← Κύπρος

ARSORAMA VILLAGE HOMES LTD κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) (ΣΕΔΙΠΕΣ) κ.α.

ARSORAMA VILLAGE HOMES LTD κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) (ΣΕΔΙΠΕΣ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 207/2019, 30/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 207/2019 Μεταξύ:

  1. ARSORAMA VILLAGE HOMES LTD
  2. *** *** Κουνούνη
  3. *** *** *** Αχιλλέως
  4. *** *** Χριστοφίδη Εναγόντων -και-
  5. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) (ΣΕΔΙΠΕΣ)
  6. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ) Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.2.19 για Ενδιάμεσα Διατάγματα 30 Μαίου 2019 Για Ενάγοντες: κ. Γ. Χριστοφίδης για Γιώργος Ον. Χριστοφίδης & Συνεργάτες Για Εναγόμενες: κ. Α. Ιωάννου για Α. Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη μονομερή αίτηση τους της οποίας διετάχθη η επίδοση οι Ενάγοντες ζητούν:
  7. Να απαγορευθεί στους Εναγόμενους να προχωρήσουν και ή να αναστέλλονται και ή να απαγορεύονται οποιεσδήποτε περαιτέρω διαδικασίες.
  8. Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να ενεργοποιήσουν οποιαδήποτε διαδικασία βάσει του Ν.9/65 και ή να προωθήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αναγκαστική πώληση και ή τον πλειστηριασμό των ακινήτων των Εναγόντων 2 και
  9. Διαζευκτικά να ανασταλεί η διαδικασία του Ν.9/65 εναντίον των Εναγόντων 2 και 3 ως ενυπόθηκων οφειλετών.
  10. Διαζευκτικά να αναγνωριστεί το δικαίωμα των Εναγόντων 2 και 3 για καταχώριση έφεσης σε περίπτωση προώθησης αναγκαστικής πώλησης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 9 του Κεφ.6, σε άρθρα του Ν.9/65, του Κεφ.224, του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 2 προβάλλει μεταξύ άλλων ότι:
  11. Οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι οι συνιδιοκτήτες των πέντε επίδικων ακινήτων, τα οποία τα υποθήκευσαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ κατά την περίοδο 2009-2013 έναντι δανειοδοτήσεων προς την Ενάγουσα 1 για την προώθηση έργου αγροτουρισμού.
  12. Λόγω των απρόβλεπτων προβλημάτων της Κυπριακής οικονομίας δημιουργήθηκαν δυσκολίες και έλλειψη πιστωτικών διευκολύνσεων οπότε ακολούθησαν διαβουλεύσεις, μέχρι και την κατάρρευση του Συνεργατισμού, προς εξεύρεση μιας κοινής αποδεκτής βάσης διευθέτησης.
  13. Τον Φεβρουάριο του 2014 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν πιστοποιητικό που επιβεβαιώνει τον ενοποιηθέντα κατά το 2013 λογαριασμό δανείου της Ενάγουσας 1 σε σχέση με παλαιότερα δάνεια που είχαν λάβει για το ίδιο έργο (Τεκμήριο 1).
  14. Σχετικές εκθέσεις των οικονομικών συμβούλων στους οποίους αποτάθηκαν οι Ενάγοντες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πολλών παρατυπιών, λανθασμένων χρεώσεων και διαφορές όσον αφορά τις οφειλές (Τεκμήριο 2).
  15. Στις 10.12.18 οι Ενάγοντες απέστειλαν πρόταση για αναδιάρθρωση (Τεκμήριο 3), την οποία όμως απέρριψαν οι Εναγόμενες (Τεκμήριο 4).
  16. Στις 3.1.19 οι Ενάγοντες παρέλαβαν Ειδοποιήσεις Τύπου Ι (Τεκμήριο 5) και παρά το ότι επιδίωξαν συνάντηση εντούτοις δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική εξέλιξη, οπότε δεν υπήρχε άλλη επιλογή παρά η καταχώριση αγωγής αφού ήταν εμφανείς οι προθέσεις για προώθηση της διαδικασίας εκποίησης.
  17. Αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα τότε οι Ενάγοντες 2 και 3 θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα. Η πρώτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2 αφορούσε τη διόρθωση κάποιων εσφαλμένων αναφορών στην αρίθμηση τεκμηρίων ή διαδίκων, οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψιν κατά την πιο πάνω σύνοψη. Στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 2 προσέθεσε ότι:
  18. Η αξία του ενός ακινήτου κατά την 1.1.13 ήταν €18.100 (Τεκμήριο 1).
  19. Όσον αφορά την αξία των κτισμάτων στα τεμ.473 και 1068 είναι συνολικά η αγοραία €685.000 και η καταναγκαστική €515.
  20. Ένσταση Οι Εναγόμενες προέβαλαν επτά λόγους για την απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι τα διατάγματα ζητούνται για να υπάρχει λόγος έφεσης. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η κα Αγά, αφού εξηγεί ότι είναι υπάλληλος της Altamira η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των διευκολύνσεων και ενεργεί για λογαριασμό των Εναγομένων, αναφέρει ότι:
  21. Δόθηκε στους Ενάγοντες πρόταση αναδιάρθρωσης από τις 15.3.17 (Τεκμήριο Α), αλλά δεν επετεύχθη αναδιάρθρωση για λόγους που οφείλονται στους ίδιους.
  22. Τα παράπονα των Εναγόντων επικεντρώνονται στα θέματα υπολογισμού των τόκων και σε υπερχρεώσεις. Η απόρριψη των ισχυρισμών τους δεν σημαίνει κακή πίστη.
  23. Ούτως η άλλως, ακόμα και αν αφαιρεθούν κάποια ποσά δεν αμφισβητείται το υπόλοιπο ποσό από το χρέος για το οποίο οι Ενάγοντες δεν έχουν κάνει κάτι για εξόφληση.
  24. Οι υπολογισμοί από τους συμβούλους των Εναγόντων δεν έλαβαν υπόψιν τις υφιστάμενες συμβάσεις και τη μεταβολή του Ειδικού Βασικού Επιτοκίου (Τεκμήρια Β και Γ).
  25. Οι παλαιότεροι λογαριασμοί 836-4 και 323-8 αναδιαρθρώθηκαν και με χορήγηση νέου δανείου προέκυψε το δάνειο 471-4 για τις €640.000, οπότε οι Ενάγοντες δεν μπορούν να επανέρχονται. Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες με τη γενικώς οπισθογραφημένη αξίωση τους διεκδικούν αφενός την ακύρωση των δανειακών, εγγυητικών και εμπράγματων συμβάσεων και αφετέρου διαζευκτικά αναγνωριστική δήλωση ότι το αναφερόμενο υπόλοιπο περιέχει υπερχρεώσεις, διάταγμα διαγραφής τους, παράδοση αναλυτικών καταστάσεων, ακύρωση υποθηκών λόγω δόλου, απάτης κ.λ.π. καθώς και αποζημιώσεις. Αναμφίβολα τα πιο πάνω εγειρόμενα ζητήματα συνιστούν αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν θα δικαιούνται στις ανάλογες θεραπείες. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Όπως έχει αναφερθεί ήδη, οι βασικές αξιώσεις των Εναγόντων, όπως δύνανται να συνοψιστούν, είναι για: - ακύρωση των συμβάσεων - ακύρωση της υποθήκης - γενικές και ειδικές αποζημιώσεις - αφαίρεση των υπερχρεώσεων Η προσαχθείσα λοιπόν μαρτυρία χρήζει εξέτασης ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή συζητήσιμη υπόθεση για οποιαδήποτε από τις πιο πάνω βάσεις ή αιτίες αγωγής. Στα πλαίσια αυτά διαπιστώνεται ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες αναφέρονται σε αρχικές πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €400.000 και €105.000 (για έργο αγροτουρισμού) και αργότερα σε παροχή ενός ενιαίου επιχειρηματικού δανείου κατά το 2013 με το οποίο είχαν εξοφληθεί τα αρχικά δάνεια. Παρέμεινε αναντίλεκτο, στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας, πως οι Ενάγοντες αναφέρονται στη Συμφωνία Δανείου υπ' αρ. 471-4 ημερ. 5.9.13 την οποία οι Εναγόμενοι έχουν επισυνάψει ως Τεκμήριο Β και με την οποία η Ενάγουσα 1 έλαβε δάνειο ύψους €640.
  1. Μεταξύ των εξασφαλίσεων αυτού του δανείου ήταν η σύσταση της Υ.2475/13 επί των επίδικων πέντε ακινήτων στο Άρσος. Οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση τους δεν παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός το οποίο δυνητικά θα μπορούσε κατά την ακρόαση της ουσίας να στοιχειοθετήσει λόγο για ακύρωση είτε των δανειακών συμβάσεων είτε της υποθήκης. Για τις δανειακές συμβάσεις δεν προβάλλουν κάτι ενώ ειδικά όσον αφορά την υποθήκη ισχυρίζονται στην οπισθογράφηση δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, εικονικότητα κ.λ.π. πλην όμως και πάλι από πλευράς μαρτυρίας, που θα μπορούσε να καταστήσει ορατή την πιθανότητα επιτυχίας ενός τέτοιου ισχυρισμού, δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Η αξίωση για αποζημιώσεις διασυνδέεται στη γενική οπισθογράφηση με κατ' ισχυρισμόν ζημιές για ταλαιπωρία και έξοδα αφενός λόγω παράνομων ενεργειών και αφετέρου και πάλι λόγω απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και ή της τραπεζικής πρακτικής και ή των συμβατικών υποχρεώσεων. Ούτε για αυτές τις αιτίες παρατίθεται στην ένορκη δήλωση κάποιο γεγονός, για το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί ότι αν γίνει δεκτό θα οδηγήσει σε επιτυχία κάποια από τις πιο πάνω βάσεις αγωγής. Καθίσταται προφανές από τα πιο πάνω πως η μόνη αιτία αγωγής για την οποία περιέχονται κάποια στοιχεία μαρτυρίας στην ένορκη δήλωση είναι η αξίωση για διαγραφή υπερχρεώσεων ή, όπως καταγράφεται στην αγόρευση, για εξακρίβωση της πραγματικής απαίτησης των Εναγομένων. Μάλιστα, στην αγόρευση δηλώνεται ρητώς πως η αγωγή και η αίτηση ακριβώς καταχωρίστηκαν αφενός για να εξακριβωθεί η πραγματική απαίτηση και αφετέρου για να ανακοπεί η αναγκαστική εκποίηση χωρίς προηγουμένως να ληφθούν υπόψιν από τους Εναγόμενους οι αμφισβητήσεις των Εναγόντων για τις οφειλές τους. Η ρητή αυτή δήλωση οριοθετεί και τη δυνητική εμβέλεια της αγωγής αυτής κατά την ακρόαση της ουσίας. Προς στοιχειοθέτηση αυτής της βάσης οι Ενάγοντες έχουν επισυνάψει Αναλύσεις των οικονομικών τους συμβούλων τόσο για τα δύο αρχικά δάνεια όσο και για το δάνειο του 2013 (Τεκμήριο 2). Όπως είναι δεκτό η αξίωση των Εναγομένων βάσει της Ειδοποίησης Ι είναι για €864.690.74 συν τόκους. Μέσα από τις τρεις μελέτες τους οι σύμβουλοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να αφαιρεθεί ποσόν €198.157,56 το οποίο κατά τη γνώμη τους αναλύεται σε:
  2. Διόρθωση βασικού επιτοκίου και τόκου υπερημερίας βάσει της Επαναϋλογισμένης κατάστασης μας €157.605,53
  3. Διόρθωση Βάσης Υπολογισμού Τόκου από 360 μέρες σε 365 μέρες € 1.071,82
  4. Διαφορά εξόδων € 4.036,79
  5. Διαφορά προηγούμενης οφειλής € 35.443,42 Το ποσό των €157.605 προκύπτει, κατά τους συμβούλους μετά από επαναϋπολογισμό του υπολοίπου σύμφωνα με τις διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ, καθώς και βάσει τόκου υπερημερίας που ισοδυναμεί με 2% και όχι με κυμαινόμενο πάνω από 2% (π.χ. 3%). Κατά παρόμοιο τρόπο υπολογίστηκε και το συνολικό ποσό των €35.443 καθ' όσον αφορά τα δύο παλαιότερα δάνεια τα οποία αναδιαρθρώθηκαν το 2013 και κατά τη γνώμη των συμβούλων από τα εξοφληθέντα υπόλοιπα τους θα έπρεπε να είχαν αφαιρεθεί €24.913,60 και €10.529,82 αντίστοιχα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα ζητήματα των υπερχρεώσεων συνιστούν θέματα τα οποία θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της ουσίας. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επί του παρόντος θα μπορούσε μόνο να καταγραφεί η ένσταση των Εναγομένων ότι ως προς το βασικό επιτόκιο οι υπολογισμοί των συμβούλων έγιναν με βάση τις διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου της Ε.Κ.Τ και όχι με βάση τις ισχύουσες δανειακές συμβάσεις και τους όρους αυτών, για τους οποίους προβάλλουν ότι υπερισχύουν. Θα μπορούσε δε να προστεθεί πως το βασικό επιτόκιο του Α.Π.Ι συμπεριλαμβάνεται διαζευκτικά στον σχετικό ορισμό του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Ν.160(i)/99 και ότι εξ αυτού του Νόμου δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως υποχρεωτικός ο υπολογισμός βασικού επιτοκίου της Ε.Κ.Τ. Ως προς το επιτόκιο υπερημερίας θα μπορούσε να λεχθεί πως η σχετική απαγόρευση για μη επιβολή επιτοκίου πέραν του 2% εισήχθη στις 7.5.15 με τον Ν.66(Ι)/15 και ότι μια από τις συνέπειες του Νόμου αυτού για συμβάσεις που ήταν ήδη σε ισχύ ή τερματίστηκαν προηγουμένως είναι πως το πιστωτικό ίδρυμα έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Τόσο το θέμα βασικού επιτοκίου όσο και του τόκου υπερημερίας συνιστούν ζητήματα βεβαίως τα οποία θα κριθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και λεπτομέρεια κατά την ακρόαση της ουσίας. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις και με βάση την προσφερθείσα μαρτυρία δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι εν τέλει θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €198.
  6. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ενδεχομένως θα πρέπει να αφαιρεθεί κάποιο ποσό, ιδιαίτερα εάν καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι χρέωσαν τόκο υπερημερίας πέραν του 2% σε περίοδο που αυτό δεν ήταν επιτρεπτό, όπως και κάποια ποσά που αφορούν τη διόρθωση της βάσης υπολογισμού (από 360 μέρες) ή τη διαφορά εξόδων. Όμως, δεν διαπιστώνεται η ίδια ορατή πιθανότητα για το βασικό επιτόκιο στη βάση των όσων έχουν εξηγηθεί ανωτέρω. Αναμφίβολα λοιπόν η πιθανότητα επιτυχίας αναφέρεται σε ποσό χαμηλότερο του ποσού των €198.157 το οποίο ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Στην παρούσα περίπτωση δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση των Εναγομένων. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να διαπιστωθεί ότι εάν αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία και ο πλειστηριασμός των ακινήτων συμπεριλαμβανομένων των κτισμάτων τα οποία συνιστούν το έργο αγροτουρισμού, τότε όλα τα ακίνητα θα αποκτηθούν από τρίτα πρόσωπα και σαφώς αυτά δεν θα μπορούν να αποδοθούν στο μέλλον στους Ενάγοντες. Δεν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποδώσουν χρηματική αποζημίωση πλην όμως, όπως έχει λεχθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της ζημιάς και υπό τις περιστάσεις της παρούσας θεωρώ πως θα ήταν δύσκολο έως αδύνατο να επιστραφεί η ιδιοκτησία. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όμως η διαπίστωση συνδρομής των τριών βασικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση ή οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ. Ε75/2015, ημερ. 7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ. 292/10, ημερ. 20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Στην παρούσα περίπτωση έχει διαφανεί ότι οι Ενάγοντες αποδέχονται την ύπαρξη του πλείστου μέρους του διεκδικούμενου ποσού των €864.
  1. Αρνούνται ένα μέρος του το οποίο για σκοπούς της παρούσας εκτιμάται ότι δεν θα υπερβαίνει περίπου το 20% του συνολικού χρέους. Οι δόσεις του δανείου εξ €4.982 άρχιζαν στις 5.11.15 και από τότε μέχρι την καταχώριση της αγωγής θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί περί τις €200.000 αλλά αντί τούτου καταβλήθηκε ποσό €20.470 μόνο, ως καταγράφουν και οι σύμβουλοι των Εναγόντων στην ανάλυση τους πράγμα το οποίο σημαίνει πως καταβλήθηκαν περίπου τέσσερις δόσεις από τις 40 που έπρεπε να καταβληθούν, ακόμα και αν υπάρχει αμφισβήτηση για το ακριβές υπόλοιπο. Τα ακίνητα υποθηκεύτηκαν ακριβώς για την εξασφάλιση του χρέους και σύμφωνα με τον Νόμο δύναται να προωθηθεί η εκποίηση τους ανεξαρτήτως εκκρεμότητας οποιασδήποτε αγωγής. Λόγω της κατάστασης αυτής φαίνεται πως οι Εναγόμενοι ήδη προχώρησαν με Ειδοποιήσεις ΙΑ ορίζοντας πλειστηριασμό στις 4.10.19 όπως δέχθηκαν οι Ενάγοντες στην αγόρευση τους, με αποτέλεσμα η αίτηση να αφορά πλέον μόνο την αναστολή συνέχισης της διαδικασίας. Οι Ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση-έφεση εντός 30 ημερών από τις 8.4.19 (την υπ' αρ.113/19) χωρίς να επιχειρήσουν την εξασφάλιση διατάγματος βάσει των νέων δεδομένων, προφανώς κρίνοντας ότι καλύπτονται από την παρούσα, πράγμα που σημαίνει ότι στην έφεση δεν έχει προβληθεί ως λόγος η ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος. Για να καταδείξουν τις αξίες των κτημάτων οι Ενάγοντες αρκέστηκαν στο να παρουσιάσουν εκτίμηση του 2009 για τα δύο τεμάχια στα οποία υπάρχουν πλέον κτίσματα, ενώ για τα άλλα τρία τεμάχια προσφέρονται μόνο οι τιμές Κτηματολογίου του 2013 όπως τις κατέγραψαν οι σύμβουλοι τους στην ανάλυση. Από πλευράς Εναγομένων έχει παρουσιαστεί για όλα πολύ πιο πρόσφατη εκτίμηση, ήτοι του
  2. Στη βάση των πιο πάνω κατά τους διαδίκους οι αξίες είναι Κατά Ενάγοντες το 2009 Αγοραία €749.200 (685.000 + 64.200) Καταναγκαστική €579.200 (515.000 + 64.200) Κατά Εναγόμενους το 2017 Αγοραία €609.000 (515.000 + 94.000) Καταναγκαστική €457.000 (392.000 + 65.000) Γενικότερα αυτό το οποίο παρατηρείται στην παρούσα είναι πως σαφέστατα υπάρχει αδυναμία εξυπηρέτησης του αναδιαρθρωμένου δανείου. Ακόμα και στην πρόταση την οποία οι Ενάγοντες υπέβαλαν στις 10.12.18 (Τεκμήριο 3), αυτό το οποίο εισηγούνται είναι τη χορήγηση ενός νέου δανείου ύψους €640.000 με αποπληρωμή σε 20 έτη (διά δόσεων €3.560) και την προοδευτική διαγραφή του ποσού των €198.
  3. Η όλη διαφωνία των μερών κατατείνει στο κατά πόσον θα διαγραφεί εν τέλει το συγκεκριμένο ποσό ή άλλο μικρότερο. Σε μια μελλοντική εκποίηση είναι μάλλον πιο απίθανο παρά πιθανό το να εξασφαλιστεί το ποσόν της εκτίμησης του 2009, η οποία έγινε με πολλές επιφυλάξεις, πριν καν ανεγερθούν τα κτίσματα. Οι εκτιμήσεις των Εναγομένων είναι πολύ πιο κοντά τόσον από πλευράς χρόνου όσον και από πλευράς της επί τόπου κατάστασης. Όμως, ακόμα και να εξασφαλιστεί το ποσό που οι Ενάγοντες εισηγούνται, δηλαδή €749.200 με παράλληλη διαγραφή όλου του ποσού το οποίο απαιτούν, στην πραγματικότητα θα δικαιούνται απλώς το υπόλοιπο μέρος του εκπλειστηριάσματος (δηλαδή περί τις €85.000), αναλόγως της έκβασης της αγωγής και της ακριβούς διαπίστωσης του οφειλόμενου, όπως ζητούν οι Ενάγοντες. Το ερώτημα το οποίο ανακύπτει στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου είναι λοιπόν κατά πόσον θα προκαλείτο μεγαλύτερη αδικία από την έκδοση ή τη μη έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος παγοποίησης της διαδικασίας εκποίησης. Η αναστολή της διαδικασίας αυτής μέχρι οριστικής εκδίκασης για να αποφασιστεί δικαστικώς το τυχόν ποσό το οποίο συνιστά υπερχρεώσεις θα εσήμαινε, λαμβάνοντας υπόψιν το υφιστάμενο δικαστικό πρόγραμμα και τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις στην αντίστοιχη κλίμακα, πως θα υπήρχε αδράνεια για πολυετή περίοδο, αν ληφθεί υπόψιν ο μέσος απαιτούμενος χρόνος, στοιχείο το οποίο θα είχε αβέβαιες συνέπειες ως προς την αξία του ακινήτου και τη σημερινή δυνατότητα κάλυψης του χρέους μέσω του εκπλειστηριάσματος. Εννοείται πάντοτε πως το οποιοδήποτε επιπλέον ποσό εισπραχθεί είτε τώρα είτε αργότερα αναλόγως και της τελικής έκβασης της αγωγής θα επιστραφεί ούτως ή άλλως στους Ενάγοντες. Τα πιο πάνω βέβαια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η πιθανή αναγκαιότητα κρίσης σε δεύτερο βαθμό μέσω έφεσης. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω κρίνεται πως θα προκαλούσε μεγαλύτερη αδικία η έκδοση οποιουδήποτε των διαταγμάτων και η παγοποίηση της κατάστασης για τόσο μακρύ διάστημα ενόψει του ότι η διαφορά έγκειται στο 20% περίπου του αξιούμενου ποσού και κυρίως με δεδομένο ότι παρέχεται χρόνος μέχρι τον προγραμματισθέντα πλειστηριασμό (στις 4.10.19) για την όποια αναγκαία διαβούλευση ως εισηγούνται οι Ενάγοντες. Ασκώντας λοιπόν τη διακριτική μου ευχέρεια θεωρώ δικαιότερο και προσφορότερο όπως μη εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εναγομένων και εις βάρος των Εναγόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεσα Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.