← Κύπρος

Γεωργιάδη ν. Γεωργιάδου, τόσο υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας του αποβιώσαντος Γεωργιάδη, όσο και υπό την προσωπική της ιδιότητα, Αρ. Αγωγής: 1

Γεωργιάδη ν. Γεωργιάδου, τόσο υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας του αποβιώσαντος Γεωργιάδη, όσο και υπό την προσωπική της ιδιότητα, Αρ. Αγωγής: 1538/2011, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1538/2011 Μεταξύ: . Γεωργιάδη Ενάγοντος v.

  1. . Γεωργιάδου, τόσο υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας του αποβιώσαντος . Γεωργιάδη, τέως από τον ., όσο και υπό την προσωπική της ιδιότητα
  2. . Γεωργιάδου Εναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 18.4.19 για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 31 Mαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Σ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακρόαση της παρούσας Αγωγής ξεκίνησε με πρώτο μάρτυρα τον Ενάγοντα, ο οποίος επιχείρησε να καταθέσει γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αφού ηγέρθησαν διάφορες ενστάσεις επί του περιεχόμενου αυτής, η δικηγόρος του Ενάγοντος ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, και ειδικότερα κάποιων παραγράφων και αξιώσεων αυτής. Σημειώνεται πως η Αίτηση περιείχε αιτητικό και για την προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέως ως εναγομένου, το οποίο αποσύρθηκε κατόπιν σχετικής δήλωσης εκ μέρους του. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Οι Εναγόμενες - Καθ΄ ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΣΖ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Εναγόμενες. Η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.28 r.
  4. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11, και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά όχι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως για τους υπόλοιπους παράγοντες τους οποίους η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία συνοψίζονται οι πιο πάνω αρχές και τονίζεται ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης αρχικά κρίνεται σκόπιμη η εξέταση του λόγου ένστασης πως στην Αίτηση δεν καταγράφεται με σαφήνεια τι ακριβώς ζητείται να τροποποιηθεί αλλά με τρόπο συγχυσμένο, κάτι το οποίο δεν δύναται να οδηγήσει σε έγκριση της Αίτησης. Πριν αναφερθώ αναλυτικά στις αιτούμενες τροποποιήσεις, είναι χρήσιμο να λεχθεί πως η Αγωγή αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ τριών αδελφιών όσον αφορά τον διαμοιρασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους. Συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης ο Ενάγων ισχυρίζεται πως οι αδελφές του, Εναγόμενες, ασκώντας στον πατέρα τους λίγο πριν τον θάνατο του ψυχική πίεση και με απάτη και δόλο, τον έπεισαν να μεταβιβάσει στον Ενάγοντα περιουσία αξίας €100.000 ενώ σε αυτές αξίας €2εκ. και ως εκ τούτου ζητά αναγνωριστικές αποφάσεις ως προς τη διενέργεια των μεταβιβάσεων κατόπιν ψυχικής πίεσης και διάταγμα ακύρωσης αυτών. Στη γραπτή δήλωση του Ενάγοντος αναφερόταν πως για την ως άνω περιουσία των €100.000 συμπληρώθηκαν τα έγγραφα μεταβίβασης για να μεταβιβαζόταν στο όνομα του, ενώ αυτή μεταβιβάστηκε στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίες ευελπιστούσαν πως με τη μεταβίβαση της στον Ενάγοντα (κάτι το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα), αυτός δεν θα είχε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση αναφορικά με την περιουσία του πατέρα τους. Όταν ηγέρθη ένσταση ως προς το ότι η προτεινόμενη μαρτυρία αναφορικά με τη μεταβίβαση της εν λόγω περιουσίας δεν συνάδει με το δικόγραφο του Ενάγοντος, τότε η δικηγόρος του ζήτησε χρόνο να υποβάλει αίτηση τροποποίησης. Μια ανάγνωση των αιτητικών της υπό κρίση Αίτησης καταδεικνύει χωρίς δυσκολία την ακριβή φύση της αιτούμενης τροποποίησης. Με αυτή ζητούνται τα ακόλουθα: (
  1. i)H διαγραφή της υφιστάμενης παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης και η αντικατάσταση της με την προτεινόμενη νέα αντίστοιχη παρ. 5. Η αιτούμενη αντικατάσταση της παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το τι ζητείται. Βασικά με την προτεινόμενη παράγραφο ζητείται η τροποποίηση της αναφοράς περί μεταβίβασης της περιουσίας στο όνομα του Ενάγοντος με την αντικατάσταση της φράσης περί συμπλήρωσης των εγγράφων μεταβίβασης στο όνομα του, η οποία μεταβιβάστηκε στην Εναγομένη 2 με την προσδοκία πως όταν μεταβιβαστεί σε αυτόν δεν θα έχει άλλη απαίτηση αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα τους. Επίσης σε αυτή υπάρχει μια διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο συμπερίληψης των ήδη υφιστάμενων ισχυρισμών. (
  2. ii)Η διαγραφή στην παρ. 7 της φράσης «στις παραγράφους 5 και 6 αντίστοιχα» και η προσθήκη δια τροποποίησης της ακόλουθης φράσης «είτε να τον πείσουν να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του Ενάγοντος την ρηθείσα στην παράγραφο 5 ανωτέρω περιουσία, είτε μετά τον θάνατο του, συμπλήρωσαν σε άγνωστο χρόνο για τον Ενάγοντα, όλα τα απαιτούμενα έγγραφα προς το σκοπό μεταβίβασης ακινήτων μηδαμινής αξίας, στο όνομα του, ενεργώντας έτσι ενάντια στην ελεύθερη βούληση του πατέρα τους ευελπιστώντας ότι ο Ενάγοντας δεν θα διεκδικούσε την νόμιμη μοίρα της περιουσίας δικαούτουν να λάβει ως κληρονόμος». Παρόλο που δεν αναφέρεται ρητώς, εντούτοις είναι σαφές πως ζητείται η αντικατάσταση της υφιστάμενης πρότασης στην εν λόγω παρ. «. να τον πείσουν να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του Ενάγοντος . κληρονόμος του» με την προαναφερόμενη πρόταση. (iii) Η διαγραφή στην παρ. 8 και στις υποπαρ. 8(α) - (γ) της φράσης «και επ΄ ονόματι του Ενάγοντα την προαναφερόμενη στην παράγραφο 5 της παρούσας αγωγής περιουσίας». Η συγκεκριμένη φράση περιέχεται αυτούσια στο εισαγωγικό μέρος της παρ. 8 καθώς επίσης και στις υποπαρ. (α) - (γ) με κάπως διαφοροποιημένη σειρά, ήτοι «και την προαναφερόμενη στην παράγραφο 5 περιουσία επ΄ ονόματι του Ενάγοντος», πλην όμως σαφώς αφορά τη συγκεκριμένη φράση, της οποίας ζητείται η διαγραφή. (
  3. iv)Προσθήκη στις υφιστάμενες αξιώσεις Α-Ζ με την προσθήκη αξίωσης ως παρ. Δ ως ακολούθως: «Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην επ΄ ονόματι του εγγραφή του 1/3 μεριδίου των ακινήτων υπό στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης». Αυτή η τροποποίηση είναι ξεκάθαρη και σαφώς ζητείται να προστεθεί μετά την παρ. Γ με την οποία ζητείται διάταγμα ακύρωσης των μεταβιβάσεων και αναδιακατανομή των προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά 1/3 μεριδίων. Σημειώνεται πως και η αμέσως επόμενη παράγραφος σημειώνεται ως Γ και αναφέρεται σε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Κτηματολογικός Λειτουργός να ακυρώσει τις μεταβιβάσεις, πλην όμως σαφώς η αιτούμενη προσθήκη αφορά την πρώτη παράγραφο φερόμενη ως Γ. (
  4. v)Τροποποίηση της παρ. Γ των αξιώσεων με την προσθήκη της φράσης «ανακαταδιανομή των πιο πάνω αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά 1/3 εντός 5 ημερών από την επίδοση του διατάγματος». Σαφώς αυτή η τροποποίηση αφορά την πρώτη παρ. Γ, εφόσον σε εκείνη περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη πρόταση της οποίας ζητείται η τροποποίηση δια προσθήκης. (
  5. vi)Αναρίθμηση των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που να συνάδουν με τις τροποποιήσεις. Αυτή σαφώς αφορά μόνο την αναρίθμηση των αξιώσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αναφέρονται με σαφήνεια και δεν τίθεται οποιαδήποτε αμφιβολία ούτε και δημιουργείται σύγχυση ως προς τη φύση αυτών. Ως λόγος ένστασης εγείρεται πως η ένορκη δήλωση του Ενάγοντος είναι αντικανονική και ή παράτυπη καθότι δεν αποκαλύπτει με λεπτομέρεια ποια γεγονότα βρίσκονται στην προσωπική γνώση του και ποια έχει πληροφορηθεί από άλλη πηγή την οποία εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτει. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, είναι επιτρεπτό όπως η ένορκη δήλωση περιέχει αναφορές βασιζόμενες σε πληροφόρηση, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή αυτής της πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων από την πρώτη κιόλας παράγραφο της ένορκης του δήλωσης αναφέρει πως γνωρίζει πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πως όσα αναφέρει στην παρούσα απορρέουν από πληροφόρηση και νομική συμβουλή την οποία έχει λάβει από τους δικηγόρους του. Παρόλο που σε κάθε επόμενη παράγραφο ο Ενάγων δεν δηλώνει κατά πόσο τα όσα καταγράφει εκεί προέρχονται από προσωπική του γνώση ή πληροφόρηση από τους δικηγόρους του, εντούτοις είναι ως θέμα λογικής σαφές πως η αναφορά του στα γεγονότα ως προς το ότι τα ακίνητα στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης δεν μεταβιβάστηκαν στο όνομα του αλλά είχαν συμπληρωθεί τα έγγραφα για σκοπούς μεταβίβασης τους στο όνομα του ενώ τώρα είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Εναγομένης 2, κάτι το οποίο ανέφερε στη δικηγόρο του, αφορούν σε γεγονότα της υπόθεσης τα οποία εμπίπτουν εντός της προσωπικής του γνώσης. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί ως προς το ότι εκ λάθους και αβλεψίας ο τότε δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση (και έχει πια αποχωρήσει από το γραφείο), κατέγραψε στην έκθεση απαίτησης πως αυτά τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον Ενάγοντα και όλοι οι ισχυρισμοί περί της νομικής επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της έγκρισης της Αίτησης, όπως π.χ. ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγομένων οι οποίες δύνανται να αποζημιωθούν με έξοδα και ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν στοχεύει στην εκ βάθρων τροποποίηση της Αγωγής και γίνεται καλή τη πίστη, σαφώς προέρχονται από την πληροφόρηση του από τους δικηγόρους του. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι πως η ένορκη δήλωση του Ενάγοντος είναι καθόλα νομότυπη και συνάδει με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες εφόσον αναφέρει την προσωπική του γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και την πληροφόρηση του για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, αποκαλύπτοντας την πηγή της πληροφόρησης του. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος, αυτός αναγνωρίζει πως το γεγονός της μεταβίβασης των ακινήτων ήταν εξαρχής σε γνώση του και το μετέφερε στους δικηγόρους του όταν αποτάθηκε σε αυτούς. Ο Ενάγων αποδίδει τη λανθασμένη καταγραφή των γεγονότων στο δικόγραφο του σε λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου που συνέταξε αυτό. Αυτή η θέση δεν αντικρούεται από τις Εναγόμενες, οι οποίες απλώς, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΣΖ, επικαλούνται κακοπιστία. Θεωρώ πως ο προβαλλόμενος από τον Ενάγοντα λόγος για τη λανθασμένη καταγραφή των γεγονότων στην έκθεση απαίτησης, ήτοι το λάθος και η αμέλεια του δικηγόρου του κατά τη σύνταξη του δικογράφου του, ουδόλως καταδεικνύει οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του Ενάγοντος. Αντιθέτως θεωρώ πως η παρούσα είναι κλασική περίπτωση λάθους και ή αμέλειας του δικηγόρου του Ενάγοντος. Θα ήταν απίθανο ως παράλογο να γίνει δεκτό πως προέβη εσκεμμένα σε εσφαλμένη καταγραφή εξυπηρετώντας αλλότρια κίνητρα. Δεν μου διαφεύγει πως τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί από το 2011 και οι εκατέρωθεν αποκαλύψεις εκ μέρους των διαδίκων έγιναν μέχρι και τον Ιανουάριο του 2012. Με αυτό το δεδομένο είναι εύλογη η διαπίστωση του Δικαστηρίου πως ούτε και στα πλαίσια της αποκάλυψης εκ μέρους του Ενάγοντος, η οποία έγινε στις 18.11.11 από δικηγόρο του γραφείου που τον εκπροσωπεί, και περιλαμβάνει έγγραφα του Κτηματολογίου, περιήλθαν στην αντίληψη του δικηγόρου του οι συνθήκες της μεταβίβασης των υπό κρίση ακινήτων. Ως εκ τούτου, σαφώς το όλο ζήτημα αφορά στην αμέλεια του δικηγόρου και όχι στον ίδιο τον Ενάγοντα. Το γεγονός των αναβολών, κάποιες εκ των οποίων δόθηκαν κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του Ενάγοντος, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάσταση και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ειδικότερα εφόσον δεν μεσολάβησαν οποιαδήποτε άλλα δικονομικά διαβήματα μέχρι και την έναρξη της ακρόασης στις 19.4.19. Θεωρώ πως κατ΄ εκείνη τη δικάσιμο, μόλις έγινε αντιληπτό από την πλευρά του Ενάγοντος πως υπήρχε αυτή η διαφορά μεταξύ του δικογράφου και της προτεινόμενης μαρτυρίας του, ζητήθηκε άμεσα και χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, χρόνος για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Ικανοποιούμαι επίσης πως η αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην παρουσίαση μαρτυρίας η οποία να συνάδει με το δικόγραφο του Ενάγοντος και με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα των γεγονότων. Όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο Ενάγων, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να συνάδει τόσο με τη δική του μαρτυρία αλλά και με τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από το Κτηματολόγιο. Αξίζει δε να σημειωθεί πως, παρόλο που στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενες αγνοούν το περιεχόμενο της παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης, εντούτοις ο Ενάγων ισχυρίζεται πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν αιφνιδιάζει τις Εναγόμενες εφόσον αυτή αφορά σε γεγονότα τα οποία βρίσκονται εις γνώση των Εναγομένων. Αυτός είναι και καθόλα θεμιτός σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1959)σελ. 625: "Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiffs case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)."» Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως η αιτούμενη τροποποίηση τόσο αναφορικά με την τροποποίηση των γεγονότων για το θέμα της μεταβίβασης της υπό κρίση περιουσίας όσο και αναφορικά με την προσθήκη αξίωσης, ουδόλως μεταβάλλει τη βάση της Αγωγής η οποία παραμένει ακριβώς η ίδια. Δεν μου διαφεύγει πως η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται 8 έτη μετά την καταχώριση της Αγωγής, πλην όμως αυτή προέκυψε και ζητείται αμέσως μετά την έναρξη της ακρόασης και της μαρτυρίας του Ενάγοντος, και δη σε πολύ αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Η πρόθεση του Ενάγοντος να μην προκληθεί ιδιαίτερη καθυστέρηση στην περαιτέρω διαδικασία, σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης, διαφαίνεται επίσης από το αιτητικό στην Αίτηση περί διαταγής για καταχώριση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης σε δύο μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου. Αυτό αποτελεί επίσης ένδειξη πως η αιτούμενη τροποποίηση εντάσσεται σε μια γνήσια προσπάθεια του Ενάγοντος να παρουσιάσει την υπόθεση του ολοκληρωμένα και καταρρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί κακοπιστίας και κατάχρησης της διαδικασίας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω): «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευρυπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Αλλου
(1989)1 A.A.Δ.. (E) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης.» Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, και ειδικότερα το γεγονός πως η αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας του δικηγόρου του Ενάγοντος, τη φύση αυτής, και το ότι η ανάγκη για τροποποίηση επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο της δίκης, θεωρώ πως τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης δικαιολογούν την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Θεωρώ πως με την έγκριση της Αίτησης οι Εναγόμενες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θεραπεύεται με έξοδα, ενώ η καθυστέρηση στη διαδικασία λόγω της τροποποίησης θα είναι πολύ μικρή λόγω των στενών χρονικών προθεσμιών που θα καθορίσει το Δικαστήριο ως προς την καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παρ. Β. 2, 3, 4 και 5, Γ, Δ και Ε αυτής. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Η τροποποιημένη απάντηση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και αυτά που θα αχρηστευθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή και υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.