← Κύπρος

Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (νυν Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ) ν. Arsorama Village Homes Ltd κ.α., Αρ.Αγωγής: 1254

Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (νυν Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ) ν. Arsorama Village Homes Ltd κ.α., Αρ.Αγωγής: 1254/18, 15/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A290 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1254/18 Μεταξύ: Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (νυν Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ) Ενάγουσα και

  1. Arsorama Village Homes Ltd
  2. XXXX XXXX Κουνούνη
  3. XXXX XXXX Χριστοφίδη
  4. XXXX XXXX Αχιλλέως
  5. XXXX XXXX Κουνούνης Eναγομένων Αίτηση για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ημερ. 21.2.19 Ημερομηνία: 15 Μαΐου
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Ε. Φράγκου Αντωνιάδου (για ν' ακούσει Απόφαση κος Ταλιαδώρος) Για Καθ' ων η αίτηση: κος Γ. Χριστοφίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.6.18 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την οποία αξιώνει από τους εναγόμενους ποσό €50.133,75 πλέον τόκους, προς 10% ετησίως από 6.9.17, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 3.9.
  7. Όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 12.7.
  8. Ακολούθως η ενάγουσα καταχώρησε στις 20.9.18 αίτηση για απόφαση λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν υπεράσπιση, η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε στις 3.1.
  9. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, η ενάγουσα καταχώρησε επίσης Κλήση για Οδηγίες την 21.2.19 Την 21.2.19, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτηση της εναντίον όλων των εναγομένων. Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στη Δ.18, θθ.1 - 2 και 9(α), και στη Δ.48, θθ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. XXXX Ζαμπά. Στην ένορκη δήλωση του, ο κ. Ζαμπά αναφέρεται καταρχάς στα καθήκοντα του τα οποία ασκεί στην ενάγουσα ένεκα της θέσης του στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών καθώς και την προσωπική του γνώση για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Αναφέρεται ακολούθως στο ιστορικό συγχώνευσης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την ονομασία της ενάγουσα σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Εις ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει ότι κατά την 3.9.13 δυνάμει συμφωνίας δανείου παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 1 δάνειο για το ποσό των €140.000 με αρχικό συμφωνηθέν κυμαινόμενο επιτόκιο προς 8.25% και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX952-8 (Τεκμήριο 1). Προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων και ανανέωση των ήδη παραχωρηθέντων στους εναγόμενους 1 τραπεζικών διευκολύνσεων οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης και ανέλαβαν να αποζημιώσουν και καλύψουν τους ενάγοντες σε περίπτωση που οι εναγόμενοι 1 δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι 1 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της συμφωνίας και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις προς εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €50.133,75 πλέον τόκο σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  10. Υποστηρίζει επίσης ότι όλοι οι εναγόμενοι κλήθηκαν όπως εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό με επιστολές ημερ. 6.9.17 (Τεκμήριο 6) χωρίς να το πράξουν μέχρι σήμερα. Ο ίδιος όπως αναφέρει έχει ετοιμάσει την κατάσταση λογαριασμού την οποία υπέγραψε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον ίδιο οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης έγινε μόνο για σκοπούς καθυστέρησης και όχι καλόπιστα. Με την ένσταση τους οι εναγόμενοι προβάλλουν συνολικά 11 λόγους ένστασης εκ των οποίων αποτελεί ότι η απαίτηση των εναγόντων αμφισβητείται και ως εκ τούτου δεν είναι εκκαθαρισμένη, ότι η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγωγή 207/19 που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με ενάγοντες τους εναγόμενους και εναγόμενη την ενάγουσα. Υποστηρίζουν επίσης ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση εκ μέρους τους, ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από τη συμπεριφορά τους και από τις συμφωνίες που έχουν υπογράψει για να αξιώνουν συνοπτική απόφαση, ότι οι ενάγοντες εμπλέκονται και σε άλλες διαδικασίες εναντίον των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η αποστολή ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και ΙΒ, η αίτηση είναι καταχρηστική και δεν υποστηρίζεται από κατάλληλη ένορκο δήλωση και/ή αυτή είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της εναγόμενης 2 η οποία υποστηρίζει ότι θα πρέπει να δοθεί δικαίωμα στους εναγόμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους εφόσον αυτοί αμφισβητούν το αξιούμενο ποσό για το οποίο υφίστανται διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Ως προς την αμφισβήτηση του οφειλόμενου ποσού υποστηρίζει ότι ανέθεσαν στους οικονομικούς τους συμβούλους να προχωρήσουν σε ανάλυση του δανείου και προς τούτο ετοιμάστηκε η έκθεση ημερ. 10.4.19 (Τεκμήριο 1). Η εν λόγω έκθεση ετοιμάστηκε στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων που γίνονται με την τράπεζα τόσο για το επίδικο δάνειο αλλά και τις υπόλοιπες πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν παραχωρηθεί στους εναγόμενους
  11. Αναφέρεται επίσης σε άλλες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ τους υποστηρίζοντας ότι η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική εφόσον οι ενάγοντες γνωρίζουν και δεν το έχουν αποκαλύψει ότι για όλες τις συμφωνίες βρίσκεται σε υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση μεταξύ τους. Αναφέρεται επίσης (βλ. παράγραφο 23) σε λεπτομέρειες αναφορικά με την αμφισβήτηση του τόκου ο οποίος υπολογίζεται κατά την άποψη της λανθασμένα εφόσον σύμφωνα με την οικονομική έκθεση ο τόκος θα λαμβανόταν υπόψη σαν διαιρέτης που αποτελείται από 360 μέρες και όχι 365 μέρες. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 ως εξαιρετικό μέτρο θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση την οποία μπορεί πράγματι να έχει. (βλ. Μεττή κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(2008)1(Α) ΑΑΔ 417). Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος προβάλει μια αληθινή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες:
  1. i)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6.
  2. ii)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια επαρκή γεγονότα για να του επιτραπεί να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 και οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η πλευρά των εναγομένων αμφισβητεί με τον 9ο λόγο ένστασης ότι η ένορκος δήλωση είναι επαρκής προβάλλοντας επίσης ότι είναι αντικανονική. Η Δ.18 θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που να επιβεβαιώνει την απαίτησή του ενάγοντα. Στην παρούσα υπόθεση, το πρόσωπο που ορκίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι υπάλληλος της ενάγουσας και εξουσιοδοτημένος από αυτήν. Ορκίζεται επίσης για γεγονότα τα οποία όπως ο ίδιος αναφέρει γνωρίζει προσωπικά ένεκα της θέσης την οποία κατέχει στο τμήμα είσπραξης χρεών της ενάγουσας και έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση. Πέραν τούτου, η ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο είναι αναμενόμενο να εκπροσωπείται από λειτουργούς της οι οποίοι γνωρίζουν προσωπικά τα γεγονότα και κατέχουν υπεύθυνη θέση, όπως και ο ομνύον στην προκειμένη περίπτωση. Προκύπτει συνεπώς ότι ο ομνύον είναι πρόσωπο ικανό για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει τόσο την αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό, όπως και έπραξε, έχοντας επίσης υπό την κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία και παρέθεσε, αν και η κατάθεση εγγράφων, δεν είναι επιβεβλημένη (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. (Β) 782, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1051 και Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274). Ενόψει της κατάληξής μου ότι η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18 θ.1, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Όπως έχει λεχθεί πρόσφατα στην υπόθεση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε75/2013, 5/3/2019: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Στο Annual Practice του 1955 στην ανάλυση της αντίστοιχης αγγλικής Ο.14, σελ.178, διαβάζουμε: «Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manger ν. Cash, 5 T.L.R. 271).» Η αξίωση της ενάγουσας όπως έχει ήδη αναφερθεί βασίζεται σε παράβαση των όρων συμφωνίας δανείου με την παράλειψη τους να αποπληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τη σύναψη της συμφωνίας. Προβάλλουν δε διάφορους ισχυρισμούς με την υπεράσπιση τους, ένας εκ των οποίων αφορά την έντονη αμφισβήτηση του αξιούμενου ποσού. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το αξιούμενο υπόλοιπο περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις και προς τούτο αποτάθηκαν σε οικονομικό σύμβουλο ο οποίος ετοίμασε έκθεση την οποία παρουσίασαν ως τεκμήριο 1. Το εν λόγω τεκμήριο αφορά τον επίδικο λογαριασμό και ο συντάκτης του καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία δεν αξιολογούνται στο στάδιο αυτό, αξίζει όμως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 1 το υπόλοιπο του λογαριασμού θα έπρεπε να ήταν €34.056,90σ, ως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Το εν λόγω τεκμήριο περιλαμβάνει υπολογισμούς και ανάλυση που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό, οι οποίοι οδήγησαν στα τελικά συμπεράσματα του οικονομικού συμβούλου τον οποίο διόρισαν οι εναγόμενοι. Όπως φαίνεται πρόθεση των εναγομένων είναι η προώθηση της υπεράσπισης του επί τη βάση και του τεκμηρίου αυτού, το οποίο θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο. Αναφορικά με την ως άνω προβαλλόμενη υπεράσπιση των εναγομένων, θέση της ενάγουσας αποτέλεσε ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό αυτό αβάσιμα και όψιμα εφόσον με την υπεράσπιση τους δεν ανταπαιτούν οποιοδήποτε ποσό ως υπερχρέωση τόκου. Η εν λόγω θέση δεν μπορεί να με βρει σύμφωνη. Οι εναγόμενοι με την μαρτυρία την οποία παρέθεσαν με το τεκμήριο 1, το οποίο επαναλαμβάνω δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό, κατέδειξαν για σκοπούς της παρούσας, ότι η αμφισβήτηση του αξιούμενου ποσού στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία και όχι σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Το κάτα πόσο η υπεράσπιση τους είναι βάσιμη ή όχι δεν θα εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Το ότι οι εναγόμενοι δεν ανταπαιτούν από την ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, δεν μπορεί να ανατρέψει την ως άνω κατάληξη μου, εφόσον ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι το αξιούμενο ποσό θα έπρεπε να ήταν μικρότερο. Όπως έχει ήδη λεχθεί σε αυτό το στάδιο οι εναγόμενοι έχουν καθήκον να αποσείσουν το βάρος που βρίσκεται στους ώμους τους και να καταδείξουν «ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση» και τίποτα περισσότερο. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, φαίνεται ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς με την υπεράσπιση τους, οι οποίοι όμως είναι άμεσα συναρτημένοι με την ουσιαστική αμφισβήτηση του αξιούμενου υπολοίπου, καθιστώντας έτσι αχρείαστη την εξέταση κάθε πτυχής της προβαλλόμενης υπεράσπισης στο στάδιο αυτό. Τα όσα παρέθεσε η εναγόμενη 2 συνιστούν υπεράσπιση η οποία, τουλάχιστον, μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης. Υποστήριξε επίσης την πεποίθηση της ότι οι εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση την οποία θα πρέπει το Δικαστήριο να ακούσει, προσκομίζοντας προς τούτο στοιχεία. Συνεπώς, αυτά επαρκούν για να δοθεί στους καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπισή τους και να ακουστούν στη διαδικασία (Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα 1 (Β) Α.Α.Δ. 817). Ενόψει όλων των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. .................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.