P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 111/2019, 13/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 111/2019 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο, Κεφ. 224, ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: 1. P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd 2. . Μαυρίκιου Αιτητών - Εφεσειόντων v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κα Ν. Δημητρίου για Λ. Μαυρίκιο, Μ. Μιλτιάδου, Ν. Νικόλα και Ε. Μαυρικίου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα A. Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
- i)να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις ΙΑ ημ. 10.4.19 λόγω κακής επίδοσης και λόγω ακυρότητας τους, (
- i)να ακυρώνεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, λόγω της ακυρότητας και ή του παραμερισμού των εν λόγω ειδοποιήσεων, και (
- ii)να ακυρώνονται οι υποθήκες Υ./99, Υ./10 και Υ./13 λόγω απάτης και ή δολίων και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψευδών δηλώσεων και ή δόλιας και ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης. Οι βασικοί λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση αφορούν στο ότι: (α) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν έχουν νόμιμα και νομότυπα επιδοθεί στους Αιτητές - Εφεσείοντες. (β) Οι εν λόγω ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον Ν.9/65. (γ) Οι εν λόγω ειδοποιήσεις δεν υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) Στις εν λόγω ειδοποιήσεις τα ποσά των υπολοίπων των επίδικων υποθηκών είναι λανθασμένα και ή αυθαίρετα και δεν είναι αυτά που αναφέρονται στις συμβάσεις υποθήκης. (ε) Στις εν λόγω ειδοποιήσεις το ποσοστό των τόκων είναι λανθασμένο και ή αυθαίρετο και ή παράνομο κατά παράβαση των συμβάσεων υποθήκης. (στ) Στις ειδοποιήσεις ΙΑ αναγράφονται διαφορετικά ποσά από αυτά στις αντίστοιχες ειδοποιήσεις Θ και Ι. (ζ) Στις ειδοποιήσεις ΙΑ αναγράφεται λανθασμένα η ενυπόθηκη περιουσία. (η) Δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού στις ειδοποιήσεις ΙΑ. (θ) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ πρέπει να ακυρωθούν λόγω του ότι εκκρεμεί η Αγωγή 1686/16 ΕΔ Λεμεσού. (ι) Η αποστολή των ειδοποιήσεων ΙΑ και γενικά η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τον Ν.9/65 είναι καταχρηστική. (ια) Ο Ν.9/65είναι αντισυνταγματικός καθότι αντίκειται στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. (ιβ) Οι συμβάσεις υποθήκης δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τον Ν.9/65 και επομένως είναι άκυρες και παράνομες. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, ο οποίος είναι και διευθυντής της Αιτήτριας εταιρείας. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών βασικά παραθέτει το όλο ιστορικό της διαδικασίας και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αιτήτρια 1 (εφεξής «η Αιτήτρια»), αλλά ούτε και ο Αιτητής 2 εκ μέρους της, δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση καθότι η Αιτήτρια τελεί υπό διαχείριση δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 4.8.14 επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας της Αιτήτριας και αντιπρόσωπος της είναι ο Διαχειριστής Παραλήπτης κ. ΛΚ (εφεξής «ο ΛΚ»). 2) Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις δεν είναι αυτές που επιδόθηκαν στην Αιτήτρια αλλά στον Αιτητή 2 προσωπικά υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή (σε σχέση με τις Υ./99 και Υ./10) και ως ενυπόθηκου οφειλέτη (σε σχέση με την Υ./13). 3) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, οι υπό κρίση ειδοποιήσεις επιδόθηκαν δεόντως στους ενυπόθηκους οφειλέτες και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. 4) Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις είναι καθόλα ορθές και έγκυρες, και ο τύπος και το περιεχόμενο τους συνάδει με τον Τύπο ΙΑ του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν.9/65. 5) Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή. 6) Οι πληροφορίες που περιέχονται στις υπό κρίση ειδοποιήσεις είναι καθόλα έγκυρες, ακριβείς και ορθές. Τα ποσοστά του τόκου είναι ορθά και τόσο αυτά όσο και η αμφισβήτηση των οφειλόμενων δυνάμει των συμβάσεων υποθήκης ποσών δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. 7) Δεν υπάρχει υποχρέωση όπως η ειδοποίηση ΙΑ να συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού. 8) Η εκκρεμοδικία της Αγωγής 1686/16 δεν αποτελεί λόγο παραμερισμού των υπό κρίση ειδοποιήσεων. 9) Άνευ βλάβης του λόγου υπ΄ αρ. 8, η καταχώριση της Αγωγής είναι καταχρηστική. 10) Οι Εφεσίβλητοι - Καθ΄ ων έχουν κάθε νόμιμο δικαίωμα να προωθούν τη διαδικασία βάσει του Μέρους VIA του Ν.9/65 και επομένως αυτή δεν συνιστά κατάχρηση. 11) Δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές - Εφεσείοντες ισχυρίζονται την αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIA του Ν.9/65, το οποίο εν πάση περιπτώσει είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. 12) Οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές και η εγκυρότητα αυτών δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης της παρούσας διαδικασίας. 13) Οι Εφεσίβλητοι - Καθ΄ ων ενεργούσαν και ενεργούν με καλή πίστη, έντιμα, με διαφάνεια και με επιμέλεια και επαγγελματισμό, όπως απαιτείται από ένα τραπεζικό οργανισμό. 14) Η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 15) Τυχόν έγκριση της Αίτησης αποστερεί τους Εφεσίβλητους - Καθ΄ ων της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους καταστρατηγώντας το νομοθετικό πλαίσιο του Ν.9/65. 16) Η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και καταχωρίστηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον κ. ΥΚ (εφεξής «ο ΥΚ»), υπάλληλο της εταιρείας APS στην οποία μεταφέρθηκε η διαχείριση προβληματικών λογαριασμών από τους Καθ΄ ων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των Αιτητών. Και ο ΥΚ με τη σειρά του αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η δεύτερη είναι η ένορκη δήλωση του ΓΧ (εφεξής «ο ΓΧ»), ιδιώτη επιδότη ο οποίος συνεργάζεται με την APS και σε αυτή αναφέρεται στις συνθήκες επίδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ στον Αιτητή 2. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να τεθεί εξαρχής το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Με βάση το Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημ. 6.6.05, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, και όπως παρέμεινε αναντίλεκτο, η Hellenic Bank Ltd μετονομάστηκε από τις 6.6.05 σε Hellenic Bank Public Company Ltd. 2. Σύμφωνα με έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ) και όπως είναι κοινώς παραδεκτό, ο Αιτητής 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής της Αιτήτριας εταιρείας. Γραμματέας αυτής είναι ο αδελφός του Αιτητή 2, ΛΜ. 3. Με βάση τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΥΚ, και όπως επιβεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, στις 4.8.14 η Αιτήτρια υπέγραψε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας της προς όφελος των Καθ΄ ων. Δυνάμει αυτού, στις 7.9.16 οι Καθ΄ ων διόρισαν τον ΛΚ ως Διαχειριστή Παραλήπτη της επιχείρησης και περιουσίας της Αιτήτριας. 4. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι Καθ΄ ων είχαν παραχωρήσει στην Αιτήτρια διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις, συμπεριλαμβανομένων δανείων, λογαριασμού παρατραβήγματος και πιστωτικής κάρτας. Αυτό προκύπτει μέσα από την Αγωγή 1686/16, Τεκμήριο 4(α) και (β) στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2. (Εδώ σημειώνεται πως αυτό το Τεκμήριο περιλαμβάνει μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και όχι την έκθεση απαίτησης, όπως αναφέρει ο Αιτητής 2 στην ένορκη του δήλωση.) Επίσης προκύπτει από την επιστολή τερματισμού ημ. 10.5.16, μέρος του Τεκμήριου 6 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. 5. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι προς εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων, οι Αιτητές παραχώρησαν τις εξής υποθήκες: · H Αιτήτρια τις Υ./99 και Υ./10 · Ο Αιτητής 2 την Υ./13. Οι συμβάσεις υποθήκης αποτελούν τα Τεκμήρια 1-3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 και τα Τεκμήρια 3-5 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, αντίστοιχα. 6. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΥΚ, λόγω υπερβάσεων στους λογαριασμούς της Αιτήτριας και καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των δόσεων της, με επιστολή τους ημ. 10.5.16 οι Καθ΄ ων τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών της Αιτήτριας και απαιτούσαν την πλήρη εξόφληση όλων των χρεωστικών υπολοίπων. 7. Η επιστολή τερματισμού συνοδευόταν από την ειδοποίηση Θ ημ. 10.5.16 και αυτές στάληκαν τόσο στην Αιτήτρια όσο και στον Αιτητή 2, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. 8. Αποτελεί κοινό έδαφος πως μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων Θ, και συγκεκριμένα στις 7.6.16 οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή 1686 ΕΔ Λεμεσού, με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων (
- i)διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου πως όλες οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι εξ υπαρχής άκυρες και ή παράνομες λόγω απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή πιέσεων και ή παράβασης καθήκοντος επιμέλειας και ή σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων και (
- ii)διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου πως οι εγγυήσεις, εξασφαλίσεις, υποθήκες και Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης είναι εξ υπαρχής άκυρες και ή παράνομες. 9. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΥΚ, οι Καθ΄ ων επέδωσαν στον Διαχειριστή Παραλήπτη για την Αιτήτρια τις ειδοποιήσεις Θ και Ι ημ. 5.12.18. Λόγω του ότι η παράδοση των εν λόγω ειδοποιήσεων με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση του Αιτητή 2 δεν κατέστη εφικτή, στις 6.12.18 οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη στον Αιτητή 2 προσωπικά. Σχετικές είναι οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. 10. Αποτελεί και πάλι αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΥΚ, πως στις 10.4.19 οι Καθ΄ ων απέστειλαν με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Διαχειριστή Παραλήπτη για την Αιτήτρια τις ειδοποιήσεις ΙΑ ημ. 10.4.19, με τις οποίες ορίστηκε ως ημερομηνία πώλησης η 13η Μαΐου 2019. 11. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΥΚ, η παράδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ στον Αιτητή 2 προσωπικά μέσω αποστολής συστημένης επιστολής στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση δεν κατέστη εφικτή. Αποτελεί κοινό έδαφος πως στις 11.4.19 ιδιώτης επιδότης επέδωσε τις εν λόγω ειδοποιήσεις για τον Αιτητή 2 αφήνοντας τις στον ΓΤ (εφεξής «ο ΓΤ») στην οδό .. Σχετικές είναι οι ένορκες δηλώσεις ημ. 15.4.19, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. 12. Στις 3.5.19 οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. ΙΙ. Νομιμοποίηση Αιτήτριας στην Καταχώριση της Αίτησης Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι κατά πόσο η Αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώριση αυτής. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως, ανεξαρτήτως του διορισμού του Διαχειριστή Παραλήπτη, ο Αιτητής 2 εξακολουθεί να διατηρεί εξουσίες ως διευθυντής της Αιτήτριας εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του να ενεργεί για λογαριασμό της. Αντίθετη είναι η θέση των Καθ΄ ων, ήτοι πως με τον διορισμό του ο Διαχειριστής Παραλήπτης αναλαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και οι διοικητικοί σύμβουλοι δεν έχουν πλέον εξουσία να τη διαχειρίζονται. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως στις 7.9.16 ο ΛΚ διορίστηκε από τους Καθ΄ ων ως Διαχειριστής Παραλήπτης της επιχείρησης και περιουσίας της Αιτήτριας με βάση το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 4.8.14, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. Σύμφωνα με τους όρους 3 και 4 της Συμφωνίας Ομολόγου και τον όρο 5 του Ομολόγου, αυτό καλύπτει «. ολόκληρη την επιχείρηση . και όλη την περιουσία της εταιρείας . παρούσα ή μελλοντική, συμπεριλαμβανομένων και του μη κληθέντος κεφαλαίου . και φήμης και πελατείας . της εταιρείας .. προς εξασφάλιση της [Τράπεζας] για όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα.» μέχρι ποσού €200.000 πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες. Όπως αναφέρεται στον όρο 9 του Ομολόγου: «Παραλήπτης και Διαχειριστής που διορίστηκε όπως πιο πάνω, θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας, και η Εταιρεία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και τις παραλείψεις του καθώς και για την αμοιβή του, και αυτός θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες του Παραλήπτη και Διαχειριστή και να πράττει κάθε τι το οποίο ο Παραλήπτης και Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται ή έχει το δικαίωμα να κάμει και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας ή θεωρεί σχετικό ή συντελεστικό στη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας συμπεριλαμβανομένων των πιο κάτω: (α) Να λαμβάνει κατοχή και ρευστοποιεί και εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του προαναφερόμενου ενεργητικού και για τον σκοπό αυτό να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας ή διαφορετικά, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο ή σκόπιμο. . (δ) Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς θα θεωρούσε συμφέροντες.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703: «. με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Παρά το ότι ο Διαχειριστής Παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του Ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για τον σκοπό αυτό (βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, Sir G. Lightman και G. Moss, 5η έκδοση, σελ. 26, σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς τον σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς τον σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» Στις σελ. 276-277, πάλι σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα εξής: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι "απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του". Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: "... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
- i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
- ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί."» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδοση, σελ. 312, σε ελεύθερη μετάφραση: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στον διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...» Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 592-3, ο διορισμός Διαχειριστή Παραλήπτη από κατόχους Ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα. Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από τον Νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, έκδοση 1990-1991, σελ. 569-70, αναφέρεται πως από τη στιγμή του διορισμού Παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία αυτής και οι σύμβουλοι δεν έχουν πλέον τέτοια εξουσία, όμως συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (ανωτέρω), προκύπτει πως ενώ ο Διαχειριστής Παραλήπτης διαχειρίζεται πλέον την εταιρεία, οι διευθυντές αυτής διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων Ομολόγων οι οποίοι διόρισαν τον Διαχειριστή Παραλήπτη. Το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών αναγνωρίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank
(1978)2 All E.R. 896, στην οποία τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διοριστεί ο Παραλήπτης περιλάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του Ομολόγου που τον διόρισε. Ο Παραλήπτης είχε αρνηθεί να εναγάγει τους κατόχους του Ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως στην προκειμένη περίπτωση από τη στιγμή του διορισμού του ο Διαχειριστής Παραλήπτης έχει αναλάβει τη διαχείριση της επιχείρησης και όλης της περιουσίας της Αιτήτριας εταιρείας και αυτός πλέον την εκπροσωπεί και έχει το δικαίωμα να αποφασίσει κατά πόσο θα εγείρει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εκ μέρους της ή θα την εκπροσωπήσει σε διαδικασία εναντίον της. Με άλλα λόγια αυτός είναι πλέον το πρόσωπο που αποφασίζει για την Αιτήτρια και τις όποιες δικαστικές διαδικασίες, στα πλαίσια της άσκησης και μέχρι την ολοκλήρωση των καθηκόντων του δυνάμει του Ομολόγου. Επομένως, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως στην προκειμένη περίπτωση ο ΛΚ, ως Διαχειριστής Παραλήπτης της Αιτήτριας, είχε εξουσία και μπορούσε να δώσει οδηγίες και εκπροσωπήσει την Αιτήτρια στα πλαίσια και για σκοπούς καταχώρισης και προώθησης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης εκ μέρους της. Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει συμβεί και χωρίς να έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του Αιτητή 2, ως διευθυντή αυτής, ως προς τις συνθήκες και τους λόγους που ώθησαν τον ίδιο να προχωρήσει εκ μέρους της Αιτήτριας, θεωρώ πως πράγματι αυτός στερείται εξουσίας να εγείρει την παρούσα εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας. Με άλλα λόγια, δεν έχει διαφανεί, π.χ. πως ο Αιτητής 2 αποτάθηκε στον Διαχειριστή Παραλήπτη για να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση εκ μέρους της εταιρείας και αυτός αρνήθηκε, οπότε να συναχθεί ότι ο ίδιος διατηρούσε το κατάλοιπο εξουσίας να την καταχωρίσει εκ μέρους της. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση και ως εκ τούτου αυτή δεν δύναται να προωθηθεί περαιτέρω εκ μέρους της. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει την Αίτηση εκ μέρους του Αιτητή 2 για λογαριασμό του ιδίου προσωπικά. ΙΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς ΙΙΙ.Α Ν.87(Ι)/18 Όπως έχει ήδη λεχθεί, η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 3.5.19, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). Εδώ είναι χρήσιμο να λεχθεί πως ο παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44Γ
(3)περιλάμβανε συνολικά τέσσερις λόγους για τους οποίους ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο είχε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Ανάμεσα σε αυτούς, ως τέταρτος λόγος ήταν η εκκρεμοδικία αγωγής. Με το νέο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, προνοούνται συνολικά έξι λόγοι για τους οποίους τα εν λόγω πρόσωπα έχουν το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, τις πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, και τις νομικές αρχές που έχουν καθιερωθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητώς και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι στις 13.7.18, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητώς την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.
- Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν χωρεί αμφιβολία πως τόσο οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ όσο και η παρούσα Αίτηση βασίζονται στον νέο εν ισχύι τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- ΙΙΙ.Β Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, οι εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας όσον αφορά τα άρθρα 23, 28 και 30 έχουν τεθεί με πλήρη γενικότητα χωρίς να επεξηγείται και εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει παραβίαση σε συνάρτηση με το κάθε άρθρο του Συντάγματος ξεχωριστά. Τόσο στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, γίνεται απλώς μια γενική και αόριστη αναφορά ότι το Μέρος VIA και ειδικότερα οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ του Ν.9/65 παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος, και επομένως αυτές οι εισηγήσεις δεν δύναται να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Η μόνη εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας η οποία εγείρεται με την απαιτούμενη ακρίβεια αφορά το άρθρο 26 του Συντάγματος. Ειδικότερα, στις παρ. 4.6 και 8.5 της ένορκης δήλωσης του ο Αιτητής 2 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί πως το Μέρος VIA του Ν.9/65 προσκρούει στα άρθρο 26, ούτως ώστε αυτή η εισήγηση να δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙΙ.Γ Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως το Μέρος VIA του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον η σύμβαση υποθήκης καταρτίστηκε σε χρόνο πριν τη θέσπιση του εν λόγω τροποποιητικού Νόμου και επομένως η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Αποτελεί εισήγηση του Αιτητή 2 πως η διαδικασία που προβλέπεται στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18επεμβαίνει και παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του στην ελευθερία των συμβάσεων καθότι διαφοροποιεί τη διαδικασία και τον τρόπο εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας. Κατ΄ αρχάς τονίζεται πως το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Θεωρώ πως αυτή η εισήγηση του Αιτητή 2 δεν βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Κατ΄ αρχάς το Μέρος VIA του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΖ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα του Αιτητή 2 να συνάπτει συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας του ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων άλλων προσώπων, όπως αυτός ήθελε αποφασίσει. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, Υ./13, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, για την οποία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως υπεγράφη από τον Αιτητή 2, (όπως επίσης και στις δύο άλλες υπό κρίση συμβάσεις υποθήκης, Τεκμήρια 3 και 4) περιλαμβάνεται ο όρος 5, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων του Αιτητή 2 με ένα εκ των προαναφερομένων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση από την Τράπεζα απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VI του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένα τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Επομένως δεν τίθεται θέμα αλλαγής της συμβατικής σχέσης. Ούτε και το γεγονός της εκκρεμότητας της Αγωγής 1686/16 διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος του Αιτητή 2 κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙV. Λόγοι Παραμερισμού των Ειδοποιήσεων ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σημειώνεται πως ο Αιτητής 2 έχει δικαίωμα να εγείρει οποιονδήποτε εκ των προβλεπόμενων λόγων αναφορικά και με τις τρεις υπό κρίση ειδοποιήσεις οι οποίες του έχουν σταλεί. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ στην ίδια την Αίτηση αναφέρεται πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ επισυνάπτονται σε αυτή, αυτές δεν είναι συνημμένες στην Αίτηση παρά μόνο αποτελούν το Τεκμήριο 5(α)-(γ) στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 και σαφώς η Αίτηση αφορά τον παραμερισμό αυτών των συγκεκριμένων ειδοποιήσεων, κάτι το οποίο ενδεχομένως να αποκτά τη δική του σημασία όπως θα διαφανεί κατωτέρω. ΙV.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ αφορά στο ότι αυτές δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, η ειδοποίηση ΙΑ επιδίδεται σύμφωνα με τον Τύπο «IA» του Δεύτερου Παραρτήματος. Ο τύπος και το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων ΙΑ αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες επισυνάπτουν αυτές στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους, Τεκμήριο 5(α)-(γ) και Τεκμήριο 8 αντίστοιχα. Ένας εκ των λόγων στον οποίο στηρίζεται η Αίτηση είναι πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις δεν συνάδουν ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο τους καθότι δεν υπογράφονται και ή δεν υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με τον Τύπο «IA» του Δεύτερου Παραρτήματος, στο τέλος της ειδοποίησης θα πρέπει να υπάρχει η υπογραφή, το ονοματεπώνυμο του ενυπόθηκου δανειστή ολογράφως και η πλήρης διεύθυνση. Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις συνάδουν πλήρως με τις πιο πάνω πρόνοιες. Σε αυτή φέρονται δύο υπογραφές, μια της ΕΠ και μια της ΜO, κάτω από την καταγραφή του ονόματος του ενυπόθηκου δανειστή, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και της διεύθυνσης του. Από τη στιγμή που υπάρχουν υπογραφές ακριβώς κάτω από την καταγραφή του ονόματος του ενυπόθηκου δανειστή, της Τράπεζας, θεωρώ πως στη βάση του τεκμηρίου της νομιμότητας τα πρόσωπα που υπογράφουν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένα προς τούτο να υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό της Τράπεζας χωρίς να είναι αναγκαία η προσκόμιση τέτοιας εξουσιοδότησης ή η επισύναψη αυτής μαζί με την ειδοποίηση ΙΑ. Άλλωστε, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ΥΚ που συνοδεύει την ένσταση, οι υπογραφές προέρχονται από λειτουργούς της Τράπεζας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να ενεργούν για λογαριασμό της και να υπογράφουν εκ μέρους της. Επομένως, οι Καθ΄ ων αναγνωρίζουν την αποστολή των εν λόγω ειδοποιήσεων για λογαριασμό τους. Με βάση το περιεχόμενο των συμβάσεων υποθήκης και των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΑ, ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 πως στις ειδοποιήσεις η περιγραφή της ενυπόθηκης περιουσίας είναι λανθασμένη, πέραν του ότι παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος, κρίνεται πλήρως αβάσιμος. Επισημαίνεται ακόμα πως η ίδια η αναφορά του Αιτητή 2 στην ένορκη του δήλωση ως προς την ενυπόθηκη περιουσία συνάδει πλήρως με την περιγραφή αυτής στις εν λόγω ειδοποιήσεις. Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής ισχυρίζεται πως τα ποσά τα οποία αναφέρονται στις ειδοποιήσεις ΙΑ είναι λανθασμένα και ή αυθαίρετα και ή δεν είναι αυτά που αναφέρονται στις συμβάσεις υποθήκης. Σαφώς αυτά τα ζητήματα δεν εμπίπτουν εντός του συγκεκριμένου λόγου του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τον οποίο δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και δεν επιβάλλεται για την ειδοποίηση ΙΑ. Ούτε και η θέση πως τα αναγραφόμενα ποσά στις ειδοποιήσεις ΙΑ είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εκ του περισσού σημειώνεται η θέση των Καθ΄ ων πως η διαφορά στα ποσά οφείλεται στην προσθήκη των τόκων. Εκ μέρους του Αιτητή 2 προβάλλεται επίσης πως το ποσοστό του αναγραφόμενου τόκου στις ειδοποιήσεις ΙΑ είναι λανθασμένο, αυθαίρετο, παράνομο και ή κατά παράβαση των συμβάσεων υποθήκης. Ούτε και αυτό το ζήτημα εμπίπτει εντός του συγκεκριμένου λόγου του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τον οποίο δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται πως στη σύμβαση της Υ./99 καθορίζεται ποσοστό επιτοκίου 8% και στην αντίστοιχη ειδοποίηση ΙΑ αναγράφεται επιτόκιο 6,50% ενώ στις συμβάσεις των Υ./10 και Y./13 καθορίζεται ποσοστό επιτοκίου 13% και αυτό αναγράφεται και στις αντίστοιχες ειδοποιήσεις ΙΑ. Είναι γεγονός πως στις ειδοποιήσεις δεν αναγράφεται συγκεκριμένο ποσό τόκου ούτε και εξόδων. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κεφ. 1, κάθε Παράρτημα σε Νόμο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ως μέρος του Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά. (ανωτέρω), η οποία αφορούσε το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65: «. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο Δεύτερο Παράρτημα για τον τύπο της ειδοποίησης ΙΑ, αναγράφεται η φράση «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €...., πλέον τόκος, €.... πλέον έξοδα €......». Θεωρώ ότι η πιο πάνω αναγραφή όσον αφορά τον τόκο δεν ισοδυναμεί ούτε και απολήγει δίχως άλλο στην υποχρέωση καταγραφής συγκεκριμένου ποσού σε ευρώ. Ούτε συμφωνώ πως οποιαδήποτε άλλη περιγραφή του ποσού του τόκου η οποία παρέχει σαφή πληροφόρηση ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και καθορισμού του ποσού, αντιστρατεύεται το λεκτικό του Παραρτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση και στις τρεις υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ για τον τόκο αναγράφονται το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος, το ποσοστό επιτοκίου και η ημερομηνία έναρξης υπολογισμού αυτού. Ικανοποιούμαι πως αυτή η αναφορά παρέχει επαρκή πληροφόρηση όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, τον τρόπο καθορισμού του, το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος και την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του. Σαφώς αυτά τα στοιχεία δίδουν την απαιτούμενη ενημέρωση ούτως ώστε ο παραλήπτης της ειδοποίησης να είναι σε θέση να γνωρίζει το ποσό του τόκου ανά πάσα στιγμή. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καταρρίπτει τυχόν εισήγηση περί αδυναμίας υπολογισμού του τόκου σε περίπτωση επιθυμίας εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Άλλωστε δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία πως ο Αιτητής 2 ή και η εταιρεία εξέφρασαν την πρόθεση καταβολής του οφειλόμενου ποσού για απαλλαγή των υποθηκών και αποδέσμευση των ενυπόθηκων ακινήτων τους. Αντιθέτως, η εγκυρότητα των συμβάσεων υποθήκης αμφισβητείται τόσο στην παρούσα όσο και στα πλαίσια της Αγωγής τους. Επιπλέον, θεωρώ πως ακόμα και σε περίπτωση καταγραφής συγκεκριμένου ποσού τόκου, σαφώς αυτό θα αφορούσε τον υπολογισμό του όπως θα είχε αποκρυσταλλωθεί μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ενώ ο τόκος συνεχίζει να υπολογίζεται μέχρι την ενδεχόμενη εξόφληση του συνολικού οφειλόμενου ποσού δυνάμει της υποθήκης ή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65. Αυτό προκύπτει και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44I
(4), δυνάμει του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν πώλησης με τη σειρά που προνοείται σε αυτό και με ειδική αναφορά στην καταβολή του ποσού που αντιπροσωπεύει το ενυπόθηκο χρέος, πλέον τόκους οι οποίοι υπολογίζονται μέχρι και την ημερομηνία πώλησης και δεν παγοποιούνται κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο βασικός σκοπός της ειδοποίησης ΙΑ είναι η ενημέρωση για την πρόθεση του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με πώληση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα σε αυτόν να λάβει μέτρα για τον παραμερισμό της ειδοποίησης, εν αντιθέσει με την ειδοποίηση Ι η οποία είναι αυτή με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και πληροφορείται πως σε αντίθετη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με πώληση μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού. Είναι δε αξιοσημείωτο πως στην ειδοποίηση Ι η οποία βασικά αποτελεί και την απαίτηση για αποπληρωμή του ποσού, στον αντίστοιχο Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, ο τόκος καταγράφεται επί ποσού, προς το καθορισμένο επιτόκιο και την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του και όχι ως καθορισμένο ποσό. Σαφώς αυτή η καταγραφή θεωρείται επαρκής για να πληροφορήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το ύψος της οφειλής την οποία απαιτεί προς πληρωμή με την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία σημειωτέον και πάλι ενδεχομένως να παρουσιάσει αύξηση μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης σε αυτή προθεσμίας των τουλάχιστον 30 ημερών προς αποπληρωμή. Επομένως, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η καταγραφή του τόκου στις υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ βρίσκεται σε συμμόρφωση με τον τύπο αυτής όπως προνοείται στο Παράρτημα καθότι αυτή ακριβώς ισοδυναμεί με τον καθορισμό του τόκου, απλώς με διαφορετική διατύπωση. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του άρθρου 36 του Κεφ. 1, σύμφωνα με το οποίο «όταν καθορίζονται τύποι, μικρές παρεκκλίσεις από αυτούς, ή αναγκαίες αλλαγές σε αυτούς οι οποίες δεν επηρεάζουν την ουσία ή οι οποίες δεν υπολογίζουν να παραπλανήσουν δεν τους καθιστούν άκυρους». Όσον αφορά τα έξοδα, παρόλο πως σαφώς θα ήταν ορθότερο όπως στις ειδοποιήσεις καθοριζόταν το ποσό των εξόδων, εντούτοις θεωρώ ότι και εδώ τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 36 του Κεφ. 1. Επομένως, θεωρώ πως λόγω ακριβώς της φύσης και του σκοπού της ειδοποίησης ΙΑ, η παράλειψη καθορισμού των εξόδων αποτελεί μικρή παρέκκλιση η οποία δεν επηρεάζει την ουσία αυτής και έτσι δεν την καθιστά άκυρη. Το υπόλοιπο περιεχόμενο των ειδοποιήσεων συνάδει απολύτως με το λεκτικό και τον τύπο του Παραρτήματος. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ξεκάθαρα πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ βρίσκονται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο τους όσο και ως προς το περιεχόμενο τους, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). ΙV.Β Μη Δέουσα Επίδοση Το άρθρο 44Γ
(3)(β) προνοεί ως λόγο παραμερισμού το ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Επισημαίνεται εξαρχής ότι το εν λόγω άρθρο 44Γ
(3)(β) ερμηνεύεται ούτως ώστε ο ενυπόθηκος δανειστής ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να δικαιούται να προβάλλει ο ίδιος ως λόγο τη μη επίδοση σε άλλο πρόσωπο προς το οποίο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί αυτή, όπως π.χ. τον πρωτοφειλέτη ή εγγυητή. Αντίθετη ερμηνεία δεν συνάδει με το λεκτικό του Νόμου αλλά ούτε και κρίνεται λογική καθότι θα απέληγε σε αποσπασματική πληροφόρηση για την σκοπούμενη πώληση, η οποία δεν εμπίπτει εντός της πρόθεσης του Νομοθέτη. Επομένως, κατά την εξέταση αυτού του λόγου το Δικαστήριο περιορίζεται μεν στην εξέταση των υπό κρίση ειδοποιήσεων των οποίων ζητείται ο παραμερισμός αλλά δύναται να ασχοληθεί με την επίδοση αυτών είτε αφορούν στην εταιρεία είτε στον ίδιο τον Αιτητή 2, θέμα το οποίο βεβαίως θα επιλυθεί σε αυτό το στάδιο. Στο πλαίσιο του κοινού υπόβαθρου των γεγονότων έχουν παρατεθεί οι συνθήκες παράδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ τόσο στην εταιρεία όσο και στον Αιτητή 2 στον βαθμό που αυτές προκύπτουν είτε με βάση τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς των ΥΚ και ΓΧ είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως στην αγόρευση τους οι Καθ΄ ων προβάλλουν ισχυρισμούς εις αντίκρουση των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των ΥΚ και ΓΧ, όπως π.χ. άρνηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ΓΧ, και ειδικότερα η άρνηση της συνομιλίας του Αιτητή 2 με τον ΓΧ και η άρνηση πως ο ΓΤ είναι υπεύθυνος του καταστήματος του Αιτητή 2, καθώς επίσης και ισχυρισμό για την ημερομηνία επίδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ στον Διαχειριστή Παραλήπτη. Σαφώς αυτοί οι ισχυρισμοί αφορούν μαρτυρία η οποία δεν δύναται να παρουσιαστεί στα πλαίσια των αγορεύσεων και έτσι δεν λαμβάνονται υπόψιν. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω ως προς τις συνέπειες του διορισμού του Διαχειριστή Παραλήπτη και τις εξουσίες του σε σχέση με την εταιρεία, σαφώς αυτός είχε εξουσία να παραλάβει τις ειδοποιήσεις ΙΑ εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd. Επομένως, ορθώς οι Καθ΄ ων επέδωσαν τις ειδοποιήσεις ΙΑ στον Διαχειριστή Παραλήπτη για την εταιρεία. Ο ισχυρισμός του ΥΚ πως οι εν λόγω ειδοποιήσεις επιδόθηκαν δεόντως στην εταιρεία, μέσω του Διαχειριστή Παραλήπτη, ουδόλως αμφισβητήθηκε και επομένως γίνεται δεκτός. Άλλωστε, εκείνο που αμφισβήτησε ο Αιτητής 2 δεν είναι τις συνθήκες επίδοσης των ειδοποιήσεων στον Διαχειριστή Παραλήπτη αλλά το ίδιο το γεγονός, ισχυριζόμενος πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ θα έπρεπε να είχαν επιδοθεί στον ίδιο υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται βάσιμος. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ επιδόθηκαν δεόντως στην εταιρεία P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd μέσω του Διαχειριστή Παραλήπτη, δεν είναι αυτές που επιδόθηκαν στον Αιτητή 2 και επομένως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ παραδόθηκαν στον Αιτητή 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα ως ενυπόθηκου οφειλέτη (σε σχέση με την Υ./13) και ως ενδιαφερόμενου προσώπου (σε σχέση με τις Υ./99 και Υ./10), σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 44IE του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι).18. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο αυτές έχουν δεόντως επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά (και όχι εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd). Στο άρθρο 44ΙΕ δίδεται επίσης και η ερμηνεία του όρου «επίδοση» ότι σημαίνει «. σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο» και νοείται ότι «. ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης». Ο τρόπος επίδοσης σε φυσικά πρόσωπα καθορίζεται από τη Δ.5 θ.2
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «2
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but, if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left: (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; (iii) with his master in the case of a servant living with his master.» Στην προκειμένη περίπτωση έχει ήδη γίνει δεκτός ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του ΥΚ πως η παράδοση των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΑ στον Αιτητή 2 μέσω συστημένου ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση δεν κατέστη εφικτή. Στις εν λόγω ειδοποιήσεις αναγράφεται ως διεύθυνση του Αιτητή 2 η «.» την οποία ο ίδιος ο Αιτητής 2 στην ένορκη του δήλωση παραδέχεται ότι έχει εγκαταλείψει από την 1.11.18 και ισχυρίζεται ότι τώρα διαμένει στην οδό .. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στον ΓΤ, ως υπεύθυνο στον χώρο εργασίας του Αιτητή 2, στη διεύθυνση .. Ο Αιτητής 2 στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι ο ΓΤ δεν είναι υπάλληλος του και δεν διαμένει μαζί του αλλά είναι υπάλληλος της εταιρείας του αδελφού του ΛΜ, Π.Μ. Αγροχημική Λτδ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΓΧ, το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
- i)Στις 11.4.19 ο ΓΧ επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αιτητή 2, τον ενημέρωσε για την ιδιότητα του ως ιδιώτης επιδότης και του ανέφερε πως θα πήγαινε στην οδό ., για να του επιδώσει κάποια έγγραφα. Ο Αιτητής 2 του είπε πως δεν θα τον έβρισκε εκεί και πως θα μπορούσε να του επιδώσει τα έγγραφα στον χώρο εργασίας του που ήταν ένα κατάστημα στην οδό ., όπου θα βρισκόταν είτε ο ίδιος είτε ο υπάλληλος του. (
- ii)Ο ΓΧ πήγε στην εν λόγω διεύθυνση και εκεί υπήρχε ένα κατάστημα με το όνομα «Π.Μ. Μαυρίκιος Αγροχημική Λτδ» το οποίο φαινόταν ότι είχε γεωργικά προϊόντα. Όταν ο ΓΧ μπήκε στο κατάστημα, εκεί βρισκόταν ένας υπάλληλος στον οποίο ανέφερε την ιδιότητα και τον σκοπό της επίσκεψης του και αυτός του συστήθηκε λέγοντας του ότι είναι ο Γιάννης Τσάππας, υπάλληλος του Αιτητή 2 και γενικά ο υπεύθυνος στον χώρο εργασίας. Όσον αφορά τα έγγραφα ο ΓΤ του είπε «Ναι εάν αφορούν τον Πέτρο Μαυρίκιο να τα πάρω εγώ, κανένα πρόβλημα». Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Αιτητής 2 κατονόμασε τη δοθείσα διεύθυνση ως τον χώρο εργασίας του και υπέδειξε στον ΓΧ να παραδώσει τα έγγραφα στην εν λόγω διεύθυνση, υποδεικνύοντας όπως η παράδοση τους γίνει είτε στον ίδιο είτε στον υπάλληλο εκεί, και ο υπάλληλος, ΓΤ επιβεβαίωσε πως είναι υπάλληλος του Αιτητή 2, δήλωσε πως είναι ο υπεύθυνος του χώρου εργασίας του και δέχθηκε την παραλαβή των εγγράφων για τον Αιτητή 2, τότε θεωρώ πως η επίδοση στον Αιτητή 2 έγινε κανονικά προς πλήρη συμμόρφωση με την ως άνω δικονομική πρόνοια. Σαφώς τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, στην οποία κρίθηκε ότι η επίδοση σε φυσικό πρόσωπο του κλητηρίου εντάλματος σε γραμματέα στο γραφείο του, που δεν ήταν υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο, ήταν κακή. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η ακόλουθη αναντίλεκτη μαρτυρία από τον ΥΚ: (α) Στη διεύθυνση ., όπως άλλωστε ανέφερε ο ΓΧ, υπάρχει κατάστημα με γεωργικά προϊόντα. (β) Σε έρευνα στο διαδίκτυο αναφορικά με την εν λόγω διεύθυνση, φαίνεται πως εκεί βρίσκεται κατάστημα της εταιρείας P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd και καταγράφονται οι ώρες λειτουργίας του καταστήματος και ότι γίνεται δεκτή πληρωμή με κάρτα ή μετρητά. Σχετική είναι η σελίδα του διαδικτύου στην οποία απεικονίζεται ο χάρτης και καταγράφονται οι σχετικές πληροφορίες, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. (γ) Με βάση έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, η εταιρεία P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο Αιτητής 2, δηλώνει ως σκοπούς το «εμπόριο φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και άλλων προϊόντων», Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. (δ) Με βάση έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, η εταιρεία Π.Μ. Αγροχημική Λτδ, της οποίας διευθυντής είναι ο αδελφός του Αιτητή 2, ΛΜ, δηλώνει ως σκοπούς το «εμπόριο υλικών οικοδομής και υγιεινής μετά των συναφών εξαρτημάτων και εργασίες αντιπροσώπων». (ε) Με βάση έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, ο Αιτητής 2 είναι ο μοναδικός μέτοχος της Π.Μ. Αγροχημική Λτδ και μέχρι τις 10.11.16 είχε και χρέη γραμματέα στην εταιρεία, Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. (στ) Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως με βάση το Τεκμήριο 11 αναφορικά με την εταιρεία Π.Μ. Αγροχημική Λτδ, πουθενά δεν φαίνεται η διεύθυνση .. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως στη δοθείσα διεύθυνση, όπως άλλωστε διαφημίζεται και στο διαδίκτυο, λειτουργεί κατάστημα το οποίο πωλεί γεωργικά προϊόντα της εταιρείας P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο Αιτητής 2. Επομένως, η εν λόγω διεύθυνση είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd και τον Αιτητή 2 ο οποίος προφανώς εργάζεται εκεί, όπου επίσης εργάζεται και ο ΓΤ. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια διεύθυνση η οποία φαίνεται να μην έχει οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd, πόσω μάλλον με τον Αιτητή 2, όπως ο τελευταίος προσπάθησε να παρουσιάσει στη δική του ένορκη δήλωση. Επομένως, ικανοποιούμαι πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ έχουν δεόντως και κανονικά επιδοθεί στον Αιτητή 2 προσωπικά ούτως ώστε να μην υφίσταται ο συγκεκριμένος λόγος παραμερισμού αυτών. ΙV.Γ Υπόλοιποι Λόγοι Παραμερισμού Περαιτέρω, δεν συντρέχει κανείς των υπόλοιπων προβαλλόμενων λόγων του άρθρου 44Γ
(3)που να δικαιολογεί τον παραμερισμό των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΑ. Επαναλαμβάνεται πως η ύπαρξη Αγωγής δεν αποτελεί πλέον λόγο με βάση τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- V. Ακύρωση Υποθηκών Το ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας των υποθηκών που αφορούν τις ειδοποιήσεις ΙΑ δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Μάλιστα αυτό ήδη αποτελεί αντικείμενο της Αγωγής 1686/
- VI. Κατάχρηση Διαδικασίας Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 περί κατάχρησης της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ ταυτόχρονα εκκρεμεί και Αγωγή εκ μέρους του και της εταιρείας P.G. Mavrikios Agrochemical Co Ltd αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. VII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο