← Κύπρος

Αναφορικά με την Ευριπίδου, Αρ. Αίτησης: ΔΑΟ 14/18, 29/5/2019

Αναφορικά με την Ευριπίδου, Αρ. Αίτησης: ΔΑΟ 14/18, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: ΔΑΟ 14/18 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015, Ν. 65(Ι)/

  1. Αναφορικά με την XXXX Ευριπίδου, με Α.Δ.Τ. XX1276, Χρεώστιδα. --------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου
  2. Εμφανίσεις: Για πιστωτές: κος Χρ. Στυλιανίδης για Στέλιος Στυλιανίδης & Σια ΔΕΠΕ. Η Χρεώστιδα, εμφανίζεται προσωπικά. Για Υπηρεσία Αφερεγγυότητας: κος Σκουφάρης. ΑΠΟΦΑΣΗ Την 21.3.18 το Ε.Δ. Λεμεσού εξέδωσε Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών (στο εξής ΔΑΟ) αναφορικά με την χρεώστιδα XXXX Ευριπίδου. Το Διάταγμα αφορούσε μεταξύ άλλων, χρέος ύψους €6.940,70σ αναφορικά με δάνειο το οποίο έλαβε μαζί με άλλο πρόσωπο από το τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, νυν Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ). Την 20.3.19 οι πιστωτές ΣΕΔΙΠΕΣ, υπέβαλαν στο Δικαστήριο ένσταση ζητώντας την ακύρωση του ως άνω Διατάγματος για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην ένσταση και οι οποίοι υποστηρίζονται από την ένορκο δήλωση του XXXX Καρακόκκινου, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της ΣΕΔΙΠΕΣ. Ουσία της ένστασης των πιστωτών, ως προωθήθηκε με την ένορκο δήλωση η οποία την υποστηρίζει και τη γραπτή αγόρευση τους, συνιστά το ότι κακώς εκδόθηκε το Διάταγμα ημερ 21.3.18 αφού το χρέος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε και δεν έχει καταστεί πληρωτέο και ο λογαριασμός που αφορά το εν λόγω δάνειο ουδέποτε τερματίστηκε. Αποτέλεσμα τούτου είναι η πρόκληση ζημιάς στους πιστωτές εφόσον έχουν απωλέσει τις εξασφαλίσεις τις οποίες είχαν για το εν λόγω δάνειο. Σύμφωνα με τον ομνύον στην ένσταση, αυτή θα πρέπει να πετύχει, λόγω του ότι, πέραν των πιο πάνω, δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες από τα εμπλεκόμενα μέρη εφόσον δεν έγινε η δέουσα έρευνα και διερεύνηση ούτε ζητήθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα που αφορούν το χρέος της χρεώστιδας, η οποία απέκρυψε από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας το γεγονός ότι η συμφωνία δανείου δεν είχε τερματιστεί. Στη διαδικασία εμφανίστηκε η χρεώστιδα η οποία καταχώρησε ένορκο δήλωση υποστηρίζοντας ότι οι πιστωτές δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά καθώς και το ότι η ίδια δεν έχει εισοδήματα πέραν του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ύψους €480.- εξού και εκδόθηκε το Διάταγμα από το Δικαστήριο. Αναφέρει επίσης ότι παρά την έκδοση του Διατάγματος οι πιστωτές εξακολουθούν να λαμβάνουν από το λογαριασμό της το ποσό της μηνιαίας δόσης με αποτέλεσμα να ζει με το ποσό των €380.- Εκ μέρους της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας εμφανίστηκε ο κος Σκουφάρης ο οποίος δεν τοποθετήθηκε στην ένσταση των πιστωτών, αναφέροντας ότι είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου για τυχόν διευκρινήσεις. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ρόλος της υπηρεσίας τελειώνει με την έκδοση του διατάγματος απαλλαγής οφειλών και εναπόκειται στον χρεώστη να αντικρούσει την ένσταση των πιστωτών. Με την αγόρευση τους οι πιστωτές εισηγούνται ότι δικαιολογείται η ακύρωση ή μερική ακύρωση του ΔΑΟ ημερ. 21.3.18 κατά τρόπο όπου αυτό να περιορίζεται στο ποσό των €547.74σ και αφορά τις καθυστερημένες δόσεις κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης από μέρους της χρεώστιδας. Η ένσταση των πιστωτών καταχωρήθηκε συμφώνως του άρθρου 20 του Νόμου περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (65(I)/2015), το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «20.-

(1)Καθορισμένος πιστωτής δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών και, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός
(1)έτους από την έκδοση τέτοιου διατάγματος από το δικαστήριο, να υποβάλει ένσταση στο αρμόδιο δικαστήριο, αναφορικά με τη συμπερίληψη σαν καθορισμένου χρέους, χρέους για το οποίο είναι καθορισμένος πιστωτής.
(2)Ένσταση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)- (α) υποβάλλεται με την καταχώρηση της ειδοποίησης της ένστασης στο αρμόδιο δικαστήριο, η οποία επιδίδεται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και τον καθορισμένο χρεώστη· και (β) δυνατό να βασίζεται μόνο σε έναν από τους λόγους που προβλέπονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3).
(3)Οι λόγοι της ειδοποίησης υποβολής ένστασης, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορούν να είναι μόνο οι εξής- (α) ο καθορισμένος χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 11, όταν υπέβαλε την αίτηση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12· (β) ισχύουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα, τα οποία προκαλούν ή έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στον καθορισμένο πιστωτή: (
  1. i)Υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, ή στις άλλες πληροφορίες που παρέχονται, ή στα έγγραφα που προσκομίζονται από τον καθορισμένο χρεώστη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12· (
  2. ii)ο καθορισμένος χρεώστης έχει κηρυχθεί πτωχεύσας χωρίς το διάταγμα του δικαστηρίου να έχει ακυρωθεί ή να έχει αποκατασταθεί ο χρεώστης· (iii) ο καθορισμένος χρεώστης, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, και εντός ενός έτους από την έκδοσή του, διέπραξε αδίκημα, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου· (
  3. iv)οι διαδικασίες, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, δεν τηρήθηκαν· (ν) ο καθορισμένος χρεώστης, διά των ενεργειών του, εντός προθεσμίας έξι
(6)μηνών που λήγει κατά την ημερομηνία αίτησης που υποβάλλεται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 121 έχει τακτοποιήσει τις οικονομικές του υποθέσεις με τρόπο που αποσκοπεί κυρίως στο να καταστεί επιλέξιμος για την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών.» Το άρθρο 11
(2)του Νόμου το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 20
(3)(α) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «11.-
(2)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, χρεώστης δεν είναι επιλέξιμος για έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, εκτός εάν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης- (α) έχει μηνιαίο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(5), διακόσια ευρώ (€200) ή λιγότερο· (β) διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(6), αξίας χιλίων ευρώ (€1.000) ή λιγότερο· (γ) έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία· (δ) είναι, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που προβλέπονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(5), αφερέγγυος και είναι πολύ πιθανό να εξακολουθήσει να είναι αφερέγγυος μέσα σε διάστημα ενός
(1)έτους από την ημερομηνία αίτησης· (ε) κατά την περίοδο των δύο
(2)προηγούμενων ετών που λήγουν κατά την ημερομηνία της αίτησης δεν έχει- (
  1. i)διενεργήσει συναλλαγή με οποιοδήποτε πρόσωπο σε αξία χαμηλότερη της πραγματικής, και η οποία έχει συμβάλει ουσιαστικά στην αδυναμία του να πληρώσει τα χρέη του, εξαιρουμένων των χρεών προς το πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης εισήλθε σε συναλλαγή η οποία δεν έγινε έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 91· ή/και (
  2. ii)δώσει προτίμηση σε πρόσωπο που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του διαθέσιμου ποσού του χρεώστη, για την πληρωμή των χρεών του, εξαιρουμένου του χρέους που οφείλεται προς το πρόσωπο που έλαβε την προνομιακή μεταχείριση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 92.» Όπως προκύπτει από το άρθρο 20, οι περιπτώσεις για τις οποίες ένας πιστωτής δύναται να υποβάλει ένσταση στην έκδοση του ΔΑΟ, προβλέπονται εξαντλητικά και περιοριστικά από το άρθρο αυτό. Εις ότι αφορά δε τον πρώτο λόγο για τον οποίο δύναται να καταχωρηθεί ένσταση, ήτοι ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας, το πότε ένας χρεώστης θεωρείται ότι δεν πληροί τα κριτήρια αυτά αναφέρονται και πάλι εξαντλητικά στο άρθρο 11
(2). Σημειώνω κατ' αρχάς ότι ο Νόμος στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται ως αυτός ίσχυε μέχρι την 13.7.18 και πριν την τροποποίηση του από το Νόμο 85(Ι)/18. Προσθέτω δε ότι το άρθρο 20 του Νόμου δεν επηρεάστηκε από την ως άνω τροποποίηση. Όπως φαίνεται από τα όσα προώθησαν οι πιστωτές ενώπιον μου, στηρίζουν την ένσταση τους στο ότι η χρεώστιδα δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξημότητας λόγω του ότι το εν λόγω δάνειο δεν είχε καταστεί άμεσα πληρωτέο ως προβλέπεται από το άρθρο 10 του Νόμου ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι η προβολή του λόγου ένστασης περί του ότι ένας χρεώστης δεν πληρεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας δυνάμει του άρθρου 20
(3)(α), παραπέμπει μόνο στα όσα προβλέπονται στο άρθρο 11
(2), το οποίο παρέθεσα πιο πάνω αυτούσιο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 10, το οποίο προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι «χρέος σε σχέση με χρεώστη, σημαίνει χρέος για πραγματικά εξακριβωμένο ποσό το οποίο, κατά την ημερομηνία αίτησης, είναι πληρωτέο άμεσα». Παρά την άποψη μου ότι ο λόγος ο οποίος προβάλλεται δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 20, παρατηρώ ότι ο εν λόγω λογαριασμός της χρεώστιδας αφορά δάνειο για συγκεκριμένο ποσό το οποίο κατά την 19.12.17 έφερε υπόλοιπο €6.940,73σ πλέον τόκους ως έχουν συμφωνηθεί πλέον τόκο υπερημερίας ως αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 19.12.17 (η οποία συνοδεύει την Αίτηση για έκδοση ΔΑΟ). Το ίδιο υπόλοιπο φαίνεται να καταγράφεται στο πιστοποιητικό το οποίο παρείχαν οι πιστωτές ημερ. 18.12.17 στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, το οποίο συνοδεύει την Αίτηση για έκδοση ΔΑΟ. Προκύπτει συνεπώς ότι το χρέος είναι κατ' αρχάς εξακριβωμένο. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η χρεώστιδα κατά την υποβολή της Αίτησης στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, καθυστερούσε πέραν των τριών συμφωνημένων δόσεων. Ως προβλέπεται στον όρο 6 της Συμφωνίας Δανείου, καθυστέρηση καταβολής τριών δόσεων δίδει το δικαίωμα στο ταμιευτήριο, όπως ήταν τότε, αφού δώσει στο χρεώστη 30 ημέρες έγγραφο προειδοποίηση για συμμόρφωση, να τερματίσει τη συμφωνία δανείου και ολόκληρο το ποσό του δανείου καθίσταται άμεσα απαιτητό. Ακολούθως, με τον όρο 9 της συμφωνίας δανείου προβλέπεται ότι μόλις το δάνειο ή μέρος αυτού ζητηθεί, οι πιστωτές θα έχουν το δικαίωμα μετά τη λήξη της προκαθορισμένης από το Νόμο Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης του 2010 ειδοποίησης, να απαιτήσει άμεση πληρωμή του δανείου. Οι πιστωτές δεν έχουν τερματίσει την εν λόγω συμφωνία δανείου. Έχω όμως την άποψη ότι το κατά πόσο το χρέος είναι άμεσα πληρωτέο, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί στενά και μόνο σε συνάρτηση με τα όσα προβλέπει η συμφωνία δανείου. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι τα όσα προβλέπει η συμφωνία περί δικαιώματος της τράπεζας για τερματισμό της συμφωνίας και απαίτησης του ποσού, ρυθμίζουν κατά κύριο λόγο τον τρόπο με τον οποίο δύναται η τράπεζα να ανακτήσει το χρέος για σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας. Για σκοπούς όμως ερμηνείας και εφαρμογής του Νόμου, υπό του οποίου εξετάζεται η ένσταση των πιστωτών, είμαι της άποψης ότι η αναφορά σε χρέος που είναι πληρωτέο άμεσα, δεν αφορά μόνο χρέος το οποίο ο πιστωτής ήδη ζήτησε την πληρωμή του. Είμαι της άποψης ότι, η αναφορά στο άρθρο 10 σε χρέος το οποίο είναι άμεσα πληρωτέο, περιλαμβάνει και χρέος το οποίο, ενόψει της ύπαρξης καθυστερήσεων, ο χρεώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να ζητηθεί η άμεση πληρωμή του από τους πιστωτές, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, η πρόνοια για χρέος το οποίο είναι άμεσα πληρωτέο, θεωρώ ότι περιλαμβάνει δάνειο, η πληρωμή του οποίου δύναται να ζητηθεί άμεσα από τους πιστωτές αλλά και δάνειο το οποίο λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων ο χρεώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με την απαίτηση για άμεση πληρωμή από τον πιστωτή. Το ότι η τράπεζα ως έχει δικαίωμα το οποίο δεν άσκησε, να τερματίσει το δάνειο και να ζητήσει την άμεση πληρωμή του, ενόψει των απλήρωτων δόσεων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα και μετά την αναδιάρθρωση του δανείου, δεν μπορεί να καταστεί εμπόδιο για τη χρεώστιδα για να επωφεληθεί από τις πρόνοιες του Νόμου, οι οποίες σκοπό έχουν την ανακούφιση ορισμένων οφειλετών, νοουμένου ότι εκπληρώσουν τα προκαταρκτικά κριτήρια τα οποία σχετίζονται με την οικονομική τους κατάσταση. Θεωρώ ότι αντίθετη προσέγγιση και ερμηνεία του Νόμου, υπό το φως του όλου πνεύματος και σκοπού του, θα οδηγούσε στην μη αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, ο οποίος όπως αναφέρεται στο Προοίμιο αφορά «μια σειρά από έκτακτα μέτρα προκειμένου να αντιμετωπισθεί η οξεία οικονομική κρίση». Όπως επίσης αναφέρεται στο Προοίμιο του Νόμου, η θέσπιση του Νόμου έγινε και για τους ακόλουθους λόγους: «Επειδή, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ σε σχέση με τους χρεώστες, στο πλαίσιο ιδιαίτερα της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της κρίσης αυτής στους χρεώστες οι οποίοι έχουν πληγεί ιδιαιτέρως από την κρίση αυτή, επιβάλλεται η λήψη μέτρων για τη επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων των χρεωστών και πιστωτών με τη θέσπιση δίκαιων και βιώσιμων σχεδίων αποπληρωμής, για τη διαφύλαξη επίσης των δικαιωμάτων τρίτων, οι οποίοι πρέπει να διατηρηθούν ως ενεργά από οικονομικής άποψης πρόσωπα, για σκοπούς επανεκκίνησης της οικονομίας· και Επειδή, οι χρεώστες επηρεαζόμενοι από τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία, αντιμετωπίζουν έκτακτες δυσκολίες για να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από δάνεια που έχουν συνάψει και περιέρχονται ή κινδυνεύουν να περιέλθουν σε κατάσταση αφερεγγυότητας· και Επειδή, θα πρέπει να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής οφειλών, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις και στη βάση καθορισμένης διαδικασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση και να διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή των προσώπων αυτών στην οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία·» Έχοντας λοιπόν υπόψη τον ιδιαίτερο σκοπό του Νόμου, θεωρώ ότι αντίθετη ερμηνεία θα έθετε τους πιστωτές σε πλεονεκτικότερη θέση, εξακολουθώντας να χρεώνουν το λογαριασμό με τόκους υπερημερίας και άλλα δικαιώματα χωρίς να τερματίζουν το λογαριασμό με αποτέλεσμα να εμποδίζεται ο χρεώστης να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του Νόμου για την έκδοση ΔΑΟ. Η διαπίστωση μου αυτή συνάδει και με την πρόνοια του Νόμου ότι χρέη μέχρι του ποσού των €25.000.- μπορούν να διαγραφούν, αποκλείοντας έτσι την ανεξέλεγχτη εφαρμογή του Νόμου για πολύ μεγαλύτερα ποσά. Ενόψει των πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης με αρ. 1.1 και 2 δεν μπορούν να πετύχουν. Εις ότι αφορά το λόγο ένστασης υπ' αριθμό 1.2 ότι δηλαδή οι πιστωτές έχουν υποστεί σημαντική ζημιά, διαπιστώνω ότι με την Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας έχουν κατατεθεί όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως η συμφωνία δανείου και η τροποποιητική της αλλά και τα όσα είχαν ζητηθεί από την εν λόγω Υπηρεσία αλλά και ως προνοείται από το Νόμο. Ζητήθηκε μάλιστα από τους πιστωτές η παραχώρηση στοιχείων, τα οποία απέστειλαν με την επιστολή τους ημερ. 18.12.17 η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο με την Αίτηση για την έκδοση του ΔΑΟ, στην οποία αναφέρεται το υπόλοιπο και το ποσό των καθυστερημένων δόσεων. Συνεπώς σύμφωνα με το Νόμο η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας έπραξε ότι ήταν νομίμως επιβαλλόμενο. Ούτε η χρεώστιδα είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να αποκαλύψει ότι η συμφωνία δεν είχε τερματιστεί, γεγονός το οποίο δεν φαίνεται να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση του ΔΑΟ. Το ότι οι πιστωτές έχουν υποστεί ζημιές και απώλεσαν τα δικαιώματα τους και τις σχετικές εγγυήσεις, δεν συνιστά λόγο για τον οποίο μπορεί να υποβληθεί ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 20
(3)(β). Προσθέτω εδώ ότι πουθενά στο Νόμο δεν προβλέπεται η καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης υπό τις περιστάσεις οι οποίες εξετάζονται, ως παραπονείται ο ομνύον στην παρ. 14 της ένορκης δήλωσης του. Εις ότι αφορά το λόγο ένστασης υπ αριθμό 3, δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η διαδικασία ήταν άκυρη και/ή παράτυπη σύμφωνα με το Νόμο. Αντιθέτως, η όλη διαδικασία ελέγχθηκε από το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το ΔΑΟ, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε παρατυπία. Ενόψει των πιο πάνω δεν επιτυγχάνουν οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 3 και
  1. Εις ότι αφορά την αποδιδόμενη κατάχρηση από μέρους της χρεώστιδας, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε κατάχρηση από μέρους της. Η χρεώστιδα ακολούθησε τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Νόμο, ο οποίος θεσπίστηκε για την προστασία συγκεκριμένης κατηγορίας οφειλετών, στην οποία εμπίπτει και η χρεώστιδα, χωρίς να έχει καταδειχθεί πως η άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τα οποία της παρέχονται από το Νόμο μπορούν να συνιστούν κατάχρηση. Καταλήγω συνεπώς ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ή λόγος για τον οποίο θα δικαιολογείτο η ακύρωση του ΔΑΟ ημερ. 21.3.
  2. Τέλος, θα πρέπει να επισημάνω ότι σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της χρεώστιδας, οι πιστωτές εξακολουθούν να λαμβάνουν το ποσό της δόσης από το ποσό του ΕΕΕ το οποίο λαμβάνει η χρεώστιδα. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς πιστωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)του Νόμου πιστωτής δεν δύναται, μετά την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών να «(γ) προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες για την εξασφάλιση πληρωμών για καθορισμένα επιλέξιμα χρέη, από το χρεώστη ή οποιοδήποτε εγγυητή του ο οποίος έχει εγγυηθεί καθορισμένα επιλέξιμα χρέη του χρεώστη» Ενόψει της θέσης της χρεώστιδας ότι οι πιστωτές αποκόπτουν το ποσό της δόσης ακόμα και μετά την έκδοση του ΔΑΟ, το γεγονός αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Ενόψει των πιο πάνω η ένσταση των πιστωτών απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα, ενόψει της προσωπικής εμφάνισης της χρεώστιδας. .......... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.