ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. N.S.M DEMOCARS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1678/14, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1678/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και N.S.M DEMOCARS LTD XXXX Δημοσθένους XXXX Δημοσθένους Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 14.03.2019 Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2019 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χατζηστερκώτη Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Αθηνοδώρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.04.14 και με αυτήν η Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») διεκδικεί από τους Εναγόμενους 1- 3 (στο εξής «Αιτητές») το ποσό των €89.170,33, ως επίσης και την έκδοση διαταγμάτων δυνάμει των οποίων να διατάσσεται αφενός η Αιτήτρια 1 να παραδώσει το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX95 (στο εξής «το όχημα») και αφετέρου η διενέργεια δημόσιου πλειστηριασμού προς πώληση του οχήματος. Η αξίωση της Καθ' ης η αίτηση εδράζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 21.10.08 δυνάμει της οποίας ενοικίασε στην Αιτήτρια 1 με δικαίωμα αγοράς το όχημα και η τελευταία έλαβε την κατοχή του αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση εξόφλησης του ποσού της παραχωρηθείσας πίστωσης πλέον τα δικαιώματα ενοικιαγοράς. Η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς εξασφαλιζόταν από την εγγύηση ιδίας ημερομηνίας των Αιτητών 2 και
- Οι Αιτητές δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να τερματίσει τη συμφωνία ενοικιαγοράς μέσω επιστολών ημερομηνίας 03.09.
- Η Αιτήτρια 1 στην Υπεράσπιση της αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση εγείροντας κατά διαζευκτικό τρόπο διάφορες υπερασπιστικές γραμμές. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Καθ' ης η αίτηση, ούτε και παρέλαβε από την Καθ' ης η αίτηση είτε το επίδικο ποσό, είτε το όχημα. Επίσης ουδέποτε ανέλαβε υποχρέωση εξόφλησης του ποσού που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση της παραχωρήθηκε ως πίστωση. Από την άλλη, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική καθώς το αντικείμενο της ενοικιαγοράς δεν είναι υπαρκτό και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη διότι υπογράφηκε υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης και σε κάθε περίπτωση σε αυτήν περιλαμβάνονται καταχρηστικοί και/ή εικονικοί και/ή παράνομοι και/ή ετεροβαρείς και/ή επαχθείς όροι. Στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια 1 αγόρασε το όχημα, η τελευταία ισχυρίζεται ότι τούτο συνέβη μετά από ψευδείς παραστάσεις και/ή υποσχέσεις και/ή ψυχικές πιέσεις. Παράλληλα η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη διότι, μεταξύ άλλων, καταστρατηγεί τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/96)του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 (Ν.39(Ι)/01)και του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2001 (Ν.197(Ι)/03). Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εκτός από την επίδικη συμφωνία υπήρχαν και άλλες προφορικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων οι οποίες δημιουργούν νομικό κώλυμα στην Καθ' ης η αίτηση στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει το διεκδικούμενο ποσό και ότι ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και/ή νομότυπα η επίδικη συμφωνία. Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό αυτό είναι κατά πολύ λιγότερο από το αξιούμενο. Η ίδια υπερασπιστική γραμμή ακολουθείται και στο δικόγραφο Υπεράσπισης των Αιτητών 2 και 3 οι οποίοι προβάλλουν τους ανάλογους ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1 σε σχέση όμως με τη συμφωνία εγγύησης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.03.19 και με αυτήν ζητείται εκτεταμένη τροποποίηση της Υπεράσπισης των Αιτητών ως επίσης και η προσθήκη ανταπαίτησης. Θεωρώ σκόπιμο να παρεμβάλω τις αιτούμενες θεραπείες όσον αφορά την Υπεράσπιση της Αιτήτριας 1: «
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται Άδεια Τροποποίησης της Υπερασπίσεως των Εναγομένων 1 με την προσθήκη και Ανταπαίτησης ως ακολούθως: 1.
- Προσθήκη στις λέξεις «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ.1» των λέξεων «ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ», ώστε ο τίτλος της Εκθέσεως Υπερασπίσεως των Εναγόμενων 1 πριν την παράγραφο 1 αυτής να διαβάζεται «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ.1 ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ». 1.
- Προσθήκη στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 μετά το τέλος της παραγράφου 7 και ως συνέχεια αυτής τα ακόλουθα: «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΤΕΡΟΒΑΡΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΠΑΧΘΩΝ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΝΌΜΩΝ ΟΡΩΝ» 7.
- Υπολογισμός των Δικαιωμάτων Ενοικιαγοράς και/ ή του τόκου προς ετήσιο ποσοστό EURIBOR, το οποίο δεν προσδιορίζεται αν είναι ενός ή τριών ή έξι ή δώδεκα μηνών, προσαυξημένο κατά 1,5% και/ ή του τόκου υπερημερίας προς ετήσιο ποσοστό EURIBOR, το οποίο δεν προσδιορίζεται αν είναι ενός ή τριών ή έξι ή δώδεκα μηνών, προσαυξημένο κατά 7,75% με διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες και όχι το ημερολογιακό έτος με διάρκεια 365 ημερών ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους ως αφανής υπολογισμός κατά παράβαση του άρθρου 7 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο και/ ή επιβαρυντικού για τους Εναγόμενους 1 χωρίς εύλογη αιτία δεδομένης και της δυνατότητας που παρέχουν πλέον σήμερα τα ηλεκτρονικά μέσα για επακριβή υπολογισμό του τόκου με έτος 365 ημερών χωρίς πρόσθετη δυσχέρεια και/ ή κατά παράβαση των προνοιών του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, σύμφωνα με τον οποίο «έτος» σημαίνει το ημερολογιακό έτος και όχι το εμπορικό έτος και/ ή ως ο ορισμός περί «καταχρηστικής ρήτρας», σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(5)του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν.93(Ι)/1996, πλέον Ν.49(Ι)/2016ως αυτός έχει τροποποιηθεί. 7.
- Υπολογισμός του τόκου υπερημερίας προς ετήσιο ποσοστό EURIBOR, το οποίο δεν προσδιορίζεται αν είναι ενός ή τριών ή έξι ή δώδεκα μηνών, προσαυξημένο κατά 7,75%, ήτοι πέραν του 2% καθ' υπέρβαση των διατάξεων του άρθρου 3 (Ια) και (1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμος του 1999 (160 (I) / 1999). 7.
- Μονομερής καθορισμός και μεταβολή επιτοκίου και/ ή των Δικαιωμάτων Ενοικιαγοράς και/ ή του Τόκου και/ ή μονομερής επιβάρυνση με έξοδα και/ ή δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ ή άλλα δικαιώματα που αφορούν δαπάνες των Εναγόντων για εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, που εμπίπτει στον όρο «καταχρηστική ρήτρα», ως αυτή ορίζεται από τα στοιχεία (ια) και (ιβ) της παραγρ. 1 του Παραρτήματος του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (93 (I) / 1996) και απαγορεύεται ρητά από τις πρόνοιες του άρθρου 3Α, εδάφιο
(2)του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160 (I) / 1999) και ενημέρωση επί τούτου μετά τον καθορισμό και/ ή την επιβολή και/ ή τη μεταβολή, ώστε οι Εναγόμενοι 1 να μην ενημερώνονται ευκρινώς και/ ή να μην υπάρχει διαφάνεια για τη μέθοδο, τα κριτήρια, τα όρια καθορισμού των πιο πάνω και τη χρονική συχνότητα αυτών των αλλαγών κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 7 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, κάτι το οποίο εγκυμονεί τον κίνδυνο επαχθών συναλλαγών, που ούτε μπορούν να προβλέψουν ούτε να αποφύγουν αλλά ούτε και να διαπραγματευτούν ο Εναγόμενοι
- 7.
- Επιβάρυνση, βάσει του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς, του κατ' ισχυρισμό ενοικιαστή, ήτοι των Εναγόμενων 1, και κατ' επέκταση των Εναγόμενων 2 και 3 ως κατ' ισχυρισμό εγγυητών στο εν λόγω συμβόλαιο με έξοδα ασφάλισης του επίδικου οχήματος έναντι όλων των κινδύνων χωρίς αντιπαροχή, καθώς ουσιαστικά μόνο και πλήρες όφελος θα είχαν οι Ενάγοντες, καθότι οι τελευταίοι θα κατακρατούσαν το Ασφαλιστικό συμβόλαιο με τις αποδείξεις ασφάλειας, θα αποζημιώνονταν από τους κατ' ισχυρισμό ενοικιαστές Εναγόμενους 1 και κατ' επέκταση από τους κατ' ισχυρισμό εγγυητές Εναγόμενους 2 και 3 για οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της τροποποίησης τέτοιου Ασφαλιστικού συμβολαίου και/ ή θα διορίζονταν αντιπρόσωποι των Εναγόμενων 1 με σκοπό τη διαπραγμάτευση και/ ή συμφωνία και/ ή συμβιβασμό με τους Ασφαλιστές και/ ή την είσπραξη όλων των χρημάτων, που θα καθίσταντο πληρωτέα δυνάμει τέτοιου ασφαλιστικού συμβολαίου ακόμη και για οφειλόμενο υπόλοιπο από τον Ενοικιαστή και/ ή αντικατάσταση, αποκατάσταση και/ ή αναπλήρωση του εμπορεύματος, ήτοι του επίδικου αυτοκινήτου και/ ή παρά την ύπαρξη τέτοιου ασφαλιστικού συμβολαίου έναντι κάθε κινδύνου οι Εναγόμενοι 1 και κατ' επέκταση και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως κατ' ισχυρισμό εγγυητές θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα κάθε αναγκαίας επιδιόρθωσης συμπεριλαμβανομένης και ζημιάς στο επίδικο όχημα συνεπεία πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων. 1.
- Προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 9 στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και ως συνέχεια αυτής των ακόλουθων: «κατά παράβαση της αρχής της διαφάνειας ως αυτή κατοχυρώνεται από τις πρόνοιες των άρθρων 4 έως 6 του Περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο του 2007 (103 (I) / 2007), του άρθρου 7 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο και του άρθρου 29 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149).» 1.
- Προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 17 στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και ως συνέχεια αυτής των ακόλουθων: «και αν αποδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας από τους Εναγόμενους 1 και/ ή αν αποδειχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή των Εναγόμενων 1 προς τους Ενάγοντες, αυτή έχει εξοφληθεί βάσει των όρων των εν λόγω προφορικών και/ ή εν μέρει προφορικών και εν μέρει γραπτών και/ ή εξυπακουόμενων και/ ή συμπληρωματικών της επίδικης συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΓΡΑΠΤΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΞΥΠΑΚΟΥΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ/ Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ 17.
- Επειδή οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, και ο κ. XXXXX Δημοσθένους, καθώς και η εταιρεία C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD (ΑΕ 202248), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένης βάσει των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) και της οποίας ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής και η Εναγόμενη 3 Γραμματέας, συνεργάζονταν με τους Ενάγοντες και/ ή διατηρούσαν λογαριασμούς και/ ή λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων και/ ή γραμμάτια στους Ενάγοντες, οι Ενάγοντες μαζί μέ τους Εναγόμενους 1, 2, 3, τον κ. XXXXX Δημοσθένους και την εταιρεία C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD (ΑΕ 202248) σύναψαν προφορικές και/ ή εν μέρει προφορικές και εν μέρει γραπτώς και/ ή εξυπακουόμενες και/ ή συμπληρωματικές συμφωνίες των επίδικων και άλλων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων ως ακολούθως: 17.1.
- Οι Ενάγοντες θα παραχωρούσαν στην Εναγόμενη 1 πίστωση για την αγορά αυτοκινήτων μέσω συμφωνιών ενοικιαγοράς και/ ή δανειοδότηση. 17.1.
- Ιδιοκτήτρια και έμπορος των αυτοκινήτων που θα αποτελούσαν το εμπόρευμα των συμφωνιών ενοικιαγοράς θα ήταν η Εναγόμενη
- 17.1.
- Υπό την ιδιότητα του «Εμπόρου», η Εναγόμενη 1 θα υπέβαλλε αίτημα προς τους Ενάγοντες όπως συναφθεί συμφωνία ενοικιαγοράς για συγκεκριμένο αυτοκίνητο. 17.1.
- Βάσει των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς, το εν λόγω αυτοκίνητο θα εγγράφονταν στο όνομα των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 και η τελευταία θα φερόταν στη συμφωνία ως ο «Ενοικιαστής» και ο Εναγόμενος 2 και/ ή η Εναγόμενη 3 θα εγγυούνταν τη συμφωνία ενοικιαγοράς. 17.1.
- Η συμφωνία ενοικιαγοράς θα περιλάμβανε μεταξύ άλλων το πρόγραμμα πληρωμής, ήτοι τον αριθμό, τη συχνότητα, το ποσό και την έναρξη πληρωμής των δόσεων, το συνολικό ποσό πίστωσης, ήτοι το τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου, τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και τις λοιπές χρεώσεις και/ ή έξοδα και το ποσό δικαιώματος αγοράς, καθώς και το ποσοστό υπολογισμού του τόκου υπερημερίας. 17.1.
- Η Εναγόμενη 1 και/ ή ο Εναγόμενος 2 και/ ή ο κ. XXXXX Δημοσθένους θα αναλάμβαναν την προώθηση της πώλησης των ρηθέντων αυτοκινήτων σε τρίτα πρόσωπα. 17.1.
- Σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 δια των αντιπροσώπων και/ ή υπηρετών της και/ ή ο Εναγόμενος 2 και/ ή ο κ. XXXXX Δημοσθένους έβρισκαν «αγοραστή» για κάποιο από τα εν λόγω αυτοκίνητα, θα έφερναν το πρόσωπο αυτό σε επαφή με τους Ενάγοντες για σύναψη συμφωνίας ενοικιαγοράς. 17.1.
- Με τη σύναψη της νέας συμφωνίας ενοικιαγοράς μεταξύ των Εναγόντων και του τρίτου προσώπου, το αυτοκίνητο θα εγγραφόταν στο όνομα των Εναγόντων και του τρίτου προσώπου, το οποίο θα φερόταν στη συμφωνία ως ο «Ενοικιαστής» σε αντικατάσταση της Εναγόμενης
- 17.1.
- Περάν των ρηθέντων αυτοκινήτων, η Εναγόμενη 1 και/ ή ο Εναγόμενος 2 και/ ή ο κ. XXXXX Δημοσθένους προωθούσαν την πώληση και άλλων αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 δια της σύναψης συμφωνιών ενοικιαγοράς επικειμένων αγοραστών με τους Ενάγοντες. 17.1.
- Το όφελος των Εναγόντων από την ως άνω συμφωνία θα προερχόταν από τα δικαιώματα ενοικιαγοράς ως οι όροι έκαστης συμφωνίας ενοικιαγοράς. 17.1.
- Το όφελος των Εναγομένων 1, 2, 3, και του κ. XXXXX Δημοσθένους, καθώς και της εταιρείας C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD θα ήταν η λήψη προμήθειας περί τα 300€ για κάθε συμφωνία ενοικιαγοράς και επιπρόσθετο ποσό ως bonus ανάλογα με την αξία του εκάστοτε αυτοκινήτου, ποσά τα οποία θα πιστώνονταν στους λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων, που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι 1-3, συμπεριλαμβανομένων και των εγγυήσεων στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και/ ή σε όλα τα ρηθέντα συμβόλαια ενοικιαγοράς μεταξύ των διαδίκων, και ο κ. XXXXX Δημοσθένους και η C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD, προς εξόφληση αυτών και/ ή θα πληρώνονταν στους Εναγόμενους 1-3 και στον κ. XXXXX Δημοσθένους και στη C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD μέσω γραμμάτιου. 17.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2, και ο κ. XXXXX Δημοσθένους, συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι των Εναγόντων βάσει της ρηθείσας συμφωνίας και συνέβαλαν στη σύναψη συμφωνιών ενοικιαγοράς μεταξύ των Εναγόντων και τρίτων προσώπων για αυτοκίνητα της N.S.M. DEMOCARS LTD, από τις οποίες συμφωνίες ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες εξασφάλισαν και/ ή εξασφαλίζουν ακόμη το όφελος από τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και/ ή τους τόκους υπερημερίας και/ ή άλλως. 17.
- Αντίθετα, οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους Εναγόμενους 1-3 και τον κ. XXXXX Δημοσθένους και τη C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD και δεν κατέβαλαν στους Εναγόμενους 1-3 και τον κ. XXXXX Δημοσθένους και τη C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD τα ποσά προμηθειών, ως η παράγραφος 17.1.
- ανωτέρω, ως πίστωση στους λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων τους και/ ή μέσω γραμματίου. 17.
- Αν και οι Ενάγοντες συνεχώς παραβίαζαν την ως άνω συμφωνία και δεν κατέβαλλαν τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ποσά στους Εναγόμενους 1-3 και τον κ. XXXXX Δημοσθένους και τη C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD, οι Ενάγοντες έπεισαν τους Εναγόμενους 1-3 και τον κ. XXXXX Δημοσθένους και τη C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD όπως συνεχίσουν να τηρούν την ως άνω συμφωνία δια δόλου και/ ή ψευδών παραστάσεων και/ ή ψευδών υποσχέσεων και/ ή ψευδών διαβεβαιώσεων ότι θα τους κατέβαλλαν τα συμφωνηθέντα ποσά, κάτι το οποίο δεν έπραξαν ποτέ.» 1.5.Προσθήκη μετά την παράγραφο 28 στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 των ακόλουθων: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 Οι Εναγόμενοι 1 ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες ως ακολούθως: Α. Αναγνωριστική απόφαση και/ ή διάταγμα ότι η προφορική και/ ή εξυπακουόμενη και/ ή συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ως έχει επεξηγηθεί στην παράγραφο 17 ανωτέρω, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη και ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και/ ή εγγύησης. Β. Αναγνωριστική απόφαση και/ ή διάταγμα ότι η επίδικη οφειλή από τους Εναγόμενους 1 προς τους Ενάγοντες είναι εξοφληθείσα βάσει της προφορικής και/ ή εξυπακουόμενης και/ ή συμπληρωματικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως έχει επεξηγηθεί στην παράγραφο 17 ανωτέρω. Γ. Απόφαση για πληρωμή από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1 των συμφωνηθέντων προμηθειών για έκαστο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, και/ ή το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ως η παράγραφος 17.1.11 ανωτέρω. Δ. Αποζημιώσεις για δόλο και/ ή απάτη και/ ή ψευδείς παραστάσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 1 ως η παράγραφος 17.
- ανωτέρω. Ε. Αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη ΣΤ. Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Ζ. Αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό των Εναγόντων εις βάρος των Εναγομένων
- Η. Νόμιμο τόκο. Θ. Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.» Οι ίδιες θεραπείες αξιώνονται και από τους Αιτητές 2 και 3 σε σχέση με την τροποποίηση της δικής τους Υπεράσπισης. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 3 ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι κατόπιν επικοινωνίας που είχαν οι Αιτητές με τους δικηγόρους τους σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης και την προετοιμασία αυτής για ακρόαση και μετά από έγγραφα που έλαβαν από την Καθ' ης η αίτηση και αφού εφοδίασαν και οι ίδιοι τους δικηγόρους τους με έγγραφα, οι τελευταίοι διαπίστωσαν ότι εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους δεν τέθηκαν στην Υπεράσπιση τα σωστά γεγονότα και δεν έχει εγερθεί ανταπαίτηση. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι ουσιώδης καθώς εάν επιτραπεί θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με ορθό τρόπο τα επίδικα γεγονότα. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση αμέσως μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης και σε περίπτωση έγκρισης της δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη στην Καθ' ης η αίτηση. Στην αντίθετη περίπτωση οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αφού δεν θα μπορέσουν να εκθέσουν το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση έτσι ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα να επιλυθούν αποτελεσματικά και με πληρότητα. Η Καθ' ης η αίτηση εκδήλωσε τη διαφωνία της στην αιτούμενη τροποποίηση μέσω της καταχώρισης ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρει 9 συνολικά λόγους. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους τρεις βασικούς πυλώνες: α) Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση η οποία μάλιστα δεν δικαιολογείται επαρκώς. β) Τυχόν έγκριση της θα συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και θα προκαλέσει επιβράδυνση στην εκδίκαση της υπόθεσης. γ) Η καταχώρηση της εν λόγω αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και υπονόμευση της αποτελεσματικής λειτουργίας αυτής. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος επαναλαμβάνει και αναπτύσσει περαιτέρω τους λόγους που καταγράφονται στο σώμα της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν νέα βάση αγωγής και τυχόν προσθήκη τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ειδικότερα όσον αφορά την προσθήκη ανταπαίτησης και τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Αιτητές σε σχέση με αυτήν, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι αποτελούν προϊόν υστεροβουλίας που μοναδικό αποτέλεσμα θα έχει την σπατάλη πολύτιμου χρόνου και την πρόκληση αχρείαστων εξόδων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Δικαστηρίων και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.24, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R.167, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33 και Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 κ.α. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α. (ανωτέρω) αναφέρεται πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, ειπώθηκαν τα ακόλουθα τα οποία οριοθετούν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Το πρώτιστο επομένως ερώτημα που εγείρεται για το Δικαστήριο σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου συνίσταται στο κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Ιεροδιακόνου Π.Ε. αρ. Ε306/16 κα Ε307/16 ημερ. 6.7.
- Εξαίρεση ωστόσο αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Συμπεράσματα Ο πρώτος βασικός πυλώνας ένστασης που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση αφορά την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Στα πλαίσια αυτού του πυλώνα ένστασης προβάλλεται από την Καθ' ης η αίτηση ο ισχυρισμός ότι τα γεγονότα που επιχειρούν οι Αιτητές να εισάξουν με την αιτούμενη τροποποίηση βρίσκονταν εξ αρχής στη γνώση τους, αναδύοντας έτσι και ζήτημα κακής πίστης. Θεωρώ χρήσιμη σε αυτό το σημείο μία σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.04.14 και οι ξεχωριστές Υπερασπίσεις της Αιτήτριας 1 και των Αιτητών 2 και 3 καταχωρήθηκαν στις 20.05.
- Ακολούθως εκδόθηκαν διατάγματα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων σε σχέση με τα οποία οι μεν Αιτητές συμμορφώθηκαν στις 09.12.16, η δε Καθ' ης η αίτηση την 01.12.
- Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 25.09.17 και ακολούθως ορίστηκε στις 23.01.18 και στις 30.03.18 για οδηγίες για σκοπούς διευθέτησης. Στη συνέχεια ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 26.11.18, οπότε και αναβλήθηκε μετά από αίτημα των Αιτητών οι οποίοι ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι θα καταχωρούσαν αίτηση συνένωσης της παρούσας αγωγής με άλλες υποθέσεις. Για τον σκοπό αυτό η υπόθεση ορίστηκε στις 22.01.19 και κατά την εν λόγω ημερομηνία η συνήγορος των Αιτητών ζήτησε όπως παραμείνει για οδηγίες η αγωγή διότι τελικά θα καταχωρούσε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης. Στη βάση επομένως του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης και των διαδικασιών που έλαβαν χώρα ενδιάμεσα, διαπιστώνεται αντικειμενικά η ύπαρξη καθυστέρησης. Η καθυστέρηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Δεν αποτελεί όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα παράγοντα αποφασιστικής σημασίας (Astor Manufacturing & Export Co κ.α. ν. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Σύμφωνα ωστόσο με την υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται καθυστέρηση απαιτείται να δίδεται και κάποια εξήγηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ισχυρίστηκε ότι η αναγκαιότητα για την τροποποίηση προέκυψε πρόσφατα μετά από επικοινωνία που είχαν οι Αιτητές με τους δικηγόρους τους στα πλαίσια προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση και αφού έλαβαν έγγραφα από την Καθ' ης η αίτηση, αλλά και εφοδίασαν οι ίδιοι τους δικηγόρους τους με έγγραφα. Μετά τη μελέτη των νέων δεδομένων, αλλά και μετά από προσεκτική εκ νέου μελέτη της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους δεν τέθηκαν στις υπερασπίσεις τους τα ορθά γεγονότα και δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν με βάση το ιστορικό της υπόθεσης να αποτελέσουν καλόπιστη εξήγηση για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Κατ' αρχάς οι Αιτητές περιορίζονται σε μία γενική αναφορά ότι η αναγκαιότητα για την τροποποίηση προέκυψε μετά από συνάντηση που είχαν με τους δικηγόρους τους και την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση, καθώς και μετά από την μελέτη εγγράφων που αφενός έλαβαν από την Καθ' ης η αίτηση και αφετέρου προμήθευσαν οι ίδιοι οι Αιτητές τους δικηγόρους τους. Οι εν λόγω αναφορές όμως δεν επιβεβαιώνονται από το ιστορικό της υπόθεσης το οποίο έχει παρατεθεί πιο πάνω. Συγκεκριμένα, ενώ οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι πρόσφατα υπήρξε επικοινωνία με τους δικηγόρους τους ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης και της προετοιμασίας για ακρόαση, ο φάκελος του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι η παρούσα αγωγή προγραμματίστηκε από τις 30.03.18 για ακρόαση στις 26.11.
- Συνεπώς η όποια συνάντηση των Αιτητών με τους δικηγόρους τους για προετοιμασία της ακρόασης έλαβε χώρα μεταξύ των ημερομηνιών 30.03.18 - 25.11.18 και επομένως η ανάγκη για τροποποίηση θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί τουλάχιστον μέχρι τις 26.11.
- Η αίτηση τροποποίησης όμως όχι μόνο δεν καταχωρήθηκε μέχρι τις 26.11.18, αλλά από το πρακτικό της εν λόγω ημερομηνίας προκύπτει ότι ο λόγος που επικαλέστηκαν οι Αιτητές για την αναβολή της ακρόασης ήταν η πρόθεση τους για καταχώριση αίτησης συνένωσης και όχι η διαπίστωση ανάγκης για καταχώριση αίτησης τροποποίησης. Γι' αυτό μάλιστα τον σκοπό η παρούσα αγωγή ορίστηκε στις 22.01.19, καθώς την εν λόγω ημερομηνία ήταν ορισμένες και οι άλλες αγωγές που θα ζητείτο να συνενωθούν με την παρούσα. Η πρώτη φορά που έγινε λόγος για καταχώριση αίτησης τροποποίησης ήταν εν τέλει στις 22.01.
- Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός που προβάλλουν οι Αιτητές ως εξήγηση για την καθυστέρηση διαψεύδεται από τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Επίσης σημειώνω ότι δεν διευκρινίζουν οι Αιτητές πότε έγινε η κατ' ισχυρισμό συνάντηση με τους δικηγόρους τους, ούτε και προσδιορίζουν τα έγγραφα που αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης και δόθηκαν είτε από την Καθ' ης η αίτηση στους ίδιους, είτε από τους ίδιους στους δικηγόρους τους. Οι Αιτητές περιορίζονται να αναφερθούν αόριστα σε κάποια συνάντηση και σε έγγραφα από τη μελέτη των οποίων προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Επισημαίνω δε και το εξής. Οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων της Καθ' ης η αίτηση και των Αιτητών καταχωρήθηκαν την 1η και την 9η Δεκεμβρίου του 2016 αντίστοιχα. Πέραν των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων δεν υπάρχουν άλλες μεταγενέστερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες να αποκαλύπτουν περαιτέρω έγγραφα. Όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να εισάξουν οι Αιτητές ήταν εξ αρχής στη γνώση τους ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν. Επομένως η εξήγηση που προσέφεραν για την καθυστέρηση δεν μπορεί να περιβληθεί το ένδυμα της καλής πίστης. Δεν παραβλέπω ότι με βάση τη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) αίτηση τροποποίησης δύναται να εγκριθεί ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η επίκληση όμως του καλόπιστου λάθους και της παραδρομής δεν αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση αυτοτελή λόγο επεξήγησης της καθυστέρησης, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ισχυριζόμενη επικοινωνία των Αιτητών με τους δικηγόρους τους, την ύπαρξη νέων εγγράφων και την νέα μελέτη της υπόθεσης, ισχυρισμοί οι οποίοι για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν αποτελούν καλόπιστη εξήγηση της καθυστέρησης. Από την άλλη, ενδεχόμενη έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν θα συνέβαλλε ούτε και στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού σκοπού των αιτήσεων τροποποίησης που είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αντιθέτως τυχόν έγκριση της θα περιπλέξει τη διαδικασία, καθώς θα εισαχθούν ζητήματα αχρείαστα ή άσχετα με τα επίδικα θέματα. Για παράδειγμα στις παραγράφους 7
(1)και 7
(2)της προτεινόμενης τροποποίησης της Υπεράσπισης της Αιτήτριας 1 (αντίστοιχες είναι οι παραγράφοι 6.1 και 6.2 της προτεινόμενης τροποποίησης της Υπεράσπισης των Αιτητών 2 και 3) εγείρεται ζήτημα απουσίας προσδιορισμού του ετήσιου ποσοστού EURIBOR και συγκεκριμένα ότι δεν προσδιορίζεται κατά πόσο το τελευταίο θα υπολογίζεται στη βάση 1, 3, 6 ή 12 μηνών. Σημειώνω ότι η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη, καθώς στην παράγραφο 5(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο υπολογισμός θα γίνεται στη βάση ετήσιου ποσοστού 6 μηνών του EURIBOR. Περαιτέρω, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που αφορούν παραβάσεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, (Ν. 93
(1)/96) καθώς και του περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου (Ν.103(Ι)/07). Οι πρόνοιες ωστόσο των εν λόγω νόμων δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση και επομένως δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, εφόσον, μεταξύ άλλων, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 των εν λόγω νόμων ρητά προσδιορίζεται ότι στην έννοια του «καταναλωτή» περιλαμβάνονται μόνο φυσικά πρόσωπα. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια 1, ως νομικό πρόσωπο, αποκλείεται από την επίκληση των διατάξεων των προαναφερόμενων νόμων, ενώ οι Αιτητές 2 και 3 δεν είναι καταναλωτές εν τη εννοία των εν λόγω νομοθεσιών και επομένως ούτε και αυτοί μπορούν να τις επικαλεστούν. Σε κάθε περίπτωση στα υφιστάμενα δικόγραφα περιλαμβάνονται ήδη ισχυρισμοί περί ύπαρξης παράνομων και/ή ετεροβαρών και/ή καταχρηστικών και/ή επαχθών όρων. Επομένως εναπόκειται στην πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να ζητήσει, εάν επιθυμεί, περαιτέρω λεπτομέρειες και ως εκ τούτου δεν είναι και υπό αυτή την έννοια αναγκαία ή ουσιώδης η αιτούμενη τροποποίηση. Στο Annual Practice του 1958 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 627 αναφορικά με τις επουσιώδεις ή αχρείαστες τροποποιήσεις: «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q.B.D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q. B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T.L.R. 310); nor an addition of a claim which the plaintiff had precluded himself from raising (Morel Brothers v. Westmoreland, [1903] 1 K. B. p. 77; [1904] A.C. 11). Leave will not be given to amend a defence by adding a plea which was no answer to the action (The Central Queensland Meat, etc. Co. v. Gallop, 8 T.L.R. 225); nor to add an unnecessary counterclaim (not allowed in Marshall v. Langley, [1889] W.N. 222, and Factories Insurance Co., Ltd v. Anglo - Scottish, etc,
(1913), 29 T.L.R. 312, C.A.)» Όσον αφορά την προτεινόμενη προσθήκη ανταπαίτησης, επιπροσθέτως των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών σε σχέση με αυτήν περιλαμβάνουν και τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα την εταιρεία C. DEMOSTHENOUS PROPERTIES LTD και τον Ν. Δημοσθένους (στο εξής τα «τρίτα πρόσωπα»). Οι ισχυριζόμενες συμφωνίες, με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, έγιναν μεταξύ των Αιτητών και των προαναφερόμενων προσώπων από την μία πλευρά και της Καθ' ης η αίτηση από την άλλη. Τα δε οφέλη από τις ισχυριζόμενες συμφωνίες θα καταβάλλονταν από την Καθ' ης η αίτηση τόσο στους Αιτητές όσο και στα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα (παράγραφοι 17.1.11 και 15.1.11 της προτεινόμενης Υπεράσπισης της Αιτήτριας 1 και των Αιτητών 2 και 3 αντίστοιχα). Παρά ταύτα δεν ζητείται και η προσθήκη των εν λόγω προσώπων ως διαδίκων. Περαιτέρω, η προτεινόμενη ανταπαίτηση είναι εξ αντικειμένου γενική και αόριστη, αφού πέραν του ότι δεν προσδιορίζονται οι ισχυριζόμενες συμφωνίες παρατηρείται και το εξής γεγονός. Με την θεραπεία υπ' αρ. Γ του παρακλητικού της ανταπαίτησης ζητείται απόφαση για πληρωμή των συμφωνηθέντων προμηθειών για κάθε συμβόλαιο ενοικιαγοράς, χωρίς όμως να προσδιορίζονται είτε τα συμβόλαια ενοικιαγοράς, είτε το ποσό που διεκδικούν οι Αιτητές. Ενώ δηλαδή από την μία ισχυρίζονται ότι στη βάση συμφωνιών με την Καθ' ης η αίτηση η τελευταία οφείλει να τους καταβάλει ποσά τα οποία και ανταπαιτούν, εντούτοις δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων συμφωνιών ενοικιαγοράς επί των οποίων στηρίζουν την ανταπαίτηση τους, ούτε καν προσδιορίζεται το ύψος του ποσού που ανταπαιτούν από την Καθ' ης η αίτηση. Επομένως, τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα εξυπηρετούσε τον ορθό προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, αλλά θα περιέπλεκε την όλη διαδικασία με την εισαγωγή νέων θεμάτων στη βάση αόριστων ισχυρισμών στα οποία εμπλέκονται άμεσα τα τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί και η εξής παράμετρος. Στην προτεινόμενη παράγραφο 17
(4)της αιτούμενης τροποποίησης της Υπεράσπισης της Αιτήτριας 1 (παράγραφος 15
(4)της αντίστοιχης προτεινόμενης τροποποίησης της Υπεράσπισης των Αιτητών 2 και 3) προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Καθ' ης η αίτηση έπεισε τους Αιτητές και τα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα να συνεχίσουν να διατηρούν τη συμφωνία τους διά δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών υποσχέσεων και/ή διαβεβαιώσεων ότι θα τους κατέβαλλαν τα εν λόγω ποσά. Σύμφωνα με τη FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) και ΣΙΑΚΟΛΑΣ (Πολ. Έφεση 4/17 ημερ. 11.10.18) δεν επιτρέπεται η προσθήκη ισχυρισμών περί δόλου ή απάτης όταν δεν εγείρονται στο αρχικό δικόγραφο, παρά μόνο όταν τίθεται το ζήτημα σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ. 626). Η παρούσα αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου εδώ και 5 έτη, είχε ήδη προγραμματιστεί για ακρόαση και με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι βρισκόμαστε σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο