← Κύπρος

K.CH. PERATIKOS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 563/2017, 13/5/2019

K.CH. PERATIKOS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 563/2017, 13/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A283 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 563/2017 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. K.CH. PERATIKOS LTD
  2. ΧΧΧ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ
  3. ΧΧΧ ΠΕΡΑΤΙΚΟΣ Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης Ημερομηνία: 13 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: Ο κ. Κ. Μελάς και η κα Λ. Χ" Ξενοφώντος για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για την εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Π. Μακρίδης για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απόφαση αυτή αφορά δύο αιτήσεις οι οποίες συμφωνήθηκε από τις δύο πλευρές όπως για σκοπούς οικονομίας χρόνου και εξόδων λόγω της συνάφειας και ομοιότητας των εγειρόμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων τους όπως συνεκδικαστούν. Γι' αυτό και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ότι οι αγορεύσεις τους, στις οποίες περιορίστηκε η ακροαματική διαδικασία τους, αφορούσαν και τις δύο αιτήσεις. Πρόκειται για την αίτηση ημερ. 17.10.2018 και την αίτηση ημερ. 29.10.
  4. Με αυτές επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται η ενεργοποίηση, προώθηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων μέσω της διαδικασίας του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/1965) στη συνέχεια «ο Νόμος» ενεργοποιώντας τις διατάξεις του οποίου η καθ' ης η αίτηση καθόρισε σύμφωνα με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημέρα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων την 14.05.
  5. Εξηγήθηκε ότι ο λόγος που καταχωρίστηκαν δύο διαφορετικές αιτήσεις είναι γιατί οι ενάγοντες παρέλαβαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι σε διαφορετικές ημερομηνίες. Με την υπό εκδίκαση αίτηση ημερομηνίας 17/10/18 οι Ενάγοντες 2 και 3 ζητούν: Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού των ακόλουθων ακινήτων - I. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54.580101, Τεμ ΧΧΧ στους Αποστόλους Πέτρου και Παύλου, Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΑΥΧΧΧ, II. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. LIV33, Τεμ 1ΧΧ9 στην Αγία Φύλα, Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΑΥΧΧΧ, III. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 59/020202, Τεμ 7Χ1, Τμήμα 7, στην Καθολική, Ειρήνης, Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΑΥΧΧΧ, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να πωλήσει τα ακόλουθα ενυπόθηκα ακίνητα I. ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54.580101, Τεμ ΧΧΧ στους Αποστόλους Πέτρου και Παύλου, Λεμεσός, II. ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. LIV33, Τεμ 1ΧΧ9 στην Αγία Φύλα, Λεμεσός, III. ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 59/020202, Τεμ 7Χ1, Τμήμα 7, στην Καθολική, Ειρήνης, Λεμεσός, με βάση την Ειδοποίηση Τύπου Ι ημερομηνίας 05/09/2018 και/ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση Τύπου Ι ή Τύπου ΙΑ. Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Με την υπό εκδίκαση αίτηση ημερομηνίας 29/10/18 η Ενάγουσα 1 αιτείται: Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού των ακόλουθων ακινήτων - i. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/500104, Τμ.ΧΧΧ, Τεμ. 6Χ5, στον Κάψαλο Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, ii. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 0/2-148-349, Τεμ. 6Χ7, Τμ. 2 στον Άγιο Θεόδωρο, Πάφο, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, iii. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54.500104, Τεμ.7Χ0, Τμ. 2, στον Κάψαλο, Λεμεσού, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, iv. του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/580504/07, Τεμ. 7Χ7 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να πωλήσει τα ακόλουθα ενυπόθηκα ακίνητα I. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/500104, Τμ.2, Τεμ. 6Χ5, στον Κάψαλο Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, II. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 0/2-148-349, Τεμ. 6Χ7, Τμ. 2 στον Άγιο Θεόδωρο, Πάφο, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, III. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54.500104, Τεμ.7Χ0, Τμ. 2, στον Κάψαλο, Λεμεσού, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ, IV. του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/580504/07, Τεμ. 7Χ7 με βάση την Ειδοποίηση Τύπου Ι ημερομηνίας 08/10/2018 και/ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση Τύπου Ι ή Τύπου ΙΑ. Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των πιο κάτω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα: I. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXX, Φ/Σχ. 54/500104, Τμ.2, Τεμ. 6X5, στον Κάψαλο Λεμεσός, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό YXXX, II. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXX, Φ/Σχ. 0/2-148-349, Τεμ. 6X7, Τμ. 2 στον Άγιο Θεόδωρο, Πάφο, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό YXXX, III. του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXX, Φ/Σχ. 54.500104, Τεμ.7X0, Τμ. 2, στον Κάψαλο, Λεμεσού, που βαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό YXXX. IV. του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXX, Φ/Σχ. 54/580504/07, Τεμ. 7X7 Οι αιτήσεις είχαν καταχωριστεί μονομερώς, κρίθηκε όμως από το Δικαστήριο, όταν είχαν τεθεί ενώπιον του ότι δεν πληρούσαν το δικαιοδοτικό κριτήριο του κατεπείγοντος και έτσι δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση τους ορίζοντας τις σε άλλη πρόσφορη ημερομηνία. Με το που επιδόθηκαν υπήρξε αντίδραση από μέρους της καθ' ης η αίτηση και της δόθηκε προς τούτο χρόνος για καταχώρηση ενστάσεων. Με αυτές αντιτίθεται στην έγκριση τους και παράλληλα στις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν εκθέτει τις δικές της θέσεις. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, το άρθρο 44Γτου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο των αιτήσεων το έθεσε με ένορκες δηλώσεις της η ενάγουσα 2 κα XXX Περατικού κατ' εξουσιοδότηση και των άλλων αιτητών όπως δηλώνει και σε όλες τις πτυχές της υπόθεσης (τα γεγονότα της τα οποία γνωρίζει προσωπικά και τη νομική της πτυχή κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους τους). Προβλήθηκε με τις ειδοποιήσεις περί της πρόθεσης ένστασης σειρά από λόγους οι οποίοι υποστηρίχθηκαν με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις του κ. XXX Χωραϊτη, εξουσιοδοτημένου προς τούτο υπαλλήλου της καθ' ης η αίτηση. Οι ενστάσεις βασίζονται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 27, 36, 44 Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση: «
  6. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική.
  7. Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας.
  8. Οι Αιτητές ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων.
  9. Οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή των επίδικων Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους έδωσαν στην Τράπεζα την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται και/ή δεν αμφισβητούν τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή τις Συμβάσεις Υποθηκών και η Τράπεζα στηριζόμενη στις πιο πάνω συμπεριφορά των Αιτητών προέβηκε σε πράξεις και/ή παραλείψεις οι οποίες ήσαν δυσμενείς και/ή επιζήμιες προς τα έννομα συμφέροντα της.
  10. Οι Αιτητές κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ακινήτων καθ' ότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθηκών η Τράπεζα έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τους Αιτητές.
  11. Οι Αιτητές κωλύονται από το να ενίστανται στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων καθ' ότι οι ίδιοι έχουν δηλώσει και/ή προωθήσει την πώληση αυτών συγκεκριμενοποιώντας και την προτιθέμενη τιμή πώλησης.
  12. Οι Αιτητές έχουν προβεί σε ουσιαστικές παραδοχές αναφορικά με την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή έχουν παραδεχθεί ότι οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων είναι έγκυρες και/ή νόμιμες και/ή νομότυπες και/ή έχουν παραδεχθεί ότι οι Ενάγοντες 1 και/ή οι Αιτητές οφείλουν στην Τράπεζα ποσό ύψους πέραν των €6.000.000,00 και/ή €3.000.000,00 το οποίο ουδέποτε προσέφεραν και/ή κατέβαλαν και/ή προσέφεραν στην Τράπεζα προς εξόφληση (ολική και/ή μερική) των υποχρεώσεων τους και ως εκ τούτου ουσιαστικά έχουν αποσύρει την Αγωγή τους και/ή το μόνο επίδικο ζήτημα που έχει παραμείνει να εκδικασθεί στις δικαστικές διαδικασίες που έχουν καταχωρηθεί μεταξύ των διαδίκων είναι το ύψος του οφειλόμενους ποσού και/ή ορθά η Τράπεζα έχει ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον τους και/ή κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
  13. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  14. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Τράπεζας, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης.
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτηση.» Λεπτομερής αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τόσο τις αιτήσεις όσο και τις ενστάσεις της καθ' ης η αίτηση όπως και στα συνημμένα σε αυτές τεκμήρια και στις ικανές αγορεύσεις, γραπτές και προφορικές και σε σχετική νομολογία που με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου ασφαλώς κριθεί αυτό αναγκαίο. Η ανάλυση δε που θα ακολουθήσει απαντά σε όλα κατά την άποψη μου ζητήματα που εγείρονται. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. (βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255). Σύμφωνα με την υπόθεση Odysseos και Θεωρή, οι βασικές δε προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση το κατά πόσον δηλαδή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αυτό διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και/ή Ανταπαίτηση του Εναγομένου προηγουμένως. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση, εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται, συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Co Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να δείξει ότι η υπόθεση του, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία, κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Σύμφωνα με τη νομολογία τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, το επίπεδο και βάρος απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό, όμως, ανεξαρτήτως αυτού, ο Αιτητής θα πρέπει να δώσει κάποιου είδους στοιχεία και μαρτυρία όσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του αφού όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1040: «.Μια άλλη όμως παράμετρος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη και προηγείται πιο πάνω του νομικού συλλογισμού, είναι η διαπίστωση των γεγονότων τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Αυτό βέβαια γίνεται πάντοτε με τη σοβαρή επιφύλαξη γιατί το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, λαμβάνει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.
  1. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Βλ. (C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853..». Ειδικότερα όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη &, Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 128-129: «.η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας.». Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, την πιθανότητα δηλαδή να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αυτή σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για να παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο Αιτητής ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση. (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. v Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317). Ο αιτητής δεν θα πρέπει απλά να προβαίνει σε αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς ως προς την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά θα πρέπει να δίδει λεπτομέρειες και επεξηγήσεις. Μάλιστα, με βάση την υφιστάμενη νομολογία, όπου η ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες της οικονομικής κατάστασης ενός εναγομένου και να διαφανεί με θετικό τρόπο ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν επιτυχή απόφαση εναντίον του. Σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2),
(2008)1Α ΑΑΔ 626 όπου ειπώθηκαν τα εξής: «Η μόνη αναφορά που γίνεται προς ικανοποίηση της 3ης αυτής προϋπόθεσης είναι στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή, στην οποία αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: «Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημία» Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης - καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του. Αφού καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η 3η προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί». Το Δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης κατά πόσον πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Αιτητή, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν Κύζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο Αιτητής να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης,
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο αφού εξετάσει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του. Να ζυγίσει δηλαδή προς τα πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 222 αλλά και την πολύ πρόσφατη Πολ. Έφεση Ε7/2018 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Λοιζίδου, απόφαση ημερομηνίας 21.03.2019). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Θα πρέπει να τονιστεί ακόμα ότι κατά την εξέταση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.,
(1999)1 ΑΑΔ 225) Η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι θεραπεία η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, επομένως ακόμα και η συμπεριφορά των Αιτητών έναντι της Καθ' ης η Αίτηση τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης, είναι ένας σημαντικότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα. Η πιο πάνω αρχή περιγράφεται από τα αγγλικά συγγράμματα και νομολογία ως "a plaintiff in equity must have 'clean hands' and must be prepared to 'do equity" (βλ. I.C.F. Spry, LL.D, "The Principles of Equitable Remedies", (Sweet & Maxwell), 9th edn., 2014, σελ.424) με παραπομπή και στο γνωστό ρητό ότι «he who seeks equity must do equity» (βλ. Everet v Williams Ex. 1725, 9 LQ 197). Οι αρχές που έχουν τεθεί από την αγγλική νομολογία έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο αφού όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Π. Αρτέμη &, Γ. Ερωτοκρίτου «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 60-61: «5. H συμπεριφορά του ενάγοντα ως λόγος για τη μη χορήγηση του διατάγματος. Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιεικείας είναι ότι 'όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια' και 'όποιος επιζητεί επιείκεια πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια'. Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν η 'ενδεδειγμένη', το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. [..] Η συμπεριφορά του ενάγοντα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν 'η ενδεδειγμένη' όταν βρεθεί ότι ενήργησε άδικα ή ασυνείδητα έναντι του αντιδίκου του, για παράδειγμα όταν έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να έχει αδίκως βελτιώσει τη θέση του έναντι του εναγομένου ή να έχει με τον ίδιο τρόπο επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του αντιδίκου του, όταν ο ίδιος με τις ενέργειες του συνέτεινε στην πρόκληση της ζημιάς, [.] και όταν ο ίδιος τον ώθησε να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για τις οποίες ο ενάγων ζητεί τη βοήθεια του δικαστηρίου. Ο ενάγων ο οποίος απεδείχθη ότι και ο ίδιος αθέτησε ή παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, θα δυσκολευθεί να πείσει το δικαστήριο να του χορηγήσει απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται ο εναγόμενος να εκτελέσει άλλους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ο ενάγων επιπλέον αναμένεται ότι δεν θα είναι ο ίδιος ένοχος καθυστέρησης ή να έχει δεχθεί τροποποίηση των υποχρεώσεων του εναγομένου και ότι ο ίδιος θα έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου. Ακόμη και η απόκρυψη στοιχείων, η ψευδής ένορκη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου, η χρήση ανήθικων ή ελεεινών μεθόδων, έχουν θεωρηθεί ως παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της μη χορήγησης της θεραπείας του απαγορευτικού διατάγματος». Στο σύγγραμμα του Spry ανωτέρω στη σελίδα 423 αναφέρονται τα εξής: «The discretionary considerations that are taken into account by courts with equitable jurisdiction include not only matters touching the general nature of the right to be enforced and the general effects of the grant or refusal of relief [.] but also matters that touch the propriety of the plaintiff, in view οf his prior conduct, in approaching the court for the particular relief that he seeks. These latter considerations are sometimes said to be personal to the plaintiff. So, for example, when the special intervention of the court is sought in the enforcement of contractual rights it is necessary to consider such matters as misrepresentation and non-disclosure [.] and fraud and the need for clean hands». Στο σύγγραμμα δε Halsbury's Laws of England
(2014)Vol.14 στη σελ. 112 υπό τον τίτλο "EQUITABLE JURISDICTION / PRINCIPLES OF EQUITABLE JURISDICTION / HE WHO COMES INTO EQUITY MUST COME WITH CLEAN HANDS" αναφέρεται ότι: «A court of equity refuses relief to a claimant whose conduct in regard to the subject matter of the litigation has been improper. This was formerly expressed by the maxim "(h)e who has committed iniquity shall not have equity"; and relief was refused where a transaction was based on the plaintiff's fraud or misrepresentation, or where the plaintiff sought to enforce a security improperly obtained, or where he claimed a remedy for a breach of trust which he had himself procured and whereby he had obtained money. Later it was said that the plaintiff in equity must come with perfect propriety of conduct, or with clean hands». Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ανεξάρτητα του ότι οι υπό εξέταση αιτήσεις μετατράπηκαν σε δια κλήσεως και άρα το καθήκον της πλήρους αποκάλυψης δεν ισχύει, εντούτοις και ως εκ της φύσεως των θεραπειών που αξιώνονται, η συμπεριφορά των Αιτητών έναντι της Καθ' ης η Αίτηση έχει τον δικό της ρόλο και σημασία αφού ένας Αιτητής ο οποίος είναι ένοχος παραπλανητικής και δόλιας συμπεριφοράς όχι μόνο έναντι ενός Καθ' ου η Αίτηση αλλά και έναντι του Δικαστηρίου δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Παρόμοια θέση εκφράζεται και στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, 5η έκδοση, του Stephen Gee, σελ. 247, παρ. 9.009: «An applicant for inter partes relief does not have a duty to make full and frank disclosure of material facts, but is under an obligation not knowingly to mislead the court». Θα με απασχολήσει στη συνέχεια και το ειδικότερο ζήτημα που χαρακτηρίζει την παρούσα υπόθεση αυτό του διορισμού Παραλήπτη-Διαχειριστή και τις εξουσίες του. Η νομική σημασία του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης έγκειται στο ότι αποτελούν εξασφάλιση υπέρ του Ομολογιούχου η οποία συνοδεύει και κυμαίνεται (floats) στο περιουσιακό στοιχείο το οποίο αφορά. Όταν επέλθει ένα γεγονός το οποίο αποτελεί παράβαση των όρων του Ομολόγου και ο Ομολογιούχος επιλέξει να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του, τότε η επιβάρυνση αποκρυσταλλώνεται και από κυμαινόμενη μετατρέπεται σε καθορισμένη (fixed) και ο Ομολογιούχος έχει δικαίωμα να διορίσει Παραλήπτη-Διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει την επιβαρυνθείσα περιουσία, κατ' αποκλεισμό των διευθυντών και αξιωματούχων του νομικού προσώπου. Στην υπόθεση Χατζηρούσος Νίνος Α., υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της Εταιρείας Y Liasides Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703 ο κ. Ναθαναήλ, Δ αναφέρει: «.Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση «principal-agent», όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently». Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στη Gomba Holdings Uk Ltd v. Homan [1986] 3 All E.R. 94: «Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realise the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty». Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.». Και πιο κάτω «.Τα πιο πάνω πρέπει λοιπόν να ιδωθούν υπό το φως της πραγματικής υπόστασης του παραλήπτη-διαχειριστή που πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν, (δέστε Brenda Hannigan: Company Law, σελ. 732-733). Οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη-διαχειριστή (Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896).». Σύμφωνα με την πιο πάνω υπόθεση, Χατζηρούσος, με τον διορισμό ενός Παραλήπτη-Διαχειριστή, αυτός αναλαμβάνει την νομική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου κατ' αποκλεισμό των διευθυντών του τουλάχιστον όσον αφορά το περιουσιακό στοιχείο το οποίο επιβαρύνεται με το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Όταν το Ομόλογο επιβαρύνει ολόκληρη την περιουσία του νομικού προσώπου, τότε ουσιαστικά οι εξουσίες των διευθυντών όσον αφορά την διαχείριση της περιουσίας αλλά και της εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας του νομικού προσώπου αναστέλλονται και οι διευθυντές δεν έχουν οποιαδήποτε εξουσία ή κατάλοιπο εξουσίας να ασκούν τις επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες του νομικού προσώπου, παρά μόνο διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας να αμφισβητήσουν τον διορισμό του Παραλήπτη-Διαχειριστή από τον Ομολογιούχο μέσω ξεχωριστής διαδικασίας ή εάν και εφόσον ο Παραλήπτης-Διαχειριστής αρνείται παράλογα να λάβει μέτρα εναντίον του Ομολογιούχου για την προστασία και διαχείριση της περιουσίας, εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας του νομικού προσώπου (βλ. Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896, όπως αυτή μνημονεύεται στην Χατζηρούσος ανωτέρω.) Σχετικά είναι και όσα λέχθηκαν υπό του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στην Αγωγή του Ε.Δ. Λάρνακας υπ. Αριθμό 291/14 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρεία Λτδ ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία δια των Διευθυντών Παραληπτών Μιχάλη Αβραάμ, Ανδρέα Ανδρονίκου και Μάριου Καλλία κ.α. απόφαση ημερομηνίας 14.10.2014 για τις εξουσίες και τον ρόλο του Πραλήπτη - Διαχειριστή στην οποία αναφέρθηκαν επί λέξει τα εξής: «.Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Ενώ καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί, η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο διαχειριστής/παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» Και πιο κάτω «.Στην Κύπρο ο διαχειριστής/παραλήπτης μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Αναφέρεται, ακόμη, (σελ. 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μπορεί επίσης, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη να έχει ενεργά καθήκοντα να διεκπεραιώσει, για παράδειγμα, όπου η εξασφάλιση κάτω από την οποία διορίστηκε ο παραλήπτης δεν εκτείνεται στην ολότητα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ή όπου περιουσία, που κρατείται από την εταιρεία ως καταπιστευματοδόχος ή ως ενέχυρο για τρίτα πρόσωπα, δεν καλύπτεται από τους όρους της εξασφάλισης...» Και πιο κάτω «.Επομένως, διαγράφεται η γενική εικόνα ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη στην Newhart, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Στην M. Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 1990 - 91 Edition, αναφέρεται (σελ. 569-70) (σε δική μου μετάφραση) ότι «Από τη στιγμή του διορισμού του ως διοικητικού παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την επιβαρυμένη περιουσία. Οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν έχουν πλέον εξουσία να διαχειρίζονται την επιβαρυμένη περιουσία. Όμως, συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών». Ο λόγος ένστασης αρ. 1 στην ένσταση της Τράπεζας στην αίτηση των Εναγόντων 1/Αιτητών ημερομηνίας 29.10.2018, αφορά την έλλειψη νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος των αιτητών να προωθούν τόσο την αίτηση τους όσο και την παρούσα αγωγή. Είναι παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο από όλες τις πλευρές ότι η Τράπεζα ως Ομολογιούχος διόρισε τον κ. XXX Λοιζίδη ως Παραλήπτη-Διαχειριστή ολόκληρης της περιουσίας των Αιτητών 1 (βλ. παράγραφος 55 στην ΕΔ Περατικού 2 και παράγραφος 24 στην ΕΔ Χωραίτη 2 αλλά και την Πολ. Έφεση Ε207/17 Περατικού κ.α. ν. Λοιζίδη κ.α. απόφαση ημερομηνίας 04.09.2018) με την κα Περατικού ουσιαστικά να ισχυρίζεται ότι από την στιγμή που ο διορισμός του αμφισβητείται από τους Αιτητές, το εν λόγω θέμα δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός ότι οι διευθυντές μίας Εταιρείας διατηρούν κατάλοιπα εξουσίας να αμφισβητήσουν τον διορισμό ενός Παραλήπτη Διαχειριστή ενώ επίσης διατηρούν κατάλοιπα εξουσίας να προωθούν διαδικασίες όταν ο Παραλήπτης Διαχειριστής αρνείται να το πράξει νοουμένου όμως ότι οι ενέργειες τους αυτές δεν επηρεάζουν, δεν απειλούν και δεν θέτουν σε κίνδυνο τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από το Ομόλογο (βλ. Newhart ανωτέρω). Είναι επίσης γεγονός ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά και δεν αμφισβητεί τον διορισμό του κ. Λοιζίδη ως Παραλήπτη-Διαχειριστή, αν και μέσω της Έκθεσης Απαίτησης τους οι Αιτητές αξιώνουν την ακύρωση του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Από την στιγμή όμως που οι Αιτητές επέλεξαν να καταχωρήσουν μία αγωγή αμφισβητώντας το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης αλλά και τον διορισμό του κ. Λοιζίδη, θέτουν σε κίνδυνο τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από το Ομόλογο (ήτοι ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία των Αιτητών 1) αφού υπάρχει ο κίνδυνος, ενδεχόμενο και πιθανότητα σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής τους οι Αιτητές να κληθούν να καταβάλουν δικηγορικά έξοδα και άρα η περιουσία και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που καλύπτεται από το Ομόλογο να μειωθεί. Από την στιγμή όμως που δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ή δέσμευση ότι είτε η κα Περατικού είτε ο κ. Περατικός ανέλαβαν προσωπικά να καταβάλουν τα έξοδα που τυχόν προκύψουν από την παρούσα αγωγή, συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει αφού με την καταχώρηση και προώθηση της επιβαρύνεται ή υπάρχει το ενδεχόμενο το περιουσιακό στοιχείο που έχει επιβαρυνθεί από το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και άρα οι Αιτητές δεν είχαν ούτε και έχουν εξουσία να καταχωρήσουν και να προωθήσουν την παρούσα αγωγή εκτός βεβαίως και εάν οι διευθυντές κ.κ. XXXXX και XXXXX Περατικού (Αιτητές 2 και 3) αναλάμβαναν προσωπικά την εξόφληση των εξόδων (βλ. Tudor Grange Holdings Ltd v Citibank NA [1992] Ch 53). Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε τον κ. Χ. Μαλαχτό, ΠΕΔ στην ΕΔ Λεμεσού αγωγή υπ. Αριθμό 1213/18 Αδελφοί Μ & Γ Παντελίδης Λτδ ν Bank Of Cyprus Public Limited κ.α. απόφαση ημερομηνίας 5.10.2018 (στην οποία μνημονεύονται τόσο η Newhart όσο και Grange Holdings ανωτέρω), ο οποίος και αποφάσισε ότι λόγω του ότι στην συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση αφενός μεν δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά ότι το διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων εξουσιοδότησε την καταχώρηση της αγωγής και αφετέρου δεν υπήρχε δέσμευση των διευθυντών για κάλυψη των δικηγορικών εξόδων που τυχόν θα προέκυπταν, απέρριψε αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής διορισμού Παραλήπτη Διαχειριστή. Συνεπώς και στην βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω και ειδικότερα όσον αφορά τους Αιτητές 1 και την αίτηση ημερομηνίας 29.10.2018, για αυτό και μόνο τον λόγο θεωρώ ότι δεν πληρείται η 1η και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και εξ αυτού του λόγου το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Αν και με τα ανωτέρω το Δικαστήριο θα μπορούσε να μη προχωρήσει σε περαιτέρω εξέταση της αίτησης και να την απορρίψει εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω στην εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων, τα οποία είναι κοινά και για τις 2 αιτήσεις λόγω της σύνδεσης κα της σχετικότητας τους και άπτονται της 1ης και 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)λόγω της σύνδεσης και της σχετικότητας τους. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την Έκθεση Απαιτήσεως των Αιτητών αλλά και το περιεχόμενο των ΕΔ Περατικού 1 και 2, κύρια θέση και ισχυρισμός των Αιτητών όπου και βασίζουν την αξίωση τους εναντίον της Τράπεζας είναι σε γενικές γραμμές η θέση τους ότι η Τράπεζα, (τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων) τους ξεγέλασε και εξώθησε να υπογράψουν όλες τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και παρεπόμενες συμφωνίες χρησιμοποιώντας κατά ρητή παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης που είχαν απέναντι στους Αιτητές χρησιμοποιώντας δόλο και απάτη ουσιαστικά, αφού δεν έλαβε υπόψιν τις ανάγκες των Αιτητών ενώ παράλληλα επέβαλε παράνομους και καταχρηστικούς όρους, συμπεριφέρθηκε κακόπιστα και ανέντιμα και εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα οικονομική της θέση για να αποκομίσει παράνομα οικονομικά οφέλη εξαναγκάζοντας τους στη σύναψη νέων δανείων με δυσμενείς όρους, ενώ ενήργησε παράνομα, ανέντιμα και αλαζονικά αρνούμενη την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων των Αιτητών με πρόθεση να λυθεί το πρόβλημα που προέκυψε, κάτι που επεσήμανε ο κ. Μελάς στην προφορική του παρέμβαση επικαλούμενος τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του νόμου ως επιτακτική ανάγκη όπως προνοεί και Ειδοποίηση Τύπος Θ που εφαρμόζει το Νόμο όσο Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις που είναι υποχρεωτική για τις τράπεζες. Τονίζοντας μάλιστα ότι η σχετική υποχρέωση εκ μέρους των αξιωματούχων μιας τράπεζας και όχι μόνο αλλά και του τελευταίου κλητήρα της για την εφαρμογή της μπορεί να οδηγήσει η μη τήρηση της και σε ποινική ευθύνη με άδεια του Γενικού Εισαγγελέως. Κατ' ουσία η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση από το πρώτο στάδιο μεταπήδησε στο τελευταίο προχωρώντας με την εκποίηση τώρα, κάτι που το Δικαστήριο αν το επιτρέψει θα καταστρατηγήσει τον ίδιο το Νόμο. Επίσης, είναι η δικογραφημένη θέση των Αιτητών ότι η Τράπεζα και οι υπάλληλοι της ήταν αμελείς τόσο κατά την εξέταση της αίτησης τους για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και κατά την παροχή συμβουλών προς αυτούς για τις πιστωτικές διευκολύνσεις (και τους όρους αυτών) που ήταν οι πλέον κατάλληλοι για τους Αιτητές και οι Αιτητές στηρίχθηκαν στις αμελείς συμβουλές των υπαλλήλων της Τράπεζας με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές και βλάβες. Περαιτέρω είναι η δικογραφημένη θέση των Αιτητών ότι οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής και οικονομικού εξαναγκασμού και ότι αυτές είναι παράνομες και παράτυπες και περιέχουν καταχρηστικούς όρους οι οποίοι δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης καθ' ότι ήταν προδιατυπωμένοι. Με βάση τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις τους, οι Αιτητές ουσιαστικά αξιώνουν μεταξύ άλλων: (α) την ακύρωση όλων των συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών, εγγυήσεων, εξασφαλίσεων, υποθηκών κ.λπ.), (β) διάφορα αναγνωριστικά και προστακτικά διατάγματα, (γ) διάταγμα που να αναγνωρίζει και διατάττει ότι σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό, δήλωση ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε εύλογο χρόνο για την εξόφληση του αναλόγως των συνθηκών που υπήρχαν στις σχέσεις των διαδίκων και της συμπεριφοράς της Τράπεζας για εξόφληση των οφειλόμενων προς την Τράπεζα ποσών μέσω περιοδικών πληρωμών στη βάση των σημερινών οικονομικών δυνατοτήτων των Αιτητών και (δ) διάφορες αποζημιώσεις. Για σκοπούς εξέτασης του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται μέσα από τις ΕΔ Περατικού 1 και 2 και αφορούν και γεγονότα που έλαβαν χώρα τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εξασφαλίσεων και υποθηκών), τους όρους των συμφωνιών και τις αυθαίρετες χρεώσεις που κατ' ισχυρισμό επιβαρύνθηκαν οι Αιτητές ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να λεχθεί ότι η 1η προϋπόθεση του Άρθρου 32 πιθανώς να πληρείται. Ενδεχομένως και στη βάση των ίδιων προωθούμενων ισχυρισμών, το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για την 2η προϋπόθεση, δηλαδή ότι με βάσει τους ισχυρισμούς που προωθούνται εκ μέρους των Αιτητών αυτοί έχουν καταδείξει, στον περιορισμένο πάντοτε βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ότι όντως η αγωγή τους ενδεχομένως να έχει κάποια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με τα ως άνω υπόψιν, παρατηρώ ότι οι Αιτητές στις ένορκες δηλώσεις της κας Περατικού προβαίνουν στις ακόλουθες παραδοχές: - Παραδέχονται την υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εγγυήσεων και υποθήκης) (σχετικές είναι οι παρ. 9, 10, 11, 14, 18, 22, 25, 27, 29, 33, 36, 39, 42 και 46 στην ΕΔ Περατικού 2 με ανάλογες αναφορές στην ΕΔ Περατικού 1) - Παραδέχονται ότι υπήρχαν δυσκολίες στην καταβολή των προβλεπόμενων από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δόσεων, με τους Αιτητές να μην είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Τράπεζα και ως εκ τούτου αποτάθηκαν στην Τράπεζα αιτούμενοι την αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων με την Τράπεζα όμως, όπως ισχυρίζονται, να τηρεί μία αδιάλλακτη και παράνομη στάση δίνοντας έμφαση στην επιβολή τόκων και την υπερδιόγκωση του χρέους (σχετική είναι η παρ. 51 στην ΕΔ Περατικού 2 με ανάλογες αναφορές στην ΕΔ Περατικού 1). - Παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα (το νομίμως οφειλόμενο όπως το χαρακτηρίζουν), το οποίο έχουν προσφερθεί να εξοφλήσουν μέσω της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων (σχετική είναι η παρ. 62 στην ΕΔ Περατικού 2). - Έχουν παραδεχθεί ενόρκως στα πλαίσια της Γεν Αίτησης 586/17 μέσω της Έκθεσης του κ. Κόκκινου (βλ. Τεκμ. 9 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2) , ότι το οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό ανέρχεται σε ποσό πέραν των €6.000.000,00. - Η κα Περατικού παραδέχθηκε ενόρκως στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 23.01.2018 ότι τα οφειλόμενα ποσά προς την Τράπεζα ανέρχονται σε ένα ποσό της τάξης των €3.000.000,00 (σχετική η παρ. 39 στην ΕΔ Περατικού ημερομηνίας 23.01.2018 Τεκμ. 10 στις ΕΔ Χωραίτη). Οι ως άνω όμως ρητές παραδοχές των Αιτητών οι οποίες έγιναν μέσω των ΕΔ Περατικού 1 και 2, της ένορκης δήλωσης της κας Περατικού ημερομηνίας 23.01.2018 (Τεκμ. 10 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2) και της Έκθεσης του κ. Κόκκινου (Τεκμ. 9 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2) οι οποίες είναι δεσμευτικές για αυτούς (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελίδα 279 αλλά και την Union des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences ν. Apak Agro Industries Ltd. κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 542), οδηγούν ουσιαστικά την κατάρρευση των ισχυρισμών τους όσο και ολόκληρης της αγωγής τους η οποία στηρίζεται σε ισχυριζόμενη εξαπάτηση, πλάνη, αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας και άλλους συναφείς ισχυρισμούς. Με τις ως άνω παραδοχές τους ουσιαστικά εκθεμελιώνουν κατά την αντίληψη μου όχι μόνο την αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος αλλά την ίδια την αγωγή τους. Στη βάση των πιο πάνω ως επίδικο ζήτημα και αντιδικία που έχει παραμείνει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της παρούσας αγωγής αλλά και των αγωγών που καταχώρησε η Τράπεζα, δεν είναι το κατά πόσον ορθά υπογράφηκαν οι επίδικες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων, εξασφαλίσεων και υποθηκών ή εάν η Τράπεζα εξαπάτησε, εξανάγκασε και υποχρέωσε τους Αιτητές να υπογράψουν τις συμφωνίες ή κατά πόσον ήταν αμελής απέναντι τους όταν τους συμβούλευε και εάν είχε υποχρέωση και καθήκον να τους συμβουλεύσει, αλλά το ύψος του οφειλόμενου ποσού και μόνον, ήτοι το κατά πόσον η Τράπεζα δικαιούται σε αποφάσεις για το συνολικό ποσό των απαιτήσεων της ή εάν δικαιούται απόφαση μόνο για τα ποσά που οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν και που οι ίδιοι έχουν καθορίσει μάλιστα σε ποσά ύψους είτε €3.000.000,00 ως η ένορκη δήλωση της κ. Περατικού ημερομηνίας 23.01.2018 είτε πέραν των €6.000.000,00 ως η έκθεση του κ. Κόκκινου είτε μειωμένα αφού αφαιρεθούν οι ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις ως οι ισχυρισμοί στην ΕΔ Περατικού 1 και 2). Εδώ παρατηρώ ότι προβάλλονται από τους Αιτητές ισχυρισμοί που οδηγούν στο ακόλουθο οξύμωρο σχήμα όπου οι ίδιοι οι Αιτητές επανειλημμένα και ενόρκως παραδέχονται ότι οφείλουν τεράστια ποσά στην Τράπεζα, χωρίς να ισχυρίζονται ότι τα έχουν εξοφλήσει και από την άλλη να εγείρουν αγωγή εναντίον της αμφισβητώντας το χρέος τους, κάτι που ενδεχομένως θα μπορούσε να αναχθεί σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Θα πρέπει να επισημάνω ότι από την στιγμή που οι Αιτητές παραδέχονται ότι υπόγραψαν τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι δήθεν τις τερμάτισαν, τότε αυτοί υποχρεούνται να επιστρέψουν και να καταβάλουν προς την Τράπεζα όλα τα ποσά τα οποία έλαβαν. Προς τούτο παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 64 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149*. Ενώ όσον αφορά τις θέσεις τους για τις ισχυριζόμενες παράνομες και καταχρηστικές ρήτρες είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και εάν ήθελαν πράγματι κριθεί ως τέτοιες, το γεγονός αυτό δεν οδηγεί σε ακυρότητα ολόκληρων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά μόνο τους συγκεκριμένους αυτούς όρους (βλ. Νεοφύτου ν. Κυριακίδη,
(1999)2 ΑΑΔ 299). Έχοντας επομένως υπόψη τις πιο πάνω παραδοχές των Αιτητών ότι πράγματι οφείλουν κάποια ποσά στην Καθ' ης η Αίτηση και όσα έχω σχολιάσει πιο πάνω και σε σχέση με τη σημασία αυτών των παραδοχών κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται. Παρόλα αυτά και για σκοπούς και πάλι, επαναλαμβάνω, πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω στην εξέταση και της τρίτης προϋπόθεσης. *Αν ο συμβαλλόμενος κατ' εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση. Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλο συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Όπως αναφέρεται μέσα από τις ΕΔ Χωραίτη, κύριος ισχυρισμός των Αιτητών όσον αφορά το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης που θα υποστούν εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι ότι οι ζημιές τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν και θα υποστούν ανεπανόρθωτες βλάβες «.υπό την μορφή ότι η αγωγή των Αιτητών θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού εάν πουληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα και καθορισθεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό θα είναι πολύ δύσκολο να καθορισθεί η αποζημίωση που οι Αιτητές θα δικαιούνται ενώ βεβαίως θα απωλέσουν τα ακίνητα τους και θα είναι αδύνατον να τα ανακτήσουν αφού θα μεταβιβασθούν σε καλόπιστο αγοραστή (σχετικές οι παρ. 41 και 42 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2 αντίστοιχα). Η κα Περατικού από την άλλη στις ένορκες δηλώσεις της εγείρει ισχυρισμούς περί δήθεν συναισθηματικής αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών 2 και 3 (αντικείμενο της αίτησης ημερομηνίας 17.10.2018) ενώ όσον αφορά τα ενυπόθηκα ακίνητα των Αιτητών 1 (αντικείμενο της αίτησης ημερομηνίας 29.10.2018) προωθείται ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω ακίνητα είναι απαραίτητα για την επιβίωση και συνέχιση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η αγωγή των Αιτητών θα καταστεί άνευ αντικειμένου σημειώνω και τονίζω και πάλι ότι το ενόψει των ρητών παραδοχών των Αιτητών μέσω των ΕΔ Περατικού 1 και 2, της ΕΔ Περατικού ημερομηνίας 23.01.2018 αλλά και της έκθεσης του κ. Κόκκινου, το επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής όπως και των αγωγών της Τράπεζας, δεν είναι το κατά πόσον οι επίδικες συμφωνίες είναι νόμιμες ή όχι ή το κατά πόσον οι Αιτητές οφείλουν ή δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα ή εάν η Τράπεζα ήταν αμελής και παραβίασε το κατ' ισχυρισμό καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι των Αιτητών, παρά μόνο αυτό που θα πρέπει να αποφασισθεί και να καθορισθεί είναι κατά πόσον η Τράπεζα δικαιούται σε απόφαση για ολόκληρες τις αξιώσεις της στις αγωγές που έχει καταχωρήσει ή δικαιούται στα μειωμένα ποσά που οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται ότι της οφείλονται. Συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα ότι η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου από την στιγμή που οι ίδιοι οι Αιτητές ουσιαστικά δεν επιμένουν στους ισχυρισμούς τους περί δήθεν παράνομων πράξεων της Τράπεζας και οι ίδιοι περιόρισαν τις διαφορές τους με την Τράπεζα στο ύψος του οφειλόμενου ποσού και μόνο και όχι στην ύπαρξη ή νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών. Δεν μπορεί δε να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η διαδικασία και ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού είναι παντελώς ανεξάρτητη διαδικασία η οποία δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, η οποία θα εκδικασθεί στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και δεν αποτελεί βεβαίως διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Όσον δε αφορά το ζήτημα της απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων, σημειώνω ότι με βάση τους όρους 4* και 5** των εγγράφων υποθήκης ο κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και δεν είναι ένα καινούριο δημιούργημα του Νόμου 87(Ι)/
  1. Συμφωνώ δε με την παρατήρηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ότι με την νέα νομοθεσία δεν δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες, ήτοι ο νέος Νόμος δεν δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία το οποίο δεν είχε προηγουμένως είτε δυνάμει των εγγράφων υποθήκης είτε δυνάμει του Άρθρου 37 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Νόμου (Ν. 9/1965), παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο *
  2. Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω το ποσό των. επιπλέον τόκους, τόκους υπερημερίας, προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο
  3. Σε περίπτωση που παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν αυτής της πώλησης για μερί ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη. .. **
  4. Η Τράπεζα μπορεί, χωρίς να επηρεάζονται με κανένα τρόπο τα δικαιώματα της βάσει αυτής της υποθήκης να κάνει τα ακόλουθα: α) Να τερματίζει, τροποποιεί, αυξάνει ή να ελαττώνει τις χρηματοδοτήσεις ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη ή σε οποιοδήποτε από αυτούς. .. .. τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος που είχε να πωλεί την ακίνητη ιδιοκτησία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελος του προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη βλάβη όταν το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα υπήρχε πάντοτε και της δόθηκε από τους ίδιους τους Αιτητές οι οποίοι είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι υπάρχουν οφειλόμενα προς την Τράπεζα ποσά (είτε €3.000.000,00 ως η ένορκη δήλωση της κ. Περατικού ημερομηνίας 23.01.2018 είτε πέραν των €6.000.000,00 ως η έκθεση του κ. Κόκκινου είτε μειωμένα αφού αφαιρεθούν οι ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις ως οι ισχυρισμοί στην ΕΔ Περατικού 1 και 2) με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη συναισθηματική αξία που έχουν γι' αυτούς τα ενυπόθηκα ακίνητα των Αιτητών 2 και 3 αλλά και της ανάγκης διατήρησης των ακινήτων των Αιτητών 1 για συνέχιση και επιβίωση της επιχείρησης τους, παρατηρώ, σύμφωνα με αναμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, ότι αφενός μεν όσον αφορά την επιβίωση της επιχείρησης των Αιτητών 1 υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 586/17 στην οποία υπάρχει ξεκάθαρο εύρημα και συμπέρασμα ότι οι Αιτητές 1 δεν έχουν πιθανότητες επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα (βλ. την απόφαση του κ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Τεκμ. 9 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2), και αφετέρου, η δήθεν συναισθηματική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών 2 και 3 δεν τους εμπόδισε είτε να τα υποθηκεύσουν είτε οι ίδιοι να τα προσφέρουν προς την Τράπεζα για μείωση του παραδεκτού χρέους τους (σχετική η παρ. 62 και Τεκμ. 24 στην ΕΔ Περατικού 2). Επομένως είναι φανερό ότι οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα στη βάση των εγγράφων τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον μου. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό περί συναισθηματικής αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων σχετική είναι η απόφαση της κας Εφραίμ Π.Ε.Δ. αγωγή υπ. αριθμό 3299/15 Ε.Δ. Λεμεσού Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Chr. Karaolis Developments Ltd κ.α. απόφαση ημερομηνίας 07.11.2018 στην οποία κρίθηκε ότι η ισχυριζόμενη συναισθηματική αξία δεν διαφοροποιεί το ότι η εκποίηση ακινήτου και η σχετική ζημιά μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα αλλά και στην απόφαση του κ. Κωνσταντίνου Πρ ΑΕΔ στην αγωγή υπ. αριθμό 389/17 Ε.Δ. Πάφου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντωνίου Αγαμέμνων κ.α. απόφαση ημερομηνίας 8.01.2019 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής απόλυτα σχετικά με όσα ισχυρίζονται οι εδώ Αιτητές τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά δεν θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει. Εάν αναγνώριζα ως ικανοποιητικό παράγοντα-κριτήριο τη συναισθηματική σχέση οποιουδήποτε ενυπόθηκου ακινήτου με τον ιδιοκτήτη του-για όποιο λόγο συμβαίνει αυτό-προκειμένου να θεωρήσω ότι ικανοποιείται η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κατά τη γνώμη μου, αυτό θα αποτελούσε απλώς ένα εύσχημο τρόπο έμμεσης κατάργησης του δικαιώματος, κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τούτο, επειδή, προφανώς, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, για να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα επικαλείτο την συναισθηματική του σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο.». Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των όσων αναφέρω πιο πάνω, φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τις ΕΔ Περατικού 1 και 2, ότι οι δήθεν ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστούν οι Αιτητές, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα (είτε μέσω εκτιμήσεων των ακινήτων που θα πουληθούν είτε της τιμής πώλησης) και άρα είναι ανακτήσιμες και εύκολα αποζημιώσιμες. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, οι σχετικοί ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικοί και αόριστοι και με βάση την καθιερωμένη νομολογία (βλ. Αντώνης Ανδρέου ανωτέρω) δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο για ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Ο κ. Χωραίτης στις ένορκες δηλώσεις του που υποστηρίζουν την ένσταση αναφέρει και δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους Αιτητές ότι η Τράπεζα είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτητές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε οι Αιτητές παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ούτως ώστε να αποδείξουν την τυχόν αφερεγγυότητα της Τράπεζας, όπως άλλωστε είχαν και το βάρος απόδειξης. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα, η οικονομική επιφάνεια της Καθ' ης η Αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ των Αιτητών είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Δεν πρέπει δε να παραγνωρίζεται ότι εάν και εφόσον διενεργηθεί με επιτυχία ο επίδικος πλειστηριασμός και τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν, μόνο όφελος μπορεί να προκύψει για τους Αιτητές αφού το παραδεκτά οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό είτε θα εξοφληθεί είτε θα μειωθεί, ενώ εάν στο τέλος της ημέρας αποδεχθεί ότι οι Αιτητές όφειλαν μικρότερα ποσά από την τιμή πώλησης και πάλι το ζήτημα είναι καθαρά λογιστικό και χρηματικής φύσεως. Ως εκ των ανωτέρω, και λόγω του γεγονότος ότι: (α) όχι μόνο ζημιά αλλά όφελος θα έχουν οι Αιτητές εάν και εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού και (β) έστω και εάν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ενδεχομένως οι Αιτητές να υποστούν ζημιές από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού η εκδίκαση αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία των όποιων ζημιών τυχόν υποστούν οι Αιτητές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού αυτές είναι εύκολα υπολογίσιμες αλλά και ανακτήσιμες σε χρήμα. Με αυτά υπόψιν κρίνω ότι δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα ως άνω συμπεράσματα μου τα οποία αναπόδραστα με οδηγούν και στο συμπέρασμα ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Πολ. Έφεση Ε7/2018 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Λοιζίδου, (πιο πάνω) σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «.Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.». Σε σχέση ακριβώς με την επιδειχθείσα εκ μέρους των Αιτητών συμπεριφορά, όταν αυτοί αποτάθηκαν στο Δικαστήριο επιζητώντας την επιείκεια του για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) δεν υποδείχθηκαν ή επισημάνθηκαν στο Δικαστήριο οι ρητοί όροι των Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθηκών (όπως οι όροι 4 και 5 τους οποίους κατέγραψα πιο πάνω) και το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει απευθείας τα ενυπόθηκα ακίνητα κατά την απόλυτη κρίση της, δικαίωμα το οποίο ενεργοποιήθηκε με την (παραδεκτή από τους Αιτητές) υπερημερία τους και την μη εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών που οι υποθήκες εξασφαλίζουν και που οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν, έγγραφα τα οποία δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου αν και τα είχαν στην κατοχή τους (βλ. παράγραφος 31 στην ΕΔ Χωραίτη 1), (β) απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι εναντίον των Αιτητών 2 και 3 έχουν εκδοθεί και καταστεί απόλυτα ενδιάμεσα διατάγματα τα οποία τους απαγορεύουν να επεμβαίνουν και να προκαλούν προσκόμματα στην διαχείριση της επιχείρησης των Αιτητών 1 από τον κ. Λοιζίδη και άλλα συναφή διατάγματα (βλ. την Πολ. Έφεση Ε207/17 Περατικού κ.α. ν. Λοιζίδη κ.α. απόφαση ημερομηνίας 4.09.2018, (γ) απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι εναντίον των Αιτητών 2 και 3 εκδόθηκαν εντάλματα παράδοσης όλης της κινητής περιουσίας, της επιχείρησης και της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών 1 στον κ. Λοιζίδη (βλ. Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λοιζίδη κ.α. Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση 32/19 απόφαση ημερομηνίας 17.04.2019), (δ) απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι δεν έχουν συμμορφωθεί με τα απόλυτα διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον των Αιτητών 2 και 3 και ότι λόγω ακριβώς της μη συμμόρφωσης τους έχουν καταχωρηθεί εναντίον τους αιτήσεις παρακοής (βλ. Επί τοις αφορώσι τον Λοιζίδη κ.α. Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση 32/19 απόφαση ημερομηνίας 17.04.2019), (ε) απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα που εκδόθηκε υπέρ τους στα πλαίσια της αγωγής 2980/17 απορρίφθηκε λόγω εσκεμμένης παραπλάνησης του Δικαστηρίου και εσκεμμένης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων (σχετικό το Τεκμ. 10 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2), (στ) απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 586/17, το Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα ότι: (α) οι Αιτητές 1 δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιβίωσης ως δρώσα οικονομική μονάδα και (β) ότι η εν λόγω Γενική Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και με αλλότριο σκοπό που δεν ήταν άλλος από το να εμποδισθεί ο κ. Λοιζίδης να ασκήσει τα καθήκοντα του ως Παραλήπτης Διαχειριστής (βλ. την σελίδα 28 της απόφασης του κ. Τιμοθέου Ε.Δ., Τεκμ. 9 στις ΕΔ Χωραίτη 1 και 2), (ζ) καταχώρησαν την παρούσα αγωγή ισχυριζόμενοι δήθεν εξαπάτηση, πλάνη, αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας και αμφισβητώντας την νομιμότητα και ύπαρξη τόσο των Συμφωνιών όσο και του χρέους οξύμωρο σχήμα όπως ανέφερα και πιο πάνω σε σχέση με τα όσα η ίδια η κα Περατικού παραδέχεται στις ΕΔ Περατικού 1 και 2, (η) ενώ οι ίδιοι πρότειναν στην Τράπεζα την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, εντούτοις ενίστανται στην εκποίηση των ακινήτων, από την οποία εκποίηση μόνο όφελος μπορούν να έχουν αφού το παραδεκτά οφειλόμενο χρέος τους προς την Τράπεζα θα μειωθεί, (θ) ουσιαστικά επιδιώκουν με τις παρούσες αιτήσεις να αποστερήσουν και να εξουδετερώσουν ένα δικαίωμα της Τράπεζας που οι ίδιοι έδωσαν σε αυτήν επικαλούμενοι διάφορες αφορμές και αιτίες, παραβλέποντας και αγνοώντας το ότι οι ίδιοι γνώριζαν για τον κίνδυνο απώλειας των ακινήτων τους και τον αποδέχθηκαν γνωρίζοντας τον. Σε σχέση με την επισήμανση του κ. Μελά για την παράλειψη της Καθ' ης η Αίτηση να διαπραγματευτεί ουσιαστικά προς επίλυση του προβλήματος που αφορά η παρούσα υπόθεση με αναδιάρθρωση των χρεών των Αιτητών κατά παράβαση Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας αρκεί να παραπέμψω στην Ζερβού v. Euroinvestment & Finance Public Ltd
(2013)1 (A) ΑΑΔ σελ. 688 σελ. 702 όπου αναφέρει ότι: «Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων». Και αυτά χωρίς να αποφαίνομαι ότι υπήρξε τέτοια παράβαση ενόψει και των όσων αναφέρονται στις παρ. 20 - 23 των ΕΔ Χωραϊτη και τα τεκμήρια τα οποία τα υποστηρίζουν και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα. Επιπρόσθετα δεν τέθηκε υπόψη μου αν η συγκεκριμένη Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας στην οποία κάνει αναφορά ο κ. Μελάς, η οποία δεν τέθηκε κατά συγκεκριμένο τρόπο υπόψη μου, αφορά αναδιαρθρώσεις δανείων για ποσά μεγαλύτερα τους ενός εκατομμυρίου όπως η παρούσα περίπτωση, ως ήταν και η θέση του κ. Μακρίδη. Σύμφωνα με τη νομολογία και τις αυθεντίες στις οποίες έκανα αναφορά πιο πάνω για να δικαιούνται οι Αιτητές θεραπείες του δικαίου της επιείκειας θα έπρεπε η συμπεριφορά τους να ήταν άμεμπτη και αψεγάδιαστη και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο να συμπεριφέρονταν καλόπιστα, ηθικά και να απέχουν από οποιεσδήποτε πράξεις και ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ενέχουν έστω οποιοδήποτε στοιχείο κακοπιστίας και έλλειψη ηθικής και ασφαλώς όφειλαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την αληθινή εικόνα πραγμάτων παρουσιάζοντας όλα τα σχετικά και ουσιώδη γεγονότα κάτι που κατά την αντίληψη μου δεν έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση. Κρίνω επιπρόσθετα ότι οι Αιτητές σύμφωνα με την πιο πάνω συμπεριφορά τους παραγνωρίζουν δικαστικές διαδικασίες και τις περιφρονούν κατάφωρα αφού όχι μόνο αποδεδειγμένα και σε 2 ξεχωριστές περιπτώσεις και δικαστικές διαδικασίες έχουν βρεθεί ένοχοι εσκεμμένης παραπλάνησης του Δικαστηρίου και προώθησης διαδικασιών για αλλότριους σκοπούς αλλά και επιπρόσθετα, έχουν καταχωρηθεί και εκκρεμούν εναντίον τους αιτήσεις παρακοής αφού ηθελημένα έχουν αρνηθεί να συμμορφωθούν με ενδιάμεσα μεν αλλά απόλυτα διατάγματα Δικαστηρίου. Η τελευταία αυτή επισήμανση μου δεν διαφοροποιείται καθόλου από το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσας (όχι κατά τον ενδεδειγμένο δικονομικά τρόπο), επιστολής του συνηγόρου των Αιτητών κ. Μελά ημερ.10.05.2019, η οποία απεστάλη προς τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση η οποία και καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επομένως, κρίνω ότι, με την ως άνω περιγραφείσα συμπεριφορά δεν μπορούν να προσδοκούν από το Δικαστήριο να τους παράσχει οποιαδήποτε θεραπεία η οποία να πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας αφού οι Αιτητές με την συμπεριφορά τους έδειξαν ξεκάθαρα ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα και δεν δικαιούνται σε τέτοιου είδους θεραπείες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και συνοψίζοντας τα στη συνέχεια οδηγούμαι στο να απορρίψω τις αιτήσεις: (α) Οι παραδοχές των Αιτητών όπως αυτές έγιναν μέσω της ΕΔ Περατικού ανατρέπεται ξεκάθαρα το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν την υπόθεση τους και το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει στην παρούσα αγωγή είναι το ύψος του οφειλομένου προς την Τράπεζα ποσού στο οποίο οι Αιτητές περιόρισαν την αμφισβήτηση τους, και άρα δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32, (β) καμία ζημιά κατά την άποψη μου δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές, πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη, ότι θα υποστούν με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων που αποσκοπούν στη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Σε κάθε περίπτωση η οποιαδήποτε λογιστική ζημιά αποδειχθεί δεν μπορεί παρά να είναι χρηματική και η Τράπεζα είναι απόλυτα φερέγγυα για να την ικανοποιήσει, ενώ οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιανδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Με αυτά δεν ικανοποιείται ούτε και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, (γ) λόγω της συμπεριφοράς τους οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες στη βάση του δικαίου της επιείκειας ενώ είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως τα αιτούμενα διατάγματα μη εκδοθούν αφού το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης των αιτήσεων και (δ) η εξέταση των λόγων ένστασης της καθ' ης η αίτηση στη βάση αναμφισβήτητων γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου έχει καταδείξει ότι έχουν έρεισμα και γίνονται αποδεκτοί με την ταυτόχρονη απόρριψη των αιτήσεων. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Τα έξοδα των εμφανίσεων μετά την συμφωνία συνεκδίκασης των δύο αιτήσεων θα υπολογιστούν σε ένα σέτ εξόδων. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση ή αναστολή διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.