Α. Καλλής Ηλεκτρολογικές Εγκαταστάσεις Λτδ ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 5114/2015, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A298 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5114/2015 Μεταξύ: Α. Καλλής Ηλεκτρολογικές Εγκαταστάσεις Λτδ Ενάγουσας και Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγομένης ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Alpha Bank Cyprus Ltd Εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγουσα και
- Α. Καλλής Ηλεκτρολογικές Εγκαταστάσεις Λτδ
- XXX Καλλής
- XXX Μιχαήλ
- XXX Σοφοκλέους
- XXX Σοφοκλέους Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους/ αιτητές: Η κα Ε. Ασσιώτου για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για την εναγομένη και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Π. Μακρίδης για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για την ακύρωση ή αναστολή διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965). Οι αιτητές αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού τριών ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 (Ν.9/1965), όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (στη συνέχεια «ο Νόμος»). Πρόκειται για τα ακόλουθα ακίνητα: (α) Το διά της υποθήκης YXXX του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ακινήτου με αρ. εγγραφής XXX, Φ./Σχ. 54/31, τμήμα 0, τεμάχιο 1X8, που βρίσκεται στο χωριό Πύργος, περιοχή Κάμπος, Λεμεσός, ιδιοκτησίας της ενάγουσας - εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 1, (β) το διά της YXXX του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ακινήτου με αρ. εγγραφής XXX, Φ./Σχ.47/15, τμήμα 0, Τεμ. 6X1, που βρίσκεται στο Πελένδρι, Λεμεσός επ' ονόματι του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, και (γ) των διά των υποθηκών YXXX και YXXX του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ακινήτου με αρ. εγγραφής XXX, Φ/Σχ.53/53, τμήμα 0, Τεμ. 5X5, που βρίσκεται στην Ερήμη, Λεμεσός επ' ονόματι του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, το άρθρο 44 Β και 44 Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXX Καλλής γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 και διευθυντής της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Δηλώνει επίσης ότι για όλα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση έχει λάβει επίσης νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Η αιτήτρια 1, δηλώνει ο ενόρκως δηλών, είναι εταιρεία που ασχολείται με ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις (σχετικά πιστοποιητικά επισυνάπτει ως Τεκμ. 1). Για τα πιο πάνω ακίνητα, η Καθ' ης η αίτηση, τους έχει επιδώσει στις 04.12.2018 Ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ η οποία συνοδεύεται από την Ειδοποίηση Τύπος ΙΒ, που φέρουν ημερομηνία 22.11.
- Ο πλειστηριασμός ορίστηκε για την 31.05.
- Αντίγραφο τους επισυνάπτει ως δέσμη (Τεκμ. 2). Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια εξηγεί ότι όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους του, Αίτηση - Έφεση πρέπει να καταχωρείται εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας επίδοσης της ειδοποίησης «ΙΑ», δηλαδή εν προκειμένω, μέχρι τις 03.01.
- Μέχρι την ημερομηνία αυτή, όπως δηλώνει, θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα και να έχουν καταχωρήσει την Αίτηση - Έφεση που προβλέπει ο Νόμος. Οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» για τις εν λόγω υποθήκες τους επιδόθηκαν στις 16.10.2018 (Τεκμ. 3). Εξηγεί ακόμα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα η παρούσα αίτηση, ήταν διότι οι δικηγόροι του, ήταν σε επικοινωνία με την καθ' ης η αίτηση, με την οποία όπως πληροφορείται διευθέτησαν αριθμό υποθέσεων σε ελβετικά φράγκα, μεταξύ των οποίων και προσωπικές υποθέσεις των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 4 και 5 που είναι αδέλφια του. Έτσι, αναμενόταν η συζήτηση και της παρούσας υπόθεσης με σκοπό τη διευθέτηση. Προς τούτο, παρουσιάζει ως Τεκμ. 4 σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που η δικηγόρος του απέστειλε σε υπάλληλο της καθ' ης η αίτηση. Στο σημείο αυτό, αναφέρει ότι έχει πάρει συγκατάθεση από τον αδελφό του, τον εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 5, να παρουσιάσει το εν λόγω εμαιλ, αφού εκεί γίνεται αναφορά και στην δική του υπόθεση. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε, δηλαδή την προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης, στις 28.11.2018 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση, οι δικηγόροι του και οι δικηγόροι της τράπεζας, ζήτησαν από κοινού αναβολή με σκοπό την διευθέτηση της. Ο ενόρκως δηλών σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει ότι στις 20.08.2007, η καθ' ης η αίτηση, του παραχώρησε δάνειο για το ποσό των CHF380.000,00 χωρίς, όπως ισχυρίζεται, να του επεξηγηθεί ο οποιοδήποτε κίνδυνος ή ρίσκο ως εκ του δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Το δάνειο, χορηγήθηκε με σκοπό την αγορά του ακινήτου στον Πύργο για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της ενάγουσας. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 180 μηνιαίες δόσεις εκ €3.035 η κάθε μία και η τελευταία δόση θα ήταν σε τέτοιο ποσό ώστε να εξοφλείται πλήρως το δάνειο. Το δάνειο θα χρεωνόταν με 3 μηνών libor που ανερχόταν κατά τον χρόνο εκείνο στο 2.824% πλέον περιθώριο 2.25%. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Ειδικότερα και σε σχέση με τις συνθήκες παραχώρησης του δανείου, ισχυρίζεται ότι αυτό που ζήτησε από την καθ' ης η αίτηση, ήταν δάνειο για το ποσό περίπου των Λ.Κ.135.000 (αντίστοιχο ποσό σε ευρώ 231.000). Τότε, οι υπάλληλοι της καθ' ης η αίτηση, του ανέφεραν ότι είχαν την καλύτερη λύση για αυτόν, που ήταν η παραχώρηση δανείου σε ελβετικό φράγκο, αφού τέτοιου είδους δάνειο, θα είχε πολύ χαμηλό επιτόκιο που σε συνδυασμό με το χαμηλό περιθώριο κέρδους της τράπεζας, ήταν προς το καλύτερο συμφέρον του. Επίσης, οι υπάλληλοι της καθ' ης η αίτηση, του ανέφεραν ότι η παραχώρηση του συγκεκριμένου δανείου ήταν η καλύτερη επιλογή αφού το ελβετικό φράγκο αποτελούσε για πολλά χρόνια και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά νομίσματα. Κανένας εξειδικευμένος ή οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος της καθ' ης η αίτηση, δεν του παρείχε οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια ούτε τον προειδοποίησε για οποιονδήποτε κίνδυνο ή ότι υπήρχαν τρόποι ασφάλειας έναντι οποιωνδήποτε κινδύνων προέκυπταν. Ο ίδιος, άσχετος, όπως ισχυρίζεται, σε τέτοια θέματα, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η αποδοχή ενός τέτοιου δανεισμού απαιτεί μελέτη πολλών δεδομένων που σχετίζονται με την διακύμανση της ισοτιμίας των νομισμάτων αλλά και παρακολούθηση, πρόβλεψη ή ανάλυση αυτών των δεδομένων. Αντίθετα, όπως έμαθε εκ των υστέρων, αυτή η διακύμανση εξαρτάται από απρόβλεπτα τυχαία γεγονότα ή άλλους αστάθμητους παράγοντες. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα επήλθε με την υπογραφή διαφόρων εγγράφων που του παρουσιάστηκαν για υπογραφή κατόπιν των διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων της καθ' ης η αίτηση ότι σε αυτά αντικατοπτρίζονται τα όσα οι ίδιοι του είχαν αναφέρει πριν την σύναψη της συμφωνίας. Ισχυρίζεται ότι του ανέφεραν επίσης ότι η υπογραφή των εγγράφων αυτών, που είναι τυποποιημένα έγγραφα με σταθερές εκφράσεις, είναι μια τυπική διαδικασία για να ολοκληρωθεί η συμφωνία και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Προτού υπογράψει, ζήτησε από τους εναγόμενους να τον εφοδιάσουν με την σχετική συμφωνία και οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα για να τα μελετήσει προηγουμένως, όμως οι υπάλληλοι της καθ' ης η αίτηση, του ανέφεραν ότι αποτελούν τραπεζικά έγγραφα και δεν μπορούσαν να του δοθούν προηγουμένως, διαβεβαιώνοντας τον ότι πρέπει να τους εμπιστευτεί και ότι αυτά που του λένε είναι σωστά και δεν έπρεπε να ανησυχεί. Δηλώνει ότι, όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, το θέμα με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, έχει πάρει διαστάσεις όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στην Ευρώπη και προς τούτο εκδίδονται αποφάσεις που δικαιώνουν τους δανειολήπτες. Όπως τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι τους, σε διάφορες υποθέσεις στο εξωτερικό κρίθηκαν ως άκυρες οι συμβάσεις οφειλής σε ελβετικά φράγκα, μεταξύ άλλων διότι τα χρηματικά ποσά που χορηγήθηκαν ως δάνεια δεν εκταμιεύτηκαν σε ελβετικά φράγκα αλλά μετατράπηκαν στη συνέχεια λογιστικά στο νόμισμα αυτό χωρίς να αποδεικνύεται ότι η τράπεζα δανείστηκε αντίστοιχα ελβετικά φράγκα από την διατραπεζική αγορά. Όπως τους ενημερώνουν οι δικηγόροι τους, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο, δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αλλά εξετάζει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αναφέρει όμως τα πιο πάνω για να δείξει στο Δικαστήριο ότι η απαίτηση τους εναντίον της καθ' ης είναι βάσιμη και για τον λόγο αυτό. Πέραν του δανείου σε ελβετικά φράγκα, η καθ' ης η αίτηση, κατά την ημερομηνία παραχώρησης του εν λόγω δανείου, δηλαδή στις 20.08.2007, παραχώρησε στην ενάγουσα - εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των Λ.Κ.20.000 που θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 4.50% πλέον περιθώριο 2.25%, σύνολο 6.75%. Παρά τις οχλήσεις του προς την καθ' ης η αίτηση, δεν του έχει αποστείλει την εν λόγω συμφωνία και γι' αυτόν τον λόγο δεν την παρουσιάζει ως τεκμήριο. Ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε κατόπιν οδηγιών της καθ' ης η αίτηση, καθώς από αυτόν τον λογαριασμό θα αποκοπτόταν η δόση για την αποπληρωμή του δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η παραχώρηση του ορίου είναι παραδεκτή και από την καθ' ης η αίτηση, αφού ανάλογη αναφορά γίνεται στην ανταπαίτηση που καταχώρησε εναντίον τους. Τον Μάρτιο του 2014, η καθ' ης η αίτηση, παραχώρησε στην ενάγουσα- εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη 1 δάνειο για το ποσό των €15.000 του οποίου επίσης δεν έχει λάβει ποτέ τη συμφωνία. Αναφορά και σε αυτό το δάνειο γίνεται στην ανταπαίτηση της καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο
- Αναφέρει στο σημείο αυτό ότι ο λόγος για τον οποίο δεν γίνεται αναφορά για τον τρεχούμενο και το δάνειο σε ευρώ στην δική τους αγωγή, ήταν διότι οι εν λόγω λογαριασμοί, εξυπηρετούνταν κανονικά και δεν είχε πρόθεση να τους καταγγείλει. Ωστόσο, παρά το ότι δεν υπήρχαν καθυστερήσεις, η καθ' ης η αίτηση, ετσιθελικά αποφάσισε το κλείσιμο τους μετά την εκ μέρους της ενάγουσας καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Για την παραχώρηση των πιο πάνω δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού, η καθ' ης η αίτηση, ζήτησε ως εξασφάλιση, πέραν των προσωπικών εγγυήσεων από τον ίδιο και τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενους 4 και 5, την εγγραφή υποθήκης επί των ακινήτων τους που περιγράφει στην παράγραφο 2 πιο πάνω. Επισυνάπτει ως Τεκμ. 6 αντίγραφο των εν λόγω συμβάσεων υποθήκης. Ισχυρίζεται ότι μετά την συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών ήταν συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους, καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις. Ωστόσο, γύρω στα μέσα του 2010, είχε προσέξει ότι το ποσό που χρεωνόταν από τον τρεχούμενο λογαριασμό του για την αποπληρωμή της δόσης για το δάνειο σε ελβετικά φράγκα, ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχαν συμφωνήσει, γεγονός που επηρέαζε τα οικονομικά του και τον έβγαζε εκτός προϋπολογισμού. Ενδεικτικά, αναφέρει ότι η αρχικώς συμφωνηθείσα δόση αντιστοιχούσε στο ποσό των €1.850 ενώ το ύψος της δόσης κατά τον χρόνο της τελευταίας πληρωμής ήταν €2.
- Όταν διαπίστωσε την αύξηση, διαμαρτυρήθηκε προς την καθ' ης η αίτηση, ζητώντας την εφαρμογή των συμφωνηθέντων, χωρίς όμως να αλλάξει οτιδήποτε. Του έλεγαν όμως διάφορες δικαιολογίες, ότι δηλαδή δεν εξαρτάται από αυτούς η αύξηση της δόσης και ότι το ποσό της δόσης του θα επανέλθει σε αυτό που είχαν συμφωνήσει και να τους δείξει εμπιστοσύνη. Επειδή δεν γνώριζε λεπτομέρειες για το ζήτημα και ούτε ήξερε τις επιλογές που είχε, περίμενε ότι η δόση θα επανέλθει στα επίπεδα που είχαν συμφωνήσει όπως του έλεγαν οι υπάλληλοι της καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι εάν γνώριζε ότι δεν θα είχε σταθερή δόση και κυρίως εάν γνώριζε τους κινδύνους που ενείχε ο συγκεκριμένος δανεισμός - τους οποίους έμαθε εκ των υστέρων -, δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρήσει με την συγκριμένη συμφωνία, θέματα για τα οποία, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, θα δοθούν λεπτομέρειες κατά την ακρόαση της ουσίας. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, συνέχιζε να αποπληρώνει κανονικά τις δόσεις της ενάγουσας. Στα μέσα όμως του 2012, όταν πλέον η κρίση είχε πλήξει και τον τομέα δραστηριοποίησης της ενάγουσας, σε συνδυασμό με την χρέωση αυξημένης δόσης, δυσκολευόταν να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Τότε, αποτάθηκε στην καθ' ης η αίτηση, ζητώντας όπως μειώσει τη δόση και τα επιτόκια προκειμένου να μπορέσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της ενάγουσας. Η καθ' ης η αίτηση, του έθεσε ως μοναδική επιλογή την υπογραφή τροποποιητικής συμφωνίας με την οποία θα άλλαζε το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου. Έτσι, στις 08.08.2012, και αφού δεν είχαν άλλη επιλογή, υπογράφτηκε μεταξύ της αιτητέςς και της καθ' ης η αίτηση τροποποιητική συμφωνία με την οποία η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 114 μηνιαίες δόσεις εκ CHF3.035 από 27.02.2013 και μια τελευταία δόση που θα ήταν τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλείται πλήρως το ποσό του δανείου. Επισύναψε αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ως Τεκμ.7, όπου η εναγομένη, τεχνηέντως, όπως ισχυρίζεται, έγραψε χειρόγραφα το δήθεν υπόλοιπο του δανείου κατά την εν λόγω ημερομηνία, πράγμα που βεβαίως αμφισβητεί, όπως θα φανεί στην ακρόαση της ουσίας. Η υπογραφή της πιο πάνω τροποποιητικής συμφωνίας δεν είχε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα σε αυτούς, αφού μετά την πάροδο της περιόδου αναστολής πληρωμών, η δόση εξακολουθούσε να βρίσκεται σε υψηλά ποσοστά. Γι' αυτόν τον λόγο, αποτάθηκε εκ νέου στην καθ' ης η αίτηση ζητώντας της να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα ούτως ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα στο δάνειο του. Σημειώνει ότι οι συζητήσεις που γίνονταν, αφορούσαν μόνο το ελβετικό φράγκο, καθώς το δάνειο σε ευρώ και ο τρεχούμενος λογαριασμός, συνέχιζαν να αποπληρώνονται κανονικά. Έτσι, στις 19.09.2013 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της καθ' ης η αίτηση νέα τροποποιητική συμφωνία για μεταβολή του προγράμματος αποπληρωμής του δανείου σε ελβετικά φράγκα με 119 μηνιαίες δόσεις εκ CHF2.554 από 11.09.2015 και μια τελευταία δόση που θα ήταν τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλείται το δάνειο. Επισύναψε αντίγραφο της εν λόγω τροποποιητικής συμφωνίας ως Τεκμ.
- Μετά την υπογραφή της εν λόγω τροποποιητικής συμφωνίας, δηλώνει ότι πλήρωνε με δυσκολία τις δόσεις και παράλληλα, συνέχιζε τις προσπάθειες του για μείωση του επιτοκίου και κατ' επέκταση του ποσού των δόσεων στην βάση των συμφωνηθέντων. Επίσης και αφού πλέον άρχισε να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες του δανεισμού σε ξένο νόμισμα, είχε ζητήσει από την καθ' ης η αίτηση, την μετατροπή του δανείου της ενάγουσας από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, αφού πρώτα αφαιρέσει την ζημιά που είχαν υποστεί. Προς τούτο παραπέμπει στην επιστολή του προς την καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 15.10.2014, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμ. 9, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που βιώνουν, συνεχίζουν να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και ζητούσε να εξεταστεί θετικά το αίτημα του. Λόγω της παράλειψης της καθ' ης η αίτηση να απαντήσει στην πιο πάνω επιστολή του, στις 23.03.2015, της απέστειλε νέα επιστολή, ζητώντας της και πάλι όπως είτε προβεί σε μετατροπή του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με την ισοτιμία που είχε συμφωνηθεί κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης είτε το δάνειο να μετατραπεί σε ευρώ με την σημερινή ισοτιμία και το επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και η εναγόμενη να απορροφήσει ή να αφαιρέσει την ζημιά που είχαν υποστεί. Με απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 07.05.2015, η καθ' ης η αίτηση, απάντησε μεταξύ άλλων ότι δεν φέρει ευθύνη για την ζημιά και/ή απώλεια που είχε υποστεί. Επισύναψε αντίγραφο της επιστολής του και της απαντητικής επιστολής της τράπεζα ως Τεκμ.
- Στο μεταξύ, είχαν αποταθεί σε ειδικό οικονομολόγο, τον κ. XXX Ττάλη, που είναι έγκριτος, όπως αναφέρει, ελεγκτής, για να υπολογίσει τις πληρωμές τους και το ύψος της συναλλαγματικής και επιτοκιακής ζημιάς που είχαν υποστεί ως εκ του δανεισμού σε ελβετικά φράγκα. Όταν πήρε τα αποτελέσματα του και αφού πήρε νομική συμβουλή για το θέμα του δανεισμού σε ξένο νόμισμα, απέστειλε νέα επιστολή στην καθ' ης η αίτηση, ημερομηνίας 08.06.2015, ενημερώνοντας την ότι κατόπιν ανάθεσης σε ειδικό οικονομολόγο του υπολογισμού των ποσών που πλήρωσαν στο δάνειο σε ελβετικά φράγκα σε σχέση με τα συμφωνηθέντα επιτόκια και την συμφωνηθείσα ισοτιμία, υπέστηκαν συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά ύψους €139.000 και €33.000 αντίστοιχα και της ζητούσε όπως αφού αφαιρέσει την πιο πάνω ζημιά, να μετατρέψει το δάνειο τους σε ευρώ. Επισύναψε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμ.
- Με απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 24.07.2018, η καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε την θέση του προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες όπως ότι δεν αποτελεί πολιτική της τράπεζας να παρέχει συμβουλές σε πελάτες ως προς την επιλογή του νομίσματος. Αρνήθηκε επίσης τις θέσεις του για υπερχρεώσεις. Επεσύναψε αντίγραφο της εν λόγω απαντητικής επιστολής ως Τεκμ.
- Εξαιτίας της πιο πάνω στάσης που εξακολουθούσε να τηρεί έναντι τους η καθ' ης η αίτηση, αποτάθηκε στους δικηγόρους του για να προχωρήσουν στα κατάλληλα διαβήματα με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 17.12.2015, κατάγγειλαν και τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα λόγω μεταξύ άλλων της παράνομης συμπεριφοράς της καθ' ης η αίτηση. Οι δικηγόροι του τον έχουν εφοδιάσει με αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, την οποία παρουσιάζει ως Τεκμ.
- Ακολούθησαν και άλλες επιστολές από την καθ' ης η αίτηση όπου επαναλάμβαναν τις ίδιες θέσεις οι οποίες απαντήθηκαν από τους δικηγόρους τους χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που η πιο πάνω συμφωνία δανείου τους προκάλεσε με την αύξηση της συμφωνηθείσας δόσης, από τον Σεπτέμβρη του 2013 είχαν σταματήσει την καταβολή δόσης για τα ελβετικά φράγκα. Οι υπόλοιποι λογαριασμοί της ενάγουσας, πληρώνονταν κανονικά. Το ποσό που πλήρωσαν μέχρι και την τελευταία ημερομηνία πληρωμής στην καθ' ης η αίτηση το 2013 στους εναγομένους, ανερχόταν περίπου στις €157.300= πλέον τα έξοδα για την προμήθεια συναλλάγματος, θέμα για το οποίο θα δοθεί μαρτυρία στα πλαίσια ακρόασης της ουσίας. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση, τους ξεγέλασε και τους ώθησε στην υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας, χωρίς να τους ενημερώσει για τους κινδύνους, αδιαφορώντας για το εάν το συγκεκριμένο προϊόν ταιριάζει με το προφίλ τους ή εάν ταιριάζει με τον σκοπό για τον οποίο ζήτησαν το δάνειο, αποβλέποντας προφανώς στην προσπόριση κέρδους. Έτσι, ενώ κατά τον χρόνο που ζήτησαν το δάνειο εκταμιεύθηκε απευθείας στον λογαριασμό τους το ποσό που ζήτησαν σε ευρώ, η καθ' ης η αίτηση απέβλεπε στην είσπραξη κέρδους τόσο αυξάνοντας το περιθώριο της όσο και διαμορφώνοντας στην χρέωση που τους επέβαλλε, την εκάστοτε ισοτιμία του ελβετικού φράγκου. Ισχυρίζεται ότι όταν το ελβετικό φράγκο μειώθηκε, η καθ' ης η αίτηση δεν τους άφησε να επωφεληθούν από την μείωση αλλά παράνομα, καταχρηστικά και ετσιθελικά αύξησε το περιθώριο του κέρδους της, που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της δόσης τους όπως ανέφερε πιο πάνω, που είχε φθάσει στο ποσό των €2.490 αντί του αρχικώς συμφωνηθέντος ποσού €1.
- Ειδικότερα, βάσει των υπολογισμών του ειδικού αναλυτή, το σύνολο των υπερχρεώσεων από την ενάγουσα λόγω της μη εφαρμογής των συμφωνηθέντων επιτοκίων επί της συμφωνίας σε ελβετικά φράγκα, ανέρχεται στο ποσό των €144.811,91σ. Προς τούτο, επισύναψε ως Τεκμ. 14, ανάλυση με τους υπολογισμούς που τους ετοίμασε ο κ. Τάλλης, που διήλθε των καταστάσεων της τράπεζας. Στην εν λόγω κατάσταση, αναφέρονται περιληπτικά οι πληρωμές που έγιναν από του ανοίγματος του δανείου σε ελβετικά φράγκα μέχρι την τελευταία ημερομηνία πληρωμής που ήταν το
- Οι πληρωμές φαίνονται στην 1η στήλη της σελίδας. Στην στήλη κάτω από τον τίτλο average interest rate charged by the bank, αναγράφεται ο μέσος όρος του επιτοκίου για κάθε τριμηνία που χρέωνε η τράπεζα. Στη στήλη κάτω από τον τίτλο agreed margin είναι το ποσοστό του περιθωρίου κέρδους που συμφωνήθηκε με την ενάγουσα κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Στην στήλη κάτω από τον τίτλο ECB CHF 3month CHF Libor, είναι το ποσοστό του 3 μηνών Libor όπως διακυμένετο. Στον πίνακα που υπάρχει, στο τέλος της 2ης σελίδας, αναγράφεται το σύνολο των πληρωμών τους καθώς και το ποσό της συναλλαγματική ζημιάς που είχαν υποστεί που είναι €117.633,27σ. καθώς και της επιτοκιακής ζημίας που είναι €27.178,64σ. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο κ. Ττάλης, θα μαρτυρήσει στο δικαστήριο και θα αναλύσει την μελέτη του και στο πως κατέληξε στο ύψος αυτών των ποσών. Ως εκ των πιο πάνω και αφού η τράπεζα αρνείτο να αφαιρέσει την συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά που είχαν υποστεί, οι δικηγόροι τους, προχώρησαν με την καταχώρηση αγωγής εναντίον της τράπεζας όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται στις παραστάσεις της καθ' ης η αίτηση έναντι τους προκειμένου να τους ωθήσουν στη σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας. Επίσης, γίνεται αναφορά στην καταχρηστικότητα του όρου περί υπολογισμού της δόσης με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης και/ή με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρος αφού: (α) Δεν καθορίζει εάν η δόση θα καταβάλλεται με βάση την τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης ή με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία. (β) Δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και/ή αποτελούσε προδιατυπωμένο όρο στη σύμβαση που είχε συνταχθεί εκ των προτέρων από τους εναγομένους. (γ) Δημιουργεί εις βάρος τους σημαντική ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων όπως απορρέουν από τη σύμβαση. (δ) Υπονομεύει τη δυνατότητα τους να εκτιμήσουν και/ή να αξιολογήσουν και/ή να αντιληφθούν και/ή να κατανοήσουν τις οικονομικές συνέπειες του όρου και να διαγνώσουν εκ των προτέρων, το ύψος των δόσεων, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου σε περίπτωση που η ισοτιμία άλλαζε δυσμενώς, τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις που μπορούσαν να προκληθούν και/ή να επέλθουν, τις συμβατικές τους δεσμεύσεις δεδομένης μεταξύ άλλων, της ύπαρξης της διαφοράς μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πώλησης και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος. Με την πιο πάνω αγωγή τους, ζητούν την ακύρωση της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα ενώ διαζευκτικά, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει την καθ' ης η αίτηση να επανακαθορίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας. Παρά την καταχώρηση της εκ μέρους τους αγωγής και ενώ οι άλλοι 2 λογαριασμοί της ενάγουσας πληρώνονταν κανονικά, η καθ' ης η αίτηση, σταμάτησε να δέχεται πληρωμές και τερμάτισε την λειτουργία τους. Έπειτα, καταχώρησε ανταπαίτηση εναντίον τους ζητώντας τα κατ' αυτήν υπόλοιπα. Όπως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, κατά την απόδειξη της ανταπαίτησης της, η τράπεζα, θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη καθυστερήσεων στους λογαριασμούς τους, που σε ότι αφορά το δάνειο σε ευρώ και τον τρεχούμενο, δεν υπήρχαν καθώς και τα νόμιμα υπόλοιπα των λογαριασμών τους. Επίσης, θα πρέπει να αποδείξουν την εγκυρότητα των όρων των συμβολαίων, τα οποία, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλλά αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους που είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από την καθ' ης η αίτηση και δεν τίθετο ζήτημα διαπραγμάτευσης τους. Στην ουσία, αποτελούσαν συμβάσεις προσχώρησης, που είτε υπέγραφες είτε δεν προχωρούσε η πράξη. Μάλιστα όπως του αναφέρουν οι δικηγόροι του, αρκετοί από τους όρους των συμβολαίων, είναι καταχρηστικοί και έχουν κριθεί ως τέτοιοι αλλά και ως παράνομοι. Ειδικότερα: α. Ο όρος ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει οποτεδήποτε τις προμήθειες, το περιθώριο, τα τραπεζικά δικαιώματα, β. ο όρος περί χρέωσης τόκου υπερημερίας, γ. ο όρος περί δικαιώματος της τράπεζας να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή του υπολοίπου, δ. Ο όρος ότι για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες, ε. Οποιαδήποτε ρήτρα περί μονομερούς μεταβολής στους όρους της συμφωνίας, στ. Οποιαδήποτε ρήτρα που παραχωρεί μονομερή δικαιώματα στην Τράπεζα, χωρίς αντίστοιχη πρόνοια υπέρ του. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, οι όροι περί επιπρόσθετων τόκων, τόκων υπερημερίας, προμήθεια, τραπεζικών δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων αποσκοπούν στον εκφοβισμό τους και δεν αποτελεί ειλικρινή προσπάθεια της Τράπεζας να προϋπολογίσει τυχόν ζημία της. Οι όροι αυτοί, εκτός του ότι αποτελούν ποινική ρήτρα, είναι και παράνομοι. Πέραν των πιο πάνω, με την αγωγή τους, καταγγέλλουν τη στάση της καθ' ης η αίτηση, που ήταν υποχρεωμένη βάσει της Οδηγίας και του Κώδικα της Κεντρικής για τις αναδιαρθρώσεις, να τους προτείνει δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης. Μάλιστα, όπως τους αναφέρουν οι δικηγόροι τους, η Οδηγία και ο Κώδικας, δεν αποτελούν απλά εγχειρίδια αλλά οι πρόνοιες τους, είναι υποχρεωτικές για τις τράπεζες και έπρεπε να τις εφαρμόζουν. Δυστυχώς όμως, ελλείψει ελέγχου, οι τράπεζες έκαναν και κάνουν ότι θέλουν, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα τους. Όπως του αναφέρουν οι δικηγόροι του, από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την αλλαγή της τιμολόγησης επί του δανείου τους σε ελβετικά φράγκα που είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά σε συνδυασμό με τις παραστάσεις της τράπεζας για συνομολόγηση της συγκεκριμένης συμφωνίας, φαίνεται ότι υπάρχει καλή υπόθεση εναντίον της τράπεζας. Δεν ήταν πρόθεση ή επιθυμία τους να μην πληρώνουν αλλά οι καταστάσεις τους οδήγησαν σε αυτό το σημείο. Εάν η τράπεζα συνεργαζόταν μαζί τους πριν αναγκαστούν να κινηθούν δικαστικά όπως φαίνεται από τις επιστολές που τους έστελνε, δεν θα έφθαναν ως εδώ. Αλλά, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορούν να παραμείνουν άπρακτοι και να βλέπουν την περιουσία τους να ξεπουλιέται. Είναι σημαντικό να δικαστεί η παρούσα αγωγή για να διαφανεί το νόμιμο ποσό που η ενάγουσα οφείλει στην τράπεζα, το οποίο, ζητούν με την αγωγή τους να πληρωθεί με εύλογες μηνιαίες δόσεις. Αντίθετα, εάν όλα τους τα ακίνητα πωληθούν τώρα με την διαδικασία που επέλεξε η καθ' ης η αίτηση, σίγουρα η τιμή τους θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και θα χάσουν την περιουσία τους την στιγμή που ποτέ δεν αρνήθηκαν να πληρώσουν, αλλά ζητούν μια ρύθμιση για να επαναφερθεί η δόση στα αρχικά συμφωνηθέντα ποσά. Σε σχέση με το θέμα αυτό, παρουσίασε ως Τεκμ. 15, επιστολή των δικηγόρων τους προς την καθ' ης, στην οποία ανέφεραν ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός εξυπηρετείτο κανονικά και πως η ενέργεια τους να τερματίσουν, ξεκάθαρα ήταν καταχρηστική εξαιτίας της εκ μέρους τους καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Παράλληλα, ζήτησαν από την καθ' ης η αίτηση όπως, αφού αφαιρέσει όλες τις παράνομες και αδικαιολόγητες χρεώσεις και επιβαρύνσεις, να τους ενημερώσει για το τελικό υπόλοιπο, για να το διευθετήσουν άμεσα. Η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να απαντήσει στην πιο πάνω επιστολή που αποδεικνύει ότι ποτέ δεν ήταν πρόθεση τους να μην πληρώνουν. Ο ενόρκως δηλών λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της καθ' ης η αίτηση τής καταλογίζει ανεντιμότητα για τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν το αίτημα τους για αναδιάρθρωση. Όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, το γεγονός της υπογραφής των πιο πάνω συμφωνιών, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συμφωνίας δανείου σε ελβετικά φράγκα, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας των όρων των συμφωνιών και η αμφισβήτηση των χρεωστικών υπολοίπων αποτελεί την κύρια βάση της απαίτησης τους, αφού αντανακλά στο οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση δε με τους υπόλοιπους λογαριασμούς, όπως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθυστερήσεις, εμπόδιζε την τράπεζα να τερματίσει. Επίσης, αναφέρει ότι κατά τον χρόνο που υπογράφηκε η συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα, ούτε η καθ' ης η αίτηση ούτε οποιοσδήποτε υπάλληλος της τους ενημέρωσε για τους κινδύνους και τα ρίσκα του συγκεκριμένου δανεισμού, που εάν τα γνώριζαν, δεν υπήρχε περίπτωση να λάβουν τέτοιο δάνειο. Μάλιστα, κατά τον χρόνο λειτουργίας του εν λόγω δανείου και ενώ το ελβετικό φράγκο αυξανόταν αισθητά, η ενάγουσα, από μόνη της, προέβη σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους της που έφθασε μέχρι και το 3.96% από το αρχικό 2.50%. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η καθ' ης η αίτηση, τους προκαλούσε συναλλαγματική και επιτοκιακή ζημιά όπως ανακάλυψαν εκ των υστέρων. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το ότι, όπως διαπιστώνει τώρα, συζητώντας με τον δικηγόρο του και με τον οικονομικό αναλυτή, όταν το Libor του ελβετικού φράγκου μειώθηκε, προφανώς για να ισοζυγίσει τη ζημιά από την αύξηση του ελβετικού φράγκου, η καθ' ης η αίτηση αύξησε το περιθώριο κέρδους της και έτσι δεν τον άφηναν να επωφεληθεί αυτή τη μείωση. Το γεγονός αυτό, με την αύξηση της δόσης λόγω της ισοτιμίας και λόγω του περιθωρίου κέρδους της τράπεζας, δυσχέραινε την οικονομική τους θέση, αφού πλήρωναν ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχαν συμφωνήσει. Ισχυρίστηκε ότι η καθ' ης η αίτηση, δεν τους πρότεινε τρόπους αντιστάθμισης των κινδύνων, προκειμένου να αιτηθούν και να συνάψουν ένα πρόγραμμα ασφάλειας του συναλλαγματικού κινδύνου για να ελαττώσουν ή να εξουδετερώσουν οποιανδήποτε πιθανή συναλλαγματική ζημιά. Όταν αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους έμαθαν ότι υπήρχε, και η καθ' ης έπρεπε να τους ενημερώσει και να τους δώσει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποφασίσουν οι ίδιοι εάν καταρχάς ήθελαν να συνάψουν δάνειο με τέτοια ρίσκα και δεύτερον εάν ήθελαν να ασφαλιστούν για να διασφαλίσουν πως ό, τι και να γίνει με την ισοτιμία, δεν θα επηρεάζονταν. Εάν η καθ' ης η αίτηση τους ενημέρωνε για τα χαρακτηριστικά του δανεισμού σε ελβετικά φράγκα, τότε αυτοί θα ασφαλίζονταν για να μην υπάρξει αλλαγή στις δόσεις τους. Όμως, δεν τους ενημέρωσε και δεν γνώριζαν όλα τα πιο πάνω ούτως ώστε να λάβουν τα σχετικά μέτρα για να μπορούν να πληρώνουν. Η καθ' ης η αίτηση, ως τραπεζικό ίδρυμα, που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας, γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει και να έχει πλήρη επίγνωση της πορείας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, αφού όπως έμαθε εκ των υστέρων κυρίως μέσω των δικηγόρων τους, από το 2007, υπήρχαν υποδείξεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την επερχόμενη υποτίμηση του ευρώ κατά 30%. Όμως, όπως φάνηκε η εναγόμενη κέρδιζε διπλά και περισσότερο στην ζημιά τους. Προς τούτο, επισύναψε ως Τεκμ. 16 αποσπάσματα από τις εκθέσεις νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Τμήματος Οικονομικών Ερευνών του Οκτωβρίου του 2006 και του Απριλίου του 2007, τις οποίες εξασφάλισαν οι δικηγόροι του στις οποίες αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι σημειώνεται άνοδος στα δάνεια σε ελβετικά φράγκα που οφείλεται στα χαμηλά επιτόκια του εν λόγω νομίσματος και στο γεγονός ότι οι δανειζόμενοι φαίνεται να παραγνωρίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Στην δική τους περίπτωση, το μόνο που τους είχε λεχθεί, ήταν ότι ο συγκεκριμένος δανεισμός, θα λειτουργούσε προς όφελος τους, αφού το επιτόκιο ήταν πολύ ευνοϊκό, το ελβετικό φράγκο ήταν σταθερό νόμισμα και ήταν η καλύτερη τους επιλογή αφού με το ύψος του δανείου του, μόνο ένα τέτοιο δάνειο με χαμηλό επιτόκιο θα ήταν προς το συμφέρον τους για να μπορέσουν να το αποπληρώσουν. Σχετική με το θέμα του κινδύνου είναι και η ετήσια έκθεση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, του έτους 2007 στην οποία γίνεται αναφορά στους κινδύνους αγοράς, που καλύπτει μεταξύ άλλων τον επιτοκιακό και συναλλαγματικό κίνδυνο. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο επιτοκιακός και συναλλαγματικός κίνδυνος αποτελούν τους 2 από τους 3 σημαντικότερους κινδύνους (τρίτος είναι ο μετοχικός) που προέρχεται από την μεταβολή των επιτοκίων διεθνώς. Φυσικά κανείς δεν τους ενημέρωσε για τους πιο πάνω κινδύνους όταν τους παραχωρήθηκε το πιο πάνω δάνειο, αλλά, όλα αυτά, περιήλθαν εις γνώση του μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας. Επισύναψε ως Τεκμ. 17 απόσπασμα της εν λόγω έκθεσης, την οποία εξασφάλισαν οι δικηγόροι του και τώρα βρίσκεται στην κατοχή του αφού τον εφοδίασαν με αυτήν. Πέραν του δανείου σε ελβετικά φράγκα, και αφού η καθ' ης η αίτηση τερμάτισε και τους λοιπούς λογαριασμούς της ενάγουσας, θα πρέπει κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να αποδείξει το νομίμως οφειλόμενο ποσό βάσει των συμφωνηθέντων. Επιπλέον, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, λόγω της οικονομικής κρίσης και της εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μνημόνιο, καθώς και λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013, τα οποία αποτελούν ένα απρόβλεπτο γεγονός, οι επίδικες συμφωνίες έχουν ματαιωθεί (frustrated) και θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν βάση των σημερινών γεγονότων και δεδομένων και βάση της οικονομικής κατάστασης τους σήμερα. Δεδομένης αυτής της καινούριας κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, οποιαδήποτε ενέργεια της Τράπεζας με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα, θεωρείται κακόπιστη και καταχρηστική. Τα εγειρόμενα θέματα είναι πολύ σοβαρά, άπτονται της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, του τρόπου άσκησης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των τραπεζών, και συγκεκριμένα του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η καθ' ης η αίτηση. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας θα αναλυθεί και θα επεξηγηθεί το πλήρες φάσμα των γεγονότων που αφορά την παρούσα υπόθεση. Από τα όσα ανέφερε πιο πάνω, και από νομική συμβουλή που πήρε από τον δικηγόρο του κ. Μελά, πιστεύει ότι έχουν πολύ καλή υπόθεση με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον της Τράπεζας. Το ιστορικό που παραθέτει, το οποίο έχει καταγραφεί πιο πάνω, πιστεύει ότι αποδεικνύει ότι δεν εντάσσονται στην κατηγορία αυτών που θεωρούνται στρατηγικοί κακοπληρωτές αλλά, αντίθετα δείχνει ότι καταβάλλουν προσπάθειες για να βρουν λύση στο πρόβλημα τους με την καθ' ης η αίτηση. Με την διαδικασία που ακολουθεί η καθ' ης η αίτηση για την πώληση των ακινήτων τους, φαίνεται ότι σκοπός της είναι να τους τιμωρήσει για τις δικές της παράνομες και καταχρηστικές ενέργειες αλλά και για την κρίση που τους έπληξε για την οποία δεν ευθύνονται. Προς τούτο διερωτάται γιατί δεν αναρωτιέται η καθ' ης η αίτηση εάν θα πλήρωναν το δάνειο τους εάν δεν αύξανε την δόση και εάν τηρούσε τα συμφωνηθέντα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, εκφράζει την πεποίθηση ότι το οφειλόμενο ποσό των λογαριασμών της αιτητέςς, είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που διεκδικεί η τράπεζα. Εάν η τράπεζα αφεθεί να ξεπουλήσει την περιουσία τους, η αγωγή τους θα καταστεί στην πράξη άνευ αντικειμένου, αφού ακόμη και όταν καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό, θα είναι δύσκολο να καθοριστεί η αποζημίωση που θα πρέπει να τους καταβληθεί λόγω του ξεπουλήματος της περιουσίας τους. Όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/1965, η διαδικασία του πλειστηριασμού, αρχίζει με τιμή πώλησης όχι μικρότερη του 80% της αξίας του ακινήτου. Διερωτάται όμως ποιος θα αποφασίσει εάν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προοπτικές αύξησης των τιμών των ακινήτων στις συγκεκριμένες περιοχές. Επίσης, με αυτόν τον τρόπο, θα τιμωρηθούν για την ενέργεια της τράπεζας που χωρίς να υπάρχουν καθυστερήσεις επί του δανείου σε ευρώ και επί του τρεχούμενου λογαριασμού της αιτητές, τερμάτισε την λειτουργία τους. Σημειώνει επίσης ότι στις ειδοποιήσεις Τύπου Ι που παρέλαβαν, αυτές δεν συνοδεύτηκαν από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αλλά από μία υποτυπώδη, στοιχειώδη, σύνοψη στην οποία δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες για το πώς υπολογίστηκαν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του Ν.9/1965, η Ειδοποίηση Τύπου Ι, πρέπει να συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων. Ο παράγοντας αυτός, συνιστά ξεχωριστό λόγο για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού. Τα ποσά που διεκδικεί από αυτούς η ενάγουσα τόσο με τις πιο πάνω ειδοποιήσεις όσο και με την ανταπαίτηση της, τα αμφισβητούν και δεν τα δέχονται και είναι η θέση τους ότι σε αυτά περιέχονται υπερχρεώσεις οι οποίες πιστεύει δεν θα γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Επίσης, αμφισβητούν τα ποσά των υποθηκών που αναγράφονται στις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι. Ως εκ των πιο πάνω και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, είναι εξαιρετικά σημαντικό και επείγον να εκδοθούν άμεσα τα αιτούμενα διατάγματα αφού μόνο έτσι θα καταφέρουν να σώσουν την περιουσία τους. Εισηγείται ότι μετά την τελευταία τροποποίηση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν η τράπεζα μπορεί ή όχι να προχωρήσει την διαδικασία εκποίησης αξιολογώντας τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Από το πιο πάνω ιστορικό, εκφράζει τη θέση ότι ξεκάθαρα αποδεικνύονται οι προσπάθειες που διαχρονικά κατέβαλλαν για να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους προς την καθ' ης η αίτηση. Δυστυχώς όμως, η καθ' ης, που ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με τα ενυπόθηκα ακίνητα, δεν δεχόταν να αφαιρέσει την ζημιά που υπέστηκαν ως εκ του δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, εάν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διάταγμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(3)(δ), τότε δεν θα εμποδιστεί η Τράπεζα από του να προχωρήσει και να πραγματοποιήσει την εκποίηση της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της πιο άνω αγωγής. Σε αυτήν την περίπτωση, θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσουν την υπόθεση τους, το δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία απειλεί με εκποίηση η Τράπεζα, είναι κατά πολύ πιο μεγάλη από τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα τα οποία αμφισβητούνται. Στη βάση των πιο πάνω, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και πιστεύει ότι είναι ορθό, δίκαιο, εύλογο και επείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα τους και για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης. Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφερόμενος στην προθεσμία για την καταχώρηση της Αίτησης - Έφεσης η οποία έληγε στις 03.01.2019 και έχοντας υπόψη την περίοδο που το Δικαστήριο θα ήταν κλειστό λόγω των εορτών των Χριστουγέννων, εισηγείτο ότι ήταν εξαιρετικά επείγον όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα για να προχωρήσουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας με την καταχώρηση της αίτησης έφεσης. Σημειώνεται ότι η αίτηση είχε καταχωριστεί μονομερώς αλλά κατά την εξέταση της διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν συνέτρεχε ο παράγοντας του κατεπείγοντος και έτσι δόθηκαν οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην άλλη πλευρά προσλαμβάνοντας έτσι τη μορφή της διά κλήσεως αίτησης. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 27, 36, 37, 44 Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση (καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική.
- Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας και/ή οι Αιτητές ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων.
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή των επίδικων Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους και/ή με την υπογραφή και/ή αποδοχή των τροποποιητικών Συμφωνιών έδωσαν στην Τράπεζα την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται και/ή δεν αμφισβητούν τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή τις Συμβάσεις Υποθηκών και η Τράπεζα στηριζόμενη στις πιο πάνω συμπεριφορά των Αιτητών προέβηκε σε πράξεις και/ή παραλείψεις οι οποίες ήσαν δυσμενείς και/ή επιζήμιες προς τα έννομα συμφέροντα της.
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ακινήτων καθ' ότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθήκης η Τράπεζα σε περίπτωση υπερημερίας και/ή μη εξόφλησης και/ή καταβολής των προβλεπόμενων από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων δόσεων (η οποία υπερημερία είναι παραδεκτό από τους Αιτητές ότι έχει επέλθει) έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τους Αιτητές.
- Οι Αιτητές στην συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση προβαίνουν σε ουσιαστικές παραδοχές και/ή παραδέχονται ότι οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων είναι έγκυρες και/ή νόμιμες και/ή νομότυπες και/ή παραδέχονται ότι οφείλουν στην Τράπεζα ποσό ύψους €170.696,69 όσον αφορά την επίδικη δανειοδότηση σε Ξένο Νόμισμα το οποίο ουδέποτε προσέφεραν και/ή κατέβαλαν στην Τράπεζα και ως εκ τούτου ουσιαστικά έχουν αποσύρει την Αγωγή τους και/ή το μόνο επίδικο ζήτημα που έχει παραμείνει είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού και/ή ορθά η Τράπεζα έχει ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον τους και/ή κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Τράπεζας, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτηση.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXX Θεοδώρου. Υποστηρίζει τα ακόλουθα: «
- Είμαι και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήμουν στην υπηρεσία της Alpha Bank Cyprus Limited (εφ' εξής η «Τράπεζα») και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της Τράπεζας προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης (στο εξής η «Ένσταση») της Τράπεζας στην Αίτηση («Αίτηση») των Αιτητών για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων.
- Έχω αναγνώσει την Αίτηση και την συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση του Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 XXX Καλλή («ΕΔ Καλλή») το περιεχόμενο της οποίας αρνούμαι και απορρίπτω στον βαθμό και έκταση που το περιεχόμενο αυτής αντίκεται στην παρούσα ένορκη δήλωση μου.
- Στο βαθμό που δεν ασχολούμαι με κάποιον ισχυρισμό ο οποίος τίθεται στην ΕΔ Καλλή αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιος ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ή παραδεκτός από την Τράπεζα. Ειδικότερα, και για αποφυγή παρερμηνειών, σημειώνω ότι απορρίπτω ρητώς στην ολότητά της το περιεχόμενο της Αίτησης και της ΕΔ Καλλή στο βαθμό που αυτές δεν συνάδουν με τα όσα αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση μου.
- Έχω επίσης αναγνώσει τους Λόγους Ένστασης που παρατίθενται στην Ένσταση της Τράπεζας, με τους οποίους συμφωνώ πλήρως και τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω όπως ακριβώς υιοθετώ και επαναλαμβάνω ως αληθές και ορθό το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Τράπεζας.
- Τα γεγονότα και οι πληροφορίες που τίθενται στην παρούσα ένορκη δήλωση, εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά, εμπίπτουν εντός της προσωπικής μου γνώσης ως εκ της θέσης που κατέχω στην Τράπεζα και από έγγραφα που κατέχω και, όπου υποδεικνύεται, που μου έχουν παρασχεθεί από την υποδεικνυόμενη πηγή και είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω ορθά και ακριβή.
- Όπου αναφέρομαι σε πληροφορίες οι οποίες μου παρασχέθηκαν από άλλα πρόσωπα, αποκαλύπτω την πηγή τέτοιων πληροφοριών. Γεγονότα και πληροφορίες τα οποία πηγάζουν από άλλες πηγές είναι αληθή εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω ενώ σε σχέση με γεγονότα που σχετίζονται με τις δανειακές υποχρεώσεις και συναφή ζητήματα των Αιτητών, έλαβα επίσης πληροφόρηση από τους συναδέλφους μου οι οποίοι χειρίζονται τους εν λόγω πελάτες και τους λογαριασμούς τους.
- Έλαβα επίσης ενημέρωση και από τους συναδέλφους μου κ.κ. XXX Παπαδόπουλο και XXX Αργυρίδη οι οποίοι εργάζονται στο Τμήμα Εκποιήσεως και Αξιοποίησης Ενυπόθηκων Ακινήτων της Τράπεζας ενώ έχω μελετήσει και υιοθετώ ως ορθό και αληθές το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του συναδέλφου μου κ. XXX Αργυρίδη που συνοδεύει την Ένσταση της Τράπεζας στην Αίτηση-Έφεση υπ. αριθμό 361/2018 που καταχώρησαν οι Αιτητές αρ. 1 και 2 με σκοπό τον παραμερισμό των επίδικων ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ».
- Κατά την ετοιμασία της παρούσας ένορκης δήλωσης, έτυχα συμβουλής από το Γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο εκπροσωπεί την Τράπεζα. Κανένας ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται στην παρούσα ένορκη δήλωση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απεμπόληση του δικηγορικού προνομίου.
- Με βάση τα όσα αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ:
- Το πραγματικό υπόβαθρο και οι θέσεις της Τράπεζας όσον αφορά την ουσία της διαφοράς φαίνεται με σαφήνεια στην Ανταπαίτηση της Τράπεζας η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου και είναι σε συντομία η εξής.
- Όπως πολύ ορθά αναφέρει ο κ. Καλλή στην δική του ένορκη δήλωση, η παρούσα αγωγή αφορά Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων που δόθηκαν προς τους Αιτητές αρ. 1 και αφορούσαν Τρεχούμενο Λογαριασμό με Όριο, Δάνειο και Δάνειο σε Ξένο Νόμισμα και συγκεκριμένα σε Ελβετικά Φράγκα, και οι οποίες κατόπιν και πάλιν απαίτησης των ίδιων των Αιτητών κατά καιρούς τροποποιούντο και αναδιαρθρώνονταν μέσω αλλαγών στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων ούτως ώστε οι Αιτητές να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι της Τράπεζας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα μου ένορκη δήλωση αντίγραφο της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμό με όριο ημερομηνίας 20/08/2007 και αντίγραφο της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 17/03/2014, αφού η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 20/08/2007 εξ' όσων αντιλαμβάνομαι έχει ήδη επισυναφθεί στην ΕΔ Καλλή.
- Όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρω πιο πάνω, δόθηκαν προς τους Αιτητές κατόπιν δικής τους απαίτησης και οι από καιρό εις καιρό τροποποιήσεις που γίνονταν στις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων (είτε υπό τη μορφή διαφοροποίησης του επιτοκίου είτε αλλαγής στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων) γίνονταν και πάλι κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Αιτητών 1 αλλά και δικαιωματικά από την Τράπεζα, σύμφωνα με ρητούς όρους όλων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων (τροποποιητικών και αρχικών), διαφοροποιήσεις τις οποίες οι Αιτητές αποδέχθηκαν και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Οι Τροποποιητικές Συμφωνίες ημερομηνίας 08/08/2012 και 19/09/2013 που αφορούν την Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 20/08/2007 επισυνάπτονται στην ΕΔ Καλλή. Οι ειδοποιήσεις αλλαγής επιτοκίου που απέστειλε η Τράπεζα στους Αιτητές αρ. 1 στις 18/12/2008 και 22/01/2010 επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη μου δήλωση ως Τεκμήριο
- Σημειώνω ότι, σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών αλλά και τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Καλλή στην δική του ένορκη δήλωση, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι σχέσεις των Αιτητών με την Τράπεζα ήταν σχέσεις τραπεζίτη-πελάτη χωρίς η Τράπεζα να αναλάβει ποτέ οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας ή υποχρέωση παροχής συμβουλών (νομικών, οικονομικών, επενδυτικών ή άλλως πως) προς τους Αιτητές, με την Τράπεζα να παρέχει την χρηματοδότηση και τις πιστωτικές διευκολύνσεις στους Αιτητές αρ. 1 κατόπιν απαίτησης τους με τους συνήθεις τραπεζικούς όρους οι οποίοι συμφωνούνταν μεταξύ των μερών.
- Σημειώνω περαιτέρω ότι λόγω του γεγονότος ότι αφενός μεν οι Αιτητές αρ. 1 μέσω της ΕΔ Καλλή παραδέχονται την υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά και των συμβάσεων υποθήκης και αφετέρου ότι οι Αιτητές 1 υπέγραψαν όλες τις τροποποιητικές συμφωνίες, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν την νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα όλων των επίδικων συμφωνιών.
- Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στους Αιτητές 1 δόθηκαν διάφορες εξασφαλίσεις, όπως οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ. XXX, Υ. XXX, Υ.XXX και Υ. XXX (Τεκμήριο 6 στην ΕΔ Καλλή).
- Ειδικότερα όσον αφορά τα έγγραφα υποθήκης και τα δικαιώματα της Τράπεζας που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες έδωσαν σε αυτήν με την υπογραφή των υποθηκών, παραπέμπω το Δικαστήριο στον όρο 5 αυτών μέσω των οποίων σε περίπτωση που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες παρέλειπαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό που οι υποθήκες εξασφάλιζαν (που σύμφωνα με ρητό όρο αυτών εξασφάλιζαν όλες τις υποχρεώσεις των Αιτητών 1 παρούσες ή μέλλουσες, άμεσες ή έμμεσες) η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε κατόπιν αγωγής και/ ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει.
- Δυστυχώς, οι υποχρεώσεις των Αιτητών δεν εξυπηρετούνταν κανονικά παρ' όλο που οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και οι όροι αποπληρωμής αυτών κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Αιτητών ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναδιαρθρώνονταν και η αποπληρωμή αυτών αναβάλλετο σε μεταγενέστερο χρόνο ενώ βεβαίως οι όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου κέρδους τυχόν γίνονταν, αυτές ήταν στη βάση των ρητών όρων των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και με την σύμφωνη γνώμη όλων των εμπλεκομένων προσώπων και εταιρειών οι οποίοι όχι μόνο απαιτούσαν την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων τους αλλά ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν είτε για τις αναδιαρθρώσεις είτε για τις όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου τυχόν γίνονταν.
- Αντίθετα και προφανώς για να δικαιολογήσουν και αιτιολογήσουν την αδυναμία τους να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δόσεις, οι Αιτητές άρχισαν να εγείρουν παράλογους και ανυπόστατους ισχυρισμούς περί δήθεν παράνομων χρεώσεων και ζημιών τις οποίες δήθεν υπέστηκαν ενώ παράλληλα απαιτούσαν αφαίρεση κάποιων ποσών που δήθεν δεν θα έπρεπε να καταβάλουν, απαιτήσεις τις οποίες η Τράπεζα ως ήταν αναμενόμενο δεν ικανοποίησε με αποτέλεσμα οι Αιτητές να εγείρουν την παρούσα αγωγή.
- Λόγω ακριβώς της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των Αιτητών όπως αυτές πήγαζαν από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων, η Τράπεζα τερμάτισε όλες τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και έγειρε ανταπαίτηση εναντίον των Αιτητών και των εγγυητών τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ενώ εκκρεμούσης της αγωγής η Τράπεζα ως είχε άλλωστε δικαίωμα αποφάσισε να εκμεταλλευθεί τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και απέστειλε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ενημερώνοντας τους Αιτητές για τους προγραμματισμένους για τις 31/05/2019 πλειστηριασμούς, με τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» να παραλαμβάνονται από τους Αιτητές στις 04/12/2018, το όποιο παραδέχεται και ο κ. Καλλής.
- Πέραν της πλήρους άρνησης τους να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της Τράπεζας οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση τόσο της παρούσας αίτησης όσο και σε καταχώρηση της σχετικής Αίτησης-Έφεσης υπ. αριθμό 361/
- Αντίγραφο της Αίτησης -Έφεσης υπ. αριθμό 361/2018 (χωρίς τα συνημμένα τεκμήρια στην συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση) η οποία είναι ορισμένη για Οδηγίες στις 06/05/2019 και αντίγραφο της Ένστασης της Τράπεζας (χωρίς τα συνημμένα τεκμήρια στην συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση) επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη μου δήλωση ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα.
- Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του κ. Καλλή περί δήθεν ανέντιμης και αλαζονικής συμπεριφοράς της Τράπεζας και ουσιαστικά απροθυμίας να αναδιαρθρώσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Αιτητών 1, αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά από την Τράπεζα.
- Είναι γεγονός ότι τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση των εκατέρωθεν διαδικασιών που καταχωρήθηκαν μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018, έγιναν πολλές συζητήσεις και προωθήθηκαν προτάσεις από την πλευρά των Αιτητών με σκοπό την συνολική αναδιάρθρωση και ενδεχομένως εξόφληση όλων των υποχρεώσεων τους (οι οποίες όμως δεν έγιναν αποδεκτές από την Τράπεζα όχι όμως για τους λόγους που αναφέρει ο κ. Καλλή αλλά για τον λόγο ότι με τις εν λόγω προτάσεις και εισηγήσεις τους, οι Αιτητές ουσιαστικά απαιτούσαν από την Τράπεζα όπως τους διαγράψει ένα σημαντικό μέρος των οφειλών τους και να συμφωνήσει όπως η αποπληρωμή όλων των υποχρεώσεων τους, παγιοποιηθεί ουσιαστικά μέχρι οι Αιτητές να είναι σε θέση να αρχίσουν και πάλι να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δόσεις, χωρίς καν οι Αιτητές να αναφέρουν και να προτείνουν ένα ουσιαστικό, σοβαρό και αποδεκτό πρόγραμμα αποπληρωμής ενώ η Τράπεζα ενεργούσε εντός των πλαισίων των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας με γνώμονα η προτεινόμενη αναδιάρθρωση να εξυπηρετεί τόσο τους Αιτητές αλλά και την εξυπηρέτηση και τελική αποπληρωμή όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων.
- Όσον αφορά τις θέσεις του κ. Καλλή περί δήθεν παράνομων χρεώσεων, υπερχρεώσεων και δήθεν παρανόμων και άκυρων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών), αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά, αφού σημειώνω και τονίζω ότι όλες οι χρεώσεις οι οποίες γίνονταν αυτές ήταν νόμιμες, νομότυπες και προβλέπονταν ρητά μέσα από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων (όπως αυτές τροποποιούνταν από καιρό εις καιρό) τις οποίες οι Αιτητές αποδέχονταν εγγράφως και ως εκ τούτου ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν τόσο την νομιμότητα και δεσμευτικότητα όλων των συμφωνιών όσο και τις όποιες χρεώσεις έγιναν, ενώ όπως έχω τύχει νομικής συμβουλής οι ισχυρισμοί του κ. Καλλή περί δήθεν υπερχρεώσεων απορρίπτονται κατηγορηματικά όπως και η «ανάλυση» του κ. Μιχάλη Τάλλη η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14 στην ΕΔ Καλλή και η οποία φαίνεται να είναι ανυπόγραφη και δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι αυτή ετοιμάστηκε από τον κ. Τάλλη.
- Εν πάση περιπτώσει, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι από την στιγμή που ο ίδιος ο κ. Καλλή παραδέχεται την υπογραφή όλων των συμφωνιών εκ μέρους των Αιτητών, τότε οι Αιτητές δεσμεύονται από το περιεχόμενο αυτών ενώ οι θέσεις του περί δήθεν εξαναγκασμού, εξαπάτησης τους, μη επεξήγησης των όρων αυτών αλλά και ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στους Αιτητές να λάβουν νομική συμβουλή και δεν τους επεξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών ανατρέπονται τόσο από το περιεχόμενο των συμφωνιών όσο και από την συμπεριφορά των ίδιων των Αιτητών που επανειλημμένα αιτήθηκαν την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων τους λόγω αδυναμίας συμμόρφωσης με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας, αναδιάρθρωση την οποία επανειλημμένα απαίτησαν όπως φαίνεται μέσα από την ΕΔ Καλλή.
- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω θέσεων μου, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την ΕΔ Καλλή, το επίδικο ζήτημα και το «παράπονο» των Αιτητών δεν είναι το κατά πόσον οφείλουν οποιοδήποτε ποσό προς την Τράπεζα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 20/08/2007, το οποίο παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό, αλλά το ύψος αυτού εξ' ου και στην ΕΔ Καλλή γίνονται συνεχώς αναφορές περί δήθεν παράνομων χρεώσεων και υπερχρεώσεων με τους Αιτητές να παραδέχονται ότι οφείλουν στην Τράπεζα το «νομίμως οφειλόμενο» (κατά τη θέση τους) ποσό. Αναφορικά με το προαναφερόμενο δάνειο, το «νομίμως οφειλόμενο» ποσό το οποίο κατ' ισχυρισμόν υπολογίστηκε από τον κ. Τάλλη εκ μέρους των Αιτητών καθορίζεται στο ποσό ύψους €170.696,
- Σημειώνω και τονίζω ότι πέραν των ρητών παραδοχών των Αιτητών ότι ουσιαστικά επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών εναντίον της Τράπεζας δεν είναι το κατά πόσον οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα αλλά το ύψος αυτού και άρα η παρούσα αγωγή δεν μπορούν να επιτύχει, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι από την στιγμή που οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα (ανεξαρτήτως εάν το ύψος αυτού αμφισβητείται) έχουν καταστεί υπερήμεροι και έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της Τράπεζας να ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και να προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, με τις υποθήκες να εξασφαλίζουν ολόκληρο το οφειλόμενό ποσό, ως άλλωστε ρητά αναγράφεται επ' αυτών.
- Τέλος και όσον αφορά τις θέσεις του κ. Καλλή περί δήθεν παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αιτητών, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι παντελώς αβάσιμοι και αστήρικτοι και προωθούνται σε μία προσπάθεια δημιουργίας παραπλανητικών εντυπώσεων ενώ και πέραν των πιο πάνω θέσεων, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Τράπεζας είναι εντελώς αντιφατικό οι Αιτητές από την μία να επικαλούνται τις πρόνοιες της τροποποιηθείσας νομοθεσίας για να αξιώνουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και την επείγουσα έκδοση τους και από την άλλη να προωθούν ισχυρισμούς ότι η σχετική νομοθεσία που οι ίδιοι επικαλούνται είναι αντισυνταγματική και παραβλάπτει θεμελιώδη δικαιώματα τους. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
- Με πλήρη επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω, θα αναφερθώ στην συνέχεια της παρούσας ένορκης δήλωσης μου τόσο στις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, που ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι αυτές δεν πληρούνται όσο και στους άλλους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της παρούσα αίτησης σε συνάρτηση πάντοτε με τους ισχυρισμούς και θέσεις των Αιτητών. Καλή βάση αγωγής/Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή
- Ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι λόγω ακριβώς των παραδοχών των Αιτητών ότι οφείλουν κάποιο ποσό προς την Τράπεζα αλλά και του ότι οι Αιτητές ως ενυπόθηκοι οφειλέτες αποδέχθηκαν και έδωσαν το δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα κατ' απόλυτη επιλογή της εάν και εφόσον τα εξασφαλιζόμενα ποσά καθίσταντο απαιτητά (τα οποία όντως κατέστηκαν απαιτητά), τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η παρούσα ενδιάμεση αίτηση είναι καταχρηστικές και δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας ενώ τυχόν έκδοση των αξιούμενων θεραπειών ουσιαστικά θα επιβραβεύσει την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των Αιτητών οι οποίοι ενώ με την συμπεριφορά τους έδειχναν ρητά και ξεκάθαρα ότι δεν αμφισβητούν τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξαιτούνταν την αναδιάρθρωση και τροποποίηση τους για να είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Τράπεζα αρνήθηκαν και εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά και έγειραν ισχυρισμούς περί δήθεν ακυρότητας των συμφωνιών, μη ενημέρωσης και παραπλάνησης προφανώς για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων.
- Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης μου, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι από την στιγμή που επίδικο ζήτημα πλέον της παρούσας αγωγής (σύμφωνα με τις ρητές παραδοχές του κ. Καλλή) είναι όχι το κατά πόσον οι Αιτητές οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα και η νομιμότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών αλλά το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τότε η παρούσα αγωγή δεν έχει οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας αφού με αυτή αμφισβητείται η νομιμότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων, των συμφωνιών υποθηκών και η οφειλή προς την Τράπεζα, αξιώσεις οι οποίες όπως έχω τύχει νομικής συμβουλής έχουν ουσιαστικά αποσυρθεί με την ρητή παραδοχή του κ. Καλλή ότι οι Αιτητές οφείλουν κάποια ποσά στην Τράπεζα. Παραδείγματος χάριν, το οφειλόμενο κατά τον κ. Καλλή ποσό στα πλαίσια της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 20/08/2007 προσδιορίζεται στην «ανάλυση» που κατ' ισχυρισμό ετοιμάστηκε από τον κ. Τάλλη. Ανεπανόρθωτες βλάβες στους Αιτητές
- Εξ' όσων αντιλαμβάνομαι και με ενημερώνουν οι δικηγόροι της Τράπεζας, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτες βλάβες υπό την μορφή ότι θα παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσουν την υπόθεση τους, το δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή.
- Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί απορρίπτονται κατηγορηματικά από την Τράπεζα.
- Κατ' αρχάς σημειώνω και τονίζω ότι είναι παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι οι Αιτητές οφείλουν κάποια ποσά προς την Τράπεζα τα οποία αρνούνται να εξοφλήσουν και άρα το επίδικο ζήτημα δεν είναι το κατά πόσον υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά το ύψος αυτού και ως εκ τούτου όπως έχω τύχει νομικής συμβουλής έστω και εάν επιτύχουν οι Αιτητές στην παρούσα αγωγή (που ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περιορισμένες μέχρι μηδαμινές) και πάλι θα οφείλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα το οποίο αφενός μεν εξασφαλίζεται τόσο με τις επίδικες υποθήκες και αφετέρου το οποίο θα πρέπει οι Αιτητές να καταβάλουν και εξοφλήσουν.
- Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης μου, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι η διαδικασία και η εκδίκαση της αγωγής μπορεί να προχωρήσει κανονικά στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της κάθε πλευράς και δεν επηρεάζεται από την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού, η οποία αποτελεί μία ανεξάρτητη διαδικασία η οποία δεν σχετίζεται με την δικαστική διαμάχη και βεβαίως δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης αλλά μία εναλλακτική διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποία δεν επηρεάζεται από εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες.
- Όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων που κατά τον κ. Καλλή θα είναι δύσκολο να εξακριβωθούν, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι παντελώς αβάσιμοι αφού η αξία των επίδικων ακινήτων εάν και εφόσον πουληθούν μπορεί πολύ εύκολα να εξακριβωθεί, είτε μέσω της τιμής πώλησης είτε μέσω διενέργειας εκτίμησης της αξίας τους.
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», ήτοι ότι αυτή είναι ελλιπής αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά. Επαναλαμβάνω, ότι οι Αιτητές αμφισβητούν το ύψος του οφειλόμενου ποσού που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού αλλά δεν προσκομίζουν σχετική μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Επιπρόσθετα, εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, ο Νόμος 9/1965 δεν καθορίζει την μορφή της κατάστασης λογαριασμού που πρέπει να συνοδεύει τις Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» αλλά απλώς αναφέρει ότι αυτή θα πρέπει να αναφέρει το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, τους τόκους και όλα τα έξοδα που στην προκειμένη περίπτωση φαίνονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι». Εν πάση περιπτώσει, ως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Τράπεζας, η εξέταση των ισχυρισμών αυτών αφορά αποκλειστικά την ουσία της Αγωγής.
- Εν πάση περιπτώσει, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτητές (που ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι καμία ζημιά δεν θα υποστούν οι Αιτητές με την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού) αυτές μόνο χρηματικές μπορούν να είναι και ως εκ τούτου ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων εάν και εφόσον οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, αποζημιώσεις τις οποίες η Τράπεζα ως ένα εύρωστο οικονομικά πιστωτικό ίδρυμα δύναται και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως.
- Σημειώνω και τονίζω ιδιαίτερα όσον αφορά την δυνατότητα της Τράπεζας να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση που θα υποστούν οποιεσδήποτε ζημιές από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν τέθηκαν από την Αιτητές οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ή έστω μαρτυρία ότι η Τράπεζα είναι αφερέγγυα και εν πάση περιπτώσει η Τράπεζα διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στους Αιτητές οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε περίπτωση που διαφανεί στο τέλος της διαδικασίας ότι οι Αιτητές υπέστηκαν οποιουδήποτε είδους ζημιές.
- Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι έστω ήθελε διενεργηθεί με επιτυχία ο επίδικος πλειστηριασμός, το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί προς εξόφληση των οφειλών των Αιτητών οι οποίοι επαναλαμβάνω και πάλι ότι παραδέχονται ότι οφείλουν κάποια ποσά προς την Τράπεζα και ως εκ τούτου μόνο όφελος θα έχουν και όχι βλάβες και ως εκ τούτου ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι καμία ζημιά δεν μπορεί να υποστούν οι Αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Ως εκ των ανωτέρω, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Αιτητές ουδεμία ζημιά πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη δεν θα υποστούν με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου η παρούσα ενδιάμεση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ισοζύγιο της ευχέρειας
- Για όλους τους λόγους, θέσεις και ισχυρισμούς που αναφέρονται πιο πάνω (τα οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται για σκοπούς της παρούσας ενότητας) και επιπρόσθετα λόγω της εσκεμμένα παραπλανητικής και κακόπιστης συμπεριφοράς των Αιτητών οι οποίοι όπως περιγράφεται τόσο πιο πάνω στην παρούσα μου ένορκη απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα παρουσιάζοντας μία παραπλανητική κατάσταση πραγμάτων και ενώ αναγνωρίζουν ότι οφείλουν συγκεκριμένα ποσά προς την Τράπεζα απαιτούν όπως η Τράπεζα αποδεχθεί μικρότερα ποσά για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τους, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και επίσης ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Υπό το φως όλων των ανωτέρω, ευσεβάστως υποβάλλω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την παρούσα αίτηση με έξοδα σε βάρος των Αιτητών και υπέρ της Τράπεζας.
- Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι ότι είναι ορθά και αληθινά». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255). Σύμφωνα με την υπόθεση Odysseos και Θεωρή, οι βασικές δε προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση το κατά πόσον δηλαδή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, αυτό διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και/ή Ανταπαίτηση του Εναγομένου προηγουμένως. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση, εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται, συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να δείξει ότι η υπόθεση του, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία, κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου,
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Σύμφωνα με τη νομολογία τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, το επίπεδο και βάρος απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό, όμως, ανεξαρτήτως αυτού, ο Αιτητής θα πρέπει να δώσει κάποιου είδους στοιχεία και μαρτυρία όσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του αφού όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1040: «.Μια άλλη όμως παράμετρος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη και προηγείται πιο πάνω του νομικού συλλογισμού, είναι η διαπίστωση των γεγονότων τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Αυτό βέβαια γίνεται πάντοτε με τη σοβαρή επιφύλαξη γιατί το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, λαμβάνει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Βλ. (C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853..». Ειδικότερα όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 128-129: «.η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας.». Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, την πιθανότητα δηλαδή να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αυτή σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο Αιτητής ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. v Φυλακτίδη κ.α.,
(2009)1 ΑΑΔ 317). Ο αιτητής δεν θα πρέπει απλά να προβαίνει σε αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς ως προς την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά θα πρέπει να δίδει λεπτομέρειες και επεξηγήσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου η ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες της οικονομικής κατάστασης ενός εναγομένου και να διαφανεί με θετικό τρόπο ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν επιτυχή απόφαση εναντίον του. Σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2),
(2008)1Α ΑΑΔ 626 όπου ειπώθηκαν τα εξής: «Η μόνη αναφορά που γίνεται προς ικανοποίηση της 3ης αυτής προϋπόθεσης είναι στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή, στην οποία αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: «Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημία» Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης - καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του. Αφού καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η 3η προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί». Το Δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης κατά πόσον πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Αιτητή, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο Αιτητής να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης,
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο αφού εξετάσει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του. Να ζυγίσει δηλαδή προς τα πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 222 αλλά και την πολύ πρόσφατη Πολ. Έφεση Ε7/2018 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Λοιζίδου, απόφαση ημερομηνίας 21.03.2019). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Θα πρέπει να τονιστεί ακόμα ότι κατά την εξέταση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της...» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.,
(1999)1 ΑΑΔ 225) Η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι θεραπεία η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, επομένως ακόμα και η συμπεριφορά των Αιτητών έναντι της Καθ' ης η Αίτηση τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης, είναι ένας σημαντικότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα. Η πιο πάνω αρχή περιγράφεται από τα αγγλικά συγγράμματα και νομολογία ως "a plaintiff in equity must have 'clean hands' and must be prepared to 'do equity" (βλ. I.C.F. Spry, LL.D, "The Principles of Equitable Remedies", (Sweet & Maxwell), 9th edn., 2014, σελ.424) με παραπομπή και στο γνωστό ρητό ότι «he who seeks equity must do equity» (βλ. Everet v Williams Ex. 1725, 9 LQ 197). Οι αρχές που έχουν τεθεί από την αγγλική νομολογία έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο αφού όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 60-61: «5. H συμπεριφορά του ενάγοντα ως λόγος για τη μη χορήγηση του διατάγματος. Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιεικείας είναι ότι 'όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια' και 'όποιος επιζητεί επιείκεια πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια'. Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν η 'ενδεδειγμένη', το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. [..] Η συμπεριφορά του ενάγοντα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν 'η ενδεδειγμένη' όταν βρεθεί ότι ενήργησε άδικα ή ασυνείδητα έναντι του αντιδίκου του, για παράδειγμα όταν έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να έχει αδίκως βελτιώσει τη θέση του έναντι του εναγομένου ή να έχει με τον ίδιο τρόπο επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του αντιδίκου του, όταν ο ίδιος με τις ενέργειες του συνέτεινε στην πρόκληση της ζημιάς, [.] και όταν ο ίδιος τον ώθησε να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για τις οποίες ο ενάγων ζητεί τη βοήθεια του δικαστηρίου. Ο ενάγων ο οποίος απεδείχθη ότι και ο ίδιος αθέτησε ή παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, θα δυσκολευθεί να πείσει το δικαστήριο να του χορηγήσει απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται ο εναγόμενος να εκτελέσει άλλους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ο ενάγων επιπλέον αναμένεται ότι δεν θα είναι ο ίδιος ένοχος καθυστέρησης ή να έχει δεχθεί τροποποίηση των υποχρεώσεων του εναγομένου και ότι ο ίδιος θα έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου. Ακόμη και η απόκρυψη στοιχείων, η ψευδής ένορκη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου, η χρήση ανήθικων ή ελεεινών μεθόδων, έχουν θεωρηθεί ως παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της μη χορήγησης της θεραπείας του απαγορευτικού διατάγματος». Στο σύγγραμμα του Spry ανωτέρω στη σελίδα 423 αναφέρονται τα εξής: «The discretionary considerations that are taken into account by courts with equitable jurisdiction include not only matters touching the general nature of the right to be enforced and the general effects of the grant or refusal of relief [.] but also matters that touch the propriety of the plaintiff, in view οf his prior conduct, in approaching the court for the particular relief that he seeks. These latter considerations are sometimes said to be personal to the plaintiff. So, for example, when the special intervention of the court is sought in the enforcement of contractual rights it is necessary to consider such matters as misrepresentation and non-disclosure [.] and fraud and the need for clean hands». Στο σύγγραμμα δε Halsbury's Laws of England
(2014)Vol.14 στη σελ. 112 υπό τον τίτλο "EQUITABLE JURISDICTION / PRINCIPLES OF EQUITABLE JURISDICTION / HE WHO COMES INTO EQUITY MUST COME WITH CLEAN HANDS" αναφέρεται ότι: «A court of equity refuses relief to a claimant whose conduct in regard to the subject matter of the litigation has been improper. This was formerly expressed by the maxim "(h)e who has committed iniquity shall not have equity"; and relief was refused where a transaction was based on the plaintiff's fraud or misrepresentation, or where the plaintiff sought to enforce a security improperly obtained, or where he claimed a remedy for a breach of trust which he had himself procured and whereby he had obtained money. Later it was said that the plaintiff in equity must come with perfect propriety of conduct, or with clean hands». Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ανεξάρτητα του ότι οι υπό εξέταση αιτήσεις μετατράπηκαν σε δια κλήσεως και άρα το καθήκον της πλήρους αποκάλυψης δεν ισχύει, εντούτοις και ως εκ της φύσεως των θεραπειών που αξιώνονται, η συμπεριφορά των Αιτητών έναντι της Καθ' ης η Αίτηση έχει τον δικό της ρόλο και σημασία αφού ένας Αιτητής ο οποίος είναι ένοχος παραπλανητικής και δόλιας συμπεριφοράς όχι μόνο έναντι ενός Καθ' ου η Αίτηση αλλά και έναντι του Δικαστηρίου δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Παρόμοια θέση εκφράζεται και στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, 5η έκδοση, του Stephen Gee, σελ. 247, παρ. 9.009: «An applicant for inter partes relief does not have a duty to make full and frank disclosure of material facts, but is under an obligation not knowingly to mislead the court». Προχωρώ αμέσως στην εξέταση από κοινού λόγω της σύνδεσης και της σχετικότητας τους τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)του κατά πόσο δηλαδή πληρούνται οι προϋποθέσεις της συζητήσιμης υπόθεσης και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προκύπτει από τα δικόγραφα των Αιτητών δηλαδή την Έκθεση Απαιτήσεως, την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Αιτητών 1, αλλά και το περιεχόμενο της ΕΔ Καλλή, σε γενικές γραμμές ότι η θέση των Αιτητών είναι ότι η Τράπεζα, (τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων) τους ξεγέλασε και τους εξώθησε να υπογράψουν όλες τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και παρεπόμενες συμφωνίες (ιδιαίτερα τη συμφωνία δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα) χρησιμοποιώντας δόλο και απάτη ουσιαστικά, αφού δεν τους επεξήγησε τους όρους και κινδύνους της δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα ενώ παράλληλα επέβαλε παράνομους και καταχρηστικούς όρους, συμπεριφέρθηκε κακόπιστα και ανέντιμα και εκμεταλλεύτηκε την δεσπόζουσα οικονομική της θέση για να αποκομίσει παράνομα οικονομικά οφέλη ενώ ενήργησε παράνομα, ανέντιμα και αλαζονικά αρνούμενη την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων των Αιτητών. Ειδικότερα ως προς την πιστωτική διευκόλυνση σε Ελβετικά Φράγκα, είναι η δικογραφημένη θέση των Αιτητών ότι η Τράπεζα και οι υπάλληλοι της ήταν αμελείς, τόσο κατά την εξέταση της αίτησης τους για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και κατά την παροχή συμβουλών προς αυτούς για τις πιστωτικές διευκολύνσεις (και τους όρους αυτών) που ήταν οι πλέον κατάλληλοι για τους Αιτητές και οι Αιτητές στηρίχθηκαν στις αμελείς συμβουλές των υπαλλήλων της Τράπεζας με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές και βλάβες. Περαιτέρω ότι ακόμα και οι άλλες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής και οικονομικού εξαναγκασμού και ότι αυτές είναι παράνομες και παράτυπες και περιέχουν καταχρηστικούς όρους οι οποίοι δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης καθ' ότι ήταν προδιατυπωμένοι. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. κ. Καλλή ότι οι Αιτητές ουσιαστικά αξιώνουν μεταξύ άλλων: (α) την ακύρωση όλων των συμφωνιών (πιστωτικής διευκόλυνσης σε ξένο νόμισμα, εγγυήσεων, εξασφαλίσεων, υποθηκών κ.λπ), (β) διάφορα αναγνωριστικά και προστακτικά διατάγματα, (γ) σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό, δήλωση ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε εύλογο χρόνο για την εξόφληση του αναλόγως των συνθηκών που υπήρχαν στις σχέσεις των διαδίκων και της συμπεριφοράς της Τράπεζας για εξόφληση των οφειλόμενων προς την Τράπεζα ποσών μέσω περιοδικών πληρωμών στη βάση των σημερινών οικονομικών δυνατοτήτων των Αιτητών και (δ) αποζημιώσεις. Είναι και η θέση της καθ' ης η αίτηση, όπως εκφράζεται στην αγόρευση των συνηγόρων της, ότι στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Καλλή και αφορούν και γεγονότα που έλαβαν χώρα τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εξασφαλίσεων και υποθηκών), τους όρους των συμφωνιών και τις κατ' ισχυρισμό πάντοτε αυθαίρετες χρεώσεις με τις οποίες επιβαρύνθηκαν οι Αιτητές θα μπορούσε να λεχθεί ότι η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 πιθανώς να πληρείται. Παρόμοια και η δεύτερη προϋπόθεση δηλαδή ότι με βάσει τους ισχυρισμούς που προωθούνται εκ μέρους των Αιτητών αυτοί έχουν καταδείξει, στον περιορισμένο πάντοτε βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ότι όντως η αγωγή τους ενδεχομένως να έχει κάποια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εδώ όμως είναι που πρέπει να παρεμβληθεί ότι ταυτόχρονα με τις ως άνω θέσεις οι Αιτητές στην υποστηρικτική της αίτησης τους ένορκη δήλωση αλλά και ισχυρισμών στην ίδια την αγωγή προβαίνουν και σε σημαντικές παραδοχές οι οποίες και θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης που αφορά την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων σε αντιπαραβολή ασφαλώς με τους ισχυρισμούς που η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει στην δική της ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Σημειώνω προς τούτο τα ακόλουθα όπως αυτά προκύπτουν από την ΕΔ του κ. Καλλλή: (α) Οι Αιτητές παραδέχονται ανεπιφύλακτα την υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εγγυήσεων και υποθήκης) ( σχετικές είναι οι παρ. 5, 6, 8, 10, 11, 12,15, 17, 36 και 37 στην ΕΔ Καλλή). (β) Παραδέχονται ότι υπήρχαν δυσκολίες στην καταβολή των προβλεπόμενων από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δόσεων, με τους Αιτητές να μην είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Τράπεζα (σχετικές είναι οι παρ. 13, 14, 15, 16 και 24 στην ΕΔ Καλλή). (γ) Παραδέχονται ότι αποτάθηκαν επανειλημμένα προς την Τράπεζα αιτούμενοι την αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων και ζητώντας από την Τράπεζα να δείξει κατανόηση, προσπάθεια η οποία προσέκρουσε στην αδιάλλακτη (κατά την εισήγηση τους) στάση της Τράπεζας. (σχετικές είναι οι παρ. 15, 16, 17, 18, 20, 34, 35, και 50 της ΕΔ Καλλή). (δ) Παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα (το νομίμως οφειλόμενο όπως το χαρακτηρίζουν) το οποίο ισχυρίζονται ότι θα εξοφλήσουν μέσω εύλογων μηνιαίων δόσεων και ότι θα το εξοφλήσουν μέσω πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων (σχετικές είναι η παρ. 34 στην ΕΔ Καλλή). (ε) Παρουσιάζουν έγγραφο προερχόμενο από τον ¨ειδικό αναλυτή¨ όπως υποστηρίζουν τον κ. Τάλλη, το οποίο φαίνεται να δείχνει ότι το (νομίμως κατά την άποψη των Αιτητών) οφειλόμενο ποσό για την δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα στις 30.06.2018 φαίνεται να ανερχόταν στα €103.855,37σ. (Τεκμ. 14 στην ΕΔ Καλλή). Διαπιστώνεται επομένως ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι Αιτητές παραδέχονται ρητά και είναι δεσμευτική γι' αυτούς δήλωση (βλ. σχετικά Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελίδα 279 αλλά και την Union des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences ν. Apak Agro Industries Ltd. κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 542) η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου από τις διανειακές τους οφειλές. Με αυτή ουσιαστικά καταρρέουν όλοι οι ισχυρισμοί τους και η αγωγή τους που στηρίζεται σε ισχυριζόμενη εξαπάτηση, πλάνη, αμέλεια, αθέμιτη επιρροή, οικονομικό εξαναγκασμό και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας και άλλους συναφείς ισχυρισμούς. Το μόνο επίδικο ζήτημα και αντιδικία που έχει παραμείνει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της παρούσας αγωγής και της Ανταπαίτησης της Τράπεζας, εστιάζεται όχι στο κατά πόσον ορθά υπογράφηκαν οι επίδικες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων, εξασφαλίσεων και υποθηκών ή εάν η Τράπεζα εξαπάτησε, εξανάγκασε και υποχρέωσε τους Αιτητές να υπογράψουν τις συμφωνίες ή κατά πόσον ήταν αμελής απέναντι τους όταν τους συμβούλευε να δανειοδοτηθούν σε Ελβετικά Φράγκα, αλλά στο ύψος του οφειλόμενου ποσού και μόνον, ήτοι το κατά πόσον η Τράπεζα δικαιούται σε αποφάσεις για το συνολικό ποσό της Ανταπαίτησης της ή εάν δικαιούται απόφαση μόνο για τα ποσά που οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν και που καθορίζουν μάλιστα σε ένα ποσό της τάξης των €103.855,37σ. τουλάχιστον όσον αφορά την δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Είναι δε εύλογο το ερώτημα όπως τίθεται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση δεδομένης της παραδοχής αυτής γιατί δεν αποδέχονται οι Αιτητές να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους έστω για το ποσό το οποίο αποδέχονται ότι οφείλουν, παρά μόνο συνεχίζουν και επιμένουν στην προώθηση των αξιώσεων τους αλλά και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση της Τράπεζας; Είναι δε παράδοξο να αμφισβητείται ένα χρέος μέσω αγωγής όταν οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται σε ένορκη δήλωση τους την οφειλή τουλάχιστον του ως άνω ποσού ακόμα και για δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Από την στιγμή δε που οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται ότι υπόγραψαν την επίδικη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων σε ξένο νόμισμα, ανεξάρτητα αν οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι την τερμάτισαν, τότε αυτοί υποχρεούνται να επιστρέψουν και να καταβάλουν προς την Τράπεζα όλα τα ποσά τα οποία έλαβαν στη βάση των προνοιών του Άρθρου 64 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[1]. Από την άλλη οι θέσεις των Αιτητών για παράνομες και καταχρηστικές ρήτρες σε όλες τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δεν οδηγούν ούτως ή άλλως σε ακυρότητα ολόκληρων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά μόνο τους συγκεκριμένους όρους αυτών (βλ. Νεοφύτου ν. Κυριακίδη,
(1999)2 ΑΑΔ 299). Με όσα εξηγώ πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται. Παρόλο ότι η συζήτηση θα μπορούσε να είχε τερματιστεί εδώ εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω και στην εξέταση και της τρίτης προϋπόθεσης η οποία αφορά την ανεπανόρθωτη βλάβη στους Αιτητές εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι αιτιάσεις που προβάλλουν οι Αιτητές σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση είναι ότι θα παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσουν την υπόθεση τους, το δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και ασφαλώς ως κύριο μέλημα τους προβάλλει να μην απωλέσουν την ακίνητη ιδιοκτησία τους. Σε σχέση με τη θέση ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η αγωγή των Αιτητών θα καταστεί άνευ αντικειμένου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ενόψει των ρητών παραδοχών των Αιτητών μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Καλλή, το επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής και της Ανταπαίτησης της Τράπεζας, δεν είναι το κατά πόσον οι επίδικες συμφωνίες είναι νόμιμες ή όχι ή το κατά πόσον οι Αιτητές οφείλουν ή δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα ή εάν η Τράπεζα ήταν αμελής και κατ' ισχυρισμό παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι των Αιτητών, παρά μόνο το ύψος του οφειλόμενου ποσού όταν μάλιστα οι ίδιοι οι Αιτητές το έχουν προσδιορίσει με μελέτη όπως ισχυρίζονται ειδικού. Συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα ότι η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Αιτητές ουσιαστικά έχουν αναιρέσει τους ισχυρισμούς τους περί παράνομων πράξεων της Τράπεζας, περιορίζοντας τις διαφορές τους με την Τράπεζα στο ύψος του οφειλόμενου ποσού και μόνο και όχι στην ύπαρξη ή νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών. Διαφορετική αντίκριση κατά την αντίληψη μου θα οδηγούσε σε αντιφατικά ευρήματα. Δεν πρέπει δε να παραγνωρίζεται ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού είναι παντελώς ανεξάρτητη διαδικασία η οποία δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, η οποία θα εκδικασθεί στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και δεν αποτελεί βεβαίως διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Οι αιτητές προβάλλουν ότι θα απωλέσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα. Στη βάση όμως των όρων 4[2] και 5[3] των εγγράφων υποθήκης ο κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και δεν είναι ένα καινούριο δημιούργημα του Νόμου 87(Ι)/2018, αφού με την νέα νομοθεσία δεν δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες, ήτοι ο νέος Νόμος δεν δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία το οποίο δεν είχε προηγουμένως είτε δυνάμει των εγγράφων υποθήκης είτε δυνάμει του άρθρου 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Νόμου (Ν. 9/1965), παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος που είχε, να πωλεί δηλαδή την ακίνητη ιδιοκτησία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελος του προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε λάβει. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη όταν το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα υπήρχε πάντοτε και της δόθηκε από τους ίδιους τους Αιτητές οι οποίοι είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι οφείλουν στην Τράπεζα ποσό (τουλάχιστον όσον αφορά την επίδικη συμφωνία δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα) ύψους περίπου €103.000,00 με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα των πιο πάνω οι αιτιάσεις που προβάλλονται στην ΕΔ Καλλή ως προς αυτό το ζήτημα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα (είτε μέσω εκτιμήσεων των ακινήτων που θα πουληθούν είτε της τιμής πώλησης) και άρα είναι ανακτήσιμες και εύκολα μπορούν να αποζημιωθούν. Εδώ θα πρέπει να υπομνησθεί ως αναφέρει και ο κ. Ελευθερίου στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση και δε αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές ότι η Τράπεζα είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτητές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια του Καθ' ου η Αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ των Αιτητών είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι εάν και εφόσον διενεργηθεί με επιτυχία ο επίδικος πλειστηριασμός και τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν, μόνο όφελος μπορεί να προκύψει για τους Αιτητές αφού το παραδεκτά οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό είτε θα εξοφληθεί είτε μειωθεί ενώ εάν στο τέλος της ημέρας αποδεχθεί ότι οι Αιτητές όφειλαν μικρότερα ποσά από την τιμή πώλησης και πάλι το ζήτημα είναι καθαρά λογιστικό και χρηματικής φύσεως. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι: (α) δεν διαβλέπω πρόκληση ζημιάς την οποία θα υποστούν οι Αιτητές εάν και εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού και (β) έστω και αν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ενδεχομένως οι Αιτητές θα υποστούν ζημιές από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού, η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία των όποιων ζημιών τυχόν υποστούν οι Αιτητές, αφού αυτές είναι εύκολα υπολογίσιμες αλλά και ανακτήσιμες σε χρήμα. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς και γέρνει υπέρ της απόρριψης των αιτούμενων διαταγμάτων και τούτο καθ' ότι: Η εξακρίβωση του κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορον να εκδοθεί ή να παραμείνει σε ισχύ ένα προσωρινό διάταγμα, είναι ένα λεπτό και δύσκολο έργο αφού όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λοιζίδου ανωτέρω: «.Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.». Επομένως οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους έκρινα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις στη βάση του Άρθρου 32 για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Εδώ προστίθεται και ο παράγοντας της συμπεριφοράς των Αιτητών έναντι της Τράπεζας αλλά και έναντι του Δικαστηρίου, η οποία θεωρώ ότι οδηγεί στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα το οποίο δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του Δικαίου της επιείκειας. Προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου ότι οι Αιτητές: (α) Απέκρυψαν και δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου ειδικά ρητούς όρους των Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθηκών όπως για παράδειγμα τον όρο 5 (βλ. πιο πάνω), και το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει απευθείας τα ενυπόθηκα ακίνητα κατά την απόλυτη κρίση της, δικαίωμα το οποίο ενεργοποιήθηκε με την (παραδεκτή από τους Αιτητές) υπερημερία τους και τη μη εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών που οι υποθήκες εξασφαλίζουν και που οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν. (β) Η αναφορά στην τροποποιητική συμφωνία (Τεκμ. 7) στην ΕΔ Καλλή ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο αναγράφηκε δήθεν τεχνηέντως από την Τράπεζα, χωρίς να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η εν λόγω χειρόγραφη προσθήκη έγινε αποδεκτή από τον ίδιο τον κ. Καλλή μέσω της μονογράφησης αυτής κρίνεται τουλάχιστον ως παραπλανητική. (γ) Καταχώρησαν την παρούσα αγωγή ισχυριζόμενοι παραπλάνηση, απάτη, αθέμιτη επιρροή, οικονομικό εξαναγκασμό, αμέλεια και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας και αμφισβητώντας τη νομιμότητα και ύπαρξη τόσο των Συμφωνιών όσο και του χρέους, ανατρέποντας ακολούθως τους ως άνω ισχυρισμούς τους μέσω της ίδιας της ΕΔ Καλλή με την παραδοχή τους ότι οφείλουν υπόλοιπο από τις δανειακές τους συμβάσεις. (δ) Παραδέχτηκαν ρητά και απερίφραστα μέσω της ΕΔ Καλλή ότι δεν συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας και δεν κατέβαλαν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες δόσεις και ότι πρόθεση και επιθυμία τους είναι η αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων τους την οποία απαίτησαν επανειλημμένα. (ε) Έστω και εάν παραδέχονται ότι το οφειλόμενο ποσό τουλάχιστον της διευκόλυνσης σε ξένο νόμισμα ανέρχεται στο ποσό περίπου των €103.000,00, εντούτοις δεν προσφέρουν καν στην Τράπεζα αυτό το ποσό προβάλλοντας προσκόμματα στην Τράπεζα να πετύχει την έκδοση απόφασης υπέρ της. Παρόλα αυτά εκφράζουν την πρόθεση να εξοφλήσουν το «νομίμως» κατά τον ισχυρισμό τους οφειλόμενο με μηνιαίες πληρωμές χωρίς να προτείνουν κάτι συγκεκριμένο. (στ) Διαβλέπω από το σύνολο των γεγονότων και ισχυρισμών ότι οι Αιτητές επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση να αποστερήσουν και να εξουδετερώσουν ένα δικαίωμα της Τράπεζας που οι ίδιοι έδωσαν σε αυτήν επικαλούμενοι διάφορες αφορμές και αιτίες, παραβλέποντας και αγνοώντας ότι οι ίδιοι γνώριζαν για τον κίνδυνο απώλειας των ακινήτων τους και τον αποδέχθηκαν εγγράφοντας υποθήκες σε αυτά. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων καταλήγω ότι και ως εκ της συμπεριφοράς των Αιτητών, εκφάνσεις της οποίας έχουν περιγραφεί πιο πάνω, δεν μπορούν να προσδοκούν την επιείκεια του Δικαστηρίου στη διεκδίκηση της θεραπείας που αξιώνουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και συνοψίζοντας τα καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα τα οποία με οδηγούν στην απόρριψη της αίτησης: (α) Με τις παραδοχές των Αιτητών όπως αυτές έγιναν μέσω της ΕΔ Καλλή ανατρέπεται ξεκάθαρα το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν την υπόθεση τους και το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει στην παρούσα αγωγή είναι το ύψος του οφειλομένου προς την Τράπεζα ποσού στο οποίο οι Αιτητές περιόρισαν την αμφισβήτηση τους. (β) Καμία ζημιά πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη δεν θα υποστούν οι Αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (γ) Λόγω της συμπεριφοράς τους οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του δικαίου της επιείκειας ενώ είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως τα αιτούμενα διατάγματα να μην εκδοθούν. (δ) Οι λόγοι ένστασης της Τράπεζας ευσταθούν και έχουν προβληθεί πειστικοί και ικανοποιητικοί λόγοι για την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και την απόρριψη της αίτησης σε αντίθεση με το σύνολο των αιτιάσεων που προβλήθηκαν από πλευράς των αιτητών οι οποίες κρίνω ότι δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης οι οποίες θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον των Αιτητών/ εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για την ακύρωση ή αναστολή διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. [1] Αν ο συμβαλλόμενος κατ' εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση. Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλο συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. [2] 4. Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω το ποσό των. επιπλέον τόκους, τόκους υπερημερίας, προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο 12. Σε περίπτωση που παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν αυτής της πώλησης για μερί ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη. .. [3] 5. Η Τράπεζα μπορεί, χωρίς να επηρεάζονται με κανένα τρόπο τα δικαιώματα της βάσει αυτής της υποθήκης να κάνει τα ακόλουθα: α) Να τερματίζει, τροποποιεί, αυξάνει ή να ελαττώνει τις χρηματοδοτήσεις ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη ή σε οποιοδήποτε από αυτούς. .. .. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο