Μιχαήλ ν. AUTOMIND ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4343/2012, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A316 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4343/2012 Μεταξύ: ΧΧΧ Μιχαήλ Ενάγοντα και AUTOMIND ENTERPRISES LTD
- ΧΧΧ Γεωργίου Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Στ. Κ. Στυλιανού Για τους Εναγομένους: Ο κ. Γ. Τσίκκος, η κα Μενελάου και η κα Αναξαγόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η επιχειρηματική ή/και η επαγγελματική συνεργασία που είχαν για κάποια χρόνια στα πλαίσια της λειτουργίας συνεργείου επιθεώρησης μηχανοκινήτων οχημάτων (στη συνέχεια «η επιχείρηση»), ο ενάγων με τον εναγόμενο 2 υπό τον μανδύα της εναγόμενης 1 (εταιρείας περιορισμένης ευθύνης), οδήγησε στην επίδικη διαφορά. Πιο συγκεκριμένα η συνεργασία τους άρχισε το 2003 με την λειτουργία της επιχείρησης αρχικά σε οικόπεδο το οποίο διέθεσε ο ενάγων στην Ενορία Ομόνοια στην Λεμεσό σε υποστατικό για τα κόστη ανέγερσης του ερίζουν οι διάδικοι και εξοπλισμό τον οποίο διέθεσε ο εναγόμενος
- Αργότερα, το 2008, η επιχείρηση μετακόμισε στο Ζακάκι Λεμεσού σε πιο άνετο χώρο αφού η εναγόμενη 1 αγόρασε εκεί δύο οικόπεδα εντός των οποίων ανεγέρθηκαν τα υποστατικά όπου λειτουργεί έκτοτε η επιχείρηση. Ο ενάγων κατείχε και κατέχει μέχρι και σήμερα ποσοστό 10% και ο εναγόμενος 2 ποσοστό 75% στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης
- Ο ενάγων όπως και ο εναγόμενος 2 προσέφεραν προσωπικά τις υπηρεσίες τους στην εναγόμενη 1 εταιρεία, ο ενάγων μέχρι και το Μάϊο του 2011 οπότε και παραιτήθηκε. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί ως μηνιαία αμοιβή τους το ποσό των €1.708,60σ. αντί των €1.300,00 την οποία αποδέχονται οι εναγόμενοι. Ο ενάγων ισχυρίζεται, κάτι που απορρίπτουν οι εναγόμενοι ότι η ως άνω μειωμένη αμοιβή τους ήταν μέχρις ότου ορθοποδήσει η εναγόμενη 1 και μετά θα τους καταβαλλόταν το υπόλοιπο ποσό αναδρομικά γι' αυτό και αξιώνει οφειλόμενα υπόλοιπα δεδουλευμένων μισθών. Επί όλου του φάσματος της ως άνω συνεργασίας ή επαγγελματικής σχέσης των διαδίκων διαφάνηκε ότι υπάρχει διάσταση απόψεων γι' αυτό και η παρούσα αγωγή. Η διάσταση αυτή, ενόψει και της μετοχικής σύνθεσης της εναγόμενης 1 εκτείνεται από το επαγγελματικό καθεστώς του ενάγοντος και πως αυτός έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτή μέχρι και την αντίληψη που είχε ο ενάγων συνεισφέροντας κεφάλαια, όπως ισχυρίστηκε, στα κόστη της επιχείρησης ή έναντι των χρεών της εναγόμενης 1και την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του ή την παραχώρηση υποθηκών σε κτήματα του για την εξασφάλιση με δανεισμό των αναγκαίων κεφαλαίων για το στήσιμο και λειτουργία της επιχείρησης. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Για σκοπούς οικονομίας αλλά και αποφυγής επανάληψης θα αποφύγω την καταγραφή των δικογραφημένων ισχυρισμών εφόσον αυτοί καλύπτονται από τη μαρτυρία που δόθηκε μέσω την Γραπτών Δηλώσεων τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγόμενου 2 (Έγγραφα Α και Β), στα οποία θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια στο κεφάλαιο της παράθεσης και αξιολόγησης της μαρτυρίας. Όπου όμως χρειαστεί θα γίνει αναφορά σε αυτούς στα πλαίσια της αξιολόγησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο ενάγων κ. ΧΧΧ Μιχαήλ κατάθεσε ως ο Μ.Ε.1 και κάλεσε τον κ. ΧΧΧ Χρυσοστόμου ως Μ.Ε.2, την κα ΧΧΧ XXXXX Χριστοφόρου ως Μ.Ε.3 και τον κ. ΧΧΧ Παναγίδη ως Μ.Ε.
- Για την πλευρά της υπεράσπισης κατάθεσε ο εναγόμενος 2 κ. ΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Υ.). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα τα οποία αριθμήθηκαν ως Τεκμ. 1 -
- Για όλα αυτά όπως και τη σημασία της έγγραφης μαρτυρίας θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια κατά την καταγραφή και κατά την αξιολόγηση της. Ο ενάγων κ. Μιχαήλ (Μ.Ε.1), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε από το εδώλιο του μάρτυρος, επανέλαβε σχεδόν αυτούσιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του όπως καταγράφηκαν πιο πάνω καταθέτοντας αντίγραφο της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου ως Τεκμ. 1, το Εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό ημερ. 9.05.2008 ως Τεκμ. 2, το Εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό ημερ. 15.05.2008 ως Τεκμ. 3, τη Συμφωνία Δανείου με αρ. XXXXX700-00 ως Τεκμ. 4, το Μεσοπρόθεσμο Γραμμάτιο με κυμαινόμενο επιτόκιο ως Τεκμ. 5, την Κατάσταση Λογαριασμού XXXXX134-1 ως Τεκμ. 6, την Κατάσταση Λογαριασμού της εναγόμενης 1 ως Τεκμ. 7, την κατάσταση αποδοχών του ενάγοντα ημερ. 10.05.2012 ως Τεκμ. 8, την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντος ημερ. 5.03.2012 προς την εναγόμενη 1 και εναγόμενου 2 ως Τεκμ 9 και την απαντητική επιστολή της εναγόμενης 1 προς το δικηγόρο του ενάγοντος ημερ. 29.03.2012 ως Τεκμ.
- Κατά την αντεξέταση του ο ενάγων ανέφερε ότι ήταν μέτοχος σε ποσοστό 10% στην εναγόμενη και παραδέχθηκε πως αν είχε κέρδη η εν λόγω εταιρεία θα δικαιούτο ποσοστό 10% επί αυτών. Ποσοστό 30% των μετοχών της εναγόμενης 1, όπως ανέφερε, κατείχε η μητέρα του εναγόμενου 2 κα XXXXX. Παραδέχθηκε ότι όταν είχαν ξεκινήσει την εργασία έπαιρναν μισθό Λ.Κ.1.000,00 το μήνα, με τη παρέλευση όμως του χρόνου ο μισθός τους μειώθηκε διότι είχαν έξοδα και τα δάνεια για το νέο κτίριο στο Ζακάκι. Συμφώνησαν όμως όταν έπεφτε το χρέος τους να τα έπαιρναν αναδρομικά. Εν τέλει ο ενάγων συμφώνησε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ο δηλωμένος μισθός του ήταν €1.300,00 όπως φαίνεται και στο Τεκμ. 8 μέχρι και που παραιτήθηκε τον Αύγουστο του
- Σε σχέση με το κτίριο που κτίστηκε στο οικόπεδο του για να λειτουργήσουν την επιχείρηση, ανέφερε ότι η συμφωνία τους ήταν να έκτιζε αυτός το κτίριο και ο εναγόμενος 2 να έβαζε τα μηχανήματα έτσι ώστε αν τσακώνονταν να μπορούσαν να χωρίσουν εύκολα. Αρνήθηκε υποβολή ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών του το κτίριο κτίστηκε από την εταιρεία ισχυριζόμενος ότι: «κτίστηκε από την εταιρεία; Που ηύρε τα λεφτά η εταιρεία; Πότε έκαμε δάνειο η εταιρεία; Μπορεί να το αποδείξει; Εγώ μπορώ να αποδείξω το δάνειο που έκαμα για να κτίσω το κτίριο τζιαμέ» Υποστήριξε δε ότι το κτίριο που έκτισαν είχε εγκριθεί από το Υπουργείο και γι' αυτό μπόρεσαν να δουλέψουν. Σε υποβολή ότι δεν τους είχε δοθεί έγκριση από το Υπουργείο και γι' αυτό αναγκάστηκαν να βρουν τα οικόπεδα στα οποία ανήγειραν το συνεργείο, επανέλαβε ότι από το 2003 μέχρι το 2008 είχαν δουλέψει εκεί. Στη συνέχει όμως σε άλλη υποβολή όπου του τέθηκαν υπόψη οι προϋποθέσεις με τις οποίες εργάζονταν εκεί παραδέχθηκε ότι δεν ήταν η Αρχή Αδειών αλλά η Πολεοδομία που δεν τους είχε εγκρίνει και γι' αυτό αναγκάστηκαν να βρουν νέους χώρους και να κτίσουν νέα υποστατικά. Γνώριζε, όπως ανέφερε, ότι πληρώθηκαν για την αγορά των δύο οικοπέδων και την ανέγερση του υποστατικού περίπου €1.100.000,
- Σε ερώτηση στη συνέχεια τι χρήματα έβαλε ο ίδιος για την αγορά των δύο οικοπέδων και την ανέγερση του κτιρίου ανέφερε ότι είχε βάλει υποθήκες για δάνεια που έκανε η εναγόμενη
- Η αντεξέταση του στη συνέχεια περιστράφηκε γύρω από διάφορα ζητήματα σχετιζόμενα με τις υποθήκες με τις οποίες εξασφαλίστηκαν τα δάνεια και ότι ένα από τα ακίνητα που υποθήκευσε απαλλάχθηκε από την υποθήκη και το πώλησε. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτών των δανείων. Υποστήριξε ότι όσο ο ίδιος εργαζόταν για την εναγόμενη 1 οι υποχρεώσεις έναντι των δανείων που είχε συνάψει η εναγόμενη 1 εκπληρώνονταν μετά όμως που είχε φύγει περί τον 1 - 1 ½ χρόνο σταμάτησαν και έτσι έχουν κινηθεί αγωγές εναντίον της εταιρείας και των εγγυητών της αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε λεπτομέρειες για το τι απέγιναν. Δεν γνώριζε τι υπερασπίσεις προβάλλουν οι εναγόμενοι στα πλαίσια εκείνων των αγωγών καθώς ο ίδιος δεν πήγε Δικαστήριο ακόμα. Το ακίνητο του που ενώ ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση των δανείων το ένα απαλλάχθηκε και πωλήθηκε γι' αυτό και το ποσό των €150.000,00 από το τίμημα του αφαιρέθηκε από το δάνειο της εναγόμενης
- Παραδέχθηκε παράλληλα ότι απάλλαξε από την υποθήκη και πώλησε το συγκεκριμένο οικόπεδο εξ ανάγκης εφόσον με το τίμημα του κάλυψε άλλα προσωπικά του δάνεια γύρω στις 37 - 38 χιλιάδες. Ο μάρτυς αγνοούσε επιστολή της Τράπεζας Κύπρου με ημερ. 5.11.2012 με την οποία πληροφορούσε την εναγόμενη 1 ότι τα δάνεια της αποπληρώνονταν κανονικά. Σε υποβολή ότι η επιστολή αυτή απευθύνθηκε και στον ίδιο προσωπικά επέμεινε ότι δεν θυμόταν επικαλούμενος τη μόρφωση του που είναι του Δημοτικού. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν δική του πρωτοβουλία να απαλλάξει το κτήμα από την υποθήκη για να το πωλήσει και να καταβάλει μέρος του τιμήματος του στην τράπεζα εν αγνοία των εναγόμενων. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι είχε καταβάλει στον υπεργολάβο Ορθοδόξου το ποσό των €15.000,00 για την αποπεράτωση της οικοδομής, ανέφερε ότι τα χρήματα αυτά τα είχε εξασφαλίσει από την πώληση στον εργολάβο Ορθοδόξου του οικοπέδου 571 λέγοντας ότι θα τον έφερνε ως μάρτυρα. Για το ίδιο ζήτημα ανέφερε ότι ο ίδιος θυσιαζόταν για την εταιρεία τους και γι' αυτό ενήργησε με αυτό τον τρόπο και στη συνέχεια ανέφερε ότι η εταιρεία του είχε πει ότι θα του τα έδιδε πίσω. Σε υποβολή ότι ουδέποτε πλήρωσε το πιο πάνω ποσό για την εναγόμενη 1 ανέφερε ότι μπορούσε να το αποδείξει. Επέμεινε ότι καλώς δόθηκαν οι €150.000,00 στην τράπεζα καθώς αν δεν τα έδιδε εκείνος πάλι η τράπεζα θα τα διεκδικούσε. Ήταν της άποψης ότι η εναγόμενη 1 είχε αυξήσει τα εισοδήματα της αλλά δεν πλήρωνε έναντι των χρεών της τα τελευταία χρόνια. Ο μάρτυς συμφώνησε ότι εάν η εναγόμενη 1 είχε κέρδη θα επωφελείτο και ο ίδιος ως μέτοχος της απάντησε ως εξής σε σχετική ερώτηση: «Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι ό,τι έχεις κάμει και πρόσφερες στην εναγόμενη εταιρεία αυτό το έκαμες επειδή ήσουν μέρος της εναγόμενης εταιρείας και προσδοκούσες κέρδη και οφέλη. Α. Ο καθένας θα έκαμνε το ίδιο. Δίνεις και τα παίρνεις ύστερα.» Στη συνέχεια ανέφερε ότι ενώ αρχικά δεν ήταν σύμφωνος ότι έπρεπε να αγόραζαν και τα δύο οικόπεδα μετά όταν ο ιδιοκτήτης τους δεν πωλούσε το ένα αναγκάστηκαν να αγοράσουν και τα δύο και σε σχέση με τα δάνεια και πάλι δεν ήταν αρχικά σύμφωνος αλλά ο εναγόμενος 2 του έτασσε κατά την κυπριακή έκφραση «φούρνους ποξαμάδκια» με την επιθεώρηση που θα έκαμναν και σε φορτηγά, γι' αυτό και πείστηκε. Διευκρίνισε στη συνέχεια τα σχετικά με το δάνειο της ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος, λέγοντας ότι επειδή ήταν αυτός μέλος της ΣΠΕ τα χρήματα εκταμιεύτηκαν και μπήκαν σε δικό του λογαριασμό και στη συνέχεια αυτός με επιταγές πλήρωσε τους υπεργολάβους για το κτίριο στο Ζακάκι. Επικαλέστηκε ως τέτοιους τους Αφούς Χρυσοστόμου τους οποίους θα έφερνε ως μάρτυρες. Σε σχέση με το κτίριο στο οικόπεδο του επέμεινε ότι ήταν ο ίδιος που είχε πληρώσει για την ανέγερση του καθώς η εναγόμενη 1 τότε δεν είχε δάνειο. Παραδέχθηκε ότι η τράπεζα δεν τους είχε ενοχλήσει για καθυστερήσεις πριν πληρώσει το ποσό των €150.000,00 και αρνήθηκε υποβολή ότι τίποτε δεν είχε πληρώσει προς όφελος των εναγόμενων 1 και
- Ο κ. Χρυσοστόμου (Μ.Ε.2), ασχολείται με τις οικοδομές από 14 ετών και σήμερα είναι εργολάβος οικοδομών. Είχε προβεί σε εργασίες στο συνεργείο του ενάγοντος και εναγόμενου 2 περί το 2007 -
- Είχε ασχοληθεί με το πέδιλο της κατασκευής καθώς θα τοποθετείτο μεταλλικός σκελετός, είχε κτίσει τσιμεντόπετρα εξωτερικά και διάφορα άλλα. Οι υπεργολάβοι ήταν δικοί του. Ανέφερε ότι η δουλειά γινόταν με διακοπές καθώς υπήρχαν δυσκολίες πληρωμής των διατακτικών που έκδιδε ο αρχιτέκτονας. Η εργασία είχε προχωρήσει αρκετά όταν είχαν ξεκινήσει οι δυσκολίες πληρωμής. Θυμόταν ότι είχε στείλει επιστολή στον αρχιτέκτονα ότι λόγω της καθυστέρησης στην πληρωμή του δεν μπορούσε να συνεχίσει τις εργασίες. Από πού θα εξασφάλιζαν τη χρηματοδότηση του έργου οι ιδιοκτήτες του δεν ήταν δουλειά δική του αλλά αυτών. Δεχόταν υποσχέσεις ότι θα πληρωνόταν τα οφειλόμενα και ότι ο ενάγων θα έβαζε υποθήκη για να πάρουν δάνειο από την ΣΠΕ του χωριού του. Ανέφερε ότι πληρώθηκαν εν τέλει αλλά το έργο δεν το είχαν ολοκληρώσει αυτοί. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι αδειούχος εργολάβος οικοδομών και ότι είναι εγγεγραμμένος στον Φ.Π.Α. Στη συνέχεια ανασκευάζοντας ανέφερε ότι ως εργολάβος ήταν ο αδελφός του που ανέλαβε την δουλειά ενώ ο ίδιος είχε την άδεια εργολάβου. Ο λόγος που δεν είχαν ολοκληρώσει το έργο αυτοί ήταν ότι δεν τους κατέβαλλαν τα ποσά των διατακτικών έγκαιρα και στη συνέχεια βρήκαν άλλο έτοιμο υπεργολάβο και ολοκλήρωσαν τις δουλειές τους. Παραδέχθηκε ότι η αρχιτέκτονας του έργου του είχε πει ότι υπήρχαν ελαττωματικές εργασίες και κακοτεχνίες, αλλά δεν ήταν για αυτόν τον λόγο που είχαν εκδιωχθεί, όπως του υποβλήθηκε, από το έργο. Αρνήθηκε υποβολή ότι η παρουσία του στη Δικαστήριο οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν εκδιωχθεί από το έργο και θέλησε να καταθέσει εκδικητικά. Η κα Χριστοφόρου (Μ.Ε.3), εργάζεται στην Μονάδα Ανάκτησης χρεών στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Επαρχίας Λάρνακας από το 2014 και στον Συνεργατισμό από το
- Αναφέρθηκε στα δάνειο που είχαν συνάψει ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 την 26.02.2009 στη Σ.Π.Ε. Βασιλικός Πεντάσχοινος το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη σε ακίνητα του ενάγοντος στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας. Προς τούτο κατάθεσε τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμ.
- Ήταν επαγγελματικό δάνειο για ποσό €170.000,
- Εξήγησε πως αναλήφθηκε το ως άνω ποσό αφαιρουμένων των αρχικών εξόδων. Αναφέρθηκε στις πληρωμές που έγιναν έναντι του δανείου αυτού διά αναλήψεων από τον λογαριασμό του ενάγοντος και το υπόλοιπο που δείχνει ο λογαριασμός του μέχρι την 17.01.
- Η μάρτυς κατάθεσε ακόμα τα Τεκμ. 12 και 12(α) και εξήγησε πως αναλήφθηκε ποσό σε μετρητά και σε κατάθεση σε λογαριασμό του ενάγοντος. Η μάρτυς κατάθεσε επίσης αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμ. 13, δέσμη δέκα επιταγών ως Τεκμ. 14 και την απόδειξη ανάληψης δανείου ως Τεκμ.
- Ο κ. Παναγίδης (Μ.Ε.4), υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου από το 1990 αναφέρθηκε στα δάνεια που είχε συνάψει η εναγόμενη 1 και κατάθεσε ως Τεκμ. 16 και 18 δέσμη συμβολαίων και ως Τεκμ. 17 και 19 δέσμη καταστάσεων λογαριασμού. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ως άνω δάνεια και πως αυτά εξασφαλίζονταν με προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκες. Τα δάνεια αυτά εξήγησε αποπληρώνονταν με επιταγές της εναγόμενης 1 ή με αποκοπές από τον τρεχούμενο λογαριασμό της. Ανέφερε ότι ο ενάγων είχε συνάψει και προσωπικά δάνεια τα οποία είχε εξασφαλίσει με υποθήκη, εκχώρηση Ασφάλειας και με εγγύηση της κας Μιχαήλ, διατηρούσε και προσωπικά λογαριασμό για προσωπικό δάνειο που είχε συνάψει. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς έδωσε λεπτομέρειες των συμφωνιών δανείων και πως εξελίχθηκαν αυτά από της σύναψης τους μέχρι και που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πλευρά των εναγόμενων πρόσφερε μαρτυρία διά του εναγόμενου 2 κ. Γεωργίου (Μ.Υ.). Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β την οποία υιοθέτησε και διάβασε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι ο διευθυντής της εναγόμενης προς υπεράσπιση της οποίας επίσης κατέθεσε. Δήλωσε ότι ως εκ των πιο πάνω ιδιοτήτων του γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία και κατάθεσε. Ο μάρτυς κατάθεσε ως Τεκμ. 20 (α) αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης της εναγόμενης 1 από το οποίο προκύπτει ότι αυτή συστάθηκε στις 9.07.2003 και ως Τεκμ. 20(β) αντίγραφο του πιστοποιητικού Διευθυντών και Γραμματέα όπου στις 9.07.2003 φαίνεται ως ο μοναδικός διευθυντής της και ως Γραμματέας της η XXXXX Τρύφωνος. Παραδέχεται ότι ο ενάγων πράγματι εργαζόταν στην εναγόμενη 1 μέχρι τον Μάιο του 2011, με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στα €1.300.00 μηνιαίως και όχι €1.708,60σ. μηνιαίως ως ο ίδιος ισχυρίστηκε και αυτό αποδεικνύεται και από την κατάσταση αποδοχών του για το 2011 (Τεκμ. 22). Παρόμοια καταγράφεται και στο Τεκμ. 23 το οποίο συμπλήρωσε η εναγόμενη 1 στις 2.08.2011 και δόθηκε στον ενάγοντα για να το υποβάλει στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να τύχει εξέτασης η αίτηση του για επίδομα ανεργίας. Ο ενάγων την 31.05.2011 υπέβαλε παραίτηση από την εργασία του στην εναγόμενη
- Προς τούτο κατάθεσε ως Τεκμ. 21 την επιστολή παραίτησης του με ημερομηνία 13.05.
- Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων μέχρι την ημερομηνία που παραιτήθηκε πληρώθηκε στο ακέραιο όλους τους δεδουλευμένους του μισθούς και όλα του τα δικαιώματα και αρνήθηκε ότι η εναγόμενη 1 οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα για δεδουλευμένους μισθούς. Ο ενάγων εξάλλου ουδέποτε ειδοποίησε την εναγόμενη 1 για μια τέτοια αξίωση του ούτε και προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως το αρμόδιο Δικαστήριο για τέτοια αξίωση. Ισχυρίστηκε ότι όταν ο ενάγων ζήτησε σύγκληση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, η εναγόμενη 1 ανταποκρίθηκε αμέσως και πραγματοποιήθηκε γενική συνέλευση των μετόχων. Σε σχέση με την έναρξη της συνεργασίας τους ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι κατά τον Ιούλιο του 2003 είχε συμφωνήσει προσωπικά με τον ενάγοντα και υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της εναγόμενης 1 όπως ο ενάγων παραχωρήσει το ½ μερίδιο του οικοπέδου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/ΣΧ 59/0XXXXX3, τεμάχιο 5Χ1, στην περιοχή Τσιφλικούδια, ενορία Ομόνοια, Λεμεσός και όπου ανεγείρει ο ενάγων εντός του ακινήτου αυτού υποστατικό με δικά του έξοδα. Το υπό αναφορά υποστατικό θα ανεγειρόταν σύμφωνα με οδηγίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων προκειμένου να λειτουργήσει η επιχείρηση τους. Σε αντάλλαγμα των πιο πάνω ο μάρτυς θα εξόπλιζε μαζί με την εναγόμενη 1 το υποστατικό με όλον τον αναγκαίο εξοπλισμό σύμφωνα με οδηγίες του Υπουργείου και με δικά τους έξοδα. Προς τούτο κατάθεσε ως Τεκμ. 24 το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο που σύναψε με τον ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι επειδή ο ενάγοντας δεν είχε χρήματα να ανεγείρει επί του πιο πάνω οικοπέδου του το υποστατικό ως η συμφωνία τους (Τεκμ. 24) ο ενάγων ζήτησε από την εναγόμενη 1 όπως ανεγείρει με δικά της χρήματα το υποστατικό επί του οικοπέδου του ενάγοντος και εξοπλίσει το εν λόγω υποστατικό με όλον τον αναγκαίο εξοπλισμό για την λειτουργία της επιχείρησης. Η εναγόμενη 1 συμφώνησε και υπογράφτηκε προς τούτο σχετική συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης 1 και του ενάγοντος (Τεκμ 25) στις 31.10.2003 όπως και έγινε. Με την ίδια ως άνω συμφωνία συμφωνήθηκε όπως η εναγόμενη 1 δεν θα κατέβαλλε ενοίκια για περίοδο 10 χρόνων και σε αντάλλαγμα θα παραχωρούσε 10 μετοχές της εναγόμενης 1 στον ενάγοντα. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι εν τέλει το οικόπεδο του ενάγοντος θεωρήθηκε από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων ακατάλληλο για να λειτουργήσει ιδιωτικό συνεργείο τεχνικού ελέγχου και δεν έδωσαν στην εναγόμενη 1 την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την λειτουργία του συνεργείου. Αποτέλεσμα ήταν η εναγόμενη 1 να υποστεί ζημίες. Η εναγόμενη 1 μετά την άρνηση του Υπουργείου να εκδώσει τις απαραίτητες από το νόμο άδειες αναγκάστηκε να εξεύρει νέο χώρο για να διεξαγάγει τις εργασίες της και έτσι αγοράστηκαν τα οικόπεδα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ και ΧΧΧ στο Ζακάκι Λεμεσού και ανεγέρθηκε σε αυτά υποστατικό για να λειτουργήσει η επιχείρηση. Τα πιο πάνω έγιναν με την σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος. Ο ενάγων είχε αναλάβει να επιστρέψει στην εναγόμενη 1 τα ποσά που ξόδεψε για την ανέγερση των υποστατικών εντός του οικοπέδου του καθώς αυτό ήταν ακατάλληλο για την λειτουργία της επιχείρησης και να την αποζημιώσει εάν πάθαινε οιανδήποτε ζημία. Ο μάρτυς στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αγορά των δύο οικοπέδων στο Ζακάκι και την ανέγερση εντός αυτού του υποστατικού με δαπάνη πέραν των €1.017.612,60σ.ήτοι €
- 612,61σ. για την αγορά των οικοπέδων και ποσό άνω των €300.000,00 για την ανέγερση του υποστατικού. Τα ως άνω ποσά εξασφαλίστηκαν με δάνεια που σύναψε η εναγόμενη 1 και με δικά του χρήματα ως ακολούθως: α) Δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των €855.000,00.- το οποίο λήφθηκε την 09.05.
- β) Δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των €210.000,00.- το οποίο λήφθηκε την 06.05.
- γ) Δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των €65.000,00.- το οποίο λήφθηκε την 16.05.
- Ισχυρίστηκε ότι και στα τρία πιο πάνω δάνεια δεν υπήρξε καμία καθυστερημένη δόση και οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά. Επίσης κανένα δικαστικό μέτρο δεν είχε ληφθεί (μέχρι που κατέθεσε στο Δικαστήριο), από την Τράπεζα εναντίον της εναγόμενης 1 και/ ή των εγγυητών της καθώς ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή των μηναίων δόσεων. Τα ποσά για τα οποία εγγυήθηκαν ο ενάγων και ο μάρτυς προσωπικά την εναγόμενη 1 είναι τα πιο πάνω και όχι άλλα στα οποία έκανε αναφορά ο ενάγων στην Έκθεση Απαιτήσεως του. Επιπλέον εκτός από τις πιο πάνω προσωπικές εγγυήσεις τους, δόθηκαν περαιτέρω εξασφαλίσεις στην Τράπεζα οι οποίες ήταν υποθήκες επί ακινήτων που ανήκουν στον ίδιο και στην αδερφή του, στον ενάγοντα όπως και τα ίδια τα ακίνητα που αγοράστηκαν για την λειτουργία της επιχείρησης. Μεταξύ των ακινήτων που υποθηκεύτηκαν ήταν και το ½ μερίδιο του ενάγοντος επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, τεμ. 5Χ0, Φ/ΣΧ 59/1XXX3 και ½ μερίδιο του ενάγοντος επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, τεμ. 5Χ1, Φ/ΣΧ 59/1XXX
- Τα εν λόγω ακίνητα του ενάγοντος υποθηκεύτηκαν οικειοθελώς από τον ενάγοντα από την 05.05.2008 και για περίοδο 240 μηνών ήτοι μέχρι την εξόφληση του δανείου. Ο ενάγων συμφώνησε για τις πιο πάνω υποθήκες και αποδέχτηκε ότι αυτά θα παρέμεναν υποθηκευμένα για περίοδο 240 μηνών, ήτοι 240 μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης την 1.06.2008 μέχρι τελικής εξόφλησης την 1.05.
- Αυτό φαίνεται στο παράρτημα του Τεκμ. 1, το οποίο αντιστοιχεί στο δάνειο ημερομηνίας 5.05.2008 όπου αναγράφει επίσης στην πρώτη του σελίδα ως διάρκεια αποπληρωμής του δανείου σε 240 μηνιαίες δόσεις. Ισχυρίστηκε ότι οι δόσεις για τα πιο πάνω δάνεια καταβάλλονται κανονικά από τον ίδιο και από την εναγόμενη 1, χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση από την αρχή που λήφθηκαν όλα τα δάνεια. Η Τράπεζα ακριβώς επειδή καταβάλλονται όλες οι δόσεις χωρίς καθυστερήσεις, ουδέποτε απαίτησε από αυτόν ή τον ενάγοντα ως εγγυητές και/ ή ως ενυπόθηκους εγγυητές να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ως καθυστερήσεις και δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε παραχώρησε οποιοδήποτε ποσό στην εναγόμενη 1, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Το χρήματα που αναφέρει ότι λήφθηκαν από την Σ.Π.Ε Βασιλικός Πεντάσχοινος, ο ενάγων τα χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς και καμία σχέση δεν έχουν με την εναγόμενη
- Εάν αποδειχθεί ότι ο ενάγων έχει χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς της εναγόμενης 1 τότε τα ποσά αυτά έχουν συμψηφιστεί κατόπιν συμφωνίας με οφειλές που είχε ο ενάγοντας στην εναγόμενη 1, έχουν πληρωθεί και εξοφληθεί και αποτελούν συνεισφορά του ενάγοντος ως μετόχου της εναγόμενης
- Επιπρόσθετα ανέφερε ότι το ½ μερίδιο του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 5Χ0, Φ/ΣΧ 59/0XXXXX3 που βρίσκεται στην περιοχή Ομόνοια της Λεμεσού ήταν υποθηκευμένο ως εξασφάλιση στο δάνειο με αρ. ΧΧΧ (το οποίο ήταν για το ποσό των €855.000,00). Το εν λόγω ακίνητο υποθηκεύτηκε από τον ενάγοντα για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου με την ελεύθερη βούληση του και για όσο χρονικό διάστημα ήταν απαραίτητο για την Τράπεζα. Ο ενάγων μετά που υποθήκευσε το υπό αναφορά ακίνητο, αποφάσισε ότι ήθελε να το πωλήσει. Έτσι τον Οκτώβριο του 2009 πώλησε το υπό αναφορά ακίνητο και για να μπορέσει να το μεταβιβάσει στον πωλητή πλήρωσε το ποσό των €150.000,00 στην Τράπεζα για να διαγραφεί η υποθήκη. Ο ενάγοντας πώλησε και το δεύτερο ακίνητο το οποίο ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα. Η τράπεζα ουδέποτε απαίτησε με οποιοδήποτε τρόπο από τον ενάγοντα την πληρωμή του εν λόγω ποσού αλλά ο ενάγων το κατέβαλε οικειοθελώς αναφέροντας ότι δεν θα απαιτούσε την επιστροφή του από την εναγόμενη 1 αλλά και για να μπορέσει να πωλήσει τα πιο πάνω ακίνητα του. Ο ενάγων κατέβαλε τα πιο πάνω ποσά για να αποδεσμευτούν τα ακίνητα του τα οποία θα παρέμεναν υποθηκευμένα για περίοδο 240 μηνών από την 05.05.2008 όπως είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε πρόωρα το πιο πάνω ποσό και χωρίς να τα απαιτήσει η Τράπεζα αλλά και χωρίς να συμφωνήσει η εναγόμενη 1 με την πιο πάνω ενέργεια του και ήταν για δικούς του σκοπούς. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε κατέβαλε τα ποσά τα οποία αναφέρει προς όφελος της εναγόμενης 1 και εάν αποδειχθεί ότι ο ενάγων έχει χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς της εναγόμενης 1, τα ποσά αυτά συμψηφίστηκαν κατόπιν συμφωνίας με οφειλές που είχε ο ενάγων στην εναγόμενη 1, έχουν πληρωθεί και εξοφληθεί και αποτελούν συνεισφορά του ενάγοντος ως μετόχου της εναγόμενης
- Για την ανέγερση της οικοδομής στα τεμάχια με αρ. εγγραφής ΧΧΧ και ΧΧΧ, λήφθηκαν τα δάνεια που αναφέρονται πιο πάνω αλλά έδωσε και ο ίδιος ο μάρτυς προσωπικά από τα δικά του χρήματα. Ουδέποτε κατέστη οποιοδήποτε ποσό απαιτητό και πληρωτέο από την Τράπεζα αλλά και το ποσό των €150.000,00 καταβλήθηκε από την υποθήκη και όχι με την ιδιότητα του ενάγοντος ως εγγυητή. Επιπλέον ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση η δική του περιουσία αλλά και η περιουσία της εναγόμενης 1 αυξήθηκε εις βάρος του ενάγοντος. Ο ενάγων ουδέποτε κατέβαλε το ποσό των €15.500,00 ώστε να αξιώνει από αυτόν το ½ και ουδέποτε εγγυήθηκε την εναγόμενη 1 για το πιο πάνω ποσό. Επιπλέον ανέφερε ότι ουδέποτε έγιναν πλουσιότεροι άδικα και αδικαιολόγητα και η περιουσία τους ουδέποτε αυξήθηκε εις βάρος του ενάγοντος. Επί πλέον ο ενάγων δεν δικαιούται να αξιώνει από τον ίδιο ή την εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό καθώς κανένα ποσό δεν του οφείλουν και ούτε είναι υπόχρεοι για την πληρωμή τόκων. Ισχυρίστηκε ότι το δάνειο που έχει πάρει ο ενάγων από τη ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος και μπήκε μαζί του ως συνοφειλέτης, ήταν δάνειο του ενάγοντος για προσωπικές του ανάγκες και για δικό του όφελος και ότι για το εν λόγω δάνειο του έχει κινηθεί αγωγή στη Λάρνακα με αρ.3786/2012, η οποία μέχρι και που κατάθετε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχε ακόμα δικαστεί. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς επέμεινε στους ως άνω ισχυρισμούς και θέσεις του χωρίς να διαπιστώσω οποιαδήποτε διαφοροποίηση του. Εκ συμφώνου κατατέθηκε αντίγραφο της υπ' αριθμό Αγωγής 3786/2012 του Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Βασιλικός Πεντάσχοινος εναντίον του ενάγοντος και του εναγόμενου 2 και σημειώθηκε ως Τεκμ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος προέβη σε δήλωση ότι δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της και ειδικότερα ότι το ποσό του δανείου στην εν λόγω αγωγή ήταν €170.000,00 αλλά ότι το πραγματικό ποσό του δανείου ήταν €100,000,
- Με το συνήγορο του εναγόμενου 2 να δηλώνει ότι ακόμα εκκρεμεί η αγωγή εναντίον του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εκθέτουν την άποψη τους τόσο επί της μαρτυρίας όσο και επί της νομικής πτυχής που χαρακτηρίζει τα επίδικα θέματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει και όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα κάνω αναφορά στις εισηγήσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Οι αρχές που διέπουν τις έγγραφες προτάσεις και τη δεκτότητα της μαρτυρίας με βάση αυτές, είναι γνωστές. Τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και οι διάδικοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτά. Μαρτυρία που δεν αποκαλύπτεται από τα δικόγραφα πρέπει να αγνοείται από το δικαστήριο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα,
(1991)1ΑΑΔ, 24, σελίδες 28, 29 είναι αποκαλυπτικό της σημασίας της δικογραφίας στο προσδιορισμό του πλαισίου της αντιδικίας: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιïκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντίδικου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε πρόεδρος του Ανωτάτου δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 CLR. 180, κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία, και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». (Βλ. επίσης Christakis Loucaides v. C.D Hay and Sons Ltd,
(1971)1 CLR 134 και Βραχίμη ν. Κουλουμπρή,
(1992)1 ΑΑΔ, 836).» Στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου,
(1991)1 ΑΑΔ, 379 λέχθηκε ότι η μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα πρέπει να αγνοείται. Στην υπόθεση Παφίτη κ.ά. ν. Κουκούρη κ. ά.,
(1992)1 ΑΑΔ, 1154, λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν επιτρέπεται η διεύρυνση των επίδικων θεμάτων, ούτε σε περίπτωση που επιτράπηκε η προσαγωγή μαρτυρίας έξω από τα δικόγραφα χωρίς ένσταση. Στην υπόθεση Φέττας ν. Μενελά κ.ά.,
(1991)1ΑΑΔ, 288, ηγέρθηκε θέμα αποδοχής από το πρωτόδικο δικαστήριο μαρτυρίας έξω από τα δικόγραφα. Αποφασίσθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο όφειλε να περιορίσει τα ενώπιον του επίδικα ζητήματα όπως είχαν εκτεθεί στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Περικλέους,
(1998)1 (β) ΑΑΔ, 1122, λέχθηκε ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα θέματα. Στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1ΑΑΔ, 1858 επισημάνθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι 'πιο πιθανή από την αντίθετη', εκείνης δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνης δηλαδή του αντιδίκου του». Η υπό κρίση διαφορά είναι αστική και αποφασίζεται με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος με επίπεδο απόδειξης το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης,
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις: «Στις αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614)». Όπως τονίστηκε στις αποφάσεις Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 1171 και Παντελής κ.ά, ν. Savina Enterprises Ltd κ.ά,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, 827, δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να διεκδικεί συγκεκριμένο ποσό και να αναμένει την επιδίκασή του. Ο ενάγων εξακολουθεί πάντα να έχει το βάρος απόδειξης των συνθηκών που δημιούργησαν τις αξιώσεις αυτές. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα και τους μάρτυρες που παρουσίασε όπως και τον εναγόμενο 2 να καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και παρακολούθησα τον τρόπο που αντιδρούσαν και απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Λαμβάνω υπόψη το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 - 1281). Έχω περαιτέρω υπόψη μου όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έλαβα επίσης υπόψη μου όσα λέχθηκαν από τον κ. Ναθαναήλ, Δ . στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 339 όπου στις σελ. 7 - 9 της απόφασης του ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας: «Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: " ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής". Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους». Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις εκ μέρους της Υπεράσπισης στο δικόγραφο της σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία με παραπομπή σε αποσπάσματα της και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν τις οποίες έχω επίσης μελετήσει με προσοχή. Έχοντας επομένως τις πιο πάνω νομικές αρχές και αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας που προέρχονται από τη νομολογία μας και το σύνολο της τεθείσας μαρτυρίας προφορικής και έγγραφης αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος πλέον για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Ο ενάγων δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Ήταν φανερό ότι επιδίωξη του ήταν να παρουσιάσει τα γεγονότα της υπόθεσης κατά πως τον συνέφερε ή καλύτερα κατά πως ο ίδιος τα αντιλαμβανόταν εφόσον ήταν φανερό ότι δεν μπόρεσε να διακρίνει την ιδιότητα του ως μετόχου στην εναγόμενη 1 και αυτή ενός τρίτου και ανεξάρτητου από αυτή προσώπου. Παρατηρώ εξ αρχής ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί της αξίας των μετοχών τις οποίες κατέχει ο ενάγων στην εναγόμενη 1 και ποια η ακριβής, καθώς έχει τη σημασία της, συνεισφορά του σε αυτή ούτε και παρουσιάστηκαν οικονομικές καταστάσεις της με εκτίμηση της λογιστικής της αξίας και εάν αυτή παρουσιάζει κέρδη ή ζημιές. Επομένως διακρίνεται μια εγγενής αδυναμία της στοιχειοθέτησης των αξιώσεων του ενάγοντος, όσων από αυτές βέβαια αφορούν ποσά που αυτός ως είναι η παραδεκτή μαρτυρία συνεισέφερε για τους σκοπούς της. Η μαρτυρία του ενάγοντος έβριθε από ανακρίβειες αλλά και αντιφάσεις. Παρουσίαζε επιλεκτική μνήμη, αμφιταλαντευόταν ή και απέφευγε να απαντά ευθέως θέτοντας ο ίδιος κάποιες φορές ερωτήματα αντί να απαντά σε ό,τι ερωτάτο, ενίοτε δε ήταν υπερβολικός στις τοποθετήσεις του. Ενδεικτικά αναφέρω ως τέτοιες αναφορές του το γεγονός ότι ισχυρίστηκε στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α), ότι εργάστηκε μέχρι την 31.08.2011 ενώ τα Τεκμ. 21 και 23, τα οποία υπογράφει ο ίδιος, αναφέρουν ότι τερμάτισε την απασχόληση του την 31.05.
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι αυτός με δικά τα έξοδα ανήγειρε τα υποστατικά στο οικόπεδο του πρόκειται για ισχυρισμό που συγκρούεται με το περιεχόμενο του Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμ. 25), η αμφισβήτηση του οποίου δεν στάθηκε ικανή να ανατρέψει το περιεχόμενο του καθ' οιονδήποτε τρόπο ακόμα και με τη μαρτυρία του κ. Χρυσοστόμου (Μ.Ε.2), ο οποίος προσδιορίζοντας τη χρονολογία που πρόσφεραν υπηρεσίες στους εναγόμενους χωρίς να είναι απόλυτα σαφής αναφέρθηκε στα έτη περί το 2007 και 2008, προφανώς αφορούσαν τα υποστατικά στα οικόπεδα στο Ζακάκι. Αν πάλι κάποιες επιταγές του Τεκμ. 14 που εκδόθηκαν επ' ονόματι της εταιρείας του αφορούσαν εργασίες ανέγερσης των υποστατικών στα οικόπεδα στο Ζακάκι, διερωτώμαι ποια ήταν η δυσκολία να παρουσιαστούν προς απόδειξη του ισχυρισμού τα διατακτικά, τιμολόγια ή αποδείξεις που τις αφορούσαν. Επομένως συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας που αφορά το Τεκμ. 14 η μαρτυρία επί του προκείμενου δεν παύει να είναι ασαφής και αόριστη και ως εκ τούτου ατεκμηρίωτη ως προς το ζητούμενο. Ο ενάγων διερωτήθηκε πως διεξήχθη η επιχείρηση για το χρονικό διάστημα από το 2003 - 2008, προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε ότι δεν είχαν άδεια από τις αρμόδιες αρχές παρά μόνο κατείχαν προσωρινή άδεια όπως είχε αναφέρει ο εναγόμενος 2 ενώ στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι δεν είχαν πράγματι εξασφαλίσει άδεια από την Πολεοδομία και όχι από την Αρχή Αδειών και αυτός ήταν ο λόγος αναζήτησης άλλης στέγης που θα εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και το μεγάλωμα της επιχείρησης με τον τεχνικό έλεγχο μεγαλύτερων μηχανοκινήτων οχημάτων. Συχνές ήταν οι αναφορές του ότι θα μπορούσε να αποδείξει ισχυρισμούς του για τους οποίους όμως δεν φρόντισε να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία . Ως τέτοιες ήταν ότι ήταν με δικό του δάνειο που είχε ανεγείρει το υποστατικό στο οικόπεδο του λέγοντας: «εγώ μπορώ να αποδείξω το δάνειο που έκαμα για να κτίσω το κτίριο τζιαμέ», χωρίς όμως στο τέλος να προσκομίσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επί τούτου. Για την πληρωμή του ποσού των €15.000,00 αναφέρθηκε σε κάποιον εργολάβο επ' ονόματι Ορθοδόξου τον οποίο επίσης θα παρουσίαζε ως μάρτυρα για να αποδείξει την αξίωση του, χωρίς όμως και πάλι στο τέλος να τον παρουσιάσει ή έστω κάποια άλλη μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Ενώ "θυσιαζόταν" όπως χαρακτηριστικά ανέφερε για την εταιρεία, εντούτοις στη συνέχεια τον βλέπουμε να έχει αξιώσεις από αυτή ακόμα και για δεδουλευμένους μισθούς που όπως ισχυρίστηκε προέκυψαν όταν είχαν συμφωνήσει μες τον εναγόμενο 2 να μειώσουν τις απολαβές τους με σκοπό να βοηθηθεί η εναγόμενη
- Με το ίδιο όμως σκεπτικό αντίστοιχη αξίωση θα είχε και ο εναγόμενος 2 από την εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι το δάνειο στη ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος ήταν €100.000,00 ενώ ήταν ο ίδιος που παρουσίασε το Γραμμάτιο της ΣΠΕ (Τεκμ. 5) το οποίο αναφέρεται σε δάνειο €170.000,00 όπως και τα τεκμ. 11,12,12(α),13 και
- Πέραν όμως τον πιο πάνω διαπιστώνονται και οι ακόλουθες αδυναμίες από τη μαρτυρία του: (α) Στη Γραπτή του Δήλωση (΄Εγγράφου Α) (παρ. 10), αναφέρει το εξής «Κατόπιν απαίτησης της Τράπεζας κατά ή περί την 21.10.2009, κατέβαλα σ' αυτούς υπό την ιδιότητά μου ως εγγυητής της εναγόμενης 1, το ποσό των 150.000, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οφειλόμενο και πληρωτέο από την εναγόμενη αρ.1.» Ήταν όμως φανερό όπως διαφάνηκε από τα ίδια τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος όπως και ο μάρτυρας του κ. Παναγίδης (Μ.Ε.4), εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, ότι δεν υπήρξε καμία απαίτηση από την Τράπεζα, οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά και δεν υπήρξε καμία σχετική όχληση του ενάγοντα και των εναγόμενων από την Τράπεζα για την πληρωμή του ως άνω ποσού ή και οποιουδήποτε άλλου πλην ασφαλώς των οφειλόμενων κάθε φορά μηνιαίων δόσεων. (β) Αντίφαση εντοπίζεται επίσης και στην αναφορά του ενάγοντος κατά την αντεξέταση του όταν του υποβλήθηκε με αναφορά στο Τεκμ. 1 ότι προβλέπονταν 240 δόσεις για εξόφληση, απαντώντας ως εξής: «είναι το έγγραφο της τράπεζας εντάξει, αλλά δεν το γνώριζα» ενώ αμέσως μετά ανέφερε ότι υπέγραψε ως εγγυητής κάτι που διαψεύδει τον ισχυρισμό του. Επίσης προς ενίσχυση των ανωτέρω τέθηκε η ερώτηση στον ενάγοντα αν «Μέχρι την μέρα που κανόνισε την υποθήκη οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά» και η απάντηση του ήταν «απ' ότι ξέρω ναι». Εφόσον οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά, όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγόμενων με τον οποίο συμφώνησε τόσο ο ενάγων όσο και ο κ. Παναγίδης (Μ.Ε4), η Τράπεζα δεν προχώρησε σε καμία όχληση των εναγόμενων καθότι δεν υπήρχε οφειλόμενο και απαιτητό χρέος κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς δεν υπήρξε απαιτητό, οφειλόμενο και πληρωτέο ποσό κατά τον επίδικο χρόνο, ακριβώς ως ήταν η θέση των εναγόμενων την οποία και αποδέχομαι. Προκύπτει επομένως ότι ο ενάγων από μόνος του, οικειοθελώς και μονομερώς προχώρησε στην πιο πάνω πληρωμή. Το επίδικο δάνειο, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1, προνοούσε την αποπληρωμή του με 240 δόσεις μέχρι δηλαδή το 2028 όπως επιβεβαίωσε και ο κ. Παναγίδης (Μ.Ε.4). Βέβαια για τον λόγο που ώθησε τον ενάγοντα να προβεί σε αυτή την πληρωμή θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια. (γ) Αντιφάσεις παρατηρούνται και στη μαρτυρία του ενάγοντος και ως προς την αξίωση του για οφειλόμενους μισθούς. Στη Γραπτή του Δήλωση παρ. 3 (Έγγραφο Α), ισχυρίζεται ότι ο μισθός του ανερχόταν στα €1,708.60σ. Ωστόσο ο ίδιος παρουσίασε έγγραφο από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμ. 8), όπου οι αποδοχές τόσο του ίδιου όσο και του εναγόμενου ανέρχονταν στο ποσό των €1.300,
- Έγγραφα που αφορούσαν το ίδιο ζήτημα παρουσίασαν και οι εναγόμενοι (Τεκμ. 22 και 23), τα οποία αποδεικνύουν και πάλι τους ισχυρισμούς τους ότι οι μισθοί του ενάγοντος αλλά και του εναγόμενου 2 ανέρχονταν στο ποσό των €1.300,
- Μάλιστα ο ενάγων προέβη σε παραδοχή κατά την αντεξέταση του σε ερώτηση που του τέθηκε ότι δηλαδή σε έγγραφο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που φέρει ημερομηνία 30.07.2011 ήτοι το Τεκμ. 8 αναφέρει ως απολαβές του το ποσό των €1.300,00 απαντώντας ότι αυτό ήταν σωστό. Επομένως κρίνω ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ο μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €1,708.60σ. και επομένως δεν μπορεί να διεκδικεί από την εναγόμενη 1 οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό του κατακρατήσεις. Αν πράγματι είχαν συμφωνήσει κάτι τέτοιο ενδεχομένως να φαίνονταν στις οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης 1 στις οποίες ούτε έγινε παραπομπή ούτε και παρουσιάστηκαν. Εξάλλου, και αν ακόμα ίσχυε ο ισχυρισμός του περί συμφωνίας του με τους εναγόμενους, ότι δηλαδή θα λάμβαναν τα ποσά που τους αποκόπτονταν από το μισθό τους αναδρομικά με τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί με τη μαρτυρία που παρουσίασε. Η απλή εικασία εκ μέρους του ότι βελτιώθηκαν τα οικονομικά της εναγόμενης 1 ασφαλώς και δεν είναι αρκετή. (δ) Αντίφαση όμως εντοπίζεται και ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Εξέταση του Τεκμ. 21, που είναι η επιστολή παραίτησης του με ημερομηνία 13.05.2011, καταδεικνύει ότι αυτός παραιτήθηκε από την εργασία του μόνος του. Αναφέρει συγκεκριμένα: «τερματίζω τις υπηρεσίες μου που δουλεύω στην εταιρεία. στις 31.05.2011» στο δε Τεκμ. 23 είχε αναγραφεί η φράση: «εγκατέλειψε ο ίδιος θεληματικά την εργασία του», πουθενά δεν γίνεται μνεία των όσων ισχυρίστηκε εκ των υστέρων ότι τάχα απολύθηκε ή ότι εξαναγκάστηκε σε απόλυση, ούτε καν στην επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμ. 9), η οποία φέρει ημερομηνία ένα σχεδόν μετά την αποχώρηση του από τη δουλειά του. Ο ενάγων κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τα πιο πάνω τα οποία του επισημάνθηκαν. Αποδέχομαι ότι τα Τεκμ. 21 και 23 παρουσιάζουν την αληθινή εικόνα επί του ζητήματος αυτού και συνεπώς απορρίπτω τον σχετικό περί αντιθέτου ισχυρισμό του ενάγοντος. Το Τεκμ. 23 το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος ασφαλώς και αποδεικνύει τόσο το μισθό που λάμβανε όσο και τον λόγο παραίτησης του. (ε) Στη παρ. 13 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ενάγων αναφέρει ότι προέβη στην πληρωμή των €150.000 υπό την ιδιότητά του ως συνεγγυητής και συνεπώς ο εναγόμενος 2 ωφελήθηκε και πλούτισε άδικα και αδικαιολόγητα και η περιουσία του αυξήθηκε σε βάρος του και της περιουσίας του. Ωστόσο κανένας πλουτισμός δεν επήλθε στους εναγόμενους αφού όπως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε υπάρχουν οφειλόμενα ποσά της εναγόμενης 1 στην τράπεζα. Ο ίδιος μάλιστα ο ενάγων κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι ο εναγόμενος 2 πλήρωνε τα δάνεια στην Τράπεζα Κύπρου και ανάφερε επίσης ότι γνωρίζει για τις αγωγές που στο μεταξύ προέκυψαν και αφορούν την εταιρεία και τους εγγυητές της για τα πιο πάνω δάνεια και ότι οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν τελειώσει ακόμα από το Δικαστήριο προσποιούμενος, όπως τον αντιλήφθηκα, ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες τους. Η μαρτυρία όμως αποκάλυψε ότι ο ενάγων, ως είναι ο ισχυρισμός των εναγόμενων, πρόωρα και με δική του πρωτοβουλία και για δικούς του λόγους, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, πήγε και πλήρωσε το ποσό των €150.000,00 ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι γνώριζε πως οι δόσεις του δανείου καταβάλλονταν κανονικά. Αποσκοπούσε δε αυτή η πληρωμή στο να απαλλάξει από την υποθήκη συγκεκριμένο κτήμα για να το πωλήσει για να ικανοποιήσει έτσι, όπως παραδέχθηκε, δικές του προσωπικές υποχρεώσεις σε κάρτες και μικροδάνεια προς την ίδια Τράπεζα τις οποίες και εξόφλησε. Ήταν δε χαρακτηριστική η απάντηση του όταν του τέθηκε η ερώτηση κατά την αντεξέταση του ότι αν δεν μεταβίβαζε το οικόπεδο, η Τράπεζα δε θα ζητούσε χρήματα, και αυτός απάντησε «όχι, θα ήταν υποθηκευμένο. Τα λεφτά παρέμειναν ως αντίστοιχα της υποθήκης του οικοπέδου». Του υποβλήθηκε ότι αν έκανε πληρωμή ή έδωσε κάποιο ποσό για το δάνειο, αυτό έγινε με δική του ευθύνη χωρίς να έχουν ευθύνη οι εναγόμενοι, και αυτός απάντησε ότι δεν μπορούσε να το μεταβιβάσει αν δεν έπιανε η τράπεζα τα λεφτά που είχαν συμφωνήσει. Οι παραδοχές αυτές του ενάγοντος και πάλι αποδεικνύουν τα λεγόμενα του εναγόμενου 2, ότι δηλαδή ήταν από μόνος του και οικειοθελώς που προχώρησε στην πληρωμή του ποσού για να καταφέρει να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο, πράξη που έκανε για δικό του όφελος. Προκύπτει ότι καμία ευθύνη δε βαραίνει τους εναγόμενους ως προς αυτή την πράξη του ενάγοντος. Το ποσό που κατέβαλε ασφαλώς και θα ληφθεί υπόψη σε ένα ενδεχόμενο μελλοντικό διακανονισμό των οικονομικών της εναγόμενης
- Επομένως ούτε η αξίωση του για το ποσό των €75.000,00 έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ενάγοντος κρίνεται ως αναξιόπιστη και αντιφατική και παραγνωρίζει τη δική του θέση στην επιχείρηση που δημιούργησε με τον εναγόμενο 2 και τη θέση του ως μετόχου στην εναγόμενη 1 της οποίας τα δάνεια εκτός του ότι εγγυήθηκε προσωπικά εξασφάλισε και με υποθήκες επί ακινήτων του. Η παρουσία του κ. Χρυσοστόμου (Μ.Ε.2), στο εδώλιο ήταν φανερό ότι αποσκοπούσε στο να βοηθήσει το ενάγοντα για τους δικούς του λόγους. Κρίνω ότι όσα παρουσίασε προέρχονταν από τον ενάγοντα από τον οποίο είχε σχετική καθοδήγηση. Δεν γνώριζε για τις οικονομικές σχέσεις του ενάγοντος με τους εναγόμενους και γι' αυτό δεν μπορεί να κριθεί η μαρτυρία του ως αντικειμενική. Ακόμα και ως προς τη δική του ιδιότητα, κάτι που ασφαλώς δεν θα είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην υπόθεση, πλην της αξιοπιστίας του, προσπάθησε να αποκρύψει αρχικά το γεγονός ότι δεν ήταν αυτός ο κάτοχος της άδειας εργολάβου οικοδομικών έργων αλλά ο αδελφός του, κάτι που αποκάλυψε μετά από σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του. Ακόμα και ως προς το ζήτημα της πληρωμής τους δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής καθώς ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είχαν πληρωθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν τέλειωσαν το έργο εφόσον δεν πληρώνονταν τα διατακτικά. Σε κάθε περίπτωση δεν παρουσίασε οποιανδήποτε απόδειξη για να διαφανεί από πού πληρώνονταν για όποια εργασία εκτέλεσαν προς όφελος των εναγόμενων. Ούτε και η μαρτυρία που κατατέθηκε διά του Τεκμ. 14 στάθηκε βοηθητική ως προς την αξίωση του ενάγοντος. Ο μάρτυς αυτός κρίνω ότι τελικά δεν πρόσφερε οποιανδήποτε μαρτυρία στην οποία μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος και έτσι κρίνεται ως αδιάφορη και άνευ σημασίας για τα επίδικα ζητήματα. Η κα Σολωμού (Μ.Ε.3), κλήθηκε για να καταθέσει σε σχέση με το δάνειο που συνήψαν ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 στην ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος. Παρουσίασε δέσμη εγγράφων και επεξήγησε τα δάνεια και τους λογαριασμούς του ενάγοντος και του εναγόμενου
- Ανέφερε ότι το ποσό των €99.000,00 από το ως άνω δάνειο έγινε κατάθεση στο λογαριασμό του ενάγοντος και το υπόλοιπο λήφθηκε σε μετρητά χωρίς να μπορεί να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ή πληροφορίες. Ούτε και αυτή η μάρτυρας, όπως κρίνω, πρόσφερε οτιδήποτε το ουσιαστικό ως προς τα επίδικα θέματα. Εντούτοις αποδέχομαι τη μαρτυρία της εφόσον για όλα στα οποία αναφέρθηκε τεκμηριώνονται από τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε. Ο κ. Παναγίδης (Μ.Ε.4), υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, εξήγησε δίδοντας λεπτομέρειες των δανείων που συνήψε η εναγόμενη 1 από την τράπεζα όπου εργάζεται, τις υποθήκες και εξασφαλίσεις που τέθηκαν και κατέθεσε δέσμη εγγράφων, μεταξύ άλλων τις συμφωνίες δανείων και τις καταστάσεις λογαριασμών του ενάγοντος. Κατά την κυρίως εξέτασή του επιβεβαίωσε τα λεγόμενα τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγόμενου ότι υπήρχε συνέπεια στις πληρωμές των δανείων και ότι η αποπληρωμή γινόταν από τις εργασίες της εταιρείας και αποκοπτόταν η δόση από τον τρεχούμενο λογαριασμό της. Κατά την αντεξέταση του, σε ερώτηση αν γνωρίζει αν πληρώνονταν οι δόσεις, απάντησε ως εξής: «όσο ήμουν εκεί δεν υπήρχε πρόβλημα στην αποπληρωμή». Η απάντησή του μάρτυρος αφορούσε το 1ο δάνειο, αφού προηγουμένως επεξήγησε τον τρόπο πληρωμής, ο οποίος αντιστοιχούσε σε περίοδο χάριτος 12 μηνών στο κεφάλαιο, τόκους και μετά για 228 μήνες δόση μέχρι τη λήξη του. Όταν ερωτήθηκε για το 2ο δάνειο, επεξήγησε επίσης την αποπληρωμή του παρόμοια όπως το πρώτο δάνειο, ήτοι περίοδο χάριτος 12 μηνών στο κεφάλαιο, καταβολή τόκων και έπειτα 228 μηνιαίες δόσεις. Επιβεβαίωσε και πάλι ότι όσο ήταν εκεί πληρώνονταν οι δόσεις του δανείου. Στη συνέχεια ερωτήθηκε για το 3ο δάνειο και απάντησε ότι αφορούσε αποπληρωμή του σε 24 μήνες. Θέση του μάρτυρος όπως καταδεικνύεται και από τα Τεκμ. 16 και 17 ήταν ότι τα δάνεια της εναγόμενης 1 πληρώνονταν και δεν υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις. Σε ερώτηση αν στις 30.09.2009 όταν ο ενάγων είχε πληρώσει για απαλλαγή του ακινήτου του €150.000,00 υπήρχε οφειλόμενη υποχρέωση δόσης, ανέφερε ότι δεν είχαν αποστείλει οποιανδήποτε επιστολή και δεν υπήρξε οποιαδήποτε όχληση εκ μέρους της Τράπεζας μέχρι τότε. Η μαρτυρία του μάρτυρος αυτού επιβεβαίωσε τη θέση των εναγόμενων ότι πρόωρα και αντίθετα με όσα προνοούνταν στις συμφωνίες παροχής των δανείων ο ενάγων προέβη στην πληρωμή του ποσού των €150.000,00 εφόσον οι εναγόμενοι κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις τους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ανεξάρτητη και αντικειμενική εφόσον προερχόταν από τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Γεωργίου - εναγόμενος 2 (Μ.Υ.), ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε για την πλευρά των εναγόμενων. Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως (Έγγραφο Β) και κατάθεσε τα Τεκμ. 20 -
- Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή, αποδεικνύεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα οποία και παρέπεμψε όπου χρειάστηκε και ως εκ τούτου κρίνεται ως πειστική την αποδέχομαι και κρίνω ότι στη μαρτυρία του μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Από τη μαρτυρία του διαφάνηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε, ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, όφελος υπέρ της εναγόμενης 1 ή ότι οι εναγόμενοι πλούτισαν άδικα και αδικαιολόγητα. Μάλιστα αναφέρθηκε από όλους τους μάρτυρες ότι υπάρχουν εκκρεμείς υποθέσεις με τις Τράπεζες για όλα τα δάνεια και μεγάλα οφειλόμενα ποσά με τόκους. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι η καταβολή του ποσού των €15.500,00 ως ισχυρίζεται ο ενάγων, έγινε από τον ίδιο με εντολή του εναγόμενου 2 και της εναγόμενης 1 γιατί δεν έγινε τέτοια συμφωνία και πουθενά δεν διαφάνηκε κάτι τέτοιο τόσο από τη μαρτυρία από πλευράς του ενάγοντος όσο και της υπεράσπισης. Έκρινα ήδη ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αυτούς ενώ ο εναγόμενος 2 κατά την αντεξέτασή του ανάφερε ότι οι πληρωμές γίνονταν από τον ίδιο και τυχόν ποσά που έδωσε ο ενάγων ήταν για προσωπική του χρήση και για δικές του προσωπικές υποχρεώσεις. Ο ενάγων όμως δεν παρουσίασε αποδείξεις πληρωμών που κατ' ισχυρισμό του έκανε ή την ισχυριζόμενη συμφωνία του με τον εναγόμενο για πληρωμή διαφόρων ποσών που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε. Είναι δε γνωστές οι αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία μας (βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου,
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 1171 και Παντελής κ.α ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, 827), ότι δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να διεκδικεί συγκεκριμένο ποσό και να αναμένει την επιδίκασή του. Αυτός φέρει το βάρος να αποδείξει τις συνθήκες που δημιούργησαν τις αξιώσεις αυτές. Αποτιμώντας τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά του ενάγοντος σε συσχετισμό με την υπόλοιπη μαρτυρία κρίνω ότι η μαρτυρία των εναγόμενων ήταν εκτός από αξιόπιστη και πειστική και αποκαλύπτει την αληθινή εικόνα των γεγονότων και των σχέσεων των διαδίκων (βλ. Rana κα Άλλου ν. Δημοκρατίας,
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Περαιτέρω δε και ο συσχετισμός της με την υπόλοιπη μαρτυρία οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. Φώτσιου ν. Ηροδότου,
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Ειδικότερα ως προς το δάνειο στη ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος σύμφωνα με το Τεκμ. 26 γι' αυτό υπόχρεοι εμού και/ή κεχωρισμένως παρουσιάζονται ως πρωτοφειλέτες τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος 2 με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και επομένως εξ αυτού δεν μπορεί ο ενάγων να αντλεί από μόνος του οποιανδήποτε αξίωση. Ο ενάγων με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του στηρίζει την απαίτησή του σε πολλαπλή βάση, ότι δηλαδή κατέβαλε ποσό ως εγγυητής ή ως χρηματοδότηση ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο για την εναγόμενη 1 όσο και για τον εναγόμενο
- Περαιτέρω αξιώνει από την εναγόμενη 1 επιπλέον ορισμένο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό για μισθούς του από την εναγόμενη
- Κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε καμιά από τις ως άνω αξιώσεις του. Ουδεμία υποβολή ως προς τα πιο πάνω δεν τέθηκε στον εναγόμενο 2, παρά μόνο η υποβολή ότι ο ενάγων κατέβαλε προς όφελος της εναγόμενης 1 ποσό έναντι του δανείου το οποίο αυτή όφειλε. Η καταβολή του ποσού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγόμενων, ωστόσο δεν αποδείχθηκε πως η καταβολή του ποσού έγινε προς όφελος της εναγόμενης
- Η καταβολή του ποσού ως διαφάνηκε και μέσω της μαρτυρίας του κ. Παναγίδη (Μ.Ε.4) και του εναγόμενου 2, έγινε προς εξυπηρέτηση των σκοπών του ίδιου του ενάγοντος και το ποσό δόθηκε πρόωρα των όσων είχαν συμφωνηθεί. Ο ενάγων θέλοντας να απαλλάξει το υποθηκευμένο ακίνητο κατέθεσε το ποσό αυτό στην Τράπεζα μονομερώς και πρόωρα των συμφωνηθέντων ενώ δεν υπήρχε καμία απαίτηση από την Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ο ενάγων το έπραξε αυτό για να πάρει επιπλέον χρήματα από την πώληση του ενυπόθηκου και να το χρησιμοποιήσει όπως ο ίδιος δέχθηκε προς ίδιο όφελος. Ως προς τα δικαιώματα του εγγυητή σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), άρθρα 82 επόμενα. Συγκεκριμένα το Άρθρο 83 του ΚΕΦ 149 αναφέρει τα πιο κάτω: «Δικαιώματα εναχθέντα δανειστή από σύμβαση κάλυψης
- Ο εκ συμβάσεως κάλυψης δανειστής, ενεργώντας εντός των ορίων της εξουσίας του, δικαιούται να αναζητήσει από τον οφειλέτη- (α) όλη την αποζημίωση, την οποία αυτός δυνατό να υποχρεωθεί να καταβάλει σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο καλύπτεται από την υπόσχεση κάλυψης~ (β) όλα τα έξοδα τα οποία αυτός δυνατό να υποχρεωθεί να καταβάλει σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αν κατά τη λήψη αυτού ή κατά την προβολή υπεράσπισης σε αυτό, δεν παρέβει τις εντολές του οφειλέτη, και ενέργησε κατά τρόπο που θα ήταν σώφρον για το δανειστή να ενεργήσει ελλείψει σύμβασης κάλυψης, ή αν ο οφειλέτης τον εξουσιοδότησε να λάβει ή προβάλει υπεράσπιση στο δικαστικό μέτρο~ (γ) όλο το ποσό το οποίο αυτός δυνατό να καταβάλει δυνάμει των όρων συμβιβασμού που επιτεύχθηκε σε δικαστικό μέτρο, αν ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε δεν αντίκειται στις εντολές του οφειλέτη, και είναι συμβιβασμός, ο οποίος θα ήταν σώφρον για το δανειστή να γίνει ελλείψει σύμβασης κάλυψης, ή αν ο οφειλέτης τον εξουσιοδότησε να έρθει σε δικαστικό συμβιβασμό». Βάσει της ερμηνείας της πιο πάνω διάταξης ο ενάγων κωλύεται να αναζητήσει από τους εναγόμενους τα ποσά που ο ίδιος μόνος του και πρόωρα κατέβαλε στην Τράπεζα. Σύμφωνα με το Νόμο ο ενάγων στην προκειμένη περίπτωση το ποσό που κατέβαλε στην Τράπεζα ούτε υποχρεώθηκε να το καταβάλει ούτε και εκκρεμούσε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο εναντίον οποιουδήποτε. Ο Νόμος είναι σαφής. Ο ενάγων για δικό του όφελος και συγκεκριμένα για να απαλλάξει υποθηκευμένο ακίνητο με σκοπό την πώλησή του, συμφώνησε όπως η Τράπεζα κρατήσει ένα ποσό έναντι της υποθήκης και το υπόλοιπο να το καρπωθεί ο ίδιος. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Sun Dance Oceans Ltd κ.άς. αρ. αγωγής 398/2011 Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 18.12.2015 του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.: «Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: - To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και - Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης». Αλλά και στην Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465 του Ανωτάτου Δικαστηρίου εμφαίνεται ως νομολογημένη αρχή η εξής: «Η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη». Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική νομολογία, η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Στην παρούσα υπόθεση ελλείπει η οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει ότι ο λογαριασμός τερματίστηκε ή ότι υποβλήθηκε οποιαδήποτε αξίωση είτε προς τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή για την αποπληρωμή του χρέους [βλ Lombard (πιο πάνω)]. Μάλιστα παρουσιάστηκε θετική μαρτυρία ως προς το αντίθετο, ότι δηλαδή ουδέποτε υπήρξε όχληση από την πλευρά της Τράπεζας, διότι δεν υπήρχε ακριβώς υποχρέωση για αποπληρωμή καθότι οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά. Γεγονός που ήταν εις γνώση του ενάγοντος όπως παραδέχθηκε ο ίδιος στην κατάθεση του. Συνεπώς οι ως άνω προϋποθέσεις δεν βρίσκουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθώς διαφέρουν ουσιωδώς τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Πρόωρα και χωρίς να υπήρξε προηγουμένως κάποια ειδοποίηση από την Τράπεζα ο ενάγων ενήργησε μονομερώς με δική του ευθύνη, ενάντια των συμφωνηθέντων. Επομένως ο ενάγων δεν δύναται να αναζητά την καταβολή του εν λόγω ποσού το οποίο τέθηκε προς εξασφάλιση του δανείου και για την απαλλαγή του υποθηκευμένου ακινήτου, σε μία χρονική περίοδο την οποία κανένα δικαστικό μέτρο δεν ήταν σε εξέλιξη, οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά, καμία απαίτηση δεν υπήρχε από πλευράς της Τράπεζας αλλά ούτε τερματισμός του λογαριασμού που να καθιστά το χρέος πληρωτέο και απαιτητό. Στην υπόθεση Lombard ανωτέρω, η αξίωση της Τράπεζας απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Αντίθετα στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία από τον ίδιο τον τραπεζικό κ. Παναγίδη (Μ.Ε.4), αλλά και τον ενάγοντα ότι κατά την επίδικη περίοδο καμία απαίτηση - υποχρέωση δεν υπήρχε προς την Τράπεζα και οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά. Το χρέος δεν ήταν απαιτητό την επίδικη περίοδο που ο ενάγων από μόνος του πλήρωσε το ποσό που ισχυρίζεται. Η υποθήκη είχε τεθεί για εξασφάλιση του δανείου και έτσι ακόμα και με τη δέσμευση εκ μέρους της Τράπεζας ενός ποσού από την πώληση της υποθήκης, οι μόνοι εκτεθειμένοι που έμειναν είναι οι εναγόμενοι οι οποίοι πλήρωναν κανονικά τις δόσεις τους και θα συνέχιζαν να πληρώνουν ως ήταν συμφωνημένο για 240 μήνες. Ο ενάγων ουσιαστικά πρόωρα προσήλθε στην Τράπεζα, με δική του επιθυμία και αξιώνει τώρα από τους εναγόμενους αποζημιώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 98 του Κεφ 149: «Δικαιώματα εγγυητή σε περίπτωση καταβολής ή εκπλήρωσης 98. Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη». Από μια συνδυαστική ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο εγγυητής δύναται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη, εφόσον ο πρώτος εκπληρώσει χρέος που κατέστη απαιτητό και ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωσή του. Στην προκείμενη περίπτωση όπως ο κ. Παναγίδης (Μ.Ε.4), εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου ανέφερε, καμία απαίτηση δεν υπήρξε την επίδικη περίοδο ως προς το δάνειο. Για τον λόγο αυτό καμία ειδοποίηση ή όχληση έγινε στον ενάγοντα ή στους εναγόμενους, αλλά ο ενάγων ό, τι έπραξε το έπραξε αντίθετα των συμφωνιών ακόμα και των υποχρεώσεων του έναντι των εναγόμενων. Στην Πολιτική Έφεση 11588, υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας,
(2005)1(Β)Α.Α.Δ. σελ. 1149 επαναβεβαιώθηκε η αρχή πως, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, η πρόθεση των διαδίκων, ως προς τη δημιουργία εννόμων σχέσεων, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο τους. Οι συμφωνίες αυτές δέσμευαν τους διαδίκους όχι μόνο με την Τράπεζα αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις. Με τα δεδομένα αυτά και με βάση πάντα τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, ο ενάγων δεν δύναται να στραφεί κατά των εναγόμενων και να αναζητά ποσά τα οποία μονομερώς, οικειοθελώς, πρόωρα και αντικανονικά κατέβαλε εξυπηρετώντας δικούς του σκοπούς χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη των εναγόμενων. Σχετική με τα πιο πάνω, ήτοι την πρόωρη και αντικανονική καταβολή του ποσού από τον ενάγοντα, είναι η απόφαση Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465 και το απόσπασμα πιο κάτω: «Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη». Είναι φανερό ότι από τη δοθείσα μαρτυρία διαφάνηκε ότι το επίδικο χρέος δεν κατέστη ποτέ απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά και καμία όχληση δεν υπήρξε από την Τράπεζα για πληρωμή. Συνεπώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους των εναγόμενων, διότι το χρέος δεν ήταν ούτε άμεσα πληρωτέο ούτε απαιτητό. Συνεπώς καμία υποχρέωση δεν είχε ο εγγυητής να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, αφού δεν υπήρχε ακόμα οποιαδήποτε υποχρέωση. Ό, τι έπραξε ο ενάγοντας και ό, τι ποσό κατέβαλε, το κατέβαλε για ίδιο όφελος, μονομερώς, πρόωρα και ενώ οι ίδιοι πλήρωναν κανονικά τις δόσεις τους και καμία άλλη υποχρέωση υπείχαν προς την Τράπεζα. Σε κάθε περίπτωση και σε σχέση με τους λόγους και τρόπο πληρωμής των ποσών που αξιώνει ο ενάγοντας σχετική είναι υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd v.Γεώργιου Γεωργιάδη,
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2173 όπου ο Κωνσταντινίδης, Δ. με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Woolwich Building Society v. I.R.C. [H.L.(E)]
(1993)A.C.167 αναφέρει ότι όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Ο ενάγων επομένως κωλύεται για όλους τους πιο πάνω λόγους να αναζητήσει το ποσό που κατέβαλε με δική του ευθύνη. Όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντος για οφειλόμενους μισθούς κρίνω ότι στη βάση των όσων έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω αξιολογώντας της μαρτυρία του δεν απέδειξε ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία και ότι δικαιούται στη βάση αυτής οποιονδήποτε ποσό πλην της προσδοκίας του να λάβει το ποσοστό κέρδους που του αναλογεί σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής του όταν η εναγόμενη 1 παρουσιάσει κέρδη. Επομένως η σχετική αξίωση του δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Συνοψίζω από την πιο πάνω ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας τα ακόλουθα ευρήματα επιπρόσθετα των όσων ήδη έχω καταγράψει πιο πάνω και αφορούν τη κάθε μια από τις αξιώσεις του ξεχωριστά. Ο ενάγων μαζί με τον εναγόμενο 2 τον Ιούλιο του 2003 είχαν αποφασίσει να λειτουργήσουν συνεταιρικά με ποσοστό 50% ο καθένας επιχείρηση συνεργείου επιθεώρησης (τεχνικού ελέγχου) μηχανοκινήτων οχημάτων. Ο ενάγων πρόσφερε οικόπεδο του οποίου ήταν ο ιδιοκτήτης στο ½ μερίδιο στην Ενορία Ομόνοια στην Λεμεσό όπου ως ήταν η αρχική συμφωνία τους θα ανήγειρε τα υποστατικά σύμφωνα με τους όρους του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Τον εξοπλισμό τον είχε αναλάβει ο εναγόμενος
- Όρος της συμφωνίας ήταν ότι δεν θα καταβαλλόταν ενοίκιο για τη χρήση αυτού του υποστατικού. Προς τούτο συνήψαν το Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμ. 24) στις 2.07.
- Η συμφωνία διαλάμβανε επίσης ότι θα καθίδρυαν εταιρεία υπό τον μανδύα της οποίας θα λειτουργούσαν το συνεργείο με συμμετοχή σε ποσοστό 50% ο καθένας στο μετοχικό της κεφάλαιο. Πράγματι φαίνεται ότι προχώρησαν με τη σύσταση εταιρείας και από το πιστοποιητικό σύστασης της [Τεκμ. 20(α)], της εναγόμενης 1 εταιρείας, φαίνεται ότι αυτή συστάθηκε στις 9.07.
- Δεν έχει κατατεθεί πιστοποιητικό μετόχων που να δεικνύει τη μετοχική της σύνθεση όταν η ως άνω εταιρεία καθιδρύθηκε σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου φαίνεται ότι ο ενάγων κατείχε το 10% και ο εναγόμενος 2 το 75% του μετοχικού κεφαλαίου της και όταν ρωτήθηκε ο ενάγων ποιος κατέχει το υπόλοιπο ποσοστό απάντησε ότι η μητέρα του εναγόμενου 2 XXXXX κατέχει το 30%. Το ζήτημα αυτό δεν ξεκαθάρισε από τη μαρτυρία εφόσον ποσοστό 10% του ενάγοντος και 75% του εναγόμενου 2 δεν δικαιολογεί και ποσοστό 30% για την XXXXX όπως ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε τα ποσοστά αυτά. Δέχομαι όμως ότι ο ενάγων κατέχει ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης
- Σύμφωνα δε με το πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα [Τεκμ. 20(β)] μοναδικός διευθυντής της είναι ο εναγόμενος 2 και Γραμματέας της η XXXXX Τρύφωνος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 την οποία και αποδέχομαι ως πειστική ενόψει και του περιεχομένου του Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμ.25) με ημερομηνία 31.10.2003, η εναγόμενη 1 συμφώνησε με τον ενάγοντα όπως ανεγείρει αυτή το υποστατικό στο ως άνω οικόπεδο του ενάγοντος με δικά της έξοδα όπως και το εξοπλίσει επίσης με δικά της έξοδα. Δέχομαι περαιτέρω ότι είχαν συμφωνήσει όπως η εναγομένη 1 μη καταβάλλει ενοίκια στον ενάγοντα για δέκα χρόνια από 31.10.2003 - 30.10.
- Σε αντάλλαγμα θα παραχωρούνταν δέκα
(10)μετοχές της εναγόμενης 1 στον ενάγοντα. Η μαρτυρία αποκάλυψε ότι το συνεργείο που λειτούργησαν εκεί ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 υπό τον μανδύα πλέον της εναγόμενης 1 λειτούργησε μέχρι το 2008 με προσωρινή άδεια λειτουργίας. Όταν δε διαπίστωσαν ότι δεν θα τους παραχωρείτο κανονική άδεια λειτουργίας και έτσι δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την επιχείρηση εκεί, αποφάσισαν με παρότρυνση του εναγόμενου 2 κατά τον ενάγοντα, εξ ανάγκης κατά τον εναγόμενο 2, να μεταφέρουν την επιχείρηση τους σε άλλο χώρο και ήταν γι' αυτόν τον λόγο που αγόρασαν δύο εφαπτόμενα οικόπεδα στο χωριό Ζακάκι της Λεμεσού. Η ανάγκη χρηματοδότησης της επένδυσης τους αυτής τους οδήγησε σε δανεισμό από την Τράπεζα Κύπρου. Προς τούτο η εναγόμενη 1 συνήψε αρχικά δάνειο για €855.000,00 (Τεκμ. 1) στις 9.05.2008 το οποίο εγγυήθηκαν τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος 2 (Τεκμ. 2 και 3). Στη συνέχεια στις 29.04.2009 συνήψαν ακόμα ένα δάνειο με την εγγύηση και πάλι των ίδιων για το ποσό των €210.000,00 (Τεκμ. 4). Τα ως άνω δάνεια εξασφαλίστηκαν με διάφορες υποθήκες σε ακίνητα τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγόμενου 2 και συγγενικού του προσώπου. Στο μεταξύ ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 συνήψαν δάνειο για το ποσό των €170.000,00 στην ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος στις 26.02.2009 (Τεκμ. 5). Το δάνειο αυτό εξασφαλίστηκε επιπρόσθετα με υποθήκη που παραχώρησε σε κτήματα του ο ενάγων στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας (Τεκμ. 11). Στην εν λόγω ΣΠΕ ανοίχθηκε στις 3.03.2009 λογαριασμός επ' ονόματι και των δύο ως άνω (Τεκμ. 6,12,12(α), 13 και 15) όπου φαίνεται ότι εμβάστηκε το ποσό των €69.895,00 και στη συνέχεια άλλα ποσά όπως και έγιναν αναλήψεις διαφόρων ποσών. Ο ενάγων για προσωπικούς του λόγους ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου όπως του απαλλάξει συγκεκριμένο ακίνητο από την υποθήκη προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων το οποίο και πώλησε και από το τίμημα του οποίου εξόφλησε διάφορους δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς και έμβασε το ποσό των €150.000,00 έναντι του δεύτερου ως άνω δανείου (Τεκμ. 7) η σχετική απόδειξη. Δέχομαι ότι ο ενάγων εργάστηκε στην εναγόμενη 1 μέχρι την 31.05.2011 και λάμβανε μηνιαίο μισθό €1.300,00 και στη συνέχεια αποχώρησε οικειοθελώς (Τεκμ. 8,21,22 και 23). Δέχομαι επίσης ότι εναντίον του ενάγοντος και του εναγόμενου 2 ηγέρθη η αγωγή 3786/2012 Ε.Δ. Λάρνακας στην οποία και οι δύο αποδέχθηκαν απόφαση για ποσό €100.000,00 ο καθένας. Δέχομαι ότι για τα ως άνω δάνεια που συνήψε η εναγόμενη 1 στην Τράπεζα Κύπρου μέχρι την 21.10.2009 που ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να καταβάλει το ποσό των €150.000,00 για να απαλλάξει από την υποθήκη το ακίνητο του για να το πωλήσει καταβάλλονταν κανονικά οι δόσεις τους και δεν παρουσίαζαν καθυστερήσεις. Ο ενάγων αναγνωρίζει τη συμμετοχή του στην εναγόμενη 1 σε ποσοστό επί του μετοχικού της κεφαλαίου 10% για την οποία διατηρεί το ενδιαφέρον του σύμφωνα και με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 5.03.2012 (Τεκμ. 9) με την οποία ζητούσε να συνέλθει γενική συνέλευση των μετόχων της για τη συζήτηση των προβλημάτων της και των χρεών της στις τράπεζες όπως και στον ίδιο στην οποία ανταποκρίθηκε η εναγόμενη 1 διαψεύδοντας την αδιαφορία που της καταλογίζει ο ενάγων και με επιστολή της ημερομηνίας 29.03.2012 (Τεκμ. 10) όρισε γενική συνέλευση στις 27.04.2012. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας τις αξιώσεις του ενάγοντος κάτω από το φακό της πιο πάνω αξιολόγησης και κατάληξης μου στα ως άνω ευρήματα καταληκτικά βρίσκω ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να αξιώνει από την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 οποιονδήποτε ποσό για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως οι αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων ως το παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως του απορρίπτονται. Ειδικότερα αποτυγχάνει η αγωγή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ως προς το ποσό των €75.000,00 ως συνεισφορά του εναγόμενου 2 για το διπλάσιο ποσό που κατέβαλε ο ενάγων έναντι του δανείου της εναγόμενης 1 κρίνω ότι πρόκειται για αξίωση που προβάλλει έναντι δικής τους συνεισφοράς στην εναγόμενη 1, η οποία όμως ως πρόωρη και αδικαιολόγητη και χωρίς την ύπαρξη σχετικής απαίτησης κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορεί να αξιώνεται από κανένα από τους δύο, (β) για το ποσό των €7.750,00 δεν παρουσίασε οποιανδήποτε μαρτυρία πού και πώς διέθεσε το ποσό των €15.500,00 πλην του αόριστου ισχυρισμού του ότι τον κατέβαλε προς όφελος της εναγόμενης 1 και επομένως η σχετική απαίτηση εναντίον και των δύο εναγομένων απορρίπτεται, (γ) το ποσό των €100.000 που διεκδικεί εναντίον της εναγομένης 1 και πάλι δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή μαρτυρία και (δ) σε σχέση με το ποσό των €25.900,00 δεν έχει αποδείξει καμιά συμφωνία με την εναγόμενη 1 περί κατακράτησης του μισθού του και ότι θα τον λάμβανε ολόκληρο εφάπαξ σε μελλοντικό χρόνο. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη 1 έχει ακόμα τέτοια οικονομική δυνατότητα που ως ισχυρίστηκε ο ενάγων ήταν προϋπόθεση για αποκατάσταση του μισθού τους στο ποσό των €1.708,60 σ. ή στην καταβολή αναδρομικά εφ' άπαξ για όσο μέρος του είχε αποκοπεί, εφόσον δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος και υπέρ των εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αξιώσεις δυνάμει παραβίασης συμφωνίας διεξαγωγής επιχείρησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο