ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. CONSTANTINOU AND CONSTANTINOU TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1934/18, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1934/18 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγουσας και
- CONSTANTINOU AND CONSTANTINOU TRADING LTD
- XXX ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥ
- XXX XXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενων -------------------- Αίτηση ημερ. 05.12.2018 Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2019 Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Φερεντίνου Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Ζουρμπάνου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 07.11.18 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») και εναντίον της Εναγόμενης 1 (στο εξής «Αιτήτρια») κατόπιν σχετικής αίτησης που καταχώρισε η πρώτη λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της δεύτερης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 05.12.18 και με αυτή ζητείται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της απόφασης ημερ. 07.11.18 (στο εξής «η απόφαση») που εκδόθηκε ερήμην της Αιτήτριας. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ο οποίος, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η αγωγή επιδόθηκε στην Αιτήτρια μέσω της Εναγόμενης 3 υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια - γραμματέα της Αιτήτριας. Η Εναγόμενη 3, η οποία είναι σύζυγος του, κοινοποίησε στους δικηγόρους τους αντίγραφα επίδοσης της αγωγής αναφορικά με τον ίδιο και την Εναγόμενη 3, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης μόνο για τον ίδιο και την Εναγόμενη
- Στις 22.11.18 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του ιδίου και των δικηγόρων τους για σκοπούς συζήτησης και ετοιμασίας της υπεράσπισης ενόψει του ότι στις 03.12.18 εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση που καταχώρισε η Καθ' ης η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης. Στα πλαίσια της εν λόγω συνάντησης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής η Εναγόμενη 3 δεν ενημέρωσε τους δικηγόρους τους για το γεγονός της επίδοσης της αγωγής και στην Αιτήτρια. Μετά την προαναφερόμενη εξέλιξη οι δικηγόροι διενήργησαν έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου στις 23.11.18, οπότε και διαπίστωσαν ότι στις 07.11.18 εκδόθηκε η απόφαση εναντίον της Αιτήτριας. Όσον αφορά την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια βασίστηκε στη συμβουλή και γνώμη της Καθ' ης και/ή των αντιπροσώπων της για τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, αφού δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τους κινδύνους των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και ως εκ τούτου στηρίχθηκε στις συμβουλές και/ή εισηγήσεις της Αιτήτριας και ενήργησε στη βάση αυτών. Οι επίδικες συμφωνίες είναι και/ή κατέστησαν άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή μη εκτελεστές λόγω παράνομης συμπεριφοράς της Καθ' ης η αίτηση η οποία χρέωνε τους λογαριασμούς της Αιτήτριας με κεφαλαιοποιήσεις τόκων και/ή ανατοκισμούς και/ή άλλες αντισυμβατικές και/ή παράνομες χρεώσεις ή επιβαρύνσεις κατά παράβαση του νόμου. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση δεν απέστειλε ειδοποίηση με την οποία να τερματίζονται οι επίδικες συμφωνίες και/ή να αξιώνεται η πληρωμή των ισχυριζόμενων οφειλόμενων υπολοίπων. Σε κάθε περίπτωση οι επίδικες συμφωνίες περιέχουν επαχθείς και/ή καταπιεστικούς και/ή παράνομους όρους και/ή καταχρηστικές ρήτρες με τις οποίες περιορίστηκαν και/ή αποκλείστηκαν δικαιώματα της Αιτήτριας. Οι εν λόγω όροι επιβλήθηκαν και/ή υποχρεώθηκε η Αιτήτρια να τους αποδεχθεί, καθώς η Καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύθηκε τη θέση ισχύος και/ή τη δεσπόζουσα θέση που κατείχε έναντι της Αιτήτριας. Επιπροσθέτως των πιο πάνω η Αιτήτρια αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε σε αντισυμβατικές και/ή παράνομες χρεώσεις ή επιβαρύνσεις. Ως εκ των ανωτέρω ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως παραμεριστεί η απόφαση ενόψει του ότι η Αιτήτρια διαθέτει καλή υπεράσπιση και η παράλειψη της να καταχωρίσει εμφάνιση οφείλεται σε καλόπιστο λάθος και αβλεψία. Στην αντίπερα όχθη η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει 6 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση για ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης και θα προκαλέσει αδικία σε αυτήν. Περαιτέρω, με τους λόγους ένστασης υποστηρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ούτε και δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη της Αιτήτριας να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι στις 27.09.18 η δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση ενημερώθηκε από τους δικηγόρους των Εναγομένων 2 και 3 ότι οι τελευταίοι θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης μόνο για τους Εναγόμενους 2 και
- Μετά την επίδοση της αγωγής ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε με τη δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση ζητώντας όπως συμφωνηθεί νέα χαμηλότερη μηνιαία δόση προκειμένου το χρέος της Αιτήτριας να πληρωθεί από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές της. Ακολούθως ο Εναγόμενος 2 ήλθε σε απευθείας επαφή με την Καθ' ης η αίτηση και ενώ γίνονταν συζητήσεις επί του προαναφερόμενου αιτήματος του με το τμήμα διαπραγμάτευσης της Αιτήτριας καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλή και ουσιαστική εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αόριστοι και αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι τόσο η πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό όσο και το δάνειο δόθηκαν στην Αιτήτρια μετά από αιτήματα της ίδιας προς την Καθ' ης η αίτηση. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια τόσο τις συμφωνίες με τις οποίες παραχωρήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, όσο και τις ειδοποιήσεις και τις επιστολές τερματισμού που κατά τους ισχυρισμούς του στάλθηκαν στην Αιτήτρια και τους εγγυητές της - Εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη, νόμω και ουσία αβάσιμη. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση μαζί με τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις τους και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθέτησαν την αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 ή
(1937)Α.C. 473. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του Εναγόμενου επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι, εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο παράγοντα, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του πολίτη θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της νομολογίας ορίζει ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου δηλαδή η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη ανωτέρω). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι το κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (ΒΙΚΑ ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α ν. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ
(1997)1Α Α.Α.Δ 28 και Evans v. Bartlam ανωτέρω). Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δανιήλ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Πολ. Έφεση αρ.340/10 ημερομηνίας 17.01.17. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο Αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία, όπως και για τυχόν καθυστέρησή του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1Β Α.Α.Δ. 712). Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται από την Αιτήτρια ζήτημα παράτυπης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Αντιθέτως ο Εναγόμενος 2 αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Αιτήτρια μέσω της Εναγόμενης 3 η οποία είναι διευθύντρια και γραμματέας της. Συνεπώς είναι ουσιαστικά αποδεκτό ότι υπήρξε νομότυπη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Προχωρώ επομένως στην εξέταση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, στοιχείο το οποίο, ως ήδη αναφέρθηκε, είναι πρωταρχικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένορκη δήλωση προβάλλονται ισχυρισμοί περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στο ότι οι επίδικες διευκολύνσεις καταρτίστηκαν και λειτούργησαν στη βάση συμβουλών και εισηγήσεων της Καθ' ης η αίτηση και/ή των αντιπροσώπων της επί των οποίων η Αιτήτρια στηρίχθηκε. Περαιτέρω, οι επίδικες συμφωνίες περιλαμβάνουν παράνομους και/ή καταχρηστικούς και/ή επαχθείς όρους οι οποίοι περιορίζουν ανάρμοστα τα δικαιώματα της Αιτήτριας η οποία τους αποδέχθηκε λόγω της θέσης ισχύος της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης, προβάλλονται ισχυρισμοί περί παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων με αποτέλεσμα να αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ποσού. Επιπρόσθετα, προβάλλεται η θέση ότι οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις δεν κατέστησαν απαιτητές εφόσον δεν στάλθηκε στην Αιτήτρια ειδοποίηση τερματισμού και/ή ειδοποίηση με την οποία να αξιώνεται η πληρωμή του διεκδικούμενου ποσού. Παράλληλα, στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνονται και ισχυρισμοί που αφορούν τις εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3. Σε σχέση με τους τελευταίους αυτούς ισχυρισμούς σημειώνω ότι δεν μπορούν ασφαλώς να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο στην απόφαση του Δικαστηρίου, εφόσον αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης εκ μέρους της Αιτήτριας. Επομένως, οι αναφορές που θα γίνουν πιο κάτω αφορούν αποκλειστικά τους ισχυρισμούς που μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την Αιτήτρια Οι προβαλλόμενες θέσεις της Αιτήτριας συνάντησαν ασφαλώς την άρνηση της Καθ' ης η αίτηση η οποία προβάλλει τους δικούς της αντίθετους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, επισυνάπτοντας μάλιστα και σχετικά Τεκμήρια. Επισημαίνω ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, ούτε και εξετάζει την ουσία των ισχυρισμών που προβάλλει ο διάδικος που αιτείται την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο είναι η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση MORRIS V. SARATOGA SWIMMING POOLS LTD (Aρ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ. 647 η εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών αποτελεί έργο του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την αγωγή σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης. Στην Αγγλική απόφαση Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All ER 1007, ο Ward Lord Justice προβαίνοντας σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των κριτηρίων που κατά καιρούς τέθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, κατέληξε ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο Εναγόμενος θα πετύχει στην υπεράσπισή του, αλλά, απλώς, ότι με βάση την κοινή λογική έχει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (an arguable case which carries some degree of conviction). Εφαρμόζοντας τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, σε σχέση με ορισμένους εκ των ισχυρισμών που προβάλλει η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η Αιτήτρια προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που αφορούν, μεταξύ άλλων, το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, καθώς και το κατά πόσο αυτές κατέστησαν νομότυπα απαιτητές. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της Αιτήτριας είναι στο σύνολο τους γενικοί, αόριστοι και ψευδείς δεν με βρίσκει σύμφωνο. Καταρχάς όσον αφορά τη θέση της περί ψευδών ισχυρισμών επαναλαμβάνω ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528). Το ερώτημα που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο σε αυτή τη φάση είναι κατά πόσο οι ισχυρισμοί που τέθηκαν ενώπιον του στοιχειοθετούν εξ αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι v. Mariala Construction Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 1129). Κατά την κρίση μου οι ισχυρισμοί που έχω προσδιορίσει πιο πάνω μπορούν αντικειμενικά να αποτελέσουν υπεράσπιση στα πλαίσια της παρούσας διαφοράς η οποία αφορά ισχυριζόμενες παραβάσεις τραπεζικών διευκολύνσεων. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δηλαδή ότι αφενός στηρίχθηκε σε συμβουλές και εισηγήσεις της Καθ' ης η αίτηση και/ή των αντιπροσώπων της και αφετέρου ότι οι επίδικες συμφωνίες περιέχουν παράνομους και/ή καταχρηστικούς και/ή αθέμιτους και/ή επαχθείς όρους οι οποίοι της επιβλήθηκαν λόγω της θέσης ισχύος της Καθ' ης αίτηση (παράγραφοι 9, 10, 13 και μέρος της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση), θα συμφωνήσω με τη συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση ότι είναι διατυπωμένοι με γενικότητα και ως εκ τούτου δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η Αιτήτρια όφειλε να προσδιορίσει τους όρους των επίδικων συμφωνιών οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είναι παράνομοι ή καταχρηστικοί ή επαχθείς. Περαιτέρω, όφειλε να δώσει κάποια στοιχεία σε σχέση με τις ισχυριζόμενες συμβουλές και εισηγήσεις της Καθ' ης η αίτηση και/ή των αντιπροσώπων της επί των οποίων στηρίχθηκε, προφανώς προς βλάβη της, τόσο κατά τη σύναψη, όσο και κατά τη λειτουργία των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν παραβλέπω επίσης τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση σύμφωνα με τον οποίο ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να συμφωνηθεί χαμηλότερη μηνιαία δόση για να αποπληρωθεί το χρέος της Αιτήτριας από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές της. Αυτό το γεγονός δεν οδηγεί, κατά την άποψη μου, σε συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια μέσω του Εναγόμενου 2 αποδέχθηκε το αξιούμενο από την Καθ' ης η αίτηση ποσό και ότι κατά συνέπεια κωλύεται στην προβολή υπεράσπισης. Προφανώς οι υπό αναφορά συζητήσεις μεταξύ του Εναγόμενου 2 και της Καθ' ης η αίτηση έγιναν στα πλαίσια προσπάθειας για επίτευξη εξώδικης διευθέτησης. Άλλωστε δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη κατέληξαν και αποδέχθηκαν οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό και σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι δεν μπορεί εκ του προαναφερόμενου γεγονότος να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια αποδέχθηκε το ύψος του αξιούμενου ποσού και εγκατέλειψε τον ισχυρισμό της περί παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί συνίσταται στο κατά πόσο η Αιτήτρια επέδειξε περιφρονητική συμπεριφορά μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση. Η διαπίστωση τέτοιας διαγωγής εκ μέρους της Αιτήτριας θα οδηγήσει σε άρνηση χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος, έστω και αν έχει αποδειχθεί ή ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι η Αιτήτρια δεν επέδειξε περιφρονητική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της σε συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ του Εναγόμενου 2 και των δικηγόρων της στις 22.11.18 διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για λογαριασμό της λόγω της παράλειψης της Εναγόμενης 3 να πληροφορήσει τους δικηγόρους της ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 18.09.18 και στην Αιτήτρια. Την αμέσως επόμενη ημέρα της προαναφερόμενης διαπίστωσης, ήτοι στις 23.11.18, διενεργήθηκε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου οπότε και διαπιστώθηκε η έκδοση της απόφασης. Ακολούθως στις 05.12.18 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Σημειώνω ότι η εξήγηση που έδωσε η Αιτήτρια σε σχέση με την παράλειψη της να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης δεν έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, από τον φάκελο του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται ότι στις 22.11.18 οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση κατέβαλαν τα νενομισμένα τέλη προκειμένου να τους επιτραπεί να διενεργήσουν έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η παράλειψη της Καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης οφείλεται σε καλόπιστο λάθος στο οποίο υπέπεσε η Εναγόμενη 3 και το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθούν σχετικά οι δικηγόροι της για να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης και για λογαριασμό της πράγμα το οποίο έπραξαν σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3 στις 05.10.18. Σημαντικό επίσης στοιχείο το οποίο, κατά την άποψη μου, συνηγορεί στο ότι είναι καλόπιστοι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια είναι το γεγονός ότι πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης μέσα από τις ενέργειες των δικηγόρων της. Επομένως, περιήλθε στη γνώση της η έκδοση της απόφασης μέσα από δικό της ενδιαφέρον και όχι από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης ή μέσω πληροφόρησης της Καθ' ης η αίτηση. Κλείνοντας επισημαίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας, σαφώς διακρίνονται από εκείνα της Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (ανωτέρω), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και δεν επέτρεψε τον παραμερισμό της απόφασης παρά την απόδειξη εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης, διότι έκρινε ότι υπήρξε καταφρόνηση της διαδικασίας. Στην εν λόγω υπόθεση και στα πλαίσια διαπίστωσης της περιφρονητικής συμπεριφοράς που υποδείχθηκε από την εφεσείουσα, λήφθηκε υπόψη και το γεγονός ότι της επιδόθηκε η αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης και παρά ταύτα δεν καταχωρήθηκε και πάλι σημείωμα εμφάνισης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στις 07.11.18 Κατά τον παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του Εναγόμενου, η συνήθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που σπαταλήθηκαν (costs thrown away) λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση (Έλλη Κ. Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179). Κατά συνέπεια, και εφόσον η Αιτήτρια ευθύνεται για τη μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, τα έξοδα που έχουν σπαταληθεί λόγω της προαναφερόμενης παράλειψής της, καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω αναφερόμενα έξοδα να πληρωθούν εντός 20 ημερών από την ημερομηνία που θα κοινοποιηθεί στην Αιτήτρια το ποσό των εξόδων, η πληρωμή των οποίων αποτελεί όρο για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και Υπεράσπισης. Η Αιτήτρια θα έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και Υπεράσπιση εντός 14 ημερών από την πληρωμή των εξόδων της Καθ' ης η αίτηση. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Νοείται ότι η Υπεράσπιση που θα καταχωρηθεί από την Αιτήτρια δεν μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα πέραν εκείνων για τα οποία κατέδειξε ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ήτοι της αμφισβήτησης του ύψους του αξιούμενου ποσού και του νομότυπου τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο