← Κύπρος

Intelisoftcy Limited ν. Νικολάου, Αγωγή Αρ. 211/2019, 15/5/2019

Intelisoftcy Limited ν. Νικολάου, Αγωγή Αρ. 211/2019, 15/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A288 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 211/2019 Μεταξύ: Intelisoftcy Limited, με έδρα τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- XXXX Νικολάου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ----------------------------- Αίτηση ημερ. 7.2.2019 Ημερ.: 15.5.2019 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ε. Μιχαηλίδης για Α.Γ. Παφίτης & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντίνου για Κ.Μ. Χ"Πιέρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 4.2.2019 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Έκθεση Απαίτησης δεν έχει ακόμα καταχωριστεί. Αυθημερόν καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων, που απορρίφθηκε. Την 7.2.2019 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με κλήση προς τον Εναγόμενο με τα ίδια αιτητικά. Η Ενάγουσα εξαιτείται δύο κατηγορίες ενδιαμέσων διαταγμάτων. Απαγορευτικά διατάγματα και διατάγματα αποκάλυψης. Τα απαγορευτικά διατάγματα κατονομάζει ως τύπου mareva. Τα πρώτα έξι αφορούν στην προστασία της ιδίας της Ενάγουσας σε σχέση με λογισμικά προγράμματα ιδιοκτησίας της, ενώ το τελευταίο αφορά στην μη αποξένωση της περιουσίας του Εναγόμενου. Τα διατάγματα αποκάλυψης αφορούν τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη πτυχή των απαγορευτικών διαταγμάτων. Αναλυτικά η Ενάγουσα εξαιτείται διατάγματα (Α) που να απαγορεύουν στον Εναγόμενο: Να διαθέτει, χρησιμοποιεί, ανανεώνει, μεταπωλεί, εγκαθιστά, τροποποιεί, διαγράφει ή αναβαθμίζει οποιοδήποτε λογισμικό πρόγραμμα ιδιοκτησίας της. Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες οπουδήποτε που να συνδέονται με τη διάθεση, χρησιμοποίηση, ανανέωση, διαγραφή, τροποποίηση, αναβάθμιση ή εγκατάσταση οποιουδήποτε λογισμικού προγράμματος ιδιοκτησίας της. Να επηρεάζει, προσεγγίζει, μεταπείθει, επικοινωνεί ή παρενοχλεί το πελατολόγιο της. Να διασύρει, υποτιμά ή με οποιοδήποτε τρόπο δυσφημεί τα λογισμικά της προγράμματα σε τρίτα πρόσωπα ή πιθανούς μελλοντικούς της πελάτες. Να εμφανίζεται ή συστήνεται ψευδώς ως διευθυντής, αντιπρόσωπος, μέτοχος, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, εκπρόσωπος ή μέλος της σε άτομα και εταιρείες που ασχολούνται με τον κύκλο εργασιών της. Να της προκαλέσει με οποιοδήποτε τρόπο επιπλέον οικονομική ζημιά. Να πωλήσει, δωρήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει, εκχωρήσει ή αποξενώσει οποιοδήποτε μέρος της κινητής ή ακίνητης περιουσίας του. Περαιτέρω, η Ενάγουσα εξαιτείται διάταγμα (Β) που να διατάσσει τον Εναγόμενο να αποκαλύψει ενόρκως τα ονόματα ατόμων και εταιρειών προς τις οποίες πώλησε, προμήθευσε, εγκατέστησε, αναβάθμισε ή συντήρησε λογισμικό της πρόγραμμα, από την ημέρα που εργοδοτήθηκε κοντά της. Ακόμα διάταγμα (Δ) όπως αποκαλύψει ενόρκως την κινητή και ακίνητη περιουσία του στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Εξαιτείται ακόμα διάταγμα (Γ) που να απαγορεύει στον Εναγόμενο όπως αποδεχτεί, συναινέσει, συγκατατεθεί ή διαπράξει οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα της και τον κύκλο εργασιών της. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ημερ. 7.2.2019 του XXXX Αναστασίου, διευθυντή και ιδιοκτήτη, όπως ο ίδιος αναφέρει, της Ενάγουσας. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Αναστασίου ότι η Ενάγουσα είναι η δημιουργός και έχει την πνευματική ιδιοκτησία αριθμού λογισμικών προγραμμάτων γνωστά ως Intelisoft και παρέχει υπηρεσίες πώλησης, εγκατάστασης, εκπαίδευσης, συντήρησης και αναβάθμισης τους επ' αμοιβή. Οι αδειούχοι χρήστες των προγραμμάτων της καταβάλλουν στην Ενάγουσα οικονομικό αντάλλαγμα για την άδεια χρήσης και υποστήριξης που τους παρέχεται. Ο Εναγόμενος ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας την περίοδο 24.11.2002 - 7.8.2018 και κατείχε τη θέση του υπεύθυνου τεχνικού. Γνώριζε τα λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας, πώς να τα εγκαθιστά και να τα ενημερώνει. Για σκοπούς διεκπεραίωσης των καθηκόντων του είχε πρόσβαση σε αντίγραφα όλων των λογισμικών προγραμμάτων της Ενάγουσας. Του καταλογίζεται ότι καθ' ον χρόνο βρισκόταν ακόμη στην υπηρεσία της Ενάγουσας πωλούσε, παρείχε και αναβάθμιζε παράνομα τα λογισμικά προγράμματα προς εξυπηρέτηση διαφόρων ατόμων και εταιρειών εισπράττοντας αμοιβές για δικό του όφελος προκαλώντας μεγάλη οικονομική ζημιά στην Ενάγουσα. Υποστηρίζει ο Αναστασίου πως, όταν ανακαλύφθηκε, ο Εναγόμενος παραδέχτηκε την παρανομία του και υπόγραψε σχετική δήλωση ημερ. 5.7.2017, αποκαλύπτοντας σε σχετικό κατάλογο τα ονόματα των ατόμων και εταιρειών στις οποίες είχε παράνομα εγκαταστήσει λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία, για να διαπιστώσει ότι ο Εναγόμενος συνέχιζε να παρανομεί κατά τον ίδιο τρόπο. Η διαπίστωση οδήγησε στην απόλυση του την 7.8.2017. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Διερευνήθηκε υπόθεση εναντίον του και διατάχθηκε η προσωποκράτηση του για 7 ημέρες. Όπως αναφέρει ο Αναστασίου αναμένεται να καταχωρηθεί εναντίον του ποινική υπόθεση. Η Ενάγουσα θεώρησε ότι, μετά το θόρυβο που δημιουργήθηκε και την εμπλοκή της Αστυνομίας, ο Εναγόμενος θα σταματούσε την παράνομη συμπεριφορά του. Πρόσφατα όμως, αναφέρει ο Αναστασίου, έλαβαν τηλεφώνημα από κάποιο λογιστή ο οποίος τους ενημέρωσε ότι χρησιμοποιούσε λογισμικό πρόγραμμα της Ενάγουσας το οποίο είχε αγοράσει από τον Εναγόμενο πιστεύοντας ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα. Σε συνάντηση με τον λογιστή αυτό ο Αναστασίου πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος τον είχε προσεγγίσει πριν ένα περίπου μήνα προσπαθώντας να τον πείσει να αλλάξει το λογισμικό πρόγραμμα, αναφέροντας του ότι δεν ήταν πλέον καλό και ότι αν χρειαζόταν εξυπηρέτηση η Ενάγουσα θα τον υπερχρέωνε. Όπως εξηγήθηκε στον Αναστασίου ο Εναγόμενος συνεργάζεται με ελληνική εταιρεία που παρέχει παρόμοιας φύσης υπηρεσίες όπως η Ενάγουσα και προσεγγίζει πελάτες της Ενάγουσας προσπαθώντας να τους μεταπείσει να αλλάξουν τα λογισμικά τους προγράμματα και να εγκαταστήσουν προγράμματα άλλης εταιρείας. Ο Αναστασίου επικοινώνησε με διάφορα πρόσωπα και έχει πληροφορηθεί ότι ο Εναγόμενος συνεχίζει να διαθέτει, εγκαθιστά και αναβαθμίζει λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας, προσεγγίζει και παρενοχλεί πελάτες της για να τερματίσουν τη συνεργασία μαζί της, δυσφημεί τα λογισμικά της προγράμματα και σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζεται και συστήνεται ψευδώς ως αδειούχος εκπρόσωπος της. Αναφέρεται ότι πέραν της οικονομικής ζημιάς που προκαλείται στην Ενάγουσα, προκαλείται και επιχειρηματική ζημιά σε αυτή καθότι πλήττεται η επαγγελματική υπόληψη, αξιοπιστία και φήμη της. Οι δραστηριότητες του Εναγόμενου προκαλούν καθημερινά οικονομική και επιχειρηματική ζημιά στην Ενάγουσα αφού αποσκοπούν στην «κλοπή» του πελατολογίου της. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με 6 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ημερ. 28.2.2019 της XXXX- XXXX Παναγιωτίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του. Δεν παρέχεται καμία εξήγηση γιατί αυτή ορκίζεται δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο Εναγόμενος. Το γεγονός δεν οδηγεί στο ότι αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί (βλ. Rybolovlev v. Rybolovlev

(2010)1(Α) A.A.Δ. 82, 93). Περαιτέρω σχολιασμός γίνεται στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 9.4.2019. Η ένορκη δήλωση Παναγιωτίδου προσομοιάζει με δικόγραφο παρά με ένορκη δήλωση γεγονότων. Εμπεριέχει και επιχειρηματολογία. Αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος αρνείται ότι δυσφήμισε με οποιοδήποτε τρόπο τα λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας ή ότι συνεχίζει να εγκαθιστά τέτοια αποκομίζοντας οικονομικό όφελος. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος αποδέχεται την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων Α(i), (ii) και (v)) και των διαταγμάτων Α(iii) και (vii) με κάποιες προϋποθέσεις. Η Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων που παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Η αναφορά στην παρ.11 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση στο 2018 είναι λανθασμένη, αφού, όπως προκύπτει από την ημερομηνία της επιστολής τερματισμού της απασχόλησης του Εναγόμενου που είναι 7.8.2017 (ΠΑ2) η εργοδότηση του στην Ενάγουσα τερματίστηκε το
  1. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δηλαδή υπάρχει μαρτυρία που αντικειμενικά μπορεί να τεκμηριώσει ενέργειες εκ μέρους του Εναγόμενου που στοιχειοθετούν αστικά αδικήματα σε βάρος της Ενάγουσας. Σε σχέση με την περίοδο πριν την 7.8.2017 όταν ήταν εργοδοτούμενος της Ενάγουσας υπάρχει μαρτυρία ότι πωλούσε, παρείχε και αναβάθμιζε παράνομα τα λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας προς εξυπηρέτηση διαφόρων ατόμων και εταιρειών εισπράττοντας αμοιβές για δικό του όφελος προκαλώντας μεγάλη οικονομική ζημιά στην Ενάγουσα. Υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαφανεί ότι ο Εναγόμενος πράγματι ενεργούσε κατ' αυτό τον τρόπο. Υπάρχει μαρτυρία για γραπτή δήλωση παραδοχής του ημερ. 5.7.
  2. Υπάρχει δηλαδή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας να διαφανεί ότι ο Εναγόμενος ενεργούσε κατά παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του αποκομίζοντας αθέμιτα οικονομικά οφέλη στα οποία δικαιούτο ή θα μπορούσε να δικαιούται η εργοδότρια του Ενάγουσα. Η καταλογιζόμενη στον Εναγόμενο συμπεριφορά μετά που αυτός έπαψε να είναι εργοδοτούμενος της Ενάγουσας κρίνεται στη βάση διαφορετικής προσέγγισης. Η σύμβαση εργοδότησης δεν είναι πλέον σε ισχύ και δεν έχει υποδειχθεί ότι αυτή εμπεριείχε οιεσδήποτε περιοριστικές ρήτρες που να αφορούν σε υποχρεώσεις του για περιόδους μετά τον τερματισμό της. Η οιαδήποτε απαίτηση εναντίον του θα πρέπει να εδράζεται στην στοιχειοθέτηση της διάπραξης από αυτόν κάποιου αστικού αδικήματος και πρόκλησης ζημιάς στην Ενάγουσα. Τέτοια είναι η δυσφήμιση. Υπάρχει μαρτυρία ότι έχει προσεγγίσει λογιστή δυσφημίζοντας την Ενάγουσα ότι θα τον υπερχρέωνε αν χρειαζόταν την εξυπηρέτηση της. Σε σχέση με το ίδιο περιστατικό μπορεί να τεκμηριώνεται και το αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης. Υπάρχει και περαιτέρω μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος συνεχίζει να διαθέτει, εγκαθιστά και αναβαθμίζει λογισμικά προγράμματα της Ενάγουσας, προσεγγίζει και παρενοχλεί πελάτες της για να τερματίσουν τη συνεργασία μαζί της, δυσφημεί τα λογισμικά της προγράμματα και σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζεται και συστήνεται ψευδώς ως αδειούχος εκπρόσωπος της. Τα προγράμματα αυτά είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία δημιούργημα της Ενάγουσας και αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία της ιδίας και κανενός άλλου. Εγείρεται συνεπώς και σοβαρό ζήτημα παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων προς εκδίκαση και υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαφανεί ότι ο Εναγόμενος συνεχίζει να παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα της Ενάγουσας. Η διάπραξη τέτοιων αστικών αδικημάτων μπορεί να προκαλέσει οικονομικές ζημιές στην Ενάγουσα αλλά και ευρύτερη επιχειρηματική ζημιά στην επαγγελματική της υπόληψη, αξιοπιστία και φήμη. Αναμφίβολα η αποκατάσταση τους θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν η Ενάγουσα δεν προστατευτεί με την έκδοση κάποιων διαταγμάτων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε αφενός να περιορίζονται σε ό,τι κρίνεται απαραίτητο για την προστασία της Ενάγουσας και στο βαθμό που αυτή δικαιούται προστασίας και αφετέρου να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του Εναγόμενου προς εργασία, διαφήμιση των δικών του υπηρεσιών και υγιούς ανταγωνισμού προς οιονδήποτε άλλο στον κλάδο, περιλαμβανομένης και της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο θα εξετάσει κάθε ένα από τα εξαιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα που αναφέρονται στην παρ.Α της Αίτησης. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα τα χαρακτηρίζει ως τύπου Mareva, ενώ τα υπό παρ.(i) μέχρι (vi) δεν είναι, δεν αποστερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει οιοδήποτε από αυτά. Ο χαρακτηρισμός ουδεμία βλάβη έχει προκαλέσει στην πλευρά του Εναγόμενου οι δικηγόροι του οποίου εντόπισαν εξ υπαρχής το σφάλμα στην περιγραφή. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας διαπιστώνεται ότι αυτό κλίνει εμφαντικά υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ότι είναι ορθό και δίκαιο να χορηγήσει. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Τα εξαιτούμενα διατάγματα Α(
  1. i)και (
  2. ii)είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθούν εφόσον περιορίζονται στο λογισμικό πρόγραμμα που είναι πνευματική ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Σε σχέση με το εξαιτούμενο διάταγμα Β είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι δεν πρέπει να εκδοθεί καθότι ενδέχεται να παραβιάζει το δικαίωμα του Εναγόμενου για να μην ενοχοποιήσει τον εαυτό του. Ιδιαίτερα υπό το φως της αναφοράς ότι αναμένεται η καταχώριση εναντίον του ποινικής υπόθεσης. Ορθό και δίκαιο είναι να εκδοθεί και το εξαιτούμενο διάταγμα Α(v). Η συμπεριφορά που περιγράφεται θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει και τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ήταν ορθή η προσέγγιση που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση της Παναγιωτίδου ότι ο Εναγόμενος αποδεχόταν την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων Α(i), (
  3. ii)και (v). Θα μπορούσε, όπως έχει ήδη υποδειχθεί στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 9.4.2019, με αναφορά στην ένσταση ή με δήλωση των δικηγόρων του να περιορίσει τα επίδικα θέματα. Είναι περαιτέρω ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα Α(iv). Άλλωστε η συμπεριφορά που επιζητείται να απαγορευτεί συνιστά αστικό αδίκημα. Το εξαιτούμενο διατάγμα Α(iii) δεν είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί. Μπορεί η λέξη παρενοχλεί να δημιουργεί εντυπώσεις, ωστόσο η διατύπωση είναι γενική και δεν περιορίζεται στην απαγόρευση πρόκλησης παράβασης σύμβασης. Τέτοιο διάταγμα θα περιόριζε τον Ενάγοντα από του να διαφημίσει τις δικές του υπηρεσίες σε πελάτες της Αιτήτριας. Έχει, όπως έχει αναφερθεί το δικαίωμα του έντιμου και ειλικρινούς ανταγωνισμού προς αυτή. Ούτε και το εξαιτούμενο διάταγμα Α(
  4. vi)είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί. Ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να διαφημίσει τις υπηρεσίες του και να ανταγωνιστεί την Ενάγουσα έστω και αν αυτό θα της προκαλέσει οικονομικές απώλειες. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να εκδοθεί ούτε το εξαιτούμενο διάταγμα Γ. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Ο Εναγόμενος αποδέχεται με δήλωση των δικηγόρων του στην τελική τους αγόρευση την έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος Α(vii) νοουμένου ότι αυτό θα περιοριστεί σε περιουσία που είναι σήμερα ιδιοκτήτης. Έτσι το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται το εξαιτούμενο διάταγμα που ρητά αναφέρεται σε «περιουσία του». Δεν γίνεται αναφορά σε μελλοντική περιουσία που δεν συνιστά σήμερα, κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, περιουσία του. Περαιτέρω κρίνεται ορθό και δίκαιο να εκδοθεί και το εξαιτούμενο διάταγμα Δ με τον περιορισμό ότι σε σχέση με την κινητή του περιουσία ο Εναγόμενος θα είναι υπόχρεος να αποκαλύψει κινητά η αξία των οποίων υπερβαίνει τα €1.000. Η νομολογία δεν είναι σαφής ως προς το ζήτημα της εγγύησης σε περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα σε αίτηση δια κλήσεως. Το γεγονός ότι με το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 καθίσταται, στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος χωρίς ειδοποίηση, επιτακτική η ανάληψη υποχρέωσης για να εξασφαλιστεί υποχρέωση για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα, δεν εμποδίζει, στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, να ζητηθεί τέτοια ανάληψη υποχρέωσης ακόμα και μετά την έκδοση διατάγματος σε αίτηση με κλήση (βλ. Ερωτοκρίτου Γ και Αρτέμης Π, «Διατάγματα Injunctions»
(2016)σελ. 193). Εφόσον αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με κλήση εκδικάζεται, όπως και στην περίπτωση αίτησης χωρίς κλήση, σε επίπεδο ισχυρισμών και τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται τελεσίδικα υφίστανται οι ανάλογοι κίνδυνοι για ζημιά στον καθ' ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση ενδείκνυται η διασφάλιση του Εναγόμενου από τέτοιες ζημιές. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται ως οι παράγραφοι Α(i), (ii), (iv), (v), (vii) σε σχέση με την περιουσία που σήμερα έχει και Δ με τον περιορισμό ότι σε σχέση με την κινητή του περιουσία ο Εναγόμενος θα είναι υπόχρεος να αποκαλύψει κινητά η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των €1.000. Ο χρόνος συμμόρφωσης με το εκδοθέν διάταγμα Δ ορίζεται σε 15 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα να υπογράψει εγγύηση ύψους €30.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση των εκδοθέντων διαταγμάτων άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.