα με το προπορευόμενο αυτοκίνητο και στη συνέχεια επήλθε η μεταξύ τους σύγκρουση. Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη 1 εισήλθε απότομα στην οδό Αγίας Σοφίας χωρίς μάλιστα να σταματήσει στο σήμα ΑΛΤ, παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 3 η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η είσοδος της Εναγόμενης 1 στον κύριο δρόμο έγινε απότομα και χωρίς η τελευταία να σταματήσει σε σήμα ΑΛΤ. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία της Ενάγουσας επί του εν λόγω σημείου παρουσιάζει και την εξής εγγενή αδυναμία η οποία καθιστά, κατά την άποψη μου, προβληματική τη θέση της περί απότομης εισόδου της Εναγόμενης 1 στην οδό Αγίας Σοφίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αποτελεί κοινό έδαφος ότι κατά τον επίδικο χρόνο επικρατούσε αυξημένη τροχαία κίνηση στην οδό Αγίας Σοφίας. Όταν επισημάνθηκε το γεγονός αυτό στην Ενάγουσα από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 1 με την παρατήρηση ότι θα ήταν δύσκολο ενόψει της κίνησης να εισέλθει η Εναγόμενη 1 στην οδό Αγίας Σοφίας, η Ενάγουσα είπε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ο δρόμος ήταν «καθαρός». Εφόσον όμως, με βάση την εκδοχή της Ενάγουσας, ο δρόμος ήταν «καθαρός», τότε δεν μπορεί να προβάλλεται ταυτόχρονα ισχυρισμός για απότομη είσοδο της Εναγόμενης
- Η δήλωση της Ενάγουσας ότι ο δρόμος ήταν «καθαρός» υποδηλοί ότι η κίνηση στον δρόμο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή επέτρεπε στην Εναγόμενη 1 να εισέλθει με ασφάλεια στον δρόμο και επομένως αναιρεί τη θέση της περί απότομης και ξαφνικής εισόδου. Δεν παραγνωρίζω ότι στο Τεκμήριο 3 περιλαμβάνεται και δήλωση του οδηγού του προπορευόμενου αυτοκινήτου στην οποία ο εν λόγω οδηγός αναφέρει ότι πρώτα κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που βρισκόταν πίσω από το δικό του, δηλαδή το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, και στη συνέχεια το αυτοκίνητο της Ενάγουσας συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης
- Θεωρώ όμως ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω δήλωση, αφ' ης στιγμής το πρόσωπο που προέβη σε αυτήν δεν κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους της Ενάγουσας για τον λόγο που δεν κλητεύθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Η προαναφερόμενη δήλωση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και η αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτήν εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Στο άρθρο 27 του Κεφ. 9 παρατίθενται ορισμένοι παράγοντες που το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 27
(2)(α) ορίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσο ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Στο δε άρθρο 27
(3)σημειώνεται ότι λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην απουσία επομένως οποιασδήποτε εξήγησης για τον λόγο για τον οποίο δεν κλητεύθηκε ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να δοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία. Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί στην πιο πάνω παράγραφο δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 3 ενισχύει τη θέση της πελάτισσας του. Τέλος, επισημαίνω και την εξής παράμετρο. Το επίδικο δυστύχημα, στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, δεν έτυχε διερεύνησης από την αστυνομία. Η μοναδική πραγματική μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι οι φωτογραφίες - Δέσμη Τεκμηρίου 1 και Τεκμήριο
- Οι φωτογραφίες με αρ.12 και 15 της Δέσμης Τεκμηρίου 1 παρουσιάζουν τα τρία ενεχόμενα αυτοκίνητα ευθυγραμμισμένα το ένα πίσω από το άλλο. Από τις εν λόγω φωτογραφίες, οι οποίες αποτελεί κοινό έδαφος ότι απεικονίζουν τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων αυτοκινήτων, δεν υποστηρίζεται η θέση της Ενάγουσας ότι το επίδικο δυστύχημα έγινε μόλις το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 έστριψε εισερχόμενο στην οδό Αγίας Σοφίας, εφόσον δεν παρουσιάζουν το εν λόγω αυτοκίνητο να διαθέτει κλίση και δεν παρέχουν οποιαδήποτε ένδειξη ότι εξήλθε από πάροδο. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9, γραπτή δήλωση στην οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Αγίας Σοφίας. Μαζί της κατά τον εν λόγω χρόνο βρισκόταν στο αυτοκίνητο και η ανήλικη κόρη της. Προχωρούσε με χαμηλή ταχύτητα, περί τα 30 Km, καθώς υπήρχε αυξημένη τροχαία κίνηση. Ενώ οδηγούσε σε ευθεία πορεία ξαφνικά το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, το οποίο ακολουθούσε το δικό της αυτοκίνητο, συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του δικού της αυτοκινήτου. Από την εν λόγω σύγκρουση το αυτοκίνητο της σπρώχθηκε και επέπεσε σε προπορευόμενο αυτοκίνητο. Αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα η Ενάγουσα απολογήθηκε τόσο στην ίδια όσο και στον οδηγό του προπορευόμενου αυτοκινήτου. Ακολούθως στη σκηνή του δυστυχήματος κλήθηκε και ήλθε αρμόδιο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγόμενης
- Συμπλήρωσε το έντυπο φιλικής δήλωσης σε σχέση με τα γεγονότα και τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα (Τεκμήριο 2). Με όσα δήλωσε επί του Τεκμηρίου 2 συμφώνησε και ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου. Περαιτέρω, λήφθηκαν φωτογραφίες των εμπλεκόμενων αυτοκινήτων τα οποία βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Από το επίδικο δυστύχημα τραυματίστηκε και το αυτοκίνητο της υπέστη ζημιές. Για αυτόν τον λόγο καταχώρισε εναντίον της Ενάγουσας την αγωγή με αρ. 1355/
- Η εν λόγω αγωγή διευθετήθηκε εξώδικα, αφού έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας την αποζημίωση που αξίωνε. Στην προφορική μαρτυρία της διευκρίνισε ότι τα φώτα φρεναρίσματος του αυτοκινήτου της λειτουργούσαν κανονικά. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι οδηγούσε σε ευθεία πορεία επί της οδού Αγίας Σοφίας και συγκεκριμένα ακολούθησε την πορεία από τα φώτα τροχαίας της πρώην υπεραγοράς Ορφανίδη προς την οδό Αγίας Σοφίας. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι η οδός Λιστ, την οποία δήλωσε ως τη διεύθυνση της στα Τεκμήρια 2 και 3, συνορεύει με την οδό Αγίας Σοφίας και συγκεκριμένα είναι η πρώτη παράλληλη της οδού Αγίας Σοφίας. Ανέφερε ωστόσο ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση, αλλά στην Αυδήμου. Στην οδό Λιστ διέμεναν οι γονείς της και δήλωσε την εν λόγω οδό ως διεύθυνση διαμονής της διότι κάποτε διέμεναν και εκεί. Ο κ. Σωφρονίου υπέβαλε στην Εναγόμενη 1 ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε αναχωρήσει από την οδό Λιστ στην οποία διέμενε, εισήλθε στην οδό Δήμητρας και ακολούθως στην οδό Αγίας Σοφίας με νότια κατεύθυνση. Η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας ότι ακολούθησε την πορεία από τα φώτα τροχαίας της πρώην υπεραγοράς Ορφανίδη και δεν εισήλθε στην οδό Αγίας Σοφίας από την οδό Δήμητρας. O ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, αφού υπέδειξε στην Εναγόμενη 1 τις φωτογραφίες με αρ. 9, 10 και 13 της δέσμης Τεκμηρίου 1, διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν να υπάρχουν ζημιές μόνο στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι το πρώτο κτύπημα ήταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της. Η Ενάγουσα απάντησε ότι το αυτοκίνητο της είχε υποστεί ζημιές τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του και διευκρίνισε ότι οι φωτογραφίες δεν απεικονίζουν καθαρά τις εν λόγω ζημιές. Αρνήθηκε επίσης τη θέση του κ. Σωφρονίου ότι πρώτα συγκρούστηκε το αυτοκίνητο της με το προπορευόμενο αυτοκίνητο και ακολούθως επήλθε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα αρνήθηκε τη θέση ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και επικίνδυνη αδιαφορία τονίζοντας ότι υπήρχε αυξημένη τροχαία κίνηση, ενώ μαζί της στο αυτοκίνητο βρισκόταν η ανήλικη κόρη της και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να οδηγεί κατά τρόπο επικίνδυνο και απρόσεκτο. Η Εναγόμενη θεωρώ ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και ότι μετέφερε τα πραγματικά γεγονότα. Παρέμεινε σταθερή στην ουσιώδη πτυχή της μαρτυρίας της η οποία συνίσταται στον ισχυρισμό της ότι ενώ οδηγούσε σε ευθεία πορεία επί της οδού Αγίας Σοφίας, το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, το οποίο ακολουθούσε το δικό της αυτοκίνητο, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της με αποτέλεσμα στη συνέχεια να μετακινηθεί και να συγκρουστεί με προπορευόμενο αυτοκίνητο. Η βασική αυτή εκδοχή της Εναγόμενης 1 δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της και δεν δημιουργήθηκε ρήγμα στη μαρτυρία της. Επιπρόσθετα, υποστηρίζεται από τις φωτογραφίες υπ' αρ. 12 και 15 της Δέσμης Τεκμηρίου 1 οι οποίες παρουσιάζουν τα ενεχόμενα αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις να βρίσκονται ευθυγραμμισμένα το ένα πίσω από το άλλο. Περαιτέρω υπενθυμίζω ότι η αντίθετη μαρτυρία της Ενάγουσας, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της, δεν έγινε αποδεκτή. Σε σχέση τώρα με τη δήλωση του οδηγού του προπορευόμενου αυτοκινήτου η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3, πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, επισημαίνω ότι κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 1 δεν της υποδείχθηκε η συγκεκριμένη δήλωση επί του Τεκμηρίου 3 ούτε και κλήθηκε η τελευταία να τοποθετηθεί επ' αυτής. Επομένως και για αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη συγκεκριμένη θέση (Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.16 και Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Από την άλλη, η προσπάθεια εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας να καταδείξει ότι η οδός που διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη 1 ήταν η οδός Λιστ η οποία συνορεύει με την οδό Αγίας Σοφίας παρέμεινε σε επίπεδο υποθέσεων. Ναι μεν η επισήμανση του κ. Σωφρονίου ότι επί των Τεκμηρίων 2 και 3 η Εναγόμενη 1 δήλωσε ως διεύθυνση της την οδό Λιστ είναι ορθή, ωστόσο η τελευταία ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η διεύθυνση διαμονής της ήταν στην Αυδήμου και κατέγραψε την εν λόγω διεύθυνση στα προαναφερόμενα Τεκμήρια διότι κάποιες φορές διέμενε και στην εν λόγω διεύθυνση στην οποία κατοικούν οι γονείς της. Η εν λόγω επεξήγηση που προσέφερε η μάρτυρας παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να διαψεύδει την εν λόγω θέση της και να επιβεβαιώνει ότι όντως κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στην οδό Λιστ. Σε κάθε όμως περίπτωση ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εν προκειμένω παρουσιάζεται αντίφαση στη μαρτυρία της, αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης και ικανή να πλήξει την εν γένει αξιοπιστία της. Τούτο διότι δεν διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση ότι υπήρχε σκοπιμότητα στην υπό αναφορά δήλωση της Εναγόμενης 1, ούτε και ότι η εν λόγω αντίφαση διασυνδέεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Το γεγονός ότι η οδός Λιστ συνορεύει με την οδό Αγίας Σοφίας δεν οδηγεί από μόνο του σε συμπέρασμα περί ύπαρξης σκοπιμότητας ή κακοπιστίας, πόσο μάλλον σε εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 εξήλθε από την πάροδο της οδού Δήμητρας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην τελική αγόρευση του επισημαίνει ότι η αναξιοπιστία της Εναγόμενης 1 προκύπτει και από τις απαντήσεις της σε σχέση με την ηλικία της ανήλικης θυγατέρας της κατά τον επίδικο χρόνο και κατ' επέκταση κατά πόσο φοιτούσε στην προδημοτική. Είναι γεγονός ότι στην αντεξέταση της όταν ρωτήθηκε για την ηλικία που είχε τον επίδικο χρόνο η ανήλικη θυγατέρα της, η Εναγόμενη 1 αρχικά απάντησε ότι ήταν 3 ετών και στη συνέχεια μετά από διακοπή είπε ότι η ηλικία της ήταν 5 ετών. Ήταν φανερό ότι στο συγκεκριμένο σημείο της αντεξέτασης της η Εναγόμενη 1 συγχύστηκε και όταν διαπίστωσε ότι έδωσε λανθασμένη απάντηση περιήλθε σε κατάσταση αμηχανίας για μικρό χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του οποίου έδωσε ορθή απάντηση. Αυτό το γεγονός όμως δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας ή ότι εσκεμμένα η Εναγόμενη 1 επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρακολουθώντας την Εναγόμενη 1 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της και ιδιαίτερα κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν φανερό ότι χωρίς σκοπιμότητα έδωσε λανθασμένη απάντηση σε μία πολύ απλή ερώτηση. Όταν δε το αντιλήφθηκε αυτό, μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης και της έντασης που φυσιολογικά ενυπάρχει στην ακροαματική διαδικασία, βρέθηκε για ελάχιστο χρόνο σε κατάσταση αμηχανίας και σύγχυσης. Αφού της δόθηκε ο χρόνος να ηρεμήσει και να ανασυντάξει τη σκέψη της έδωσε χωρίς ενδοιασμό την ορθή απάντηση, όπως αυτή εμφανίζεται και στο Τεκμήριο 2 που η ίδια κατάθεσε κατά την κυρίως εξέταση της. Αναφορικά τώρα με τη θέση της Ενάγουσας ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με υπερβολική ταχύτητα, παρατηρώ ότι η εν λόγω θέση δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Σημειώνω ότι η Ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Άλλωστε υπενθυμίζω ότι αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Όσον αφορά τώρα τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 οδηγούσε με επικίνδυνο τρόπο, θέση η οποία αναλύεται στον ισχυρισμό ότι εισήλθε απότομα από πάροδο στον κύριο δρόμο και ότι με την είσοδο της σε αυτόν συγκρούστηκε με προπορευόμενο αυτοκίνητο, παρέμεινε χωρίς υπόβαθρο ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Από τη μαρτυρία ωστόσο της Εναγόμενης 1 δεν μπορώ να αποδεχθώ τη δήλωση της ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου συμφώνησε με τον τρόπο που η ίδια περιέγραψε ότι συνέβη το επίδικο δυστύχημα. Από το Τεκμήριο 2 δεν εξάγεται τέτοιο συμπέρασμα και σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα για τους ίδιους λόγους που δεν δόθηκε βαρύτητα στη δήλωση του εν λόγω οδηγού επί του Τεκμηρίου 3 (βλ. σελ. 8 και 9 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1, η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και έχοντας ταυτόχρονα υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 02.11.11 και περί ώρα 08:15 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 οδηγούσαν τα αυτοκίνητα τους επί της οδού Αγίας Σοφίας στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα προπορευόταν το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 και ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. Κατά τον εν λόγω χρόνο στην προαναφερόμενη οδό υπήρχε αυξημένη τροχαία κίνηση. Σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου το αυτοκίνητο της Ενάγουσας συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης 1, το οποίο λόγω της σύγκρουσης μετατοπίστηκε και συγκρούστηκε με τη σειρά του με το πίσω μέρος προπορευόμενου αυτοκινήτου. Τα αυτοκίνητα της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 καλύπτονταν από ασφαλιστική κάλυψη κατά τον επίδικο χρόνο, εξού και η Εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης
- Από την προαναφερόμενη σύγκρουση υπέστηκαν ζημιές τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη
- Αποτελεί εύρημα μου ότι το ποσό που δικαιούται να λάβει η Ενάγουσα ως αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται σε €3.466 για τις ειδικές ζημιές και σε €3.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Σε σχέση με το προαναφερόμενο δυστύχημα η Εναγόμενη 1 καταχώρησε εναντίον της Ενάγουσας την αγωγή με αρ.1355/12 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία διευθετήθηκε εξώδικα χωρίς την ανάληψη ευθύνης εκ μέρους της Εναγόμενης
- Νομική πτυχή Το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το ζήτημα της αμέλειας, της συντρέχουσας αμέλειας και του καταμερισμού της ευθύνης περιέχεται στα άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ 178 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τον καταμερισμό ευθύνης: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. » Η έννοια της αμέλειας είναι κοινή στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου. Ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως επίσης προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouris a.o
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Συμπεράσματα Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας η οποία οφείλει με την προσκόμιση αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας να αποδείξει την υπόθεση της στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία της Ενάγουσας ήταν η μόνη που προσφέρθηκε για απόδειξη της απαίτησης και για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί δεν κρίθηκε ως αξιόπιστη. Στη βάση δε της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα φέρει η Ενάγουσα η οποία δεν τήρησε το καθήκον της για διατήρηση ασφαλούς απόστασης από το προπορευόμενο αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, ως επίσης και την υποχρέωση της δέουσας κατόπτευσης του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου της Εναγόμενης 1 (Michael v. Katsikides
(1971)1 C.L.R. 346 και Κωνσταντινίδης κ.α ν. Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ 601). Οι προαναφερόμενες παραλείψεις της Ενάγουσας αποτελούν, κατά την κρίση μου, την αποκλειστική αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Έχει τονιστεί στη νομολογία ότι το καθήκον επιμέλειας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1861 και ΠΑΠΟΥΤΑ ν. ΤΟΥΜΠΑ κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ 1082). Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που έφερε έναντι της Ενάγουσας και το οποίο να συνέτεινε στην πρόκληση του υπό εξέταση δυστυχήματος. Ως εκ τούτου δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας στην Εναγόμενη 1. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα αναφερθώ στη συνέχεια στο ζήτημα των αποζημιώσεων, έτσι ώστε να υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος στην περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η κατάληξη μου για απόρριψη της αγωγής. Όπως καταγράφηκε και πιο πάνω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που θα δικαιούτο η Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Υπενθυμίζω ότι δηλώθηκε το ποσό των €3.466 ως ειδικές αποζημιώσεις και το ποσό των €3.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Το μοναδικό επομένως ζήτημα που παρέμεινε σε εκκρεμότητα είναι το χρονικό σημείο από το οποίο θα προσμετρηθούν οι τόκοι. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ 475 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, που δεν θα κατέτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E.R. 710 (C.A.). Στην προκείμενη περίπτωση το επίδικο δυστύχημα συνέβη στις 02.11.
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.02.12 και η Έκθεση Απαίτησης στις 20.04.
- Κατά συνέπεια θεωρώ ότι δεν υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος για τις γενικές αποζημιώσεις υπολογισθεί από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από τις 28.02.12 Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις έχει επικρατήσει η άποψη της επιδίκασης τόκου επί του συνόλου των ειδικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την απόφαση μειωμένου όμως κατά το ήμισυ, χωρίς να αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης το δικαιολογούν (Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α ανωτέρω). Ενόψει του ότι το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων δηλώθηκε ως παραδεκτό και δεν έχουν δοθεί στοιχεία ως προς τις ημερομηνίες που προέκυψε το κάθε κονδύλι των ειδικών αποζημιώσεων, θεωρώ ορθό να ακολουθηθεί η επικρατούσα τακτική με την επιδίκαση τόκου δηλαδή επί του συνόλου των ειδικών αποζημιώσεων από τις 02.11.11 μειωμένου κατά το ήμισυ μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των Εναγομένων 1 και 2 οι τελευταίοι δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τροχαίο - αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο