Χ»Βασιλείου ν. Καραπάνος κ.α., Αγωγή αρ.: 2535/2018, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2535/2018 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Χ»Βασιλείου Ενάγοντας και 1. ΧΧΧΧ Καραπάνος 2. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ 3. ΧΧΧΧ Κυριακίδης 4. BEXCELL LTD 5. Γενικός Εισαγγελέας για Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού Εναγόμενοι --------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.11.2018 Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Δήμου για Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση αρ. 1: Καμία εμφάνιση Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση αρ. 2: κα Ππεκρή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση αρ. 3 και 4: κος Γεωργίου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση αρ. 5: κα Παναρέτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Mε την παρούσα αίτηση, ο ενάγοντας-αιτητής επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους αρ. 1-5 καθ' ων η αίτηση, να μεταβιβάσουν το ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς πλην όμως το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Οι καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο εναγόμενος αρ. 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία παρά το γεγονός ότι του επιδόθηκε η σχετική αίτηση και η εναγομένη αρ. 5 δικαιωματικά δεν καταχώρισε ένσταση. 2. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και στη Δ.48 Θ.1-3 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή. Οι καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 φέρουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, οι οποίες αναφέρονται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. 3. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις έχουν ως ακολούθως: (
- i)Η εναγομένη 2 (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) κατά ή περί το 2008 παραχώρησε στον αιτητή πιστωτικές διευκολύνσεις και για περαιτέρω εξασφάλιση ο τελευταίος παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. ΥΧΧΧΧ6/08 και ΥΧΧΧ7/09. Ο αιτητής λόγω προβλημάτων που αντιμετώπισε δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Έτσι η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Νόμου (από τώρα θα καλείται ο Νόμος). Ο αιτητής για παραμερισμό των σκοπούμενων πωλήσεων των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων καταχώρισε τις αιτήσεις-εφέσεις με αρ. ΧΧ0/18 και ΧΧ4/18, οι οποίες μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού απορρίφθηκαν την 31.7.18 και 23.8.18 αντίστοιχα. Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου, αντικείμενο της υποθήκης με αρ. ΥΧΧΧΧ6/08 ορίστηκε την 4.9.2018 πλην όμως δεν τελεσφόρησε καθότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι τα όσα κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν σε σχέση με την εκποίηση του άλλου ενυπόθηκου ακινήτου (ΥΧΧΧ7/09), ο πλειστηριασμός του οποίου ήταν την 5.9.2018. (
- ii)Ο αιτητής επισημαίνει ότι παρόντες κατά τον πλειστηριασμό ήταν ο ίδιος, ο δημοπράτης (εναγόμενος 1), η εκπρόσωπος της τράπεζας και ο εναγόμενος 3 ο οποίος εκπροσωπούσε την εναγομένη 4 εταιρεία. Ο αιτητής ενημέρωσε τον δημοπράτη ότι πρόθεση του ήταν να συμμετέχει στη διαδικασία τόσο προσωπικά όσο και ως εκπρόσωπος του πατέρα του. Η πλειοδοσία άρχισε από την επιφυλαχθείσα τιμή των €692.000 και πλειοδότες ήταν ο αιτητής και η εναγόμενη 4, η οποία εκπροσωπείτο από τον εναγόμενο 3. Ο αιτητής προβάλει ότι κατά τη διαδικασία πλειστηριασμού τον πλησίασε ο δημοπράτης ο οποίος τον υπέβαλε σε μια αναίτια ανάκριση και του υπέβαλε ότι σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός επικυρωνόταν σε δική του προσφορά δεν θα αποδεχόταν οποιοδήποτε άλλο τρόπο πληρωμής της προκαταβολής του 20% επί της πλειοδοτηθείσας τιμής παρά μόνον με τραπεζική επιταγή (bankers draft). Ακολούθως αποχώρησε από την αίθουσα με σκοπό να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του και τότε τον προσέγγισε ο εναγόμενος 3 και του ανέφερε ότι αποχωρεί καθότι αντιλήφθηκε ότι το ακίνητο ήταν δικό του και δεν επιθυμούσε να παρέμβει στη περιουσία του. Στη συνέχεια ο αιτητής επισήμανε στον δημοπράτη ότι η πιο πάνω απαίτηση του ήταν αυθαίρετη και δεν νομιμοποιείτο. Μετά από συζήτηση ενημέρωσε τον αιτητή ότι θα αφήσει ανοικτό τον πλειστηριασμό και θα συνέχιζε την επομένη ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει τραπεζική επιταγή για το πιο πάνω ποσό και περαιτέρω για κάλυψη των πρόσθετων εξόδων αξίωσε το ποσό των €500, το οποίο κατέβαλε σ' αυτόν ο αιτητής. (iii) Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ενώ ο αιτητής βρισκόταν στο γραφείο των δικηγόρων του, ο δημοπράτης του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι επειδή διαισθάνθηκε ότι αντιμετώπιζε δυσκολία στο να προσκομίσει έγκαιρα το απαιτούμενο ποσό πήρε την πρωτοβουλία για να τον βοηθήσει και εξασφάλισε το ποσό των €10.000 μετρητά από τον εναγόμενο 3 προς όφελος τους και σε αντάλλαγμα να παραιτηθεί από την διεκδίκηση του ακινήτου και ότι θα μπορούσαν να συναντηθούν αργότερα για να του επεξηγήσει το συμφέρον του. Το ποσό των €5.000 θα καταβαλλόταν στον αιτητή και το άλλο θα το κατακρατούσε ο δημοπράτης. Ο αιτητής αμφισβήτησε την νομιμότητα της πιο πάνω προσέγγισης και του ανέφερε ότι πρόθεση του ήταν να κρατήσει το ακίνητο. Περαιτέρω κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν, ο δημοπράτης του ανέφερε ότι δεν θα τον άφηνε να του χαλάσει την πράξη, θα συνέχιζε τον πλειστηριασμό και περαιτέρω θα ακύρωνε τις προσφορές του και θα κατακύρωνε το ακίνητο στον εναγόμενο 3 όχι στην ψηλότερη τιμή που πλειοδότησε αλλά στην αρχική επιφυλαχθείσα τιμή. Μετά την τηλεφωνική τους επικοινωνία ο δημοπράτης του απέστειλε γραπτά μηνύματα, με τα οποία του ακύρωσε ραντεβού και τον κάλεσε να επικοινωνήσουν την επομένη για να προχωρήσουν. Ακολούθως ο αιτητής ενημέρωσε σχετικά την τράπεζα. Τελικά η δημοπρασία έκλεισε στις 10.9.2018 και το ακίνητο παραδόθηκε στην εναγόμενη 4, τελευταία πλειοδότη, για το ποσό των €692.000. Ο αιτητής προβάλει ότι ο δημοπράτης κακόβουλα και με δόλιο τρόπο κατακύρωσε την πώληση του ακινήτου στους εναγομένους 3 και 4 αφού η πιο ψηλή προσφορά ήταν η δική του. (
- iv)Ο αιτητής κατά ή περί την 30.10.2018 έλαβε τις ειδοποιήσεις ημερ. 17.10.2018 οι οποίες απεστάλησαν σ' αυτόν δυνάμει των άρθρων 44 Ι
(2)του Νόμου σε σχέση με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στις 2.11.2018 του επιδόθηκαν εκ νέου. Με βάση τις πιο πάνω ειδοποιήσεις από το προϊόν πώλησης, το ποσό των €108.794 θα αποδιδόταν στον έφορο φορολογίας ως φόρος κεφαλαιουχικών κερδών ενώ ως αναφέρει, όπου η πώληση ακινήτου γίνεται με σκοπό την αναδιάρθρωση δανείου εξαιρείται από την επιβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Επισημαίνεται ότι στο στάδιο των αγορεύσεων το συγκεκριμένο ζήτημα εγκαταλείφθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή, ως λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο αιτητής ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι συνωμότησαν για να αποσπάσουν την ακίνητη του περιουσία στην εξευτελιστική τιμή των €692.000, προκαλώντας του ζημιά καθότι δεν κατακυρώθηκε σε αυτόν που πλειοδότησε την μεγαλύτερη προσφορά και περαιτέρω υπέστη ζημιά καθότι το χρέος του παρέμεινε ψηλότερο. Περαιτέρω προβάλλει ότι αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο ακίνητο και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα μεταβιβαστεί στους εναγομένους 3 και 4 από τον διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και θα είναι αδύνατο, εάν επιτύχει η αγωγή του, να επανακτήσει την κατοχή του ακινήτου.
- Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Περαιτέρω προβάλλουν ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική ενόψει των πολλαπλών ένδικων μέσων που λήφθηκαν από τον αιτητή. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις οι οποίες αναφέρονται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση.
- Οι καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι πράγματι κατά την 5.9.2018 διεξήχθηκε ο πλειστηριασμός ο οποίος ήταν επιτυχής, και σ' αυτόν συμμετείχαν τα πιο πάνω πρόσωπα. Το ακίνητο τελικά πωλήθηκε στην εναγομένη 4, η οποία εκπροσωπείτο στη δημοπρασία από τον εναγόμενο
- Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δημιουργήθηκαν αμφιβολίες από τους εκπροσώπους της τράπεζας κατά πόσο ο αιτητής θα μπορούσε να καταβάλει το ποσό του πλειστηριασμού. Ο δημοπράτης ζήτησε από τους πλειοδότες να επιβεβαιώσουν την δυνατότητα πληρωμής του 20% της πλειοδοτείσας τιμής, με τραπεζική επιταγή. Κατά τον πλειστηριασμό ο αιτητής ως εντολοδόχος του πατέρα του, πλειοδότησε τελευταίως στο ποσό των €768.
- Ο αιτητής ζήτησε χρόνο μιας ημέρας για να μπορέσει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες με την τράπεζα του και ο δημοπράτης για να τον διευκολύνει, ενέκρινε το αίτημα του και του ζήτησε το ποσό των €500 ως έξοδα το οποίο καταβλήθηκε από τον αιτητή. Ακολούθως το βράδυ της ίδιας ημέρας ο αιτητής επικοινώνησε με τον δημοπράτη και του ανέφερε ότι αδυνατεί να καταβάλει την προκαταβολή του 20%. Ο δημοπράτης διευκρίνισε στον εκπρόσωπο της τράπεζας ότι οι σχετικοί κανονισμοί του παρέχουν την ευχέρεια νοουμένου ότι η τράπεζα δεν ενίσταται, να ακυρώσει την πώληση εφόσον ο τρίτος προσφοροδότης δεν ενδιαφερόταν να αποκτήσει το ακίνητο στην τιμή της τελευταίας του προσφοράς ή να ακυρώσει τις προσφορές του αιτητή και του πατέρα του ο οποίος εκπροσωπείτο από αυτόν και να προχωρήσει με κατακύρωση της πώλησης στην πρώτη προσφορά του εναπομείναντα προσφοροδότη δηλαδή στο ποσό των €692.000 ενόψει του γεγονότος ότι οι προσφορές υποβλήθηκαν σκόπιμα ώστε να ανεβάσει την τιμή και να μην πωληθεί το ακίνητο χωρίς να έχει την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει. Η τράπεζα αφού αξιολόγησε τις δύο πιο πάνω επιλογές, συγκατατέθηκε στην τελευταία και ενημέρωσε τον καθ' ου η αίτηση αρ. 3 ότι ο αιτητής δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει το ποσό του πλειστηριασμού. Τότε τους πληροφόρησε ότι το ενδιαφέρον του εξακολουθεί να υφίσταται πλην όμως τους δήλωσε ότι ο αιτητής πλειοδοτούσε με σκοπό να ανεβάσει την τιμή του ακινήτου και ότι θα έπρεπε να ισχύσει η πρώτη του προσφορά η οποία ανερχόταν στο ποσό των €692.
- Ακολούθως το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εναγόμενη 4 η οποία κατέβαλε στον δημοπράτη επιταγή για το ποσό των €138.415 το οποίο αντιπροσωπεύει το 20% του τιμήματος πώλησης πλέον €15 έξοδα του κτηματολογίου και ο δημοπράτης ολοκλήρωσε τη δημοπρασία στις 10.9.
- Ο δημοπράτης την επομένη ημέρα παρέδωσε την επιταγή στην τράπεζα και η εναγομένη 4 στις 27.9.2018 μετέφερε σε λογαριασμό της τράπεζας το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και ειδικότερα το ποσό των €553.
- Ενόψει της πλήρους συμμόρφωσης της εναγομένης 4, η τράπεζα προχώρησε με την ετοιμασία όλων των αναγκαίων εγγράφων για εγγραφή του ακινήτου στο νέο αγοραστή και επέδωσε στον αιτητή στις 30.10.2018 και 2.12.2018 την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η τράπεζα στη συνέχεια πλήρωσε από το προϊόν πώλησης όλους τους φόρους και έξοδα ως προνοείται στη σχετική νομοθεσία και ετοίμασε τις σχετικές αιτήσεις για εγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου. Το καθαρό ποσό από το προϊόν πώλησης (€582.530,12) μεταφέρθηκε στο λογαριασμό του πελάτη για μείωση του οφειλομένου ποσού. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτητής πέραν της παρούσας αγωγής και της επίδικης αίτησης, καταχώρισε (i) την αίτηση-έφεση με αρ. ΧΧ0/08 για ακύρωση του πλειστηριασμού του ακινήτου που βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη (ii) την αίτηση-έφεση με αρ. ΧΧ4/18 για ακύρωση του πλειστηριασμού του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ6/08 (iii) την αίτηση-έφεση με αρ. ΧΧ9/18 με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ειδοποίησης της προτεινόμενης διάθεσης προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στα πλαίσια αυτής καταχωρήθηκε και ενδιάμεση αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.
- Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 7. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η αίτηση είναι καταχρηστική ενόψει ότι λήφθηκαν πολλαπλά ένδικα μέσα από τον αιτητή για να εμποδίσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ.217. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R.348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Aρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R.248. Aποφάσισε ότι: ". Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου." Βλέπε επίσης Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ.361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ.706 και Re Ηλίας Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων βάσει του μέρους VIA του Νόμου. Ο αιτητής για παραμερισμό της σκοπούμενης πώλησης των ακινήτων που βαρύνονται με τις υποθήκες ΥΧΧΧ7/09 και ΥΧΧΧΧ6/08 καταχώρισε τις αιτήσεις-εφέσεις με αρ. ΧΧ0/18 και ΧΧ4/18 αντίστοιχα οι οποίες απορρίφθηκαν. Περαιτέρω ο αιτητής καταχώρισε την αίτηση-έφεση ΧΧ9/18 με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ειδοποίησης προτεινόμενης διάθεσης προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου στα πλαίσια της οποίας καταχώρισε και αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Περαιτέρω ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα αγωγή στα πλαίσια της οποίας επιζητεί την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος. Η ευπαίδευτος συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι οι πιο πάνω πολλαπλές διαδικασίες καθιστούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστική υπό τις περιστάσεις. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι άλλο ήταν το αντικείμενο των αιτήσεων εφέσεων ΧΧ0/18, ΧΧ4/18 και ΧΧ9/
- Με την πρώτη εκείνο που ουσιαστικά επιζητούσε ήταν τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων Τύπος ΙΑ και ΙΒ. Η αίτηση έφεσης ΧΧ4/18 αφορούσε άλλο ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο δεν σχετίζεται με τον επίδικο πλειστηριασμό και η αίτηση έφεσης ΧΧ9/18 αφορούσε την ακύρωση της ειδοποίησης της προτεινόμενης διάθεσης προϊόντος. Πέραν των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση εδράζεται σε άλλα γεγονότα και ειδικότερα στα όσα διαδραματίστηκαν κατά την διαδικασία του πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς στο στάδιο αυτό δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε μορφής κατάχρησης από μέρους του αιτητή και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
- Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Χρήσιμη είναι η αναφορά στους κανονισμούς που εξέδωσε το Υπουργικό Συμβούλιο, οι οποίοι καθορίζουν, μεταξύ άλλων, την διαδικασία και ρητά προνοούν ότι κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού ο προσφοροδότης με την υψηλότερη προσφορά υποχρεώνεται όπως προβεί: i. Σε άμεση πληρωμή ποσού όχι μικρότερου του 20% της αποδεχόμενης τιμής προσφοράς, το οποίο καταβάλλεται αμέσως με την αποδοχή της προσφοράς. Με την προκαταβολή καταβάλλει και όλα τα έξοδα της δημοπρασίας, τα κτηματολογικά τέλη και τα σχετικά δικαιώματα για την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του. ii. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται από τον επιτυχόντα προσφοροδότη εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 20 μέρες από την ημερομηνία αποδοχής της προσφοράς του στον ενυπόθηκο δανειστή (βλ. άρθρο 7(β) της Κ.Δ.Π. 185/15). Στην περίπτωση που ο ψηλότερος προσφοροδότης παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 7(β) των κανονισμών όπως καθορίζονται πιο πάνω, η αρχική πληρωμή που δόθηκε κατάσχεται και η πώληση ακυρώνεται (βλ. άρθρο 7(γ) της Κ.Δ.Π.185/15). Ο δε ενυπόθηκος δανειστής με σκοπό την είσπραξη του υπόλοιπου του χρέους που δυνατό να οφείλεται ακόμη, δύναται να θέσει την ακίνητη ιδιοκτησία εκ νέου σε πώληση ως εάν να μην είχε γίνει ποτέ η προηγούμενη πώληση και σε περίπτωση που η ψηλότερη προσφορά κατά την μεταγενέστερη πώληση είναι χαμηλότερη από το ποσό που έχει προσφέρει ο τελευταίος προσφοροδότης με την υψηλότερη προσφορά κατά την προηγούμενη πώληση, τότε ο τελευταίος προσφοροδότης με την υψηλότερη προσφορά κατά την προηγούμενη πώληση αναπληρώνει τη διαφορά μαζί με όλα τα έξοδα της μεταγενέστερης πώλησης και όλα τα έξοδα που δυνατό γίνουν ώστε να εξαναγκαστεί να αναπληρώσει τη διαφορά (βλ. άρθρο 7(ε) της Κ.Δ.Π.185/15). Περαιτέρω οι κανονισμοί αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να δίνει ειδικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και τους όρους της πώλησης οποιουδήποτε ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω πλειστηριασμού είτε χωρίς πλειστηριασμό εάν κρίνει ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την πώληση του ακινήτου σε πιο συμφέρουσα τιμή (βλ. άρθρο 14). Ο αιτητής προβάλλει ότι ο δημοπράτης τον υπέβαλε σε μια αναίτια ανάκριση και του υπέβαλε ότι σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός επικυρωνόταν σε δική του προσφορά δεν θα αποδεχόταν οποιοδήποτε άλλο τρόπος πληρωμής της προκαταβολής του 20% επί της πλειοδοτηθείσας τιμής παρά μόνο με τραπεζική επιταγή. Η ενέργεια του δημοπράτη να ζητήσει από αμφότερους τους πλειοδότες να βεβαιώσουν τη δυνατότητα αποπληρωμής της προκαταβολής του 20% με τραπεζική επιταγή, ακόμη και στο στάδιο αυτό, όπου το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων, δεν κατατάσσεται ως αυθαίρετη, όπως την χαρακτήρισε ο αιτητής. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο προσφοροδότης με την υψηλότερη προσφορά υποχρεώνεται όπως προβεί σε άμεση πληρωμή ποσού όχι μικρότερου του 20% της αποδεχόμενης τιμής προσφοράς το οποίο καταβάλλεται αμέσως με την αποδοχή της προσφοράς. Πέραν των πιο πάνω ο πλειστηριασμός παρέμεινε ανοικτός μέχρι και την επόμενη μέρα ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον αιτητή να εξασφαλίσει την τραπεζική επιταγή για την πληρωμή του 20% του ποσού της αποδεχόμενης τιμής προσφοράς και δεν το έπραξε. Επισημαίνεται ότι πράγματι η πιο ψηλή προσφορά ήταν αυτή του αιτητή πλην όμως δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους του ότι κατέβαλε ή ότι έστω επιχείρησε να καταβάλει το 20% του πιο πάνω ποσού και ότι ο δημοπράτης αρνήθηκε να το παραλάβει. Συνακόλουθα με βάση τα πιο πάνω δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Το γεγονός ότι ο δημοπράτης κατ' ισχυρισμό υπέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά, όπως αυτή περιγράφεται στην αίτηση, δεν είναι ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω συμπέρασμα.
- Στη συνέχεια για σκοπούς πληρότητας θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Ο αιτητής προβάλλει ότι το αντικείμενο της αγωγής του είναι το ακίνητο του και αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα μεταβιβαστεί στην καθ' ης η αίτηση αρ.
- Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ο αιτητής επιζητεί δήλωση ότι η δημοπρασία που έγινε στις 5.9.2018 είναι παράνομη και στερείται κάθε εννόμου αποτελέσματος και περαιτέρω επιζητεί διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι να μεταβιβάσουν το ακίνητο ως επίσης και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, αμέλεια ή και παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων. Δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα της υποθήκης ως επίσης και το δικαίωμα της τράπεζας να προχωρήσει σε πλειστηριασμό. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητείται με την αγωγή είναι ο συγκεκριμένος πλειστηριασμός ως επίσης αξιώνονται και αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, αμέλεια και παράβαση θεσμοθετημένων καθηκόντων. Στην παρούσα, ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, ο αιτητής θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Περαιτέρω δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των Εναγόντων και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω.
- Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 4-καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο