← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΚΟΝΙΩΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2626/18, 24/5/2019

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΚΟΝΙΩΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2626/18, 24/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2626/18 Μεταξύ: **** **** ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγουσας -και- **** ΚΟΝΙΩΤΗΣ Εναγομένου Αίτηση ημερ. 26.11.18 για Απαγορευτικό Διαταγμα 24 Μαϊου 2019 Για Ενάγουσα: κ. Κονταξής για Σωφρόνιος Σωφρονίου Για Εναγόμενο: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης της η Ενάγουσα στις 26.11.18 εξασφάλισε διάταγμα διατάσσον τον Εναγόμενο να μην επεμβαίνει και ή να μην εισέρχεται σε οικία στον Αγ. Αθανάσιο, την οποία χρησιμοποιεί η ίδια ως κατοικία της (εφεξής «η οικία»). Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 κ.1-3 και 9 και στις συμφυείς δικαστικές εξουσίες. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα εξηγεί ότι περί το 2014 γνώρισε τον Εναγόμενο με τον οποίο συνήψαν σχέση και συγκατοικούσαν, αρχικά σε διαμέρισμα των γονιών της και αργότερα στην οικία την οποία αγόρασε η ίδια. Τον Αύγουστο του 2017 είχαν αρραβωνιαστεί αλλά διέλυσαν τη σχέση τους το 2018 λόγω διαφωνιών. Την οικία την εντόπισε τον Απρίλιο του 2017 με τη βοήθεια και του Εναγομένου. Συνοπτικά παραθέτει το ιστορικό ως εξής στις §6-9 της ένορκης δήλωσης της: «6. Για την αγορά της πιο πάνω κατοικίας μου χρειάστηκε να αιτηθώ δανείου από την Ελληνική Τράπεζα η οποία λόγω του ότι με θεώρησαν «αλλοδαπή» - τότε δεν μιλούσα ούτε και καλά Ελληνικά, - και ίσως μη αξιόχρεη και ότι η πληρωμή των χρημάτων τους δεν θα ήταν εξασφαλισμένη, μου ζήτησαν να τους προσφέρω αξιόχρεο ή αξιόχρεους εγγυητές. Αυτό το ανάφερα στον Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος προσφέρθηκε να με εγγυηθεί, αλλά η Τράπεζα εισηγήθηκε να υπογράψει ο Καθ' ου η Αίτηση αντί ως εγγυητής συνοφειλέτης μου, κάτι που ο Εναγόμενος αποδέχτηκε και έτσι στις 19.5.2017 προχώρησα στην αγορά της πιο πάνω κατοικίας, και όπως η Τράπεζα μου ανέφερε, έπρεπε να αναγράφονται στο Πωλητήριο Έγγραφο και των δυο

(2)μας τα ονόματα ως αγοραστές για να μου εγκρίνει το δάνειο. Το ίδιο και για τον τίτλον ιδιοκτησίας θα ήτανε και στους δύο
(2)μας τα ονόματα, του Καθ' ου η Αίτηση και εμένα. Ότε και έγινε. Επισυνάπτω ως Τεκμήρια Α΄ το Πωλητήριο Έγγραφο, Β΄ τα έγγραφα της έγκρισης του δανείου και της συμφωνίας του στεγαστικού δανείου, - και Γ΄ τον τίτλον ιδιοκτησίας του ακινήτου, που ουσιαστικά εγώ αγόρασα αλλά προς διευκόλυνση μου και μόνο τυπικά αναγράφονται τα ονόματα και των δύο
(2)μας (εμένα και του Καθ' ου η Αίτηση).
  1. Για την αγορά της επίδικης οικίας μου κατέβαλα προς τους πωλητές τις αποταμιεύσεις μου €120.000,- και δανείστηκα από την Ελληνική Τράπεζα τα υπόλοιπα €170.000,- με τα οποία και εξόφλησα τους πωλητές. Έκτοτε (από τον Ιούνιο του 2017) μέχρι και σήμερα καταβάλλω ανελλιπώς στη Τράπεζα τις δόσεις μου προς €920,- το μήνα (βλ. ΤΕΚΜ.Δ΄ τις πληρωμές μου). Ο Καθ' ου η Αίτηση ουδένα ποσό κατέβαλε διότι ούτως ή άλλως δεν είχε ουσιαστικά υποχρέωση εφ' όσον η όλη ανάμειξη του ήταν διευκολυντική προς εμένα. Επίσης για την αναγραφή του ονόματος του στον τίτλο ιδιοκτησίας - ως συνιδιοκτήτη - κανένα αυτός οικονομικό αντάλλαγμα προσέφερε.
  2. Όπως και πιο πάνω αναφέρω η σχέση μου με τον Καθ' ου η Αίτηση είχε διαταραχθεί και ο αρραβώνας μου μαζί του δεν είχε αίσιο τέλος και διαλύθηκε. Γι' αυτό και τον Αύγουστο του 2018 του ζήτησα να χωρίσουμε και να φύγει-εγκαταλείψει την οικία μου. Πράγματι ο Καθ' ου η Αίτηση στις αρχές Σεπτεμβρίου 2018 έφυγε και επανεγκαταστάθηκε στο σπίτι των γονιών του στην Οδό ....................... όπου και μέχρι σήμερα διαμένει.
  3. Δεν γνωρίζω όμως πως και γιατί είτε ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση αποφάσισε ή τον παρέσυραν τρίτοι καλοθελητές, μετά από αρκετές ημέρες με πρόφαση ότι χρειαζόταν ρούχα που είχε ξεχάσει να πάρει φεύγοντας από το σπίτι μου, - αλλά και κάθε φορά μετά με διάφορες άλλες προφάσεις και δικαιολογείες, ο Καθ' ου η Αίτηση επιδίωξε να εισέλθει στη κατοικία μου, οπότε και εγώ αναγκάστηκα και άλλαξα τις κλειδαριές των εισόδων της. Αυτό εξόργισε τον Καθ' ου η Αίτηση και όλως ξαφνικά τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολές των Δικηγόρων του, πέραν των απειλών του έθεσε για πρώτη φορά και θέμα συνιδιοκτησίας και είχε απαίτηση ως δήθεν συνιδιοκτήτης να εισέλθει να εγκατασταθεί και να διαμένει στη κατοικία μου. Επίσης αξίωσε και ενοίκιο για το δήθεν 1/2 μερίδιο του». Στη συνέχεια αναφέρεται στην ανταλλαγείσα μεταξύ δικηγόρων αλληλογραφία, Τεκμήριο Ε, στο ότι όλη η ανάμιξη του Εναγόμενου ήταν «διευκολυντική», «μόνο τυπική», και χωρίς βούληση ότι θα αποκτούσε δικαιώματα, καθώς και σε κάποια περιστατικά εμφάνισης του Εναγομένου στην οικία, τα οποία την οδήγησαν στην καταχώριση της αίτησης (§14, 15). Καταλήγει ότι έχει τρομάξει και ζει ένα εφιάλτη και ότι χωρίς το διάταγμα, ο Εναγόμενος θα επεμβαίνει και θα την παρενοχλεί ευρισκόμενος εν αδίκω. Ένσταση Ο Εναγόμενος προέβαλε 11 λόγους προς ακύρωση του διατάγματος, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας, ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, ότι η διατήρηση του δίδει αθέμιτο πλεονέκτημα, ότι η αίτηση είναι αστήρικτη ή καταχρηστική και ότι η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας είναι ανεπαρκής. Στην πολυσέλιδη συνοδευτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος δέχεται ότι από το 2016 συγκατοικούσαν ως παντρεμένοι με την Ενάγουσα και αποφάσισαν να αγοράσουν την οικία που θα αποτελούσε τη δική τους κατοικία, την οποία εντόπισε ο ίδιος και διαπραγματεύτηκε την τιμή αγοράς καταλήγοντας σε συμφωνία. Αμέσως μετά άρχισε εργασίες επισκευής της οι οποίες κοστολογούνται σε €71.000 (Τεκμήριο 2). Αργότερα, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2018, λόγω κάποιων διαφορών, αποφάσισαν να «κάνουν ένα διάλειμμα» στη σχέση τους μένοντας σε διαφορετικά σπίτια και έτσι έφυγε ο ίδιος από την οικία για να λάβουν ανεπηρέαστοι αποφάσεις για το μέλλον τους. Πήρε μαζί του μόνο ένα σετ ρούχων, αφήνοντας όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, είδη ένδυσης, υπόδησης, μηχανήματα, έγγραφα, κ.λ.π. Στις 7.11.18 η ίδια του απέστειλε μήνυμα ότι ο χωρισμός ήταν κοινή απόφαση (Τεκμήριο 5). Προσθέτει πως όσον αφορά τον τρόπο αγοράς, η Ενάγουσα κατέβαλε €118.500 από χρήματα του πατέρα της, €1.500 κατέβαλε ο ίδιος και για τις €170.000 συνήψαν από κοινού δάνειο από τράπεζα. Η δόση αποκόπτετο μεν από λογαριασμό της Ενάγουσας πλην όμως ο ίδιος έδιδε μετρητά στην ίδια. Αυτός κατέβαλε επίσης και τα έξοδα Κτηματολογίου για τη μεταβίβαση ενώ από το σύνολο των μισθών τους κάλυπταν από κοινού τα έξοδα διαβίωσης τους. Η Ενάγουσα χωρίς αφορμή άλλαξε τις κλειδαριές στις 29.9.18, χωρίς να προηγηθεί είτε οποιοσδήποτε καβγάς είτε ενέργεια δική του. Ένα μήνα μετά, στις 26.10.18 την ενημέρωσε ότι θα χρειαζόταν κάποια ρούχα του. Ήταν η μόνη φορά που πήγε στην οικία με φίλο του και περίμενε έξω μέχρι να του φέρει αυτά τα οποία ζήτησε. Πιο ύστερα στις 8.11.18 η Ενάγουσα του είπε (σε μήνυμα) ότι είχε αλλάξει ο καιρός και αν ήθελε να πάει να πάρει κάποια ρούχα του. Προσθέτει πως η αίτηση κατατέθηκε ενόσω τα μέρη ευρίσκοντο σε συζητήσεις με σκοπό την εκ μέρους του αγορά του μεριδίου της Ενάγουσας έναντι ποσού €118.
  4. Το δε αυτοκίνητο του ήταν μόνιμα σταθμευμένο έξω από την οικία καθότι διακινείται με όχημα της εργασίας του. Καταλήγοντας, αναφέρει στις §19 και 20 τα εξής: «
  5. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς των παραγράφων 16-21 της ένορκης δήλωσης που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα αφού σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησα να μπω στο σπίτι, ούτε προσπάθησα να εκδιώξω την αιτήτρια από το σπίτι ή να επέμβω σε αυτό. Τίποτε δεν έκανα που να υπονοεί οποιαδήποτε απειλή για την αιτήτρια ούτε και έπραξα οτιδήποτε που να επηρεάζει ή να στερεί την ελεύθερη και απρόσκοπτη διαμονή της στην οικία. Αντίθετα, είναι οι δικές της ενέργειες που με επηρέασαν και με έβλαψαν. Όλα όσα αναφέρει η αιτήτρια είναι γενικοί και αστήρικτοι ισχυρισμοί και το κυριότερο τίποτε δεν είναι αλήθεια.
  6. Με τα ψέματα που ανέφερε στο δικαστήριο, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως το αθώο μέρος, η αιτήτρια κατάφερε να απολαμβάνει μόνη της το σπίτι μας, απομακρύνοντας τα προσωπικά μου αντικείμενα χωρίς να έχει αποφασιστεί το θέμα της ιδιοκτησίας της οικίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είμαι σήμερα αναγκασμένος να πληρώνω αποθήκη για την φύλαξη όλων των προσωπικών μου αντικειμένων, να πληρώνω ενοίκιο για τον χώρο που διαμένω τώρα αλλά και να πληρώνω το ήμισυ της δόσης του δανείου, δηλαδή το μερίδιο που μου αναλογεί αφού είμαι πρωτοφειλέτης και συνιδιοκτήτης στο σπίτι. Προς τούτο, παρουσιάζω ως τεκμήριο 19 τις αποδείξεις πληρωμής του ποσού που μου αναλογεί στις δόσεις του δανείου με ημερομηνίες 28/12/2018 και 30/01/
  7. Όλα αυτά, μου προκαλούν έξοδα, ζημιές, ψυχική ταλαιπωρία και αναστάτωση. Η Αιτήτρια που επωφελείται εξ ολοκλήρου της οικίας μας, κάνοντας ότι θέλει μέσα στο σπίτι, μου στέρησε το δικαίωμα απόλαυσης της ακίνητης μου ιδιοκτησίας προσπαθώντας να δημιουργήσει αιτίες αγωγής εναντίον μου». Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Στην παρούσα αγωγή η έκθεση απαίτησης οπισθογραφείται στο κλητήριο. Από το περιεχόμενο της διαπιστώνεται ότι η βασική θέση της Ενάγουσας είναι πως η αγορά της οικίας έγινε ουσιαστικά από την ίδια και στη βάση αυτή αξιώνει (
  1. i)τη μεταβίβαση του 1/2 μεριδίου που είχε εγγραφεί επ' ονόματι του Εναγομένου και (
  2. ii)διάταγμα μη επέμβασης του στην εν λόγω οικία. Αναμφίβολα πρόκειται για αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και εάν επιτύχει η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ανάλογες ουσιαστικές θεραπείες. Συνεπώς πληρούται η πρώτη προϋπόθεση. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση η θέση της Ενάγουσας είναι πως η «αγορά του σπιτιού της έγινε ουσιαστικά μόνον από την ίδια και ότι μόνο αυτή δικαιούται εις ολόκληρη την ιδιοκτησία του καίτοι το αγοραπωλητήριο έγγραφο, το στεγαστικό δάνειο και ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου αναγράφουν τυπικά και διευκολυντικά για την Ενάγουσα αμφότερους τους διαδίκους και ως εξ ημισείας συνιδιοκτήτες». Είναι η θέση της ειδικότερα πως ο Εναγόμενος απλά εξυπηρέτησε την Ενάγουσα ως ζευγάρι που ήταν και μόνο τυπικά για σκοπούς ευκολότερης δανειοδότησης της για την αγορά της κατοικίας της και υπέγραψε χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση στην περιουσία της και στο δάνειο της αντίστοιχα. Είναι δηλαδή σαφές πως στηρίζει την αξίωση της στη διεκδικούμενη κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου, η οποία αυτή αξίωση συνιστά και το ουσιώδες ζήτημα της αγωγής. Από πλευράς προσφερθείσας μαρτυρίας, για σκοπούς της αίτησης συνιστά κοινό υπόβαθρο ότι οι διάδικοι γνωρίστηκαν περί το 2014, ότι συγκατοίκησαν σε διαμέρισμα από το 2016, ότι αρραβωνιάστηκαν τον Αύγουστο του 2017, ότι το στεγαστικό δάνειο των €170.00 εγκρίθηκε στις 9.5.17, ότι το αγοραπωλητήριο υπεγράφη στις 19.5.17 ότι η οικία ενεγράφη εξ ημισείας στις 26.7.17 με ταυτόχρονη παραχώρηση πρώτης υποθήκης εφ' όλης της οικίας, ότι το δάνειο ήταν αποπληρωτέο με 240 μηνιαίες δόσεις εξ €920 εκάστη αρχομένων από 30.6.17 και ότι αυτές είχαν αρχίσει να καταβάλλονται βάσει μόνιμης τραπεζικής εντολής από λογαριασμό της Ενάγουσας. Η τελευταία δέχεται ότι ο Εναγόμενος, που είναι πολιτικός μηχανικός εργοδοτούμενος σε κατασκευαστική εταιρεία εκτέλεσε κάποιες διορθώσεις και μετατροπές στην οικία τις οποίες η ίδια αποκαλεί «μικρές» και ύψους €25.000 ενώ ο Εναγόμενος παραθέτει κοστολόγηση υποστηρίζοντας ότι το ύψος των εργασιών ήταν €71.
  1. Δεν πρόκειται για θέμα το οποίο χρήζει επίλυσης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε στις 19.5.17 τα συνολικά τέλη μεταβίβασης ύψους €6.592 καθώς και δημοτικά τέλη στις 29.8.18 ύψους €170 και €53.
  2. Όπως έχει σημειωθεί η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα επιτυχίας. Από αυτής της πλευράς, ως τέτοια μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας προσφέρεται η §6 της ένορκης δήλωσης της (ανωτέρω) και το ερώτημα είναι αν αυτή η μαρτυρία στοιχειοθετεί την αναγκαία ορατή πιθανότητα ή τη συζητήσιμη υπόθεση. Η Ενάγουσα θα επιχειρήσει να πείσει κατά την ακρόαση της ουσίας πως ενώ είχαν δεσμό από το 2014 και ενώ συγκατοικούσαν από το 2016, κατά το 2017 η ίδια αποφάσισε να αγοράσει δική της κατοικία στην οποία, αφού θα εκτελούσε εργασίες ανακαίνισης ο Εναγόμενος, θα μετακόμιζαν και ο Εναγόμενος υπ' αυτές τις περιστάσεις, κατ' απαίτησιν της τράπεζας, δέχθηκε να καταστεί συνοφειλέτης σε στεγαστικό δάνειο ύψους €170.000 (με συνολικό κόστος €220.800). Αυτό από τη μία πλευρά θα γινόταν για να νιώθει εξασφαλισμένη η τράπεζα αλλά από την άλλη πλευρά θα ήταν απλά τυπικό και διευκολυντικό αφού ο Εναγόμενος δεν θα είχε καμιά υποχρέωση. Όλα αυτά παρότι το αγοραπωλητήριο, η έγκριση δανείου, η συμφωνία δανείου, ο τίτλος εγγραφής, η υποθήκη και ο λογαριασμός δανείου αφορούσαν και τον Εναγόμενο. Συμφωνούν δε πως δυο μήνες μετά την αγορά αρραβωνιάστηκαν, συγκατοίκησαν στην οικία και εν καιρώ προγραμμάτιζαν και τον γάμο τους (όπως διαφαίνεται και από μηνύματα που η ίδια απέστειλε). Έχοντας υπόψιν την προσαχθείσα μαρτυρία δεν συμφωνώ ότι αυτή πληροί την απαραίτητη προϋπόθεση, ήτοι της συζητήσιμης υπόθεσης, στον απαιτούμενο τουλάχιστον βαθμό. Για να γινόταν αυτό θα απαιτούντο τουλάχιστον κάποιες ενδείξεις έστω και απειροελάχιστες, αφενός για το ότι και για την τράπεζα οι υπογραφές του Εναγόμενου είναι «τυπικές» ή «διευκολυντικές» (εάν υφίστανται τέτοιες έννοιες στο δίκαιο των συμβάσεων) και αφετέρου για κάποια πιθανή διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων ως προς τη μελλοντική επανεγγραφή του «διευκολυντικού» μεριδίου της οικίας επ' ονόματι της κατ' ισχυρισμόν ιδιοκτήτριας του όλου. Άλλωστε αν η τράπεζα ζητούσε απλά μια «τυπική» υπογραφή, δηλαδή χωρίς ουσία ή ανάληψη ευθύνης δεν φαίνεται να είχε κανένα λόγο να ενδιαφέρεται για το ποιος θα ήταν ιδιοκτήτης στην οικία από τη στιγμή που αυτή θα επιβαρύνετο ολόκληρη με υποθήκη. Με άλλα λόγια δεν συμφωνώ ότι από την υπάρχουσα μαρτυρία διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη θέση ότι όσα υπέγραψε και όσα απέκτησε ο Εναγόμενος ήταν τυπικά και άνευ ουσίας. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. ........Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης το θέμα κατά κανόνα σχετίζεται με τη χρήση της περιουσίας και τις τυχόν παρενοχλήσεις, απειλές, κινδύνους ή εμπόδια τα οποία δημιουργούνται στον διάδικο ο οποίος εξακολουθεί να διατηρεί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, την κατοχή μέχρι νεωτέρας διαταγής, νοουμένου πάντοτε ότι συντρέχουν τέτοιοι κίνδυνοι. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα διατήρησε την κατοχή της κατοικίας μετά τη διακοπή της σχέσης της με τον Εναγόμενο και την αποχώρηση του από την επίδικη οικία, περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2018. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι περί τα τέλη του ίδιου μήνα η Ενάγουσα άλλαξε και την κλειδαριά στην οικία, θέμα για το οποίο ο Ενάγων αρκέστηκε στο να προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία (Τεκμήριο 14 στην ένσταση). Η ίδια η Ενάγουσα είχε αποστείλει στις 30.9.18 σχετικό μήνυμα στον Εναγόμενο ενημερώνοντας τον για την αλλαγή της κλειδαριάς. Μετά την αλλαγή κλειδαριάς και για δύο περίπου μήνες δεν υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό για το οποίο να παραπονείται η Ενάγουσα ότι συνιστούσε προσπάθεια όχλησης της. Άλλωστε είχε αρχίσει στις 8.10.18 η αλληλογραφία μέσω συνηγόρων (Τεκμήριο Ε στην αίτηση) η οποία, σε συνδυασμό με όσα παρέθεσε ο Ενάγων στην ένσταση του, φαίνεται να συνεχίστηκε μέχρι και τις 29.11.18 χωρίς και πάλι την αναφορά σε αυτές τις επιστολές οποιουδήποτε περιστατικού περί προσπάθειας όχλησης της Ενάγουσας. Θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να σημειωθεί πως το ενδιάμεσο διάταγμα εξασφαλίστηκε στη βάση δύο περιστατικών, τα οποία στην πραγματικότητα δεν αναφέρονται σε παρουσία του Εναγόμενου στην οικία ή σε προσπάθεια ανάκτησης κατοχής ή στη δημιουργία κάποιου από τους προαναφερθέντες κινδύνους. Για το πρώτο, η Ενάγουσα αναφέρει (στην §14) ότι 5-6 μέρες πριν τις 26.11.18 φοβήθηκε επειδή βρήκε την αποθήκη της οικίας ανοικτή αλλά δέχεται ότι εν τέλει δεν ήταν εκεί ο Εναγόμενος. Για το δεύτερο αναφέρει (στην §15) ότι στις 24.11.18 φοβήθηκε διότι βρήκε το αυτοκίνητο του Εναγομένου σταθμευμένο έξω από την οικία και, μη γνωρίζοντας η ίδια τι έγινε, έφυγε και επέστρεψε το απόγευμα συνοδευόμενη από τον πατέρα της. Η ίδια δέχεται ότι το αυτοκίνητο παρέμεινε σταθμευμένο έξω από την οικία μέχρι και την καταχώριση της αίτησης. Ο Εναγόμενος απάντησε στην ένσταση του πως το αυτοκίνητο του ήταν όντως εκεί αλλά ήταν στο ίδιο σημείο από τη μέρα που είχε αποχωρήσει από το σπίτι και τώρα το έχει πλέον μετακινήσει. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται απειλητική ή βίαιη συμπεριφορά ή γενικά παρουσία του Εναγομένου. Πέραν του ότι η ίδια η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται την παρουσία του Εναγόμενου κατά τα δύο πιο πάνω περιστατικά και ο ίδιος αρνείται ότι πήγε οποτεδήποτε εκεί εκτός από τις 26.10.18 κατόπιν ενημέρωσης της Ενάγουσας, χωρίς να τίθεται θέμα από την Ενάγουσα για αυτή την επίσκεψη (που είχε γίνει στην παρουσία τρίτου). Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι στις 8.11.18 η ίδια του ζητούσε με μήνυμα να πάει να πάρει ρούχα του, χωρίς να δοθεί συνέχεια. Μάλιστα ούτε τα προσωπικά του αντικείμενα παρέλαβε τα οποία εν τέλει η Ενάγουσα παρέδωσε σε ιδιωτική εταιρεία προς φύλαξη, εγείροντας μάλιστα ξεχωριστή αγωγή (337/19) διεκδικώντας το κόστος φύλαξης (ως αναφέρει ο ίδιος στην Ανταπαίτηση του). Είναι γεγονός πως ο Ενάγων θα ήθελε να απολαύσει και αυτός το μερίδιο της περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του. Προκύπτει αυτό από την αλληλογραφία των μερών, την ένορκη του δήλωση, καθώς και την Ανταπαίτηση του, μέσω της οποίας διεκδικεί €1.300 για την ενοικιαστική αξία της οικίας. Όμως παρόλα αυτά και παρά τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του, ο ίδιος ο Ενάγων φαίνεται να αντιλαμβάνεται και να συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί ούτε να προβεί σε πράξεις βίας, ούτε να αυτοδικήσει ούτε να παρανομεί καθ' οιονδήποτε τρόπο έναντι της Ενάγουσας ακόμα και εάν θεωρεί ότι η Ενάγουσα παρανόμως κατακρατεί, χρησιμοποιεί, απολαμβάνει ή επεμβαίνει στο δικό του μερίδιο ιδιοκτησίας στερώντας του επί του παρόντος κάθε δικαίωμα ή όφελος από αυτή. Φαίνεται δε να γνωρίζει ότι θα πρέπει να διεκδικήσει τα όποια δικαιώματα του με νόμιμα μέσα και νόμιμο τρόπο, εξ ου και δεν είχε επιχειρήσει οτιδήποτε πριν την αίτηση για διάστημα πέραν των δύο μηνών, διορίζοντας δικηγόρο για την προώθηση των δικαιωμάτων του όπως είναι και το ορθό. Αυτονόητο είναι πως εάν πρόθεση του ήταν να διεκδικήσει κάποια ενδιάμεση θεραπεία είτε για τη χρήση είτε για το αντάλλαγμα της θα επέλεγε ενδεχομένως διαφορετική πορεία, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, προωθώντας μόνο την ανταπαίτηση του, στα πλαίσια αγωγών που η ίδια η Ενάγουσα καταχώρισε. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεν συμφωνώ ότι προσκομίστηκε στην παρούσα σαφής και θετική μαρτυρία, η οποία να στοιχειοθετεί έστω κατ' ελάχιστον κίνδυνο ή δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε οποιοδήποτε μελλοντικό στάδιο ή η οποία να καταδεικνύει γενικά κίνδυνο ή απειλή για την Ενάγουσα. Η όποια διεκδίκηση εκ μέρους του Εναγομένου εντός των νομίμων πλαισίων δεν δύναται να εξισωθεί με τέτοιο κίνδυνο. Ισοζύγιο Ευχέρειας Παρότι δεν έχει διαπιστωθεί η συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (και μάλλον εκ του περισσού) να σημειωθεί πως η προωθούμενη στην αγόρευση της Ενάγουσας θέση ότι είναι με την ένσταση του που ο Εναγόμενος «ζητά να ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση (status quo)» επιβεβαιώνει ακριβώς πως δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη ενέργεια του η οποία δικαιολογεί τη συνέχιση του διατάγματος και πως θα έπρεπε ούτως ή άλλως και στα πλαίσια της ευχέρειας του Δικαστηρίου η ισχύς αυτού να τερματιστεί. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται, η ισχύς του ενδιάμεσου διατάγματος τερματίζεται και αυτό ακυρώνεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος του Εναγομένου και εις βάρος της Ενάγουσας. Ενόψει έκδοσης της παρούσας η δικάσιμος 28.6.19 καθίσταται άνευ αντικειμένου και ακυρώνεται. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Απαγορευτικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.