← Κύπρος

Φροίξου ν. Παπακώστα, Αρ.Αγωγής: 2298/11, 21/5/2019

Φροίξου ν. Παπακώστα, Αρ.Αγωγής: 2298/11, 21/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A296 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2298/11 Μεταξύ: XXX XXX Φροίξου Ενάγοντας και XXX Παπακώστα Eναγόμενος ---------------- Ημερομηνία: 21 Μαΐου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Α. Αναξαγόρου για κο Γ. Τσίκκο. Για Εναγόμενο: κος Κ. Χ''Πιέρας με κα Παναγιωτίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Την 5.8.10 ο ενάγοντας, επαγγελματίας οδηγός ηλικίας 56 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγούσε το φορτηγό όχημά του με αριθμούς εγγραφής XXX X22 (στο εξής το φορτηγό) επί του δρόμου από το χωριό Επισκοπή Λεμεσού στο δρόμο Μ1 Ακρωτηρίου με κατεύθυνση προς το δρόμο Μ
  2. Στην αντίθετη κατεύθυνση, ο εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXX X09 τύπου Skip Loader. Σε κάποιο σημείο του ως άνω δρόμου τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, υπαίτιος για την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος είναι ο εναγόμενος, ο οποίος εισήλθε στη λωρίδα πορείας του ενάγοντα, ανέκοψε την πορεία του, με αποτέλεσμα να πέσει και να συγκρουστεί στο φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγοντας, προκαλώντας του σωματικές βλάβες, ζημιές απώλειες, έξοδα και ταλαιπωρία αλλά και την ολική καταστροφή του φορτηγού. Αξιώνει με την Αγωγή του ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, ως δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του ενάγοντα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της παρ. 3 της υπεράσπισης αποδίδεται στον ενάγοντα ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, απρόσεκτα και επικίνδυνα, παρέλειψε να επισημάνει έγκαιρα την επικινδυνότητα του δρόμου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε με το όχημα του εναγόμενου, οδηγούσε στη λανθασμένη πλευρά του δόμου και παρέλειψε ή απέτυχε να ενεργήσει έγκαιρα λαμβάνοντας αποτρεπτικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Τέλος προβάλλεται με την υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα. Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και τη θέση του ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του εναγόμενου. Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφισβητήθηκε έντονα το ζήτημα της ευθύνης. Οι αξιούμενες ειδικές ζημιές ως αυτές καταγράφονται στη γραπτή δήλωση το ενάγοντα τεκμήριο Α, υπό στοιχεία 7Α, Β και Δ - Ζ δηλώθηκαν ως παραδεκτές από πλευράς υπεράσπισης, καθώς και ότι η ζημιά στο φορτηγό σύμφωνα με την παρ. 7Η είναι €11.500.- Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η αναρρωτική άδεια η οποία παραχωρήθηκε στον ενάγοντα από 5.8.10 μέχρι 23.11.10 (τεκμήρια 15 και 16). Ακολουθεί συνοπτική καταγραφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Κατά την έκδοση της Απόφασης μου έλαβα υπόψη το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας ως αυτή καταγράφηκε στα πρακτικά καθώς και τα 23 τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν κατά την Ακρόαση. Αναφέρω εξ αρχής ότι το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. XXXX δεν αναγνωρίστηκε και δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Πρώτος μάρτυρας, παρουσιάστηκε ο Λοχ. XXX XXX Λούη (ΜΕ1). Αν και δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ήταν όμως ο υπεύθυνος του εξεταστή, XXX Παντελίδη, ο οποίος απεβίωσε. Ο μάρτυρας επισκέφθηκε, όπως είπε, τη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο, βοήθησε στη διερεύνηση και έλαβε πληροφορίες από το φάκελο της υπόθεσης. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την αστυνομική έκθεση στην οποία επισυνάπτεται το σχέδιο της σκηνής, το οποίο δεν είναι σε κλίμακα, κατά την ετοιμασία του οποίου όπως είπε ήταν παρών, ως τεκμήριο 2 την κατάθεση του ενάγοντα, ως τεκμήριο 3 την κατάθεση του εναγόμενου, ως τεκμήριο 4 την κατάθεση του αδελφού του εναγόμενου και συνεπιβάτη στο όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος, ως τεκμήριο 5 δέσμη φωτογραφιών από τη σκηνή, ως τεκμήριο 6 την έκθεση του Α. Παντελίδη αναφορικά με την ταχύτητα και ως τεκμήριο 7 την κατάθεση του Α. Παντελίδη. Κατά τον μάρτυρα, το δυστύχημα έγινε κατά μήκος του δρόμου όπου οδηγεί από το χωριό Επισκοπή προς το δρόμο Μ1 παρά το παλαιό σφαγείο Επισκοπής. Σε κάποιο σημείο, τα δυο εμπλεκόμενα οχήματα, ερχόμενα από αντίθετες κατευθύνσεις, του ενάγοντα προς το δρόμο Μ1 και του εναγόμενου προς το χωριό Επισκοπή, συγκρούστηκαν. Εξήγησε το σχέδιο του τεκμηρίου 1, αναφέροντας ότι ο δρόμος δεν διαχωρίζεται με διαχωριστική γραμμή. Το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης και το πλάτος του δρόμου στο σημείο αυτό είναι 5,80 μέτρα χωρίς να περιλαμβάνεται το παγκέτο (berm) το οποίο είναι 1 μέτρο στην μια πλευρά (του εναγόμενου) και 0,90εκ. στην άλλη πλευρά (του ενάγοντα). Το σημείο Χ βρίσκεται στα 2,60μ από την άκρια του δρόμου στην λωρίδα του εναγόμενου και βρίσκεται εντός της λωρίδας του εναγόμενου. Περιέγραψε το δρόμο ως ανηφορικό από τον Μ1 προς Επισκοπή και στην αντίθετη κατεύθυνση ως κατηφορικό, υπάρχουν στροφές και ο δρόμος είναι στενός. Ερχόμενος, όπως είπε, από νότια προς βόρεια υπάρχει μια δεξιά στροφή και στο σημείο αυτό χρειάζεται προσοχή και από τις δυο κατευθύνσεις ενώ η ορατότητα είναι σχετικά μικρή και από τις δυο κατευθύνσεις. Ανέφερε επίσης ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού βρίσκονται εντός της λωρίδας του. Εν σχέση με την ταχύτητα του ενάγοντα, πριν αυτός πατήσει τα φρένα, ανέφερε ότι σύμφωνα με την έκθεση του εξεταστή (τεκμήριο 6) η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν 61χλμ ανά ώρα και ήταν εντός του ορίου ταχύτητας το οποίο ήταν 65χμ ανά ώρα. Αντεξεταζόμενος προς τούτο, διευκρίνισε ότι στην έκθεση τεκμήριο 6, η ταχύτητα 61 χλμ/ω είναι η ελάχιστη, ενώ η ακριβής ταχύτητα δεν ανευρέθηκε. Κατά τον μάρτυρα, όταν ο ενάγοντας πάτησε τα φρένα του ήταν εντός της λωρίδας του. Όταν πάτησε τα φρένα οι τροχοί κλείδωσαν, διένυσε κάποια απόσταση και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα όπου έγινε η σύγκρουση. Δεν γνωρίζει εάν το φορτηγό είχε σύστημα ABS και δεν έχει τεχνικές γνώσεις προς τούτο. Ερωτηθείς κατά πόσο ο εναγόμενος θα μπορούσε να κινηθεί πιο αριστερά προς το παγκέτο, θέση του αποτέλεσε ότι θα μπορούσε, εφόσον το παγκέτο ήταν 1 μέτρο. Κατά τον ίδιο, η ενέργεια του ενάγοντα να φρενάρει ήταν η ενδεδειγμένη ενώ ο εναγόμενος όταν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα θα μπορούσε να πάει προς αριστερά. Η σύγκρουση όπως είπε ήταν σφοδρή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ως προϊστάμενος του εξεταστή της υπόθεσης, συμφώνησε να κατηγορηθεί ο ενάγοντας για αμελή οδήγηση, ο οποίος παραδέχτηκε την κατηγορία ενώ ο εναγόμενος δεν κατηγορήθηκε. Ανέφερε επίσης ότι το όχημα του εναγόμενου λόγω της σύγκρουσης σπρώχθηκε προς τα πίσω, σε απόσταση 3,70μ από το σημείο σύγκρουσης (Χ). Με αναφορά στο σχέδιο, εξήγησε ότι το πλάτος του φορτηγού είναι 2,50μ και του οχήματος του εναγόμενου 2,40μ. Το όχημα του ενάγοντα από το σημείο Χ μέχρι την άκρια του δρόμου στην πορεία του ήταν 3,20μ και του εναγόμενου από το σημείο Χ μέχρι την άκρια του δρόμου στην πορεία του 2,60μ. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο Χ είναι 5,80μ ενώ πιο πάνω ο δρόμος είναι στενότερος και είναι 5,30μ. Εξήγησε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι το σημείο Χ βρίσκεται 30εκ στην λωρίδα του εναγόμενου και κατά τη σύγκρουση το φορτηγό βρισκόταν στη λωρίδα του εναγόμενου 30εκ. Ερωτηθείς κατά πόσο όταν το φορτηγό βρισκόταν στο σημείο όπου το πλάτος του δρόμου ήταν 5,30μ, αυτό βρισκόταν 55εκ στην αντίθετη λωρίδα, απάντησε ότι στο σημείο εκείνο μετρήθηκε το πλάτος του δρόμου και τίποτε άλλο. Συμφώνησε επίσης ότι με βάση τις ζημιές οι οποίες φαίνονται στα ενεχόμενα οχήματα, το φορτηγό κτύπησε με δεξιά μπροστινή γωνιά τη δεξιά πλευρά πίσω από την καμπίνα του οχήματος του εναγόμενου. Συμφώνησε τέλος, ότι είναι λογικό το αυτοκίνητο του εναγόμενου να ήταν σταματημένο κατά τη σύγκρουση. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο ενάγοντας. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α και η οποία συνιστά ουσιαστικά αναπαραγωγή της έκθεσης απαίτησης. Αναγνώρισε επίσης και υιοθέτησε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο
  3. Όπως ανέφερε, είναι επαγγελματίας οδηγός και ασκεί το επάγγελμα αυτό από το 1977 (τεκμήριο 10). Το όχημα που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δικό του (τεκμήριο 9). Ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, όπως φαίνεται στην παρ. 3 του τεκμηρίου Α, αποτέλεσε θέση του ότι ενώ οδηγούσε στο στενό δρόμο από το χωριό Επισκοπή με κατεύθυνση προς το δρόμο Μ1, ο εναγόμενος οδηγώντας και ελέγχοντας επί του ιδίου πιο πάνω δρόμου, στην αντίθετη κατεύθυνση το όχημα του, εισήλθε στη δική του λωρίδα πορείας, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία και να συγκρουστεί με το φορτηγό. Προφορικά επίσης κατά την κυρίως εξέταση του περιέγραψε τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύγκρουση, ως θα αναφερθώ πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Μετά τη σύγκρουση όπως είπε, εγκλωβίστηκε στο φορτηγό. Είδε δυο άτομα να τρέχουν και υπολόγισε ότι είναι από το άλλο όχημα. Φώναζε για βοήθεια και τα άτομα αυτά είχαν φύγει. Κατάφερε να τηλεφωνήσει σε συγγενικό του πρόσωπο και ακολούθως απεγκλωβίστηκε από την πυροσβεστική και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ίδιος του όπως είπε, αντιλήφθηκε το όχημα του εναγομένου να βρίσκεται στη δική του λωρίδα στα 30 μέτρα περίπου. Διαφώνησε ότι ο εναγόμενος βρισκόταν στην τελείως αριστερή λωρίδα και ήταν σχεδόν σταματημένος, υποστηρίζοντας ότι εάν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα πατούσε τα φρένα και ο δρόμος θα τους χωρούσε να περάσουν και οι δύο, εφόσον η ταχύτητα του ήταν 50 χλμ. Κατά τον ενάγοντα δεν μπορούσε να προβεί σε άλλη ενέργεια όταν αντιλήφθηκε τον εναγόμενο διότι στην αριστερή πλευρά της λωρίδας του υπήρχε λόφος ενώ ο εναγόμενος δεν προσπάθησε να σταματήσει. Αποφεύχθηκε η μετωπιαία σύγκρουση αλλά ο εναγόμενος συνέχισε να κινείται. Μετά όπου πάτησε τα φρένα, υποστήριξε ότι κλείδωσαν οι τροχοί του και δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Ο δρόμος ήταν κυκλικός και το φορτηγό συνέχισε ευθεία πορεία και κατέληξε 30 εκ στην λωρίδα του εναγόμενου. Εις ότι αφορά τους τραυματισμούς του ανέφερε ότι δεν νοσηλεύτηκε αλλά υπέστη σοβαρό διάστρεμμα και τοποθετήθηκε γύψος. Χρησιμοποιούσε τροχοκάθισμα και στήριγμα τύπου «Π» και για ένα μήνα δεν έβγαινε από το σπίτι. Εξετάστηκε από ιατρό του νοσοκομείου ακόμα 2-3 φορές, ακολούθησε φυσιοθεραπείες, πονούσε πολύ, μέχρι και σήμερα όταν οδηγά ή περπατά. Λάμβανε παυσίπονα και όταν επέστρεψε στην εργασία του μπορούσε να κάνει μόνο ένα δρομολόγιο την ημέρα. Παραδέχτηκε όπως είπε την ποινική υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του μετά όπου πληροφορήθηκε ότι η ασφάλεια του αποζημίωσε τον εναγόμενο για να μην ταλαιπωρείται άλλο. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 11 δέσμη τιμολογίων αναφορικά με τις ισχυριζόμενες εισπράξεις κατά το 2009 μέχρι τον Αύγουστο 2010, υποστηρίζοντας ότι ως αυτοεργοδοτούμενος λάμβανε εισοδήματα ύψους €2.500.- μηνιαίως. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 12 τις εισφορές του στις κοινωνικές ασφαλίσεις για το
  4. Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκε ότι οδηγούσε με 50 χλμ/ω ή 61 χλμ/ω και τέθηκε σ' αυτόν η θέση ότι πάτησε τα φρένα με αποτέλεσμα να εμβολίσει με δύναμη το όχημα του εναγόμενου. Ο ενάγοντας διαφώνησε με τις ως άνω θέσεις της υπεράσπισης, επιμένοντας ότι το φορτηγό ήταν σταματημένο πριν τη σύγκρουση στο σημείο Χ και το όχημα του εναγόμενου κτύπησε στο δικό του. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Δρ. XXX Ζήνωνος (ΜΕ3), χειρούργος ορθοπεδικός, τα προσόντα και εμπειρία του οποίου δεν αμφισβητηθήκαν. Αναγνώρισε το ιατρικό του πιστοποιητικό τεκμήριο 8 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Εξέτασε όπως είπε τον ενάγοντα στις 6.8.10 και εξήγησε τα τραύματα του ενάγοντα ως αυτά καταγράφονται στο τεκμήριο
  5. Εξήγησε ότι διάστρεμμα ποδοκνήμης είναι το στραμπούληγμα, στην προκειμένη περίπτωση στον αστράγαλο. Το ρωγμώδες κάταγμα μεσότητας περόνης, εξήγησε ότι είναι σπάσιμο στη μέση της περόνης και η αναφορά στο πιστοποιητικό τεκμήριο 8 σε κάταγμα εννοεί σπάσιμο. Μετά από κάποιες βδομάδες όπως είπε, τα τραύματα είχαν ιαθεί. Κατά τον ίδιο, όλα τα τραύματα χρειάζονται το χρόνο τους και κάθε κάταγμα ή διάστρεμμα έχει πόνο. Ο ίδιος του χορήγησε άδεια ασθενείας στον ενάγοντα από 6.8.10 μέχρι 15.9.
  6. Είχε στην κατοχή του και κατέθεσε ως τεκμήριο 16 αναρρωτική άδεια του ενάγοντα μέχρι την 23.11.10 η οποία δόθηκε από τον Δρ. Τσαγγαρίδη. Ανάφερε επίσης ότι από την εμπειρία του λογικό θα ήταν ο ενάγοντας να έπαιρνε παυσίπονα και να είχε δυσκολίες στις καθημερινές του δραστηριότητες. Του υποδείχθηκε επίσης το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Σολωμονίδη (τεκμήριο Α προς αναγνώριση) και ανέφερε ότι θα ήταν λογικό ο ενάγοντας να βάδιζε με πατερίτσες. Αντεξεταζόμενος, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε είδε τελευταία φορά τον ενάγοντα και συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει την κατάσταση του μετά όπου τον εξέτασε στις 6.8.
  7. Εις ότι αφορά τα τραύματα του ενάγοντα, του υπεβλήθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Εις ότι αφορά το ρωγμώδες κάταγμα περόνης εξήγησε ότι είναι διαφορετικό από το κάταγμα και αναφέρεται σε μια ρωγμή δηλ. μια γραμμή. Για την υπόθεση της υπεράσπισης, πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο εναγόμενος (ΜΥ1), ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο
  8. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα τύπου skip με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ
  9. Ανέφερε ότι ήταν παρών όταν μετέβηκε η αστυνομία και η πυροσβεστική στη σκηνή και αρνήθηκε ότι μετά το ατύχημα εγκατέλειψε τη σκηνή. Σύμφωνα με τον εναγόμενο το ατύχημα προκλήθηκε ως εξής: «Ερχόμουν από το Ακρωτήρι προς την Επισκοπή στο δρόμο του Μ
  10. Έκλωσα δεξιά μετά το γεφύρι και πήγαινα προς Επισκοπή. Κρατούσα την αριστερή πλευρά επειδή ο δρόμος είναι πολύ στενός. Ήμουν προσεκτικός πήγαινα περίπου 30 χιλιόμετρα. Καθώς πήγαινα είχε μία δεξιόστροφη στροφή. Πριν να μπω είδα απέναντι μου ερχόταν ένα φορτηγό. Εγώ μόλις το είδα σταμάτησα. Όπως ήμουν σταματημένος είδα τον που ερχόταν απέναντι μου». Ερωτηθείς για ποιο λόγο σταμάτησε ανέφερε τα εξής: «Σταμάτησα γιατί ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα και δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Περίμενα να έλθει γιατί είναι στενός ο δρόμος για να περάσει τζαι τζίνος». Ανέφερε επίσης ότι το skip που οδηγούσε είχε διορθωθεί από την ασφάλεια του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το 2010 είχε περάσει τις εξετάσεις για άδεια οδήγησης φορτηγού και περίμενε την έκδοση της. Η θέση του αυτή αμφισβητήθηκε από πλευράς ενάγοντα. Επανέλαβε τη θέση του ότι είδε 60 με 70 μέτρα προηγουμένως το φορτηγό του ενάγοντα και σταμάτησε στο σημείο «Χ». Στο σημείο που σταμάτησε είδε το φορτηγό του ενάγοντα να βρίσκεται στην πορεία του (στη δεξιά λωρίδα). Ερωτηθείς αν μπορούσε να οδηγήσει το όχημα του και άλλο αριστερά στο παγκέτο, εφόσον οι αριστεροί τροχοί του ήταν ήδη στο παγκέτο, ανέφερε ότι βρισκόταν στην μεριά του και σταμάτησε περιμένοντας τον ενάγοντα να περάσει χωρίς να υπάρχει λόγος να χρησιμοποιήσει όλο το παγκέτο, επιμένοντας ότι ο ίδιος βρισκόταν στην πλευρά του σταματημένος στο σημείο Χ και ο ενάγοντας τον κτύπησε. Ο ίδιος του ήταν με την εντύπωση ότι ο ενάγοντας θα ελάττωνε ταχύτητα και θα τον απέφευγε. Του υπεβλήθη επίσης η θέση ότι ο ενάγοντας οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας και ο ίδιος του δεν μπορούσε να απαντήσει επιμένοντας ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα ενώ υποστήριξε ότι με χαμηλή ταχύτητα, παρά το ότι ο δρόμος είναι πολύ στενός, θα μπορούσαν να περάσουν και οι δύο. Υποστήριξε επίσης ότι παρά το ότι η στροφή στο εν λόγω σημείο είναι κλειστή ο ίδιος του μπορούσε να δει το φορτηγό του ενάγοντα και κατά την άποψη του θα μπορούσε και ο ενάγοντας να βλέπει προς την κατεύθυνση του εναγομένου, θέση με την οποία διαφώνησε η πλευρά του ενάγοντα. Επόμενος μάρτυρας κατέθεσε ο ΧΧΧ Αναστασίου διπλωματούχος μηχανικός οχημάτων, απόφοιτος αγγλικού κολλεγίου και ασχολείται με εκτιμήσεις. Ανέφερε ότι στις 24.8.10 έλαβε οδηγίες από την ασφαλιστική εταιρεία Eurosure για να επιθεωρήσει ζημιές που υπέστη το skip με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ
  11. Προς τούτο συνέταξε την έκθεση Τεκμήριο 17 στις 29.10.
  12. Κατέληξε ότι το συνολικό ποσό για επισκευή του οχήματος ανερχόταν σε €8.051,90 πλέον ΦΠΑ. Εν σχέσει με τις ζημιές στο όχημα κατέληξε ότι αυτό υπέστη ζημιά στο μπροστινό δεξιό μέρος μέχρι την δεξιά πλευρά προς τα πίσω του οχήματος. Μπροστά η ζημιά ήταν ελαφριά και η πιο μεγάλη ζημιά πίσω δεξιά. Κατά τον ίδιο η ζημιά ξεκίνησε από μπροστά δεξιά και κατέληξε πίσω δεξιά πλευρικά στο σημείο εκεί που είναι ο κάδος και σταμάτησε στη δοκό. Αντεξεταζόμενος δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του. Απλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκαν οι ζημιές. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο ΧΧΧ Χαραλάμπους ΜΥ3 διπλωματούχος μηχανολόγος αυτοκινήτων και ασκεί το επάγγελμα του εκτιμητή από το 1992 και είναι μέλος του Συνδέσμου Εκτιμητών Αυτοκινήτων Κύπρου. Ανέφερε ότι μετά από οδηγίες της ασφαλιστικής εταιρείας Παγκυπριακή εκτίμησε τις ζημιές στο φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ22 όπου κατέληξε ότι το φορτηγό ήταν πέρα του οικονομικού ορίου επιδιορθώσεως και ετοίμασε προς τούτο την έκθεση ημερ. 7.9.10 την οποία αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 εις το οποίο επισυνάπτονται φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο ίδιος. Όπως ανέφερε εντόπισε τις ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος στην καμπίνα του φορτηγού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπάρχει ζημιά στο φορτηγό στο πάνω μέρος του άρα αυτό θα πρέπει να κτυπήθηκε από ψηλό σημείο χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο κος ΧΧΧ Ο' Μαχόνυ (ΜΥ4), Μηχανολόγος Μηχανικός και ειδικός στις μελέτες και αναπαραστάσεις οδικών δυστυχημάτων, τα προσόντα το οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί. Κατέθεσε ως τεκμήριο 19 την έκθεση την οποία ετοίμασε, στηριζόμενος εις τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων οδηγών (τεκμήρια 2 και 3) και άλλα έγγραφα. Τα όσα έλαβε υπόψη του κατά την ετοιμασία της έκθεσης ο μάρτυρας, κατατέθηκαν ως τεκμήριο 19Α. Ο μάρτυρας όπως εξήγησε ετοίμασε την έκθεση του και κατέληξε στα συμπεράσματα του, μετά από επίσκεψη και εξέταση της σκηνής την 12.12.
  13. Όπως επιβεβαιώνει, από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την Αστυνομία των Βάσεων και όπως διαπίστωσε από τις μετρήσεις τις οποίες έκανε και σύγκρινε τις αποστάσεις οι οποίες σημειώθηκαν στο σχεδιάγραμμα της αστυνομίας, οι διαστάσεις του δρόμου δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Σήμερα όπως είπε, το οδόστρωμα είναι καινούριο, δηλ. η άσφαλτος και έχουν τοποθετηθεί κιγκλιδώματα στην αντίθετη μεριά σύμφωνα με την πορεία του ΧΧΧ Χ22 και δεν υπάρχει μάντρα μόνο κάποια ερείπια, χωρίς όμως να επηρεάζονται οι διαστάσεις του δρόμου. Κατά την ανάλυση των δεδομένων που είχε στη διάθεση του ο μάρτυρας για να καταλήξει στα συμπεράσματα του έλαβε υπόψη του τις εκδοχές των εμπλεκόμενων οδηγών ως αυτές αναφέρονται στις σελίδες 4 - 6 του Τεκμηρίου 19 καθώς και την κατάθεση του εξεταστή ΧΧΧ Παντελίδη αλλά και τις εκτιμήσεις των Μ.Υ.2 και
  14. Έχοντας αυτά υπόψη του σε συνάρτηση και με τις φωτογραφίες τις οποίες είχε στην κατοχή του και απεικονίζονται στη σελ. 7 με 9 του Τεκμηρίου 19 καταλήγει στο ότι με βάση τα στοιχεία που πηγάζουν από τις ζημιές των δύο φορτηγών και τις περιγραφές που έδωσαν οι μάρτυρες η γωνία σύγκρουσης που είχαν τα δύο φορτηγά ήταν πολύ μικρή και επομένως τα δύο οχήματα βρίσκονταν σχεδόν σε παράλληλη θέση το ένα με το άλλο τη στιγμή της σύγκρουσης. Αιτιολόγησε το συμπέρασμα του αυτό υποστηρίζοντας ότι τα επηρεαζόμενα εξαρτήματα που επηρεάστηκαν στο όχημα ΧΧΧ Χ09 είναι κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του χωρίς να παρουσιάζουν μία εικόνα σύνθλιψης αλλά τριψίματος. Αναλύοντας τα ενώπιον του δεδομένα, θεωρεί ότι το φορτηγό του εναγόμενου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης είχε μηδαμινή μέχρι μηδενική ταχύτητα. Καταλήγει επίσης έχοντας υπόψη την πολύ μικρή γωνία σύγκρουσης που είχαν μεταξύ τους τα δύο φορτηγά και σύμφωνα με τα ευρήματα της αστυνομίας ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 30 εκατοστά στην πλευρά που κινείτο το φορτηγό του εναγόμενου (2,60 μέτρα από την αριστερή μεριά του δρόμου) και δεδομένης της αριστερόστροφης στροφής που υπάρχει σύμφωνα με την πορεία του φορτηγού του ενάγοντα, ότι το φορτηγό του εναγόμενου ευρίσκετο εξ΄ ολοκλήρου στην πορεία του τη στιγμή της σύγκρουσης. Εξήγησε επίσης ότι μετέφερε τις μετρήσεις που έγιναν από την αστυνομία στο σχέδιο του τεκμηρίου 1 σε σχέδιο επί κλίμακας το οποίο ετοίμασε στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αναφορικά με τις θέσεις και κίνηση των φορτηγών πριν τη σύγκρουση. Σχετικές είναι οι απεικονίσεις με αρίθμηση 1 μέχρι 6 στις σελίδες 11 μέχρι 13 του Τεκμηρίου
  15. Έχοντας υπόψη του τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού του ενάγοντα υποστηρίζει ότι εάν δεν γινόταν η σύγκρουση τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού του ενάγοντα θα προεκτείνονταν εμφανέστατα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας λόγω της αριστερόστροφης στροφής. Έχοντας ως δεδομένο τη μικρή γωνία σύγκρουσης, τον συντελεστή τριβής του οδοστρώματος όπως αυτός μετρήθηκε από την αστυνομία στο 0,66, τα βάρη των δύο φορτηγών που αναγράφονται στα πιστοποιητικά εγγραφής των δύο φορτηγών, το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του φορτηγού του ενάγοντα ως αυτά καταγράφηκαν από την αστυνομία, την απόσταση που κινήθηκαν τα δύο φορτηγά μαζί μέχρι την τελική τους θέση και το γεγονός ότι το φορτηγό του εναγόμενου είχε μηδενική ταχύτητα τη στιγμή της σύγκρουσης υποστηρίζει ότι είναι δυνατό να υπολογιστεί η ταχύτητα του φορτηγού του ενάγοντα στην αρχή της τροχοπέδησης. Στη σελίδα 16 του Τεκμηρίου 19, ο μάρτυρας με τα ως άνω δεδομένα προβαίνει σε υπολογισμούς και καταλήγει ότι στην αρχή της τροχοπέδησης το φορτηγό του ενάγοντα οδηγείτο με ταχύτητα 84,7 χλμ/ω περίπου. Στους υπολογισμούς του έλαβε υπόψη πέραν του βάρους των οχημάτων το βάρος των κάδων στο όχημα του εναγόμενου, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κατασκευαστή των κάδων και το βάρος των δύο ατόμων που βρίσκονταν στο εν λόγω φορτηγό καθώς και το βάρος του ενάγοντα το οποίο πρόσθεσε στο βάρος του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο ενάγοντας. Με τα ως άνω τα οποία ανέλυσε καταλήγει στα τελικά του συμπεράσματα αναφορικά με την ταχύτητα του ενάγοντα, την μηδαμινή ταχύτητα του εναγόμενου καταγράφοντας την πεποίθηση του ότι για να διαπραγματευτεί κάποιος τη στροφή επί της οποίας οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας με ταχύτητα 84,7 χλμ/ω θα πρέπει αναγκαστικά σε κάποια στιγμή να πάρει μέρος της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και μόλις ο ενάγοντας αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να έρχεται εξ αντιθέτου αντιλαμβανόμενος ότι μπαίνοντας στην αντίθετη λωρίδα θα συνέβαινε η σύγκρουση εφάρμοσε τα φρένα του διότι ήταν η μόνη επιλογή που είχε. Υποστηρίζει επίσης ότι σύμφωνα με την ταχύτητα του ενάγοντα στην οποία έχει καταλήξει αλλά και τα ίχνη τροχοπέδησης υπολόγισε ότι ο κίνδυνος για τον ενάγοντα παρουσιάστηκε 35,3 με 47 μέτρα πριν την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης. Προσθέτοντας, όπως εξήγησε σ΄ αυτό και το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης μέχρι το σημείο «Χ» ήτοι 22,9 μέτρα, συνεπάγεται ότι ο κίνδυνος για τον ενάγοντα παρουσιάστηκε 58,2 με 69,9 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Κατά τον μάρτυρα τα πιο πάνω αποδεικνύουν και την αλήθεια των ισχυρισμών του εναγόμενου ότι είδε το όχημα του ενάγοντα από απόσταση 60 με 70 μέτρων. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι ο δρόμος δεν έχει αλλάξει από τότε που επεσυνέβη το ατύχημα και διαφώνησε ότι η ορατότητα ήταν περιορισμένη εξηγώντας ότι οι στροφές είναι ανοικτές σύμφωνα και με φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο ίδιος. Εφόσον διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την ορατότητα δεν προέβηκε σε μετρήσεις. Διαφώνησε ότι ο δρόμος πλάτυνε επαναλαμβάνοντας ότι οι μετρήσεις που έλαβε υπόψη του είναι σύμφωνα με το σχέδιο το οποίο ετοίμασε η αστυνομία παραπέμποντας στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 19Α. Κατά την αντεξέταση του, αμφισβητήθηκαν, πέραν των πιο πάνω, τα συμπεράσματα του αναφορικά με την ταχύτητα επαναλαμβάνοντας τα όσα αναφέρει στην έκθεση του υποστηρίζοντας την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του με περαιτέρω λεπτομέρεια στα όσα ο μάρτυρας είχε αναφέρει. Τελευταία μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε η ΧΧΧ Κουρέα (ΜΥ5) η οποία εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου του εναγόμενου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β και κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 επιστολή ημερ. 29.11.18 την οποία έστειλε στην ασφαλιστική εταιρεία Eurosure στην κα Χ΄΄ Στυλλή και ως Τεκμήριο 23 επιστολή ημερ. 30.11.18 η οποία και πάλι στάληκε στην κα Χ΄΄ Στυλλή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια της απλά δακτυλογράφησε και έστειλε με φαξ τις επιστολές μετά από οδηγίες του κ. Χ΄΄ Πιέρα. Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Αρχικά η μαρτυρία θα αξιολογηθεί εν σχέση με το ζήτημα της ευθύνης. Θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι το σχέδιο, μέρος του τεκμηρίου 1, είναι αποδεκτό και από τις δυο πλευρές. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης, όπως φαίνεται με το χαρακτηριστικό Χ επί του σχεδίου βρίσκεται 30 εκ εντός της πορείας του εναγόμενου. Σημείο έντονης αντιπαράθεσης αποτέλεσε η θέση του ενάγοντα ότι πριν τη σύγκρουση ο εναγόμενος οδηγούσε εντός της πορείας του ενάγοντα, ενώ σύμφωνα με τον εναγόμενο όταν αυτός αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα σταμάτησε εντελώς αριστερά στη λωρίδα του. Προτού προχωρήσω, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το ζήτημα της ορατότητας, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες. Φαίνεται από τη μαρτυρία του ΜΕ1, του ενάγοντα και του εναγόμενου (βλ. αντεξέταση εναγόμενου), να αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο εν λόγω δρόμος είναι στενός, με στροφές και χρειάζεται προσοχή κατά την οδήγηση του. Ο εναγόμενος δε κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι η στροφή από το Ακρωτήρι προς Επισκοπή, είναι κλειστή. Από την άλλη, ο ΜΥ4 υποστήριξε ότι παρά τη στενότητα του δρόμου, οι στροφές είναι ανοικτές και δεν υπάρχει οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα. Έχοντας ως δεδομένο τις θέσεις των ενεχόμενων οδηγών, οι οποίοι είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζουν το δρόμο όπως αυτοί τον οδηγούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναγνωρίζοντας ότι ο εν λόγω δρόμος με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά απαιτεί προσοχή, το κατά πόσο η στροφή είναι ανοικτή ή κλειστή είναι δευτερεύουσας σημασίας υπό τις περιστάσεις. Και αυτό γιατί όπως έχει διαφανεί από τη μαρτυρία των δυο οδηγών και οι δυο είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν ο ένας τον άλλο να κινείται εντός του δρόμου. Ο δε ενάγοντας όπως είπε, κατά την αντεξέταση του, είδε τον εναγόμενο περί τα 30 μέτρα προηγουμένως, ο μεν εναγόμενος 60-70 μέτρα πριν και η θέση του αυτή ως θα διαφανεί πιο κάτω γίνεται αποδεκτή. Έχοντας επίσης υπόψη ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού είναι 22,90μ και ο ενάγοντας είδε τον εναγόμενο 30μ προηγουμένως, συνάγεται συνεπώς ότι ο ενάγοντας είδε τον εναγόμενο περίπου 53μ πριν τη σύγκρουση. Προς τούτο και καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό δεν αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ4 ότι ο ενάγοντας είδε τον εναγόμενο 58.2 - 69.9 μ προηγουμένως, αν και η απόκλιση είναι πολύ μικρή. Συνεπώς, είτε κλειστή ήταν η στροφή είτε ανοικτή, αυτό το οποίο έχει σημασία και προκύπτει από τα λεγόμενα των ενεχόμενων οδηγών είναι ότι και οι δυο είχαν επαρκή ορατότητα και γνώριζαν ότι θα έπρεπε να οδηγούν προσεκτικά στο δρόμο αυτό. Λαμβάνοντας ως δεδομένη την ως άνω κοινή τους αντίληψη ότι ο δρόμος απαιτεί προσεκτική οδήγηση, η μαρτυρία του ΜΥ4 ως προς την απρόσκοπτη ορατότητα δεν έχει τέτοια αξία που θα μπορούσε να υποκαταστήσει την ως άνω κοινή αντίληψη των ενεχόμενων οδηγών, η οδική συμπεριφορά των οποίων θα κριθεί και επί τη βάση αυτή. Συμπληρώνω δε, ότι από τη στιγμή όπου ο ΜΥ4 δεν μέτρησε την ορατότητα, η μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση μαρτυρία των ενεχόμενων οδηγών. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι οι ΜΕ1 και ΜΥ4 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, για τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Ο ΜΕ1 όπως ανέφερε έχει εμπειρία στη διερεύνηση ατυχημάτων και τα προσόντα του ΜΥ4 ως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ως εμπειρογνώμονες, η μαρτυρία τους σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο εμπειρογνώμονας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ΜΕ1, αν και δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο διερεύνησε την υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν ο προϊστάμενος του αποβιώσαντα εξεταστή και βρισκόταν παρών κατά τη λήψη των μετρήσεων στη σκηνή του ατυχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θεωρώ ότι ήταν σε θέση τουλάχιστον να εξηγήσει τα όσα περιλαμβάνονται στο σχέδιο το οποίο ετοιμάστηκε και αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 1. Τα τεκμήρια 1,3-7 τα οποία κατέθεσε δεν αμφισβητηθήκαν. Αναφορικά με το τεκμήριο 6 το οποίο αναγνώρισε ως την έκθεση η οποία ετοιμάστηκε από τον αποβιώσαντα εξεταστή αναφορικά με την ταχύτητα του ενάγοντα, ήτοι τουλάχιστον 61χλμ/ω κατά την έναρξη της τροχοπέδησης, αν και ο ίδιος του δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην εξακρίβωση της ταχύτητας, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 δεν αμφισβητήθηκε και δεν έχω λόγο να μην το αποδεχτώ εφόσον σ΄αυτό αναφέρεται η ελάχιστη ταχύτητα του ενάγοντα κατά τη δεδομένη στιγμή. Όπως άλλωστε υποστήριξε ο μάρτυρας, η ταχύτητα στην οποία κατέληξε ο εξεταστής της υπόθεσης ήταν η ελάχιστη ενώ η ακριβής ταχύτητα δεν είχε ανευρεθεί, συμφωνώντας ότι θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη. Ο ΜΕ1 εξήγησε τα όσα καταγράφονται στο σχέδιο της σκηνής, ως λεπτομερώς κατέγραψα πιο πάνω. Το σχέδιο του τεκμηρίου 1 αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Ως προς την αξία και τη σημασία της πραγματικής μαρτυρίας, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι αυτή δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Η μαρτυρία του ΜΕ1 φαίνεται να διαφέρει από αυτή του ΜΥ4 στο γεγονός ότι από τη σύγκρουση το όχημα του εναγόμενου σπρώχθηκε προς τα πίσω 3,70μ από το σημείο Χ. Ως προς τούτο, θέση του ΜΥ4 αποτέλεσε ότι το όχημα του εναγόμενου σπρώχθηκε προς τα πίσω 7,90μ. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 προς τούτο μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον η θέση του αυτή, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του αλλά και η μαρτυρία του προς τούτο προκύπτει από μετρήσεις οι οποίες έγιναν στην παρουσία του, επί τόπου στη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ τα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Ακόμα ένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1 το οποίο αξίζει σχολιασμού, είναι η θέση του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονταν εντός της πορείας του ενάγοντα. Θέση του ΜΥ4 προς τούτο αποτέλεσε ότι πριν τη σύγκρουση τα ίχνη τροχοπέδησης, όπως προκύπτει από την ηλεκτρονική αναπαράσταση την οποία ετοίμασε σε σχέδιο επί κλίμακας, οι δεξιοί τροχοί του φορτηγού βρίσκονταν περίπου μισό μέτρο στην πορεία του εναγόμενου, στο σημείο όπου το πλάτος του δρόμου ήταν 5.30μ. Η θέση αυτή τέθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, ο οποίος ανέφερε ότι στο σημείο εκείνο δεν μετρήθηκε τίποτε άλλο πέραν του πλάτους του δρόμου. Ενόψει του ότι δεν διερευνήθηκε από την Αστυνομία κατά πόσο τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονταν εντός ή εκτός της πορείας του ενάγοντα σ' εκείνο το σημείο που προηγήθηκε της σύγκρουσης και τα οποία ας σημειωθεί κατέληξαν στην πορεία του εναγόμενου, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ΜΕ1 ότι τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονταν σε όλο τους το μήκος στην πορεία του ενάγοντα, εφόσον η θέση του προς τούτο δεν διερευνήθηκε από την Αστυνομία ή τον ίδιο. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αλλά και τα όσα απεικονίζει το σχέδιο του τεκμηρίου 1, δεν αμφισβητήθηκαν από τους διαδίκους κατά την ακροαματική διαδικασία. Γενικά ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι εξήγησε με επάρκεια τα όσα περιλαμβάνονται στο σχέδιο του τεκμηρίου 1, εις το βαθμό που του επέτρεπε η εμπλοκή του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του για τα όσα ανέφερε. Από τη μαρτυρία του δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονταν στην πορεία του εναγόμενου, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Σημειώνω περαιτέρω, ότι η μαρτυρία του αναφορικά με την ταχύτητα του ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για να καταλήξω σε εύρημα προς τούτο, εφόσον όπως ο ίδιος ανέφερε για το ζήτημα αυτό, η ακριβής ταχύτητα δεν είχε ανευρεθεί και θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη των 61χλμ/ω. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, η οποία επί της ουσίας της είναι κοινώς αποδεκτή, θα προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των ενεχόμενων οδηγών. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ενάγοντα και έχοντας υπόψη την κατάθεση του τεκμήριο 2, την έκθεση απαίτησης και την προφορική του μαρτυρία, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι προωθεί γενικότερα ως γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης το ότι ο εναγόμενος οδηγούσε εντός της πορείας του ενάγοντα. Αποφεύγοντας τη μικροσκοπική αξιολόγηση της μαρτυρίας του, χωρίς να απομονώνω λέξεις και φράσεις, αλλά επικεντρώνοντας την αξιολόγηση μου στο σύνολο της μαρτυρίας του σε μια προσπάθεια δημιουργίας μιας εικόνας με συνοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, παρατηρώ ότι ο ενάγοντας προβάλλει διαφορετικές εκδοχές, με ουσιαστικές διαφορές. Οι αντικρουόμενες εκδοχές τις οποίες προέβαλε ο ενάγοντας, μεταξύ τους είναι τόσο ασύνδετες με αποτέλεσμα να κρίνεται ακροσφαλές να στηριχτώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα. Για τους λόγους τους οποίους θα παραθέσω πιο κάτω, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του όσον αφορά την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου πριν τη σύγκρουση, δεν μπορεί να κριθεί συμπαγής, σαφής και συγκεκριμένη. Όπως φαίνεται από τη δικογραφημένη θέση του και τα όσα ανέφερε στη γραπτή του δήλωση τεκμήριο Α, ο εναγόμενος εισήλθε στη λωρίδα του ενάγοντα με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία του. Αυτή την εκδοχή υποστηρίζει επίσης με την γραπτή δήλωση του με τις λεπτομέρειες τις οποίες καταγράφει στην παρ. 5 του τεκμηρίου Α, ότι δηλαδή, ο εναγόμενος οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα παρέλειψε να τηρεί τη λωρίδα πορείας του και σε δεξιά γι' αυτόν στροφή λόγω του στενού δρόμου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία του και να τον κτυπήσει, χωρίς ο εναγόμενος να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να σταματήσει και να αποφύγει τη σύγκρουση. Η πιο πάνω εκδοχή του, δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία. Ενώ πιο πάνω ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος του ανέκοψε την πορεία εισερχόμενος σ' αυτήν, όπως φαίνεται από το σχέδιο του τεκμηρίου 1 και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός το σημείο σύγκρουσης Χ είναι 30 εκ. εντός της πορείας του εναγόμενου. Όπως επίσης φαίνεται από τις φωτογραφίες τεκμήριο 5, όπου και πάλι δεν αμφισβητούνται τα όσα απεικονίζουν αυτές, οι ζημιές βρίσκονται μπροστά δεξιά στο φορτηγό του ενάγοντα ενώ στο όχημα του εναγόμενου κέντρο προς τα πίσω δεξιά. Εάν όντως η σύγκρουση επεσυνέβαινε με τον τρόπο που περιέγραψε πιο πάνω ο ενάγοντας χωρίς ο εναγόμενος να προβεί σε μέτρα για ν' αποφύγει τη σύγκρουση ως υποστηρίζει, αναμενόμενο θα ήταν η σύγκρουση να ήταν μετωπική. Κατά την κυρίως εξέταση του προφορικά υποστήριξε μια άλλη εκδοχή, ως εξής «Εγώ ερχόμουν από Επισκοπή για να κατεβώ στο Μ1 από βόρεια νότια. Η κλειστή στροφή ήταν κάπου εδώ. Εδώ υπάρχει λόφος, δεν υπάρχει ορατότητα από εδώ στο δρόμο που πάει προς τα κάτω. Εγώ ερχόμουν κανονικά στην πάντα μου με προσοχή γιατί ήξερα ότι ο δρόμος είναι κάπως επικίνδυνος. Ενώ πήγαινα στη δική μου πάντα, βλέπω να βγαίνει που τη στροφή, για μένα αριστερόστροφη, δεξιόστροφη για τον άλλο, ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα και κρατούσε τη δική μου. Έστριψε τη στροφή του προς τα μέσα, γιατί που κάτω φοβήθηκε μήπως με την ταχύτητα. έστριψε που μέσα έκοψε τη δική μου πάντα. Εγώ μόλις τον αντιλήφθηκα το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να πατήσω τα στόπερ μου. Πάτησα τα στόπερ μου ένιωσα το αυτοκίνητο μου χαμέ να τρίβεται χαμέ και σε κάποια στιγμή ένιωσα το αυτοκίνητο μου ότι σχεδόν σταμάτησε. Βρεθήκαμε τετ α τετ να χτυπήσουμε μούτρα μούτρα, το άλλο αυτοκίνητο δεν έκανε καμία προσπάθεια να σταματήσει ερχόταν συνέχεια προς τα πάνω. Το μόνο που έκαμα να σταματήσω εγώ, έστριψε το τιμόνι του αριστερά να αποφύγουμε την μετωπική σύγκρουση αλλά μπροστά του είχε τοίχο μιας μάντρας το οποίο αν συνέχιζε θα κτυπούσε πάνω. Έστριψε το τιμόνι του δεξιά, μπήκε στη δική του λωρίδα με αποτέλεσμα ενώ ήταν κομμένη η δική μου πάντα να πιάσει τη δεξιά μου γωνία της καμπίνας και να γίνει σύγκρουση. Μετά τη σύγκρουση όταν τα αυτοκίνητα σταθεροποιήθηκαν ένιωσα ότι τα αυτοκίνητα πήγαν μαζί προς τα κάτω, γιατί στην κατεύθυνση τη δική μου ήταν λίγο κατηφορικός ο δρόμος.» Η πιο πάνω περιγραφή του, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα πριν τη σύγκρουση. Ενώ η εκδοχή του στην έκθεση απαίτησης και στο τεκμήριο Α, φαίνεται να είναι ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του ενάγοντα με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος να συγκρουστεί με το φορτηγό του ενάγοντα, με τα όσα υπογράμμισα πιο πάνω, ο ενάγοντας φαίνεται να διαφοροποιείται από την ως άνω εκδοχή του προβάλλοντας ότι ενώ σταμάτησε το όχημα του αντιλαμβανόμενος τον εναγόμενο στην πορεία του, τότε ο εναγόμενος όπως είπε ο ενάγοντας: «έστριψε το τιμόνι του αριστερά να αποφύγουμε την μετωπική σύγκρουση αλλά μπροστά του είχε τοίχο μιας μάντρας το οποίο αν συνέχιζες θα κτυπούσε πάνω.. έστριψε το τιμόνι του δεξιά, μπήκε στη δική του λωρίδα με αποτέλεσμα ενώ ήταν κομμένη η δική μου πάντα να πιάσει τη δεξιά μου γωνία της καμπίνας και να γίνει σύγκρουση.» Δηλαδή με αυτή την εκδοχή του υποστήριξε ότι ο ίδιος του ενώ σταμάτησε το φορτηγό, ο εναγόμενος προέβηκε σε κίνηση προς αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, ακολούθως λόγω του εμποδίου που αντιμετώπισε ο εναγόμενος με τη μάντρα εισήλθε εκ νέου δεξιά και συγκρούστηκε με τον ενάγοντα ο οποίος, κατά την εκδοχή του αυτή, ήταν ήδη σταματημένος στο σημείο Χ. Η ως άνω εκδοχή του, πέραν του ότι είναι αντίθετη με την πρώτη και αναιρείται από τα λεγόμενα του ιδίου, έρχεται και σε αντίθεση με τη θέση του ότι δεν είχε ορατότητα προς την κατεύθυνση του εναγόμενου. Πως είναι δυνατό, να υποστηρίζει ότι δεν είχε ορατότητα, αλλά μέσα σε ελάχιστο χρόνο όπου επεσυνέβησαν τα γεγονότα, να πρόλαβε να είδε όλες αυτές τις κινήσεις του εναγόμενου. Οι κινήσεις οι οποίες αποδίδονται στον εναγόμενο με αυτή την εκδοχή αποδίδουν σε αυτόν μια οδηγητική συμπεριφορά η οποία διαφέρει τόσο από τη δικογραφημένη εκδοχή του αλλά και απ' όσα υποστήριξε με τη γραπτή δήλωση του τεκμήριο Α . Συμπληρώνω ως προς τα πιο πάνω ότι με τις ως άνω εκδοχές του ο ενάγοντας υποστηρίζει ουσιαστικά ότι ο εναγόμενος προσέκρουσε στο φορτηγό το οποίο οδηγούσε ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας στην κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο 2, προβάλλει μια διαφορετική επίσης εκδοχή. Αναφέρει ότι: «Πλησιάζοντας μια αριστερόστροφη στροφή από τη θέση που ήμουνα εγώ δεν έχει ορατότητα προς τα κάτω, αντιλήφθηκα να έρχεται από την αντίθετη μεριά άλλο φορτηγό το οποίο πήρε κλειστά τη στροφή που για εκείνον ήταν δεξιόστροφη. Αυτό το φορτηγό ενώ εμφανίστηκε στη στροφή, είδα ότι μου έκλειε την πάντα. Αμέσως πάτησα τα φρένα μου τα οποία ένοιωσα να τρίβουν στην άσφαλτο. Εγώ τότε ένοιωσα το αυτοκίνητο μου να σταματά λόγω της επιβράδυνσης και νομίζω κατάφερα να σταματήσω τελείως το αυτοκίνητο. Ενώ το άλλο φορτηγό δεν έκαμε καμία προσπάθεια να σταματήσει απλώς έστριψε το τιμόνι του αριστερά. Αποφύγαμε την μετωπική σύγκρουση αλλά το άλλο αυτοκίνητο συνέχισε να κινείται με αποτέλεσμα να κτυπήσει τη δεξιά μου μπροστινή γωνιά.» Πιο κάτω στη σελ. 6 του τεκμηρίου 2, ερωτηθείς τι κατά την άποψη του πήγε στραβά και προκλήθηκε το ατύχημα, απάντησε: «Είναι η ακαταλληλότητα του δρόμου..και επίσης η απειρία του άλλου οδηγού που επήγε ολόισια και δεν σταμάτησε.» Όπως προκύπτει από τα ως άνω αποσπάσματα, ουδεμία αναφορά γίνεται στο ότι ο εναγόμενος απλά εισήλθε στην πορεία του και συγκρούστηκε μαζί του όπως αποτελεί τη δικογραφημένη θέση του και τα όσα αναφέρει στο τεκμήριο Α, ούτε όμως ταυτίζονται με τη δεύτερη εκδοχή του ότι δηλαδή η σύγκρουση επήλθε μετά όπου ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του αριστερά και ακολούθως για ν' αποφύγει τη σύγκρουση με τη μάντρα έστριψε πάλι δεξιά. Συγκεκριμένα, στη κατάθεση του τεκμήριο Α, ο ενάγοντας δεν αναφέρει οτιδήποτε για τη μάντρα, ούτε για προσπάθεια του εναγόμενου να αποφύγει τη σύγκρουση ως αναφέρει στη δεύτερη εκδοχή του. Αντιθέτως, στην κατάθεση του τεκμήριο 2 αναφέρει ότι πάτησε τα φρένα του όταν είδε τον εναγόμενο, το όχημα του ακινητοποιήθηκε τελείως «λόγω του ότι εμαγκώσαν οι τροχοί». Όπως επίσης αναφέρει στην σελ. 6 του τεκμηρίου 2, ο εναγόμενος πήγε «ολόισια» χωρίς να σταματήσει. Αυτή η θέση του αναιρεί επίσης τη δεύτερη εκδοχή του ότι ο εναγόμενος προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση στρίβοντας αριστερά και μετά δεξιά για ν' αποφύγει τη μάντρα. Η προφορική του μαρτυρία δεν συνάδει επίσης με τη θέση του η οποία εκφράζεται στο τεκμήριο 2, ότι με τη σύγκρουση το όχημα του παρασερνόταν από το όχημα του εναγόμενου και όταν ακινητοποιήθηκε τελείως το όχημα του, το όχημα του εναγόμενου ήρθε προς τα πίσω και ξαναπήρε το όχημα του ενάγοντα μπροστά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ουδέποτε ανέφερε ότι μετά τη σύγκρουση μετακινήθηκε το όχημα του, αλλά αυτό σταμάτησε πριν τη σύγκρουση. Σύμφωνα επίσης με τη δικογραφημένη και προφορική θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος χτύπησε το φορτηγό του ενώ ήταν ήδη σταματημένο στο Χ και επέμενε για τη θέση του αυτή. Η ως άνω θέση του διαπιστώνω να αντιβαίνει και αντικρούει τα όσα ανέφερε στη σελ. 6 του τεκμηρίου 2: «Το σημείο σύγκρουσης πράγματι είναι εκεί όπως φαίνεται και από τα ευρήματα της αστυνομίας στη σκηνή, αλλά αυτό συνέβηκε για το λόγο ότι εγώ προσπάθησα να αποφύγω το ατύχημα. Παρακαλώ να ληφθεί υπόψη ότι εγώ έκαμα προσπάθεια να αποφύγω την μετωπική σύγκρουση και κτύπησα το σκιπ στο κέντρο της δεξιάς του πλευράς ενώ αν το κτυπούσα στα μούτρα του οχήματος του στο σημείο σύγκρουσης θα ήταν σίγουρα στην πάντα την δική μου» Η ως άνω αναφορά του στην κατάθεση του τεκμήριο 2, αναιρεί και τη θέση του, η οποία ήταν ίδια σε όλες τις εκδοχές του ότι δηλαδή ήταν σταματημένο στο σημείο Χ και ο εναγόμενος κτύπησε το αυτοκίνητο του. Προκύπτει από το ως άνω απόσπασμα ότι αποτέλεσε θέση του κατά την κατάθεση του προς την Αστυνομία, ότι ο ίδιος κτύπησε στο όχημα του εναγόμενου και ως λογικό επακόλουθο σταμάτησε εκεί λόγω της σύγκρουσης. Υποδείχθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του η ως άνω αντίφαση και τα όσα ανέφερε ο ίδιος στην Αστυνομία. Θέση του αποτέλεσε ότι εάν γράφονται αυτά στην κατάθεση του σημαίνει τα είπε. Αναιρώντας με αυτό τον τρόπο τα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Εις ότι αφορά το ζήτημα της ταχύτητας του ενάγοντα, ο ίδιος του επέμενε ότι οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 πριν τη σύγκρουση και την εφαρμογή των φρένων του οδηγούσε τουλάχιστον με 61 χλμ/ω ενώ σύμφωνα με τον ΜΥ4 η ταχύτητα του ήταν 84.7 χλμ/ω κατά την αρχή της τροχοπέδησης. Έχοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας δεν διαπιστώνω να ήταν ειλικρινής μάρτυρας και αυτό σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ4, δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι δεν έτρεχε πριν τη σύγκρουση. Εις ότι αφορά τη θέση του ότι ο εναγόμενος και ο συνοδηγός του εγκατέλειψαν τη σκηνή μετά το ατύχημα, έχοντας υπόψη ότι κατά τη παρουσία του ΜΕ1 στη σκηνή ο εναγόμενος βρισκόταν εκεί, η θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σημειώνω τέλος, ότι ακόμα και η μη αμφισβήτηση της πραγματικής μαρτυρίας που παρουσίασε ο ενάγοντας, δεν μπορεί υπό το φως των αντικρουόμενων εκδοχών και ουσιαστικών αντιφάσεων στη μαρτυρία του ενάγοντα, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να επηρεάσουν την ποιότητα της μαρτυρίας του, να υποστηρίξουν με οποιοδήποτε τρόπο την όποια προβαλλόμενη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της σύγκρουσης. Οι πιο πάνω διαφορετικές εκδοχές του ενάγοντα αλλά και οι αντιφάσεις του μεταξύ του τεκμηρίου 2 και της προφορικής του μαρτυρίας αλλά και η αντίθετη δικογραφημένη εκδοχή του η οποία ναι μεν ταυτίζεται με το τεκμήριο Α, δεν συνάδει όμως με τις υπόλοιπες προβαλλόμενες εκδοχές του, καθιστούν τη μαρτυρία του ασαφή, με αποτέλεσμα να κρίνεται ακροσφαλές να στηριχτώ σε αυτή για να καταλήξω σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη σύγκρουση. Συνεπώς η μαρτυρία του ενάγοντα ως προς τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της σύγκρουσης δεν γίνεται αποδεκτή. Ο εναγόμενος χωρίς υπερβολές, με συνέπεια και σταθερότητα ανέφερε τα γεγονότα όπως ο ίδιος του τα βίωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε την εκδοχή του ούτε και διαφοροποιήθηκε από τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του τεκμήριο
  1. Τέθηκε στον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του, ότι δεν είχε εμπειρία στην οδήγηση φορτηγών. Ο εναγόμενος προς τούτο ανέφερε ότι είχε περάσει τις εξετάσεις για απόκτηση της σχετικής άδειας κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανέμενε να εκδοθεί. Η θέση αυτή του ενάγοντα τέθηκε στον εναγόμενο κατά γενικό και αόριστο τρόπο και χωρίς να τεθεί σε αυτόν συγκεκριμένα κατά ποιο τρόπο η ισχυριζόμενη απειρία του συνέβαλε στο ατύχημα ή τι θα αναμενόταν να έπραττε στη θέση του ένας έμπειρος κατά τον ενάγοντα, οδηγό. Συνεπώς, η θέση αυτή δεν κλόνισε καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του εναγόμενου. Εις ότι αφορά το ζήτημα της ορατότητας, όπως έχω προαναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα, όπως φαίνεται και οι δυο οδηγοί αντιλήφθηκαν και γνώριζαν ότι θα έπρεπε να ήταν προσεκτικοί. Παρά τούτο όμως να σημειωθεί, ότι η αναφορά του εναγόμενου σε κλειστή στροφή, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να δει τον ενάγοντα από την απόσταση των 60-70μ ως υποστήριξε. Άλλωστε και ο ενάγοντας, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, αντιλήφθηκε τον εναγόμενο από κάποια απόσταση. Η μαρτυρία του εναγόμενου προς τούτο υποστηρίζεται επίσης από τις φωτογραφίες τεκμήριο 5 και η πλευρά του ενάγοντα δεν υπέδειξε σε αυτές οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να περιορίζει την ορατότητα του εναγόμενου προς την κατεύθυνση του ενάγοντα. Θέση η οποία επίσης τέθηκε στον εναγόμενο είναι ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει ακόμα 1μ το οποίο είχε στη διάθεση του αριστερότερα στο παγκέτο. Θέση του προς τούτο, αποτέλεσε ότι δεν υπήρχε λόγος να οδηγήσει κατ' αυτό τον τρόπο το όχημα του εφόσον υπήρχε χώρος να περάσει ο ενάγοντας ενώ ήταν με την αντίληψη ότι ο ενάγοντας θα παιρνούσε κανονικά τη στροφή εξού και παρέμεινε στην πορεία του ενώ ήταν με την εντύπωση ότι ο ενάγοντας οδηγούσε στην πορεία του. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από την πραγματική μαρτυρία εφόσον το σημείο Χ βρίσκεται εντός της πορείας του ενώ το πλάτος του δρόμου στην πορεία του ενάγοντα ήταν 2,90 πλέον 90 εκ παγκέτο ενώ το πλάτος του οχήματος του ενάγοντα ήταν 2,50μ, δηλ. ο ενάγοντας είχε στην πορεία του 3.80 μέτρα σύνολο για να κινείται επί της λωρίδας του. Οι εξηγήσεις του εναγόμενου και οι θέσεις του έχουν επεξηγηθεί επαρκώς από τον ίδιο και συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία αλλά και υποστηρίζονται από τον ΜΥ4, ως θα διαφανεί πιο κάτω, ιδιαίτερα εις ότι αφορά τη κύρια εκδοχή του ότι παρέμεινε στην πορεία του και κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν σταματημένος. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η ως άνω πραγματική μαρτυρία η οποία κατατέθηκε και εξηγήθηκε από τον ΜΕ1 αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο ΜΥ4 στηρίχτηκε για να ετοιμάσει την έκθεση του τεκμήριο 19, όπως επιβεβαιώνεται και από μέρος του τεκμηρίου 19Α. Ο ΜΥ4 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, τα προσόντα και εμπειρία του οποίου δεν αμφισβητηθήκαν. Ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα έχει αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά σε νομολογία. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ4, έγινε εισήγηση από πλευράς συνηγόρου του ενάγοντα ότι ο ΜΥ4 δεν έλαβε υπόψη του την κατάσταση του οδοστρώματος κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά 8 χρόνια μετά το δυστύχημα. Η θέση αυτή δεν μπορεί με όλο τον σεβασμό να γίνει αποδεκτή. Πέραν του ότι ουδεμία συγκεκριμένη θέση τέθηκε στον ΜΥ4 περί του ότι οι ουσιαστικές συνθήκες του δρόμου έχουν αλλάξει, κατά τρόπο όπου οδηγήθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα, ουδέν τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ότι λόγω της κατεδάφισης της μάντρας και την τοποθέτηση του κυγκλιδώματος, οι σημάνσεις, τα μήκη και πλάτη του δρόμου και των παγκέτων άλλαξαν στην πάροδο αυτή των 8 ετών. Σημειώνω περαιτέρω ότι στο τεκμήριο 19 ο ΜΥ4 αναφέρει το πλάτος κάθε λωρίδας και των παγκέτων και οι μετρήσεις είναι ταυτόσημες με αυτές που ο ΜΕ1 ανέφερε. Ο ΜΥ4, στηριζόμενος στα στοιχεία και πραγματικά ευρήματα της Αστυνομίας όπως επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 19Α, καταλήγει ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα και από τις δυο κατευθύνσεις, τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού του ενάγοντα πριν την σύγκρουση βρίσκονταν περίπου 50εκ στην πορεία του εναγόμενου και η ταχύτητα του ενάγοντα πριν την σύγκρουση ανέρχετο σε 84χλμ/ω ενώ κατά τη σύγκρουση η ταχύτητα του εναγόμενου ήταν μηδαμινή έως μηδενική. Οι λόγοι για τους οποίους οδηγήθηκε στα ως άνω συμπεράσματα καταγράφονται με λεπτομέρεια πιο πάνω, Θέση της πλευράς του ενάγοντα αποτέλεσε ότι τα συμπεράσματα του ΜΥ4 δεν τεθήκαν στον ΜΕ1 για να μπορέσει να τοποθετηθεί και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι μετά την ετοιμασία της έκθεσης τεκμήριο 19, αυτή αποκαλύφθηκε με συμπληρωματική ένορκο δήλωση αποκάλυψης από πλευράς εναγομένου και αντίγραφο της επιδόθηκε στον αντίδικο την 5.2.19, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι μέχρι την 12.2.19 όπου παρουσιάστηκε ο ΜΥ4 υπήρχε χρόνος από πλευράς ενάγοντα αυτή να μελετηθεί. Πέραν των πιο πάνω, τα ζητήματα τα οποία εξέτασε ο ΜΥ4, ήτοι αυτό της ορατότητας, ήδη ήταν εις γνώση της πλευράς του ενάγοντα η θέση του εναγόμενου ότι είχε δει τον ενάγοντα και πρόλαβε να σταματήσει. Εν πάση δε περιπτώσει ως προς το ζήτημα της ορατότητας όπως έχω προαναφέρει, έγινε αποδεκτή η μαρτυρία των οδηγών. Εις ότι αφορά την ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος του ενάγοντα μισό μέτρο στη λωρίδα του εναγόμενου στο σημείο όπου το πλάτος του δρόμου ήταν 5,30μ, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από πλευράς υπεράσπισης, ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε για το γεγονός αυτό. Θέση του ΜΕ1 προς τούτο, αποτέλεσε ότι δεν μετρήθηκε οτιδήποτε σε κείνο το σημείο πέραν του πλάτους του δρόμου. Συνεπώς η θέση αυτή ήταν γνωστή στην πλευρά του ενάγοντα. Το ότι ο εναγόμενος ανέφερε ότι ο ενάγοντας βρισκόταν εντός της πορείας του, δεν μπορεί να ανατρέψει το τεκμηριωμένο συμπέρασμα του ΜΥ4, στο οποίο κατέληξε για το ζήτημα αυτό με δεδομένα τα οποία έλαβε από τις μετρήσεις της Αστυνομίας. Το συμπέρασμα του ΜΥ4 αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης ως αυτά απεικονίζονται στις εικόνες 1-4, σελ. 11 και 12 του τεκμηρίου 19, κρίνεται πλήρως αιτιολογημένο και στηριζόμενο σε επιστημονική ανάλυση. Αν και αμφισβητήθηκε ότι το σχέδιο το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας είναι επί κλίμακας, ο μάρτυρας επέμενε ότι μετέφερε με ακρίβεια της μετρήσεις στις οποίες έλαβε η Αστυνομία και εμφαίνονται στο σχέδιο τεκμήριο 1, τις οποίες μετέφερε σε κλίμακα. Χρησιμοποιώντας δε τις μετρήσεις αυτές, ετοίμασε αναπαράσταση του ατυχήματος τόσο πριν τη σύγκρουση επί τη βάση επέκτασης των ιχνών τροχοπέδησης και μέχρι τη σύγκρουση. Η αντεξέταση στην οποία υπέστη, δεν κλόνισε ούτε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ούτε τα συμπεράσματα του, τα οποία κρίνω τεκμηριωμένα κατά τρόπο που θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη την απεικόνιση στην οποία προέβηκε ο ΜΥ4 αναφορικά με την επέκταση των ιχνών τροχοπέδησης τόσο προς τα πίσω όσο και πιο μπροστά από το σημείο σύγκρουσης, κρίνεται αιτιολογημένο το συμπέρασμα του ότι η απόσταση την οποία θα διένυε το φορτηγό εάν δεν γινόταν η σύγκρουση θα επεκτείνονταν ακόμα 19.8μ μέχρι πλήρους ακινητοποίησης με αποτέλεσμα να έβγαινε εκτός δρόμου. Εις ότι αφορά την ταχύτητα του ενάγοντα, ξεκινώ από το ότι ο ΜΕ1, ανέφερε ότι η ταχύτητα η οποία αναφέρεται στο τεκμήριο 6 είναι η ελάχιστη, τη θέση του ότι η κατάληξη σε ελάχιστη ταχύτητα σημαίνει ότι δεν μπορούσε να ανευρεθεί με ακρίβεια η ταχύτητα αλλά και το ότι αυτή θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη. Σημειώνω εδώ ότι ναι μεν δεν τέθηκε στον ΜΕ1 η θέση ότι η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν η συγκεκριμένη στην οποία κατέληξε ο ΜΥ4, ως διατείνεται η πλευρά του ενάγοντα, από την άλλη όμως δεν χρειαζόταν η υποβολή τέτοιας θέσης, δεδομένης της ως άνω τοποθέτησης του ΜΕ
  2. Εις ότι αφορά το συμπέρασμα του ΜΥ4 για την ταχύτητα του ενάγοντα, στη σελ. 16 του τεκμηρίου 19, αναλύεται με λεπτομέρεια πως κατέληξε στο συμπέρασμα του, χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω το σκεπτικό του το οποίο αποδέχομαι ως αυτό καταγράφεται στη σελ. 16 του τεκμηρίου
  3. Η ανάλυση του αυτή κρίνεται τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη τόσο επιστημονικά όσο και πραγματικά έχοντας υπόψη ότι όπως φαίνεται από την έκθεση του έλαβε υπόψη του στοιχεία τα οποία του δοθήκαν από την Αστυνομία όπως ο συντελεστής τριβής 0,66 αλλά και το βάρος των οχημάτων σύμφωνα με τους τίτλους ιδιοκτησίας αλλά και το βάρος των δυο κάδων που μετέφερε ο εναγόμενου, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κατασκευαστή τέτοιων κάδων. Υπόψη του επίσης έλαβε και την έκταση των ζημιών και τα σημεία όπου αυτές προκλήθηκαν όπου με λεπτομερή ανάλυση αυτών σε συνάρτηση και παραπομπή σε αδιαμφησβήτητα στοιχεία όπως το σημείο Χ και τις διαστάσεις του δρόμου, κατέληξε στα σχετικά συμπεράσματα του. Η τεκμηριωμένη ανάλυση και εξήγηση των συμπερασμάτων του ΜΥ4 στην απουσία εξήγησης και αιτιολόγησης του τεκμηρίου 6, καθιστούν ασφαλέστερη την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ4 αντί των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 6 ως προς την ταχύτητα. Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι δεδομένης της θέσης του ΜΕ1 ότι το τεκμήριο 6 αναφέρει την ελάχιστη ταχύτητα του ενάγοντα η οποία θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη, το συμπέρασμα του ΜΥ4 ως προς την ταχύτητα αποτελεί τη συνέχεια της μαρτυρίας του ΜΕ
  4. Εις ότι αφορά το συμπέρασμα του ΜΥ4 ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το όχημα του εναγόμενου είχε μηδαμινή ή μηδενική ταχύτητα, παρέθεσε την τεκμηριωμένη άποψη του, εξηγώντας ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση τα δύο φορτηγά έγιναν ένα μεταξύ τους και κινήθηκαν μαζί στην πορεία που είχε το φορτηγό του ενάγοντα μέχρι την τελική τους θέση. Κατά τον ίδιο αυτό δικαιολογεί την εικόνα που παρουσιάζουν τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση δηλαδή αυτό του εναγομένου να είναι εκτός δρόμου το δε φορτηγό του ενάγοντα να έχει μικρή απόκλιση δεξιά από την πορεία του. Με αυτή την εικόνα, υποστήριξε ότι θα ανέμενε μεγαλύτερη απόκλιση εάν το φορτηγό του εναγόμενου την ώρα της σύγκρουσης είχε έστω και μικρή ταχύτητα διότι η ορμή που θα είχε θα ανάγκαζε το φορτηγό του ενάγοντα σε πιο έντονη περιστροφή προς τα δεξιά. Το ότι κατά τον ΜΥ4 το όχημα του εναγόμενου μετακινήθηκε 7,9μ προς τα πίσω ενώ σύμφωνα με τον ΜΕ1 η μετακίνηση αυτή προς τα πίσω ήταν 3,70μ, όπως ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, γίνεται προς τούτο αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο συμμετέχοντας στη λήψη των μετρήσεων. Καταλήγω συνεπώς ότι η μαρτυρία του ΜΥ4, εκτός των δυο σημείων που ανέφερα πιο πάνω τα οποία δεν αποδέχομαι, ήτοι της απεριόριστης ορατότητας και την απόσταση την οποία το όχημα του εναγόμενου σπρώχθηκε προς τα πίσω αλλά και την απόσταση από την οποία ο ενάγοντας είδε τον εναγόμενο ως εξήγησα αρχικά, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη συναρτώμενη με την πραγματική μαρτυρία την οποία παρέθεσε ο ΜΕ
  5. Η ποιότητα και τεκμηρίωση της μαρτυρίας του ΜΥ4 κρίνεται ικανή για να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΥ4, θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να επιβεβαιώνεται πρώτα και κύρια από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές μιας υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα με σταθερότητα και πειστικότητα παρέθεσε ο εναγόμενος, τα οποία ως προς την κύρια εκδοχή του έγιναν ούτως η άλλως αποδεκτά, επιβεβαιώνονται επίσης και από τη μαρτυρία του ΜΥ
  6. Η μαρτυρία των ΜΥ2 και 3, δεν αμφισβητήθηκε και αυτή επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες τεκμήριο 5 εις το βαθμό που απεικονίζουν τις ζημιές στα οχήματα, κατά τρόπο που επιβεβαιώνουν και τη μαρτυρία του ΜΥ4 ο οποίος χρησιμοποίησε και έλαβε υπόψη του κατά την ετοιμασία της έκθεσης του τα σημεία όπου προκλήθηκαν οι ζημιές αλλά και την έκταση και εύρος αυτών. Η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της ΜΥ5 ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε. Κλήθηκε ουσιαστικά να καταθέσει τις επιστολές τεκμήρια 22 και 23 τις οποίες απέστειλε ο δικηγόρος του εναγόμενου στην ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα για την καταβολή αποζημίωσης προς τον εναγόμενο. Ναι μεν, ως εισηγείται και η πλευρά του ενάγοντα με την τελική αγόρευση της, η ίδια να μην γνώριζε οτιδήποτε για το περιεχόμενο των τεκμηρίων 22 και 23, παρ' όλα αυτά το γεγονός για το οποίο κλήθηκε ουσιαστικά να καταθέσει, ήτοι για την αποζημίωση του εναγόμενου από την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα, δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της απλά επιβεβαιώνει τη θέση αμφοτέρων πλευρών για το γεγονός αυτό. Η μαρτυρία της δεν αφορούσε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε η ασφαλιστική εταιρεία να αποζημιώσει τον εναγόμενο ούτε αναφέρεται οτιδήποτε εις τα τεκμήρια 22 και 23 για την ευθύνη των οδηγών. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της αν και γίνεται αποδεκτή, η βαρύτητα η οποία μπορεί να δοθεί στα τεκμήρια 22 και 23 εν σχέση με το επίδικο ζήτημα της ευθύνης, αποτελεί θέμα το οποίο θα εξεταστεί πιο κάτω . Εις ότι αφορά τους τραυματισμούς του ενάγοντα, η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν αμφισβητήθηκε ούτε όμως του ενάγοντα, εκτός από τη θέση του ότι δεν μπορούσε να οδηγεί για τουλάχιστον δυο μήνες μετά το ατύχημα και ακόμα μέχρι σήμερα κάποιες φορές νιώθει πόνο. Η θέση του επίσης ότι χρησιμοποιούσε τροχοκάθισμα και στήριγμα τύπου Π στο σπίτι, δεν υποστηρίζεται ιατρικά, εφόσον δεν προκύπτει κατά πόσο κάτι τέτοιο κρίθηκε ιατρικά αναγκαίο ή σε τι θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση των τραυμάτων του και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι του τοποθετήθηκε γύψος. Ο ΜΕ3 ο οποίος εξέτασε αρχικά τον ενάγοντα δεν ανέφερε οτιδήποτε εν σχέση με την τοποθέτηση γύψου ή νάρθηκα, ενώ αποτέλεσε γενική του θέση ότι αυτό θα ήταν λογικό. Ιατρικά η μαρτυρία του ενάγοντα, ως προς τη θέση του ότι μέχρι σήμερα νιώθει πόνο, δεν υποστηρίζεται ούτε φαίνεται να επισκέφθηκε ιατρό μετά το ατύχημα. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3, οι τραυματισμοί του ενάγοντα ήταν τέτοιοι που χρειάζονταν κάποιο χρόνο για να θεραπευτούν. Η μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με τους τραυματισμούς του γίνεται αποδεκτή εις το βαθμό όπου συνάδουν με το τεκμήριο
  7. Δεν αποδέχομαι ότι νιώθει πόνο μέχρι σήμερα και ότι χρησιμοποιούσε τροχοκάθισμα και Π, για τους λόγους τους οποίους εξήγησα πιο πάνω. Εις ότι αφορά την απώλεια εισοδημάτων όπου κατά τον ίδιο για δυο μήνες δεν εργαζόταν, παρά του ότι κατέθεσε ως τεκμήριο 11 δέσμη τιμολογίων για να αποδείξει τα εισοδήματα του πριν το ατύχημα, η μαρτυρία του ως προς τούτο αμφισβητήθηκε και ενώ ανέφερε ότι είχε στοιχεία από το λογιστή για να παρουσιάσει, δεν το έπραξε, αφήνοντας έτσι σημαντικά κενά στη μαρτυρία του για την απώλεια εισοδημάτων, με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτή ως προς το μέρος αυτό. Πέραν τούτου, εις το τεκμήριο 12, εισφορές του στις κοινωνικές ασφαλίσεις, όπως ο ίδιος ανέφερε οι εισφορές αυτές καταβάλλονταν σύμφωνα με τα όσα προνοεί ο Νόμος. Για το πιο πάνω θέμα θα πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν ο ενάγοντας φαίνεται να έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι την 23.11.10 (τεκμήρια 15 και 16) και αυτό δεν αμφισβητείται, δεν τεκμηρίωσε όμως ότι για όσο καιρό βρισκόταν με αναρρωτική άδεια ποια ήταν η απώλεια στις απολαβές του. Η μαρτυρία του ΜΕ3, αν και σε κάποια σημεία φαίνεται να μην αφορά τον ενάγοντα συγκεκριμένα αλλά ο μάρτυρας εξέφρασε γενικά και υποθετικά τις απόψεις του ως προς τις συνέπειες των τραυμάτων του ενάγοντα, διευκρίνισε ότι όντως οι θέσεις του πηγάζουν από την εμπειρία του γενικότερα και δεν αφορούν συγκεκριμένα τον ενάγοντα ούτε φαίνεται να είχε διερευνήσει ειδικά για τον ενάγοντα κατά πόσο αντιμετώπιζε οποιαδήποτε δυσκολία στις κινήσεις του ή κατά την οδήγηση, συνεπεία των τραυματισμών του. Συνεπώς η μαρτυρία του εν σχέση με τα όσα εξήγησε και αφορούν το τεκμήριο 8 γίνονται αποδεκτά εφόσον προκύπτουν από ιατρική εξέταση στην οποία υπεβλήθηκε ο ενάγοντας από τον μάρτυρα. Εις ότι αφορά τις γενικές τοποθετήσεις του οι οποίες δεν προκύπτουν από εξέταση του ενάγοντα, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο ατύχημα και τις συνέπειες αυτού: 1) Την 5.8.10 ο ενάγοντας οδηγούσε το φορτηγό όχημά του με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ22 επί του δρόμου από το χωριό Επισκοπή Λεμεσού με κατεύθυνση προς το δρόμο Μ
  8. Στην αντίθετη κατεύθυνση, ο εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ Χ09 τύπου Skip Loader. 2) Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μετά από μια στροφή προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα, επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο σημείο Χ επί του σχεδίου του τεκμηρίου
  9. Το σημείο Χ βρίσκεται 30 εκ εντός της πορείας του εναγόμενου. 3) Ο εν λόγω δρόμος είναι στενός με στροφές και όπως αντιλαμβάνονται οι δυο οδηγοί απαιτείται προσεκτική οδήγηση σε αυτόν. Αμφότεροι οδηγοί είχαν ορατότητα του δρόμου προς την αντίθεση κατεύθυνση. Ο ενάγοντας είδε τον εναγόμενο περίπου 53μ προηγουμένως και ο εναγόμενος 60-70μ προηγουμένως. 4) Πριν τη σύγκρουση στο σημείο όπου ο δρόμος έχει πλάτος 5,30μ, οι δεξιοί τροχοί του φορτηγού του ενάγοντα βρίσκονταν περί το μισό μέτρο στην πορεία του εναγόμενου. Ο ενάγοντας όταν αντιλήφθηκε τον εναγόμενο πάτησε φρένα και οι τροχοί του κλείδωσαν. 5) Ο ενάγοντας πριν τη σύγκρουση και κατά την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης οδηγούσε με ταχύτητα 84,7μ 6) Ο εναγόμενος όταν είδε τον ενάγοντα, αντιλαμβανόμενος τη στενότητα του δρόμου, σταμάτησε στην πορεία του, στην άκρη του δρόμου, για να χωρέσει και τον ενάγοντα. Το πλάτος του δρόμου, στο 5,30μ και στο 5,80μ, ήταν αρκετό για να περάσουν και τα δυο οχήματα το πλάτος των οποίων ήταν 2,40μ (του εναγόμενου) και 2,50μ (του ενάγοντα). 7) Ο εναγόμενος δεν χρησιμοποίησε το παγκέτο λόγω του ότι υπήρχε χώρος να περάσουν και οι δυο, εφόσον δεν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να εισέρχεται προς προς την πορεία του. 8) Η ταχύτητα του εναγόμενου κατά το χρόνο σύγκρουσης ήταν μηδαμινή ή μηδενική. 9) Ο ενάγοντας μετά τη στροφή πατώντας τα φρένα του διένησε απόσταση 22,90μ, σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης και κατάληξε στη λωρίδα του εναγόμενου όπου και κτύπησε το όχημα του εναγόμενου στα 30εκ εντός της πορείας του εναγόμενου, με τη δεξιά μπροστινή του πλευρά. 10) Το φορτηγό του ενάγοντα ακινητοποιήθηκε με τη σύγκρουση. Η πορεία που θα ακολουθούσε εάν δεν γινόταν η σύγκρουση θα έβγαζε τον ενάγοντα εκτός δρόμου προς την πλευρά του εναγόμενου. 11) Με τη σύγκρουση το όχημα του εναγόμενου σπρώχθηκε προς τα πίσω 3,70μ. 12) Για το επίδικο ατύχημα ο ενάγοντας κατηγορήθηκε και κατόπιν δικής του παραδοχής του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. 13) Οι ζημιές στο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος πληρώθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα. 14) Συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες ως καταγράφονται στο τεκμήριο
  10. Έλαβε αναρρωτική άδεια από 5.8.10 μέχρι 23.11.
  11. Υπέστη επίσης ειδικές ζημιές ως καταγράφονται στην παρ. 7Α,Β, Δ -- Ζ του τεκμηρίου Α ως έχουν δηλωθεί παραδεκτές και η ζημιά στο όχημα του δηλώθηκε ως παραδεκτή για το ποσό των €11.500.- Η απόδειξη της αμέλειας είναι θέμα γεγονότων και κρίνεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην σελίδα 484 αναφέρονται τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979), 1 C.L.R., 215)." Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού [βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387], o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση ΕΤΑΙΡΕΙΑ GP MICHAELIDES SONS (ESTATES) LTD ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ GP MICHAELIDES ESTATES LTD ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ M S CLIMATHERM MECHANICAL LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A156, Πολιτική Έφεση Αρ. 467/2011, 3/4/2018, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο της αξιολόγησης είναι κατά πόσο η εκδοχή ενός ενάγοντα ιδωμένη και εξεταζόμενη στη βάση ενός αντικειμενικού επιπέδου πιθανότητας είναι πιο αληθής παρά όχι και όχι κατά πόσο η εκδοχή αυτή είναι πιο πιθανή από του εναγομένου, (Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. Zoo Restaurant Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A554, Πολ. Έφ. αρ. 447/2011, ημερ. 15.12.2016). Αυτό σημαίνει ότι όπου η εκδοχή του ενάγοντα προκύπτει να είναι αληθής, τότε μετατοπίζεται το βάρος στον εναγόμενο για να στηρίξει τη δική του εκδοχή έναντι αυτής του αντιδίκου του.» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ποια ήταν η αποδιδόμενη στον εναγόμενο αμελής οδική συμπεριφορά έχοντας παράλληλα κατά νου τα όσα αποδίδει στον εναγόμενο ο ενάγοντας με το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι θα ήταν αδύνατο, υπό το φως των αντικρουόμενων και αυτοαναιρούμενων εκδοχών του ενάγοντα, να μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η όποια αμέλεια από μέρους του εναγόμενου, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να έχει αποτύχει να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι αληθής. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο υπήρχε λόγος ο εναγόμενος να είχε χρησιμοποιήσει το παγκέτο το οποίο υπήρχε στην πορεία του. Ο εναγόμενος όμως, και προς τούτο έγινε αποδεκτή η θέση του, αντιλαμβανόμενος τον ενάγοντα να έρχεται με ταχύτητα από την στροφή και γνωρίζοντας ότι ο δρόμος είναι στενός, σταμάτησε εντός της κανονικής του πορείας αναμένοντας έτσι να περάσει ο ενάγοντας, εφόσον σύμφωνα με το σχέδιο του τεκμηρίου 1, το πλάτος του δρόμου ακόμα και στο πιο στενό του πλάτος των 5,30μ, δεν εμπόδιζε τα δυο οχήματα να περάσουν με ασφάλεια. Η πορεία δε που ακολουθούσε ο ενάγοντας προς τον εναγόμενο δεν θα μπορούσε να ήταν η αναμενόμενη και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η σύγκρουση μετά τη χρήση των φρένων του ενάγοντα έγινε στα 30εκ στην πορεία του εναγόμενου και αυτό φανερώνει ότι δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν ανέμενε τον ενάγοντα να εισέλθει στην πορεία του. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τον ΜΥ4, ο ενάγοντας θα κατέληγε ούτως η άλλως στην πορεία του εναγόμενου, χωρίς να διαφανεί ότι ακόμα και η χρήση του παγκέτου από τον εναγόμενο θα συνιστούσε ενέργεια η οποία θα απέκλειε τη σύγκρουση. Πέραν των πιο πάνω, έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ4 ως προς την μηδαμινή ή μηδενική ταχύτητα του εναγόμενου κατά το χρόνο της σύγκρουσης. Το γεγονός αυτό υποδειλεί ότι ο εναγόμενος σταμάτησε στην πορεία του, λαμβάνοντας έτσι τα μέτρα εκείνα τα οποία θεώρησε επαρκή για να περάσουν τη στροφή και οι δυο οδηγοί με ασφάλεια, εφόσον είχε αντιληφθεί ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Από την άλλη, αν και με τις λεπτομέρειες αμέλειας της έκθεσης απαίτησης αποδίδεται στον εναγόμενο ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε προς τούτο. Όπως έχει αναφερθεί στη Νικολαϊδης κα. v. Kλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422: «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών.» Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, θα συνιστούσε απόδοση υπερβολικού καθήκοντος στον εναγόμενο, ενώ βρισκόταν στην πορεία του κανονικά και σταμάτησε το όχημα του, να αναμένετο από αυτόν να χρησιμοποιήσει το παγκέτο. Ενόψει των όσων αντιλήφθηκε τη δεδομένη στιγμή ο εναγόμενος δεν φαίνεται να ήταν εύλογα προβλεπτό, ακόμα και με την ταχύτητα την οποία οδηγούσε ο ενάγοντας ότι θα εισέρχετο στην πορεία του εναγόμενου, ούτε και κάτι τέτοιο είχε αντιληφθεί ο εναγόμενος. Σύμφωνα πάντα με τη νομολογία, δεν είναι σύνηθες φαινόμενο οι οδηγοί να αποκόπτουν την πορεία άλλων οχημάτων κοντά σε στροφές ούτε εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου μετά τη στροφή (βλ. Κώστα Ξυπτέρα v. Χριστόδουλου Κυπριανού
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1696 ). Προκύπτει από την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, ότι ο εν λόγω δρόμος πρέπει να οδηγείται με προσοχή. Παρά την αντίληψη αυτή του ενάγοντα, φαίνεται από τα γεγονότα τα οποία αποδείχθηκαν ενώπιον μου, ότι τουλάχιστον πριν την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης η ταχύτητα του ήταν 84,7 χλμ, κατά τρόπο που δεν του επέτρεπε να ελέγχει επαρκώς τόσο το φορτηγό όχημα του μεγάλου βάρους όσο και γενικότερα την κίνηση στο δρόμο. Ακόμα όμως και να δεχόμουν ότι η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν μικρότερη, θα πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα της ταχύτητας είναι σχετικό, εφόσον η οδήγηση ακόμα και εντός του επιτρεπόμενου ορίου ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, ήτοι την ύπαρξη της στροφής αλλά και την αναγνώριση από μέρους του ότι ο δρόμος απαιτεί προσεκτική οδήγηση, ακόμα και η οδήγηση εντός του ορίου ταχύτητας να μην ήταν καν η ενδεδειγμένη ταχύτητα, η οποία κρίνεται πάντοτε αναλόγως των ιδιαίτερων περιστατικών μιας υπόθεσης, όπως η μορφολογία του δρόμου, η κίνηση του δρόμου, πιθανά εμπόδια στο δρόμο, ορατότητα κλπ. Η κα Αναξαγόρου, παρέπεμψε στην υπόθεση ΚΩΣΤΗ ΜΑΡΙΝΟΥ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/11, 12/4/2016, στην οποία τέθηκε ως καθήκον και των δυο οδηγών σε κλειστή στροφή να κινηθούν όσο το δυνατό πιο αριστερά. Τα δεδομένα όμως εκείνης της υπόθεσης ήταν διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Σε κείνη την υπόθεση δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από μέρους του εναγόμενου ενώ στην παρούσα υπόθεση έγινε αποδεκτή η θέση του εναγόμενου ότι είχε σταματήσει στην πορεία του, το σημείο σύγκρουσης δεν ήταν στην πορεία του εναγόμενου και σε κείνη την περίπτωση εκλήφθηκε ως δεδομένο η αντικανονική συμπεριφορά του εναγόμενου πριν τη σύγκρουση. Δεδομένα τα οποία δεν υφίστανται στην προκειμένη περίπτωση όπου το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην πορεία του εναγόμενου 30 εκ, ο εναγόμενος υποστήριξε με μαρτυρία την εκδοχή του και κυρίως δεν καταδείχθηκε η όποια αμελής οδηγητική συμπεριφορά του εναγόμενου πριν τη σύγκρουση. Επαναλαμβάνω εδώ, ότι σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του και κτύπησε το φορτηγό του ενάγοντα. Αποτελεί όμως αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι η σύγκρουση επήλθε στην πορεία του εναγόμενου καθώς επίσης στην κατάθεση του ο ενάγοντας τεκμήριο 2, ανέφερε ότι ο ίδιος του κτύπησε τον εναγόμενο και όχι το αντίθετο ως υποστήριξε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος, γενικότερα, όφειλε να κάνει λογική χρήση του δρόμου και το έπραξε εφόσον βρισκόταν εντός της πορείας του. Αδιαμφησβήτητα είχε κάθε δικαίωμα να οδηγεί και να βρίσκεται εντός της πορείας του, ούτε θα μπορούσε να αναμένετο από αυτόν να προβεί σε άλλη ενέργεια εφόσον κατά τον ίδιο είδε τον ενάγοντα και σταμάτησε το όχημα του παραμένοντας στη λωρίδα του, δεν ήταν όμως αναμενόμενο ότι ο ενάγοντας θα εισέλθει στην πορεία του ή δεν θα έστριβε κανονικά τη στροφή. Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η παραδοχή του ενάγοντα στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε για αμελή οδήγηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθέτησαν το εν λόγω αδίκημα και τα οποία παραδέκτηκε ο ενάγοντας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία της παραδοχής του στα πλαίσια της παρούσας και τα πιο πάνω συμπεράσματα μου δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός αυτό. (βλ. Πουρίκκος Χρίστος ν. Βάσου Βασιλείου
(1993)1 ΑΑΔ 256, Μπουκάριος ν. Γιαννακού
(1995)1 ΑΑΔ 131, Χαράλαμπος Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)(Α) 1 ΑΑΔ 310). Όπως επίσης δεν δίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στο γεγονός ότι ο εναγόμενος αποζημιώθηκε από την ασφάλεια του ενάγοντα εφόσον αυτό έγινε για λόγους τους οποίους το Δικαστήριο δεν γνωρίζει ούτε και φαίνεται από τα τεκμήρια 22 και 23 τους λόγους για τους οποίους η ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωσε τον εναγόμενο. Αποτέλεσε μια εκ των εισηγήσεων του ενάγοντα ότι, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του εφόσον κλείδωσαν οι τροχοί μετά το φρενάρισμα, γενεσιουργός όμως αιτία του ατυχήματος ήταν η οδήγηση του εναγόμενου εντός της πορείας του ενάγοντα, γεγονός το οποίο δεν υποστηρίζεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η προγενέστερη οδική συμπεριφορά του ενάγοντα ανάγκασε τον ίδιο να πατήσει τα φρένα του με αποτέλεσμα να καταλήξει στην πορεία του εναγόμενου και να επέλθει η σύγκρουση. Καταλήγω συνεπώς ότι με βάση τα ως άνω ευρήματα μου δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και φροντίδα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα τόσο των ειδικών όσο και των γενικών αποζημιώσεων σε περίπτωση ανατροπής της πιο πάνω απόφασης μου. Εις ότι αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις η πλευρά του εναγόμενου παραδέχεται τις ειδικές ζημιές υπό στοιχεία 7Α, Β και Δ-Η της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα τεκμήριο Α και τη ζημιά του φορτηγού για το ποσό των €11.500. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση επιτυχίας του ενάγοντα το ποσό των €12.235,34σ θα επιδικαζόταν υπέρ του. Εις ότι αφορά το αξιούμενο ποσό για απώλεια ημερομησθίων €9250, όπως προανάφερα η μαρτυρία του ενάγοντα για την απώλεια του ποσού αυτού δεν έγινε αποδεκτή. Παρά του ότι η περίοδος αναρρωτικής άδειας του ενάγοντα δεν αμφισβητείται, δεν τέθηκε ενώπιον μου η μαρτυρία την οποία ανέφερε ο ενάγοντας ότι θα παρουσίαζε προς τεκμηρίωση της αξίωσης του αυτής, από το λογιστή του και στοιχεία από το φόρο με αποτέλεσμα η αξίωση αυτή να μην έχει αποδειχθεί. (βλ. Τιτώνη v. Πηλακούτα Λτδ,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 479) Εις ότι αφορά τις γενικές αποζημιώσεις είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αποτελούν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο που διεκδικεί τις αποζημιώσεις , ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (βλ. Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 και Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v Christofi
(1982)1 CLR 789), ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, υιοθετήθηκε η καθιερωμένη αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων προσφέρουν καθοδήγηση στο βαθμό που είναι συγκριτικές ως αποκαλυπτικές της επικρατούσας τάσης χωρίς να είναι δεσμευτικές. Σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της και βέβαια πρέπει να συνυπολογίζεται η μείωση της αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας τουλάχιστον για την περίοδο για την οποία του συστήθηκε αναρρωτική άδεια, τη δυσκολία που αντιμετώπισε στην αποθεραπεία του με τη βάδιση του αλλά για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα και από την άλλη την πλήρη αποθεραπεία του χωρίς να κριθεί αναγκαία η παρακολούθηση του από ιατρό, ούτε και αποδείχθηκε ότι εξετάστηκε μετά την 5.8.10, δεν νοσηλεύτηκε και χωρίς να έχει καταδειχθεί αναγκαία η λήψη φαρμάκων, πέραν των παυσίπονων αλλά και το ότι το κάταγμα περόνης αριστερού ποδιού, όπως εξηγήθηκε από τον ΜΕ3 αυτό ήταν ρωγμώδες ήτοι μια γραμμή όπως περιέγραψε, κρίνω ότι ο ενάγοντας θα εδικαιούτο γενικές αποζημιώσεις για το ποσό των €6.000 επί πλήρους ευθύνης, το οποίο θεωρώ ότι είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για το τι έχει υποστεί, ενόψει των τραυμάτων του σε διάφορα μέρη του σώματος του. Έχω επίσης μελετήσει τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η πλευρά του ενάγοντα. Perera ν. Αστρα
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1074 , η οποία όμως αφορούσε σοβαρότερα τραύματα και την υπόθεση Κυριάκου ν. Λοϊζίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 414, στην οποία παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα όπως περιορισμός της κίνησης της πρώτης φαλαγγικής αρθρώσεως του δεξιού τετάρτου δακτύλου κατά δέκα μοίρες. Όσον αφορά το θέμα του τόκου, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία από μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί των γενικών αποζημιώσεων, όπως επίσης και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος κατά το ήμισυ μέχρι την ημέρα έκδοσης της απόφασης (βλ. Φοινικαριδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ.475, Miller v Petek
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134). Στην παρούσα υπόθεση το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε την 23.5.11, ήτοι ένα περίπου χρόνο μετά το ατύχημα, χωρίς να δοθεί εξήγηση προς τούτο. Ως εκ τούτου θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ήτοι την 23.5.11 και για τα δυο ποσά. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και εάν ο ενάγοντας πετύχαινε στην αγωγή του, επί πλήρους ευθύνης του εναγομένου θα εδικαιούτο σε απόφαση υπέρ του για το ποσό των €6.000 ως γενικές αποζημιώσεις και ποσό €12.245,34σ ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών από 23.5.11 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω και στη βάση του ότι ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.