← Κύπρος

ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 878/14, 14/5/2019

ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 878/14, 14/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A286 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 878/14 Μεταξύ: XXX ΚΟΚΚΙΝΟΥ Ενάγουσα και 1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED 2. XXX Χ"ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ 3. XXX ΚΑΛΗΣΠΕΡΙΔΗΣ 4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 5. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ 6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 29.11.2018 Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2019 Για τους Εναγομένους 1 - 3 - Αιτητές: κα Πεύκου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Μελάς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εναγόμενοι 1 - 3 (στο εξής «Αιτητές») αιτούνται με την υπό κρίση αίτηση την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της τροποποιημένης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου να επιτρέπεται και/ή διατάττεται η τροποποίηση της καταχωρηθείσας στις 31/1/2018 τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2 και 3 στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή διά της αναθεώρησης της υποπαραγράφου (
  2. ii)της υφιστάμενης παραγράφου 4 ως εξής: «ii. Η υπό εκδίκαση αγωγή ηγέρθη κακόπιστα και/ή κατά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή σκανδαλωδώς υπό της Ενάγουσας με σκοπό να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως προς τις περιρρέουσες και πραγματικές συνθήκες που έλαβαν χώρα κατά την κατ' ισχυρισμόν αγορά Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου το 2011 και/ή προς την επενδυτική συμπεριφορά και/ή δραστηριότητά της με μέσα της χρηματαγοράς και/ή έτερα χρηματοπιστωτικό μέσα από τα επίδικα σε χρόνο πρότερο της αγοράς των επίδικων αξιογράφων και/ή αποκομίσει όφελος ως εκ των αξιώσεών της επί πράξεων και/ή ενεργειών που πραγματώθησαν εξ ιδίας βουλήσεως και συμπεριφοράς». Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου να επιτρέπεται και/ή διατάττεται η τροποποίηση της καταχωρηθείσας στις 31/1/2018 τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1,2 και 3 στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή διά της προσθήκης της κατωτέρω παραγράφου κατ' ακολουθίαν της υφισταμένης παραγράφου 17: «Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 υποστηρίζουν πως η Ενάγουσα κατείχε πλήρη και συναφή γνώση για τα πεπραγμένα της, άλλως πως επιδιώκει να παρουσιάσει εαυτόν. Η Ενάγουσα, σε χρόνους πρότερους της αγοράς Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου («ΜΑΕΚ»), προέβαινε σε πράξεις επενδυτικές με μέσα της χρηματαγοράς και/ή έτερα χρηματοπιστωτικά μέσα από τα επίδικα αξιόγραφα όπως μεταξύ άλλων με κρατικά ομόλογα από τα οποία λάμβανε τόκους, διαπραγματεύονταν στο χρηματιστήριο και για τα οποία το ρίσκο δεν ήταν μηδαμινό και/ή πραγματοποιούσε τέτοιας φύσεως και/ή παρόμοιας φύσεως συναλλαγές σε διάφορα νομικά πρόσωπα. Γ. Επακόλουθο της υπό της προγενεστέρας παραγράφου Διατάγματος, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου να διατάττεται η ορθόδοξη αναρίθμηση των παραγράφων της καταχωρηθείσας στις 31/1/2018 τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2 και 3 στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Σ' αυτήν, αφού παρατίθεται το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 21.09.18 δηλώθηκε εκ μέρους των Αιτητών ότι λόγω της εξασφάλισης επιπρόσθετων εγγράφων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή προέκυψε η ανάγκη καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν στη γνώση του Ειδικού Διαχειριστή της Αιτήτριας 1 και γενικότερα των Αιτητών σε προγενέστερο χρόνο και συνεπώς δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο της αίτησης τροποποίησης που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές στις 14.06.17. Τα προαναφερόμενα στοιχεία και έγγραφα εμπίπτουν στο πλήρες φάσμα της διαφοράς των διαδίκων, καθώς αφορούν την επενδυτική δραστηριότητα της Ενάγουσας και αντικρούουν τους ισχυρισμούς της. Επομένως πρόκειται για ισχυρισμούς που θα πρέπει να προβληθούν κατά την ακροαματική διαδικασία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι ισχυρισμοί που προτίθενται οι Αιτητές να εισάξουν με την αιτούμενη τροποποίηση είναι σε γνώση της Ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν θα επέλθει οποιαδήποτε ζημιά στα δικαιώματα της. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα αντίκρουσης και/ή απάντησης των ισχυρισμών που θα προστεθούν με την αιτούμενη τροποποίηση. Παράλληλα η οποιαδήποτε ζημιά ενδέχεται να υποστεί η Ενάγουσα σε περίπτωση έγκρισης της επίδικης αίτησης μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η αίτηση υποβλήθηκε σε πρώιμο στάδιο, αφού δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, οι Αιτητές ενεργούν καλόπιστα εφόσον πρόθεση τους είναι η διαφύλαξη των συμφερόντων τους μέσω της ανάδειξης όλων των πραγματικών περιστάσεων και της αποκρυστάλλωσης των συνθηκών που περιβάλλουν τη σχέση των διαδίκων. Η Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») εκδήλωσε τη διαφωνία της προς την υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 18.02.19. Στην ένσταση εγείρονται 8 συνολικά λόγοι οι οποίοι όμως μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης και σε κάθε περίπτωση ο λόγος που επικαλούνται οι Αιτητές για αιτιολόγηση του χρόνου υποβολής του επίδικου αιτήματος δεν είναι επαρκής και/ή ικανοποιητικός. Η ένσταση υποστηρίζεται επίσης από ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάξουν σε αυτό το στάδιο ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν εξ αρχής στη γνώση τους. Οι Αιτητές στις 14.06.17, δηλαδή πριν από 1 ½ περίπου έτος, υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης ισχυριζόμενοι ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε μετά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης ενόψει του ότι είχαν μόλις πρόσφατα διοριστεί ως δικηγόροι των Αιτητών σε αντικατάσταση άλλων συναδέλφων τους. Ο λόγος που επικαλούνται τώρα, ήτοι ότι προέκυψε εκ νέου ανάγκη για τροποποίηση λόγω της καταχώρισης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, δεν αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία και εξήγηση ως προς το γιατί η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτέλεσε μέρος της προηγηθείσας αίτησης ημερομηνίας 14.06.17 αφ' ης στιγμής οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να προστεθούν ήταν στη γνώση και στην κατοχή των Αιτητών εξ αρχής. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση και ως εκ τούτου η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Δικαστηρίων και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις Courtis v. Iasonides

(1970)1 C.L.R.180, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.24, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R.167, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33 και Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 κ.α. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α. (ανωτέρω) αναφέρεται πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πως η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση ωστόσο αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Συμπέρασμα Το πρώτιστο επομένως ερώτημα που εγείρεται για το Δικαστήριο σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου συνίσταται στο κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Ιεροδιακόνου Π.Ε. αρ. Ε306/16 κα Ε307/16 ημερ. 6.7.
  1. Με γνώμονα επομένως τις πιο πάνω πάγιες αρχές της νομολογίας θα εξετάσω κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση. Όπως ήδη αναφέρθηκε οι λόγοι ένστασης που εγείρει η Καθ' ης η αίτηση συνοψίζονται στο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Τούτο διότι τα έγγραφα που επικαλούνται οι Αιτητές βρίσκονταν ευθύς εξ αρχής στην κατοχή τους και σε κάθε περίπτωση η αιτούμενη τροποποίηση μπορούσε να αποτελέσει μέρος της αίτησης τροποποίησης που καταχωρήθηκε στις 14.06.
  2. Η καθυστέρηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Δεν αποτελεί όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα παράγοντα αποφασιστικής σημασίας (Astor Manufacturing & Export Co κ.α. ν. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, είναι αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται η καθυστέρηση: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Aπό την άλλη, η ανάπτυξη επιχειρημάτων σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως δεν μπορεί να οφείλεται η καθυστέρηση σε τέτοιους λόγους χωρίς να έχει προηγηθεί αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την αίτηση για τροποποίηση, είναι ατελέσφορη. [Bλ. Aθηνόδωρος Bασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 A.A.Δ. 16].» Εν προκειμένω είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι προηγήθηκε και άλλη αίτηση τροποποίησης εκ μέρους των Αιτητών στις 14.06.
  1. Αποτελεί επίσης γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Τούτο διότι τα στοιχεία που επιχειρούν να εισάξουν οι Αιτητές ήταν θεωρητικά στην κατοχή της Αιτήτριας 1 έστω και αν στην πράξη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών, περιήλθαν σε γνώση του Ειδικού Διαχειριστή της Αιτήτριας 1 μετά τις 14.06.
  2. Οι Αιτητές αιτιολογούν την καθυστέρηση ισχυριζόμενοι ότι μεταγενέστερα της προαναφερόμενης αίτησης τροποποίησης περιήλθαν στη γνώση τους τα νέα έγγραφα που αφορούν την επενδυτική συμπεριφορά και δραστηριότητα της Καθ' ης η αίτηση, εξού και η ανάγκη για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 21.09.
  3. Η Καθ' ης αίτηση, στην αντίπερα όχθη, αντιτείνει ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν ικανοποιητική δικαιολογία καθώς τα στοιχεία που επιχειρείται να εισαχθούν με την τροποποίηση ήταν στη γνώση και την κατοχή των Αιτητών εξαρχής. Η ύπαρξη καθυστέρησης δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε διαπίστωση περί ύπαρξης κακοπιστίας και κατ' επέκταση κατάχρησης της διαδικασίας. Η αναφορά της ενόρκως δηλούσας για την Καθ' ης η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν μέσω της αιτούμενης τροποποίησης βρίσκονταν εξαρχής στην κατοχή και γνώση των Αιτητών δεν αναιρεί, ούτε και αντιστρατεύεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση σύμφωνα με το οποίο τα υπό αναφορά στοιχεία κοινοποιήθηκαν στον Ειδικό Διαχειριστή της Αιτήτριας 1 και τους δικηγόρους της μετά την αίτηση τροποποίησης ημερ.14.06.
  4. Αντιθέτως ο προαναφερόμενος ισχυρισμός των Αιτητών παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτος, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση δεν παραθέτει οτιδήποτε χειροπιαστό που να καταδεικνύει ότι τα εν λόγω στοιχεία ήταν όντως στη γνώση των Αιτητών κατά τον χρόνο καταχώρησης της προηγηθείσας αίτησης τροποποίησης και παρά ταύτα εσκεμμένα δεν προωθήθηκαν στα πλαίσια εκείνης της αίτησης. Δεν παρατέθηκε επομένως οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση. Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της καθυστέρησης παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 1005, στην οποία ο εφεσείων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καταχώρισε αίτηση τροποποίησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στη μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση σημείωσε τα ακόλουθα: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Από την άλλη, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε λάθος ή παράλειψη εκ μέρους των Αιτητών, τούτο δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης στην απουσία στοιχείων που να δεικνύουν δόλο ή πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Σχετική είναι η υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, η οποία υιοθετήθηκε στη Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. Συγκεκριμένα παρατέθηκε τα ακόλουθο απόσπασμα της προαναφερόμενης αγγλικής υπόθεσης: «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace ...... It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Στην απουσία επομένως οποιωνδήποτε στοιχείων που να καταδεικνύουν κακή πίστη εκ μέρους των Αιτητών, το γεγονός της καθυστέρησης και της προηγηθείσας αίτησης τροποποίησης ημερ. 14.06.17 δεν μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες που να οδηγούν στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ιδιαιτέρως από τη στιγμή που η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τη συνολική επίλυση της επίδικης διαφοράς αφού συνδέεται με την κατ' ισχυρισμό επενδυτική συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία στην Καθ' ης η αίτηση ή τέτοια ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Συγκεκριμένα δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα επηρεαστεί δυσμενώς η δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να προωθήσει την υπόθεση της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Η όποια δυσχέρεια προκληθεί εκ της τροποποίησης στην Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Κατά συνέπεια εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης ως οι παράγραφοι Α - Γ της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.