ΣΠΥΡΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΜΟΤΟΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3028/2016, 3/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A270 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3028/2016 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΣΠΥΡΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΜΟΤΟΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ XXX Εναγόντων και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγoμένης Ημερομηνία: 3 Μάϊου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: Η κα Χριστοδούλου για ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΦΕΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: Η κα Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό) Οι Αιτητές με τα αιτητικά Α και Β της αίτησης τους αιτούνται ουσιαστικά διάταγμα με το οποίο να απαγορευτεί στους εναγομένους Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης και/ή εκποίησης του υποθηκευμένου ακινήτου της Αιτήτριας 1 με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ. 53/64, Τεμ.6X9, Κοινότητα Μονοβόλικο, Κάτω Πολεμίδια στην Επαρχία Λεμεσού, Τοποθεσία Παλιαλόνα, Είδος ακινήτου- όπως διατείνονται οι Αιτητές- οικόπεδο με ανεγερθείσα διώροφη οικία η οποία αποτελεί το εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας αρ.1 Έκταση 574 τ.μ. δυνάμει της υποθήκης XXX ημερομηνίας 19.06.2001 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με το αιτητικό Γ επιζητείται απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζει τους εναγομένους από το να προβαίνουν σε αλόγιστες, αδικαιολόγητες και παράνομες χρώσεις επί του δανείου των εναγόντων, με ποσά τα οποία προέρχονται εξ εφαρμογής των καταχρηστικών ρητρών. Σημειώνω ότι στο μεταξύ με τη σύμφωνη γνώμη της Καθ' ης η Αίτηση οι Αιτητές καταχώρησαν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να συμπεριληφθεί στα γεγονότα της υπόθεσης και το γεγονός ότι επιδόθηκε στους Αιτητές η Ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» στις 20.03.2019 με την οποία ειδοποιούνταν οι Αιτητές ότι στις 6.05.2019 θα προχωρήσει η διαδικασία πώλησης του ως άνω υποθηκευμένου ακινήτου τους. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, Δ.48, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965), Μέρος VI και VIA ως αυτό έχει τροποποιηθεί τις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στο τραπεζικό κώδικα δεοντολογίας, στη Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4 και 7, Διαταγή 39, 64, , στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18, στη Δ.39, Δ.48 ΘΘ1-9, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ. 6, στα άρθρα 4, 5,7 και 9 , στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 9, 30, στη Συνθήκη της Λισαβόνας, τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άρθρο 6 στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την διακριτική του ευχέρεια, στον ανθρωπισμό και την φυσική δικαιοσύνη. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η κα XXX Σοφοκλέους η οποία δηλώνει διευθύντρια της Αιτήτριας 1 και υπό αυτή την ιδιότητα της όπως και προσωπικά, ως άμεσα εμπλεκόμενο μέρος στη διαδικασία, όπως και δεόντως εξουσιοδοτημένη και από τον Αιτητή
- Η αίτηση αρχικά προωθήθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην άλλη πλευρά λόγω του ότι έκρινε ότι δεν συνέτρεχε ο παράγοντας του κατεπείγοντος, μετατρέποντας έτσι την αίτηση σε δια κλήσεως. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXX Κογκοττής. Με την ένσταση της, η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει δεκαέξι λόγους στην βάση των οποίων θεωρεί ότι η Αίτηση για προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτησης. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960)άρθρα 21, 29-32, 42 και 43, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.32, Δ.35, Δ.39, Δ.48 θθ 1-8, Δ.63 θθ 1 και 2, και Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)άρθρα 5, 21, 27, Μέρος VI, Μέρος VIA 44Α - 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού, στον περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμοί του 2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224 άρθρα, 80 και 81, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα στα άρθρα 23 και 30, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως και στις Αρχές της ίσης Μεταχείρισης των διαδίκων, στις αρχές της επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στην πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία επί του θέματος. Λεπτομερής αναφορά, όπου απαιτείται, σε όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα, προς υποστήριξη των λόγων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης και των λόγων ένστασης, θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Τις μελέτησα με προσοχή όπως και την ικανή επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως και τις νομολογιακές αρχές και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όπως και σε ενδιαφέρουσες καθοδηγητικές, κατά τα άλλα, πρωτόδικες αποφάσεις, οι οποίες καταπιάστηκαν με τα νεοφανή στο νομικό μας σύστημα ζητήματα - ελλείψει ακόμα δεσμευτικής νομολογίας - λόγω αυτών των νομικών ζητημάτων που προκάλεσε η από το 2014 τροποποιηθείσα νομοθεσία (Ν.144(Ι)/2014)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)(Ο Νόμος), με την εισαγωγή σε αυτόν του Μέρους VIA και με τον οποίο καθιερώθηκε και ρυθμίστηκε η διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Από μελέτη των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις προκύπτουν τα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα. Η Αιτήτρια 1 από το 2001 ήταν πελάτης της Καθ' ης η Αίτηση και λάμβανε, κατόπιν αιτημάτων της, πιστωτικές διευκολύνσεις. Από την ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς την εξέλιξη - ιστορικό αυτών των πιστωτικών διευκολύνσεων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν: (α) Κατά την 15.06.2001 κατόπιν αιτήσεως της Αιτήτριας 1, η Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε όπως παραχωρήσει σε αυτήν, μεταξύ άλλων, δάνειο ύψους Λ.Κ.90.000 (€153.774). Επίσης, παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια 1, κατόπιν αιτήματος της, τρεχούμενος λογαριασμός με όριο ως κεφάλαιο κίνησης της εταιρείας. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Αιτήτριας 1, παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια 1, μεταξύ άλλων, η επίδικη υποθήκη για το ποσό των Λ.Κ.115.000 (€196.489) μαζί με σύνθετο τόκο προς 9,25% κυμαινόμενο από 19.06.
- Αντίγραφο της επίδικης Υποθήκης επισυνάφθηκε ως Τεκμ. Β και 2 αντίστοιχα στις ως άνω ένορκες δηλώσεις. Ως ο ενόρκως δηλών για την Καθ' ης η Αίτηση επισήμανε στη ένορκη του δήλωση, χωρίς να αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, η επίδικη Υποθήκη παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια 1 με την ελεύθερη της βούληση, αυτόβουλα και χωρίς πίεση με αντάλλαγμα όπως η Καθ' ης η Αίτηση να συνέχιζε να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις σε αυτήν. Κατά καιρούς, κατόπιν αιτημάτων της Αιτήτριας 1, οι πιστωτικές διευκολύνσεις και οι δοθείσες εξασφαλίσεις διαφοροποιούνταν δυνάμει επιστολών ανειλημμένης υποχρέωσης. Με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας 1/ενυπόθηκο οφειλέτη η επίδικη Υποθήκη συνέχιζε να εξασφαλίζει τις δοθείσες εις την Αιτήτρια 1 πιστωτικές διευκολύνσεις. Κατά το 2005 κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας 1, η Καθ' ης η Αίτηση παραχώρησε νέο δάνειο στην Αιτήτρια 1 ύψους ΛΚ.110.000 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ.29/09/2005 με σκοπό την εξόφληση βραχυπρόθεσμων δανείων εμπορευμάτων αποταμίευσης και για κεφάλαιο κίνησης της εταιρείας. Για τους σκοπούς του συγκεκριμένου δανείου ανοίχθηκε προς όφελος και/ή στο όνομα της Αιτήτριας 1 ο λογαριασμός με αριθμό XXX. Με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας 1, η επίδικη Υποθήκη συνέχισε να εξασφαλίζει και το συγκεκριμένο νέο δάνειο. Αντίγραφο της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.28.09.2005, της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005 καθώς και το πρακτικό της σχετικής συνεδρίας της Αιτήτριας 1 εταιρείας ημερ.29.09.2005 επισυνάφθηκαν ως δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 3) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Κατά το 2010 η Αιτήτρια 1 εταιρεία αιτήθηκε την παραχώρηση νέου δανείου ύψους €355.000 σκοπός του οποίου ήταν η εξόφληση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του δανείου που συνάφθηκε δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 29.09.
- Για τους σκοπούς του συγκεκριμένου δανείου ανοίχθηκε προς όφελος και/ή στο όνομα της Αιτήτριας 1 ο λογαριασμός με αριθμό ΧΧΧ. Με την σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας 1 εταιρείας, η επίδικη Υποθήκη συνέχιζε να εξασφαλίζει το νέο δάνειο που της παραχωρήθηκε. Αντίγραφο της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.11.02.2010, της συμφωνίας δανείου ημερ.16.02.2010 καθώς και το πρακτικό της σχετικής συνεδρίας της Αιτήτριας 1 εταιρείας ημερ.16.02.2010 επισυνάφθηκαν ως δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 4) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή Περαιτέρω, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.03.11.2011 η οποία έγινε εγγράφως αποδεκτή από την Αιτήτρια 1, μέσω των Διευθυντών της των Αιτητών 2 και 3, την 07.11.2011, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε τους Αιτητές ότι ενέκρινε την παραχώρηση νέου δανείου στην Αιτήτρια 1 για το ποσό των €442.
- Το νέο αυτό δάνειο αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην εξόφληση υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Αιτήτριας 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση, συμπεριλαμβανομένου του δανείου ύψους €355.
- Το νέο δάνειο εξασφαλιζόταν, μεταξύ άλλων, από την επίδικη Υποθήκη. Κατ' ακολουθίαν του νέου αυτού δανείου ανοίχθηκε προς όφελος και/ή στο όνομα της Αιτήτριας 1, ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 215-31-129070-
- Αντίγραφο της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.03.11.2011, της συμφωνίας δανείου ημερ. 07.11.2011 καθώς και το πρακτικό της σχετικής συνεδρίας της Αιτήτριας 1 εταιρείας ημερ. 07.11.2011 επισυνάφθηκαν ως δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 5) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Λόγω των παραβάσεων εκ μέρους της Αιτήτριας 1 ουσιωδών όρων της συμφωνίας δανείου ημερ. 07.11.2011 και παράλειψης της να συμμορφωθεί με τις οχλήσεις της Καθ' ης η Αίτησης για αποπληρωμή των καθυστερημένων δόσεων της, κατά τις 21.05.2013 η Καθ' ης η Αίτηση ασκώντας τα εκ των συμφωνιών και του νόμου απορρέοντα δικαιώματα της με επιστολή της προς την Αιτήτρια 1, τερμάτισε την λειτουργία του αναφερόμενου λογαριασμού με αριθμό XXXXX70-05 και απαίτησε πλήρη και τελεία εξόφληση όλων των χρεωστικών υπολοίπων της σε περίοδο επτά ημερών. Επιπλέον, ξεχωριστές επιστολές ίδιας ημερομηνίας (εκ παραδρομής φέρουν ημερομηνία 14.05.2013) αποστάλθηκαν και στους Αιτητές 2 και
- Σχετική είναι η δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 6) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Ο κ. Κογκοττής αναφέρει ότι στο διάστημα που μεσολάβησε, η Καθ' ης η Αίτηση ανέκαθεν ήταν διατεθειμένη και πρόθυμη να συζητήσει με τους Αιτητές τυχόν ευκολίες αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού και πράγματι έγιναν συζητήσεις με σκοπό την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης μεταξύ των μερών. Ως ο ενόρκως δηλών για την Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, όλες οι προσπάθειες για διευθέτηση του οφειλόμενου χρέους της Αιτήτριας 1, ναυάγησαν επιρρίπτοντας την ευθύνη στους Αιτητές καθότι ουδεμία βιώσιμη πρόταση δεν παρουσιάστηκε από αυτούς. Ενδεικτική είναι δε η επιστολή ημερ.01.12.2014 με την οποία η Αιτήτρια 1 εταιρεία ζητούσε περίοδο χάριτος δυο χρόνων για να μπορέσει να πωλήσει το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο και να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό του δανείου με αρ. λογαριασμού 215-31-129070-
- Σχετικό είναι το Τεκμ. 11 στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Η Καθ' ης η Αίτηση παραχώρησε κάποιο χρόνο στους Αιτητές. Όταν όμως μετά από ένα χρόνο οι Αιτητές καμία κίνηση δεν έκαναν για εξόφληση του οφειλόμενου τους ποσού, κατά την 20.01.2016 απέστειλε με συστημένη αλληλογραφία στον κάθε Αιτητή ξεχωριστά, την επιστολή τύπου «Θ» συνοδευόμενη από επιστολή της τράπεζας δια της οποίας τους ενημέρωνε ότι προτίθετο να ξεκινήσει την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για πώληση του ακινήτου που βαρύνεται, μεταξύ άλλων, με την επίδικη Υποθήκη και τους καλούσε όπως προβούν στα δέοντα. Σχετική είναι η δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 7) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Οι Αιτητές και ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά, παρέλειψαν να ανταποκριθούν στο περιεχόμενο των επιστολών ημερ.20.01.2016 και για το λόγο αυτό η Καθ' ης η Αίτηση κατά τις 25.04.2016 αποφάσισε να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 επιδίδοντας με ιδιώτη επιδότη, στον κάθε Αιτητή ξεχωριστά, την ειδοποίηση τύπου «Ι» συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, την ειδοποίηση τύπου «Θ» και σχετική επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση. Η «Ειδοποίηση Τύπου «Ι»» περιλάμβανε όλα τα αναγκαία - προνοούμενα έγγραφα. Κατά τις 16.05.2016 επιδόθηκαν δεόντως όλες οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» στον κάθε Αιτητή ξεχωριστά, ως ο Νόμος προνοεί. Σχετική είναι η δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 8) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Λόγω του ότι οι Αιτητές και ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Τύπου «Ι», η Καθ' ης η Αίτηση κατά την 13.10.2016 επέδωσε δεόντως προς τον κάθε Αιτητή ξεχωριστά την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερ.04.10.2016 με την οποία καθοριζόταν ημερομηνία πλειστηριασμού της επίδικης Υποθήκης την 01.03.
- Επίσης, λόγω του ότι η Αιτήτρια 1 είναι η ενυπόθηκος οφειλέτιδα, κατά την ίδια ημέρα της επιδόθηκε δεόντως μαζί με την Ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερ.04.10.2016 και η ειδοποίηση τύπου «ΙΒ» ημερ.04.10.
- Σχετική είναι η δέσμη εγγράφων (Τεκμ. 9) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. Αποδίδεται από την Καθ' ης η Αίτηση ως αφορμή της καταχώρησης του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στις 21.10.2016 στην επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερ. 04.10.
- Στις 08.12.2016 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Το ζήτημα αυτό και πως αντικρίζεται θα τύχει σχολιασμού στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Στις 11.11.2016 οι Αιτητές καταχώρησαν την αίτηση έφεση με αριθμό 429/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού προσβάλλοντας τις ειδοποιήσεις που τους είχαν επιδοθεί σε σχέση με την διαδικασία εκποίησης της επίδικης Υποθήκης. Η εν λόγω αίτηση έφεση όμως αποσύρθηκε από τους Αιτητές κατά τις 20.12.
- Σε σχέση με τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό που ήταν ορισμένος για τις 01.03.2017 αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι αυτός δεν πραγματοποιήθηκε και ότι η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε ειδοποιήσεις ημερ. 22.02.2017 στους Αιτητές ενημερώνοντας τους για την ακύρωση της ημερομηνίας του προγραμματισμένου πλειστηριασμού (Τεκμ. Ν) στην ένορκη δήλωση των αιτητών. Προκύπτει περαιτέρω ως αναμφισβήτητο γεγονός, κάτι που ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του ο κ. Κογκοττής, ότι μετά από 19 μήνες από την ημερομηνία απόσυρσης της αίτησης έφεσης 429/2016 και εφόσον στο διάστημα αυτό οι Αιτητές δεν προχώρησαν σε καμία πληρωμή έναντι του ενυπόθηκου χρέους ούτε και προσέγγισαν την Καθ' ης η Αίτηση για τυχόν συζήτηση με σκοπό την εξεύρεση λύσης για διευθέτηση του χρέους τους, η Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε να συνεχίσει τη διαδικασία πλειστηριασμού της επίδικης Υποθήκης που ξεκίνησε με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι». Προς το σκοπό αυτό, κατά την 02.10.2018 επιδόθηκε δεόντως στην Αιτήτρια 1 η Ειδοποίηση τύπου «ΙΒ» ημερ. 28.09.2018 (η «Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ»»). Όπως ο κ. Κογκοττής αναφέρει (παρ. 29 της ένορκης του δήλωσης), λόγω του ότι στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ημερ. 04.10.2016 οι τιμές των ακινήτων δυνατό να είχαν μεταβληθεί, η Καθ' ης η Αίτηση επέδωσε εκ νέου την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» με σκοπό να δώσει ξανά τη δυνατότητα στην Αιτήτρια 1 να διορίσει εκτιμητή της επιλογής της για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Σημειώνεται ότι οι Αιτητές μόλις στις 30.10.2018, ήτοι σχεδόν δύο χρόνια μετά την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους. Αυτό το γεγονός, για το τι ενδεχομένως ώθησε αυτούς να καταχωρήσουν το ως άνω δικόγραφο τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δύο ημέρες αργότερα, ήτοι την 01.11.2018, καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, θα τύχει επίσης σχολιασμού στη συνέχεια της απόφασης. Σύμφωνα περαιτέρω με τα γεγονότα, όπως αυτά επεξηγούνται στις ένορκες δηλώσεις, στις 22.03.2019 και στις 21.03.2019 επιδόθηκαν δεόντως μέσω συστημένου ταχυδρομείου στην Αιτήτρια 1 και στους Αιτητές 2 και 3, αντίστοιχα, οι ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» ημερ. 08.03.2019 (η «Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ») και το σχετικό Δελτίο Α. Με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» καθορίστηκε ημερομηνία εκποίησης της επίδικης Υποθήκης στις 06.05.
- Σχετικά είναι τα έγγραφα (Τεκμ. 12) στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Προχωρώ με την ανάλυση των λόγων ένστασης με την οποία θα απαντηθούν και στο σύνολο τους οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν με την αίτηση. Ως λόγος ένστασης 1 προβάλλεται το λανθασμένο ένδικο μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την απαγόρευση/παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση επιδιώκουν με τα αιτητικά «Α» και «Β» την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την διαδικασία πώλησης και/ή εκποίησης της υποθηκευμένης περιουσίας δυνάμει της επίδικης Υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου, η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης δυνατό να παραμεριστεί εφόσον ικανοποιείται τουλάχιστον μια εκ των έξι προϋποθέσεων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου:- «44Γ
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο». Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη καθορίζει με σαφή και εξαντλητικό τρόπο: (α) το ένδικο μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης, (β) το χρονικό περιθώριο εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί και (γ) τις περιστάσεις που μπορούν να το ενεργοποιήσουν. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές, προτού καν τους επιδοθεί η ειδοποίηση για τη σκοπούμενη πώληση και επειδή επιδόθηκε στην Αιτήτρια 1 η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ», προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Παρόλο δε που κατά τις 22.03.2019 και 21.03.2019 επιδόθηκαν στους Αιτητές οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», αυτοί μέχρι και την ημέρα που ακούστηκε η παρούσα αίτηση σε ακροαματική διαδικασία, δεν είχαν προχωρήσει με την καταχώρηση Αίτησης Έφεσης εναντίον της εν λόγω ειδοποίησης. Από την άλλη, επιδίωξαν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης να συμπεριλάβουν ως γεγονός την επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» για να «ενισχύσουν» την Αίτηση τους και τις αξιώσεις τους για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων απαγόρευσης της διαδικασίας εκποίησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Εν προκειμένω, οι Αιτητές επιδιώκουν με την παρούσα Αίτηση την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο ουσιαστικά θα υποκαθιστά τη διαδικασία που προνοεί το ειδικό νομοθέτημα του Ν.9/1965 με σκοπό να πετύχουν παραμερισμό και/ή ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης. Η ύπαρξη όμως του ειδικού νόμου Ν.9/1965που παρέχει και ρυθμίζει τη δυνατότητα παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της Αίτησης Έφεσης να μην μπορεί να υποκατασταθεί από το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (ο Ν.14/1960). Αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Η διαδικασία επομένως εκποίησης ως έχει προγραμματισθεί στην παρούσα περίπτωση, δεν δύναται να ανασταλεί ή/και να απαγορευθεί με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος θα ερχόταν σε σύγκρουση με το Μέρος VIA του Νόμου. Εν προκειμένω, η παρούσα Αίτηση ουσιαστικά εκτοπίζει το ειδικό νομοθέτημα του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, εφόσον σε περίπτωση κατά την οποία εξασφαλιστεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία εκποίησης, δεν υπάρχει πλέον λόγος για καταχώρηση Αίτησης Έφεσης, ενώ, η καταχώρηση μιας τέτοιας Αίτησης Έφεσης θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, εάν οι Αιτητές επιτύχουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η καταχώρηση Αίτησης Έφεσης για να πετύχει, στην ουσία, το ίδιο αποτέλεσμα, δεν έχει κανένα σκοπό. Και δεν είναι δυνατό σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα να αποσκοπούσε ο Νομοθέτης με την θέσπιση του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, πόσο δε μάλλον του αρχικού τροποποιητικού νόμου (Ν.142(Ι)/2014)εφόσον: 1. Εάν ήταν τέτοια η πρόθεση του Νομοθέτη, τότε δεν θα υπήρχε λόγος σύστασης του ειδικού νομοθετήματος που προνοεί για τον παραμερισμό της διαδικασίας εκποίησης με την καταχώρηση Αίτησης Έφεσης εφόσον αυτό επιτυγχάνεται ήδη με την εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/1960. 2. Η θέσπιση του τροποποιητικού νόμου (Ν.142(Ι)/2014), αποτελούσε μνημονιακή υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι θεσπίστηκε ως ένα από τα μέτρα που τέθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την απλούστευση και επίσπευση των διαδικασιών εκποίησης υποθηκών καθώς και τη βελτίωση της λειτουργικότητας του εν λόγω μέτρου ώστε να μπορέσουν οι τράπεζες, των οποίων τα παραχωρηθέντα από αυτές υπερήμερα και απαιτητά δάνεια που εξασφαλίζονται με υποθήκες, να λαμβάνουν όσο το δυνατό γρηγορότερα το λαβείν τους και να αποφευχθεί έτσι ένας νέος κύκλος «κουρέματος καταθέσεων» και/ή κλεισίματος τραπεζών, όπως αυτός του 2013. Δράττομαι της ευκαιρίας να παραθέσω ως απόλυτη σχετική με όσα αναφέρονται πιο πάνω την Αιτιολογική Έκθεση η οποία συνόδευε το σχετικό νομοσχέδιο και η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ.4150, ημερ. 05.11.2014, Έκτο Παράρτημα, Νομοσχέδια (αριθμός δημοσίευσης 225, σελ.1236 έως και 1250):- «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. ...» Η καταχώρηση λοιπόν ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια αγωγής για να εξασφαλιστεί διάταγμα απαγόρευσης της διαδικασίας εκποίησης για να επιτύχει ακολούθως αίτηση έφεση βασιζόμενη στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) που θα επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα, δεν φαίνεται να συνάδει με το σκοπό του νομοθέτη θεσπίζοντας τον ΑΡΧΙΚΌ τροποποιητικό νόμο που εισήγαγε τη δυνατότητα ιδιωτικού πλειστηριασμού ακινήτων. Πέραν του ότι δεν επιτυγχάνεται η επιτάχυνση των διαδικασιών, προκαλούνται περαιτέρω έξοδα με αχρείαστες διαδικασίες που επιδιώκουν κατ' ουσίαν το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Σχετική είναι η Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911: «(α) Σε περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και εκείνο της αναστολής». 3. Σύμφωνα με τα πιο πάνω δεν μπορεί να αποδοθεί στο νομοθέτη η πρόθεση νομιμοποίησης και ενθάρρυνσης της κατάχρησης της διαδικασίας. Θα ήταν παράλληλα και αντίθετο προς τις θεμελιακές ερμηνευτικές αρχές που θέλουν την ερμηνεία των νόμων να συνάδει προς τα συνταγματικά δικαιώματα και το σύστημα δικαίου. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στη σελ.149 του Maxwell on the Interpretation of Statutes (6η έκδοση):- «It is in the last degree improbable that the legislature would overthrow fundamental principles, infringe rights, or depart from the general system of law, without expressing its intention with irresistible clearness.» «It is obvious that the intention which appears to be most in accord convenience reason justice and legal principle, should, in all cases of doubtful significance be presumed to be the true one.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς επίσης και τη γενική ερμηνευτική αρχή ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα "lex specialis derogat legi generali", κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση αντιστρατεύεται το Μέρος VIA του Ν.9/1965 και καταστρατηγεί το σκοπό του ίδιου του Νόμου. Επομένως καταλήγω ότι με το να ζητείται προσωρινό διάταγμα για κάτι το οποίο ο Νόμος προνοεί έγερση έφεσης δεν είναι επιτρεπτό. Το άρθρο 44Γ
(3)(δ) που προνοεί ως προϋπόθεση καταχώρηση έφεσης να «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου» δεν μπορεί να έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εφόσον αυτό έχει καταστεί αδύνατο εφόσον κατά την ημέρα της ακρόασης της παρούσας αίτησης είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η ανατρεπτική προθεσμία των 30 ημερών εντός της οποίας οι Αιτητές δικαιούνταν να καταχωρίσουν αίτηση έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης που τους επιδόθηκαν στις 22.03.2018 και 21.03.2018. Τίποτα όμως διαφορετικό δεν τέθηκε υπόψιν μου. Η διαδικασία πώλησης δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί καθώς η αίτηση έφεση που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου δεν είναι πλέον διαθέσιμη για τους Αιτητές. Με τα ως άνω ως δεδομένα καθίσταται ξεκάθαρο ότι η προσπάθεια των Αιτητών είναι να υποκαταστήσουν και να εξουδετερώσουν το ορθό ένδικο μέσο της έφεσης που ο νομοθέτης έχει καθορίσει ως το μοναδικό διαθέσιμο ένδικο μέσο, κάτι που δεν μπορεί να γίνει επιτρεπτό. Επιπρόσθετα θα έλεγα ότι ούτε και η διάταξη 44Γ
(3)του Νόμου δυνατό να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να επιτρέπει, πριν την καταχώρηση έφεσης, την καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια αγωγής για απαγόρευση του πλειστηριασμού. Παρόμοια ακριβώς είχα αποφασίσει ως ακολούθως στην υπόθεση Ilasa Enterprises Company Ltd (σελ. 29-31) τα οποία υιοθετούνται και για σκοπούς της παρούσας απόφασης ότι δηλαδή: «Η υποπαράγραφος 44Γ
(3)(δ) δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που καθιστά την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ προϋπόθεση για την καταχώρηση έφεσης. Και αυτό γιατί, αν πράγματι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ να καταχωρείται αίτηση για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος που θα απαγορεύει την σκοπούμενη πώληση και στη συνέχεια να καταχωρείται και έφεση για να πετύχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, θα σήμαινε ότι o νομοθέτης επιδιώκει την αύξηση των διαδικασιών σε αντίθεση προς τον σκοπό του Νόμου και παράλληλα επιζητεί την προώθηση παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα νομιμοποιώντας έτσι και ενθαρρύνοντας την κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί ερμηνευτική αρχή ότι ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (βλ. Κωνσταντίνος Κυριακίδης κ.α. v. Μερόπης Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164 ). Επομένως κρίνω ότι οι Αιτητές επιδιώκουν, λανθασμένα μέσω της παρούσας Αίτησης, την απαγόρευση της διαδικασίας εκποίησης του επίδικου ακινήτου και η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα από μέρους των Αιτητών εφόσον αντιστρατεύεται και καταστρατηγεί το Μέρος VIA του Νόμου. Και αυτό καθώς σύμφωνα με τον Νόμο, η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA μπορεί να ακυρωθεί μόνο κατόπιν εμπρόθεσμης αίτησης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου στη βάση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που ειδικά προνοεί ο Νόμος. Κατά συνέπεια η προσπάθεια ακύρωσης της διαδικασίας εκποίησης με εξασφάλιση απαγορευτικών διαταγμάτων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν συνάδει με τα όσα η νομοθεσία ρητά προνοεί. Η Καθ' ης η Αίτηση εισηγείται άνευ βλάβης του πιο πάνω λόγου ένστασης, ως λόγο ένστασης 2 ότι οι Αιτητές 2 και 3 δεν έχουν δικαίωμα και/ή έννομο συμφέρον να ζητούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα με δεδομένο ότι ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει της επίδικης Υποθήκης είναι η Αιτήτρια 1 καθώς η «σύμβαση δανείου ημερ.29.09.2005» ή και οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία συνάφθηκε μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτησης. Οι Αιτητές 2 και 3 αποτελούν μεν διευθυντές της Αιτήτριας 1 εταιρείας πλην όμως, είναι γνωστή η αρχή ότι η εταιρεία και τα άτομα που την ιδρύουν θεωρούνται από το νόμο ως χωριστές νομικές οντότητες, ανεξαρτήτως του απόλυτου ελέγχου που ασκείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα στη εταιρεία. Η εν λόγω αρχή που διατυπώθηκε στην Salomon v. Salomon and Co.
(1897)A.C. 22 είναι δεσμευτική στο Κυπριακό Δίκαιο και ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244 όπου και υιοθετήθηκε. Επομένως συμφωνώ με τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν είναι δυνατόν οι Αιτητές 2 και 3 να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα ζητώντας ουσιαστικά να επέμβουν σε ιδιωτικές συμφωνίες τρίτων, να ζητούν απαγόρευση πώλησης ακινήτου το οποίο δεν τους ανήκει και στο οποίο δεν έχουν συμφέρον και να εμποδίζουν εκτέλεση σύμβασης στην οποία δεν είναι μέρη. Ούτε είναι δυνατό για τους Αιτητές 2 και 3 να ζητούν διάταγμα σε σχέση με δανειακή σύμβαση στην οποία δεν είναι μέρη. Επομένως η παρούσα Αίτηση στο βαθμό που αφορά τους Αιτητές 2 και 3 είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Η έννοια του ¨Ενδιαφερόμενου Μέρους¨ όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις του Μέρους VIA το Νόμου δεν παρέχει μια τέτοια δυνατότητα και επομένως δεν θεραπεύει το λανθασμένο δικονομικά διάβημα. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όπως και το που γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. (Λόγοι Ένστασης 3-9). Οι προϋποθέσεις που θέτει το ως άνω άρθρο θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά σύμφωνα με τη νομολογία μας. Και αυτές είναι:
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Αγωγή.
(2)Να υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην Αγωγή.
(3)Να έχει διαφανεί ότι εκτός εάν δεν εκδοθούν και/ή διατηρηθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει εξεταστεί και ερμηνευτεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1ΑΑΔ 557. Ενδεικτικά παραπέμπω και στις υποθέσεις Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 CLR 38, National Bank of Greece v. Matocia
(1987)1 AAΔ 303, ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 152, A.B.P. Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου κ. ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. MA.ST
(1996)1(B) AAΔ 799. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω) υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. αnd others (ανωτέρω), το θέμα δεν τελειώνει εδώ και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια «συζητήσιμη υπόθεση» (arguable case) με βάση τα καταχωρημένα δικόγραφα. Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κα.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162) Η δεύτερη προϋπόθεση σχετίζεται με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, δηλαδή κάτι πέραν την απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) και συναρτάται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντος. Η προσφερόμενη μαρτυρία όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις έρχεται να θεμελιώσει την αξίωση στην πραγματική της διάσταση και επί των γεγονότων. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Εν προκειμένω, σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, 1809). Στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.,
(1996)1 Α.Α.Δ.253 λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J.,στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Watersand Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law». Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δε θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δε μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση, είναι όταν αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Αιτητή, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M.Ch. Mitsingas Trading Ltd and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα». Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε καταλήγει σε οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που την περιβάλλει (Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 C.L.R. 663). Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται ότι ο ενάγων έχει υποχρέωση απόδειξης των αμφισβητούμενων γεγονότων, η οποία υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκδίκασης ενός συντηρητικού διατάγματος στους ώμους του (Iacovou Brothers v. Fashionwise,
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377). Περαιτέρω, αφού εξεταστεί και ικανοποιηθεί η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων απομένει το ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην υπόθεση Χριστάκη (Κρίς) Ιακωβίδης υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της εταιρείας Liasis Shoeslasts Company Limited (Υπό εκκαθάριση και Διαχείριση) v. 1. Λεωνίδα Κίμωνος υπό την ιδιότητά του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας Liasis Shoeslasts Company Limited (Υπό εκκαθάριση και Διαχείριση) κ.α, Αρ. Αγωγής 4340/2011, Α.Ρ. Λιάτσου Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε), ημερ.26.042012, αναφορικά με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας από το Δικαστήριο λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «.Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "The balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Τέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) ΑΑΔ 788, 795] ...». Μετά την παράθεση των πιο πάνω αρχών όπως αυτές αναδύονται από τη νομολογία μας θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τις εξετάσω συσχετίζοντας τις με τα γεγονότα της υπόθεσης: Η 1η προϋπόθεση: Αυτή εξετάζεται στη βάση του περιεχομένου του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου της Αγωγής, της Έκθεσης Απαιτήσεως και της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Ανατρέχοντας στα γεγονότα της υπόθεσης αυτά φανερώνουν ότι δεν πληρείται ούτε η πρώτη ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος των εν λόγω προϋποθέσεων. Η πιο πάνω αντίληψη μου εδράζεται στα ακόλουθα: Παρατηρώ ότι στα γεγονότα που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως και παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση όπως και οι αξιώσεις που επιδιώκονται αφορούν την «σύμβαση δανείου της 29 Σεπτεμβρίου 2005». Επιπλέον, το γεγονός ότι η αγωγή και οι αξιώσεις των Αιτητών βασίζονται επί της συγκεκριμένης συμφωνίας δανείου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι Αιτητές στην ένορκη τους δήλωση επισυνάπτουν μόνο τη συγκεκριμένη συμφωνία ως τεκμήριο (Τεκμ. Η στην ένορκη δήλωση της κας Σοφοκλέους). Περαιτέρω προκύπτει από την ως άνω ένορκη δήλωση των Αιτητών ότι η μόνη «σχετική» μαρτυρία που παρατίθεται και η οποία ενδεχομένως να υποστηρίζει τις θεραπείες που αξιώνονται μέσω της αγωγής γίνεται στις παραγράφους 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Σχετικά είναι τα ακόλουθα: (α) Προκύπτει ότι οι Αιτητές προβαίνουν σε γενικές και αόριστες θέσεις περί κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς από μέρους της Καθ' ης η Αίτησης χωρίς να παραθέτουν συγκεκριμένα γεγονότα που να επιβεβαιώνουν τις θέσεις τους. Στο Σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), αν και το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό εντούτοις εξηγείται ότι: «αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες». Για το ίδιο ζήτημα στην υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα». (β) Παρόλα αυτά ο κ. Κογκοττής ρητά στην ένορκη του δήλωση αρνείται τις θέσεις των Αιτητών και ειδικότερα αρνείται ότι σε σχέση με την συμφωνία δανείου ημερ. 29.09.2005 η Καθ' ης η Αίτηση φέρθηκε κακόπιστα, ύπουλα, ανέντιμα, καταχρηστικά ή και ότι η συμπεριφορά της συνιστά έκδηλη παραβίαση νομικών υποχρεώσεων της, παράβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας καθώς και εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών και παράνομων πρακτικών. Σύμφωνα με τον κ. Κογκοττή, η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε συμπεριφέρθηκε κακόπιστα, ύπουλα, ανέντιμα, καταχρηστικά απέναντι στην Αιτήτρια 1 ή και στους Αιτητές και ουδέποτε παραβίασε νομικές της υποχρεώσεις, τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005 και ουδέποτε εφάρμοσε καταχρηστικές ρήτρες ή και παράνομες πρακτικές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα ενόρκως δηλώνει, η Καθ' ης η Αίτηση πάντοτε ενεργούσε και ενεργεί σύμφωνα με το Νόμο, τους εκάστοτε κανονισμούς και σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική και ειδικότερα στις σχέσεις της με την Αιτήτρια 1 ή και τους Αιτητές η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε πάντοτε με καλή πίστη, έντιμα, δίκαια, καλόπιστα και με διαφάνεια και με την δέουσα επιμέλεια και/ή επαγγελματισμό που απαιτείται από ένα τραπεζικό οργανισμό και σε καμία περίπτωση δεν εφάρμοσε παράνομες ή καταχρηστικές πρακτικές. (γ) Επιπρόσθετα, σε σχέση με τις θεραπείες που αξιώνουν οι Αιτητές σε σχέση με την επίδικη υποθήκη ή και τις κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις παρατηρείται ότι οι Αιτητές καμία υποστηρικτική μαρτυρία δεν παραθέτουν που να δεικνύουν έστω για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας -τυχόν- πιθανότητες επιτυχίας. Σε σχέση με την δοθείσα υποθήκη είναι φανερό από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 καμία αναφορά δεν γίνεται η οποία να υποστηρίζει τυχόν αξίωση για ακύρωση της. Από την άλλη, ο κ. Κογκοττής ρητά στην παράγραφο 18.1 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι η δοθείσα υποθήκη είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, εγγράφηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ο Νόμος απαιτεί και παραχωρήθηκε με την ελεύθερη βούληση της Αιτήτριας 1. Η θέση του αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Αιτητών. Σε σχέση δε με τις κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις, οι Αιτητές περιορίζονται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της κας Σοφοκλέους να αναφερθούν στις θεραπείες που ζητούν με την αγωγή τους σε σχέση με κατ' ισχυρισμό «ενέργειες των εναγόντων να προχωρήσουν σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου και γενικώς χρεώσεις και επιβαρύνσεις που προέβαιναν οι εναγόμενοι, παρανόμως και κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και ευρωπαϊκών οδηγιών αλλά και τραπεζικών πρακτικών στην Ευρωζώνη.» πέραν των αναφερόμενων, ουδεμία υποστηρικτική μαρτυρία δεν παρατίθεται. Εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία δεν παρατίθεται που να εξηγεί τα ακόλουθα ερωτήματα που θέτει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση τα οποία κρίνω ως εύλογα: (α) Πόσο ήταν το επιτόκιο και σε ποια αύξηση προέβη η Καθ' ης η Αίτηση την οποία δεν δικαιούτο και ήταν παράνομη; (β) Ποιες χρεώσεις και επιβαρύνσεις έγιναν οι οποίες δεν δικαιούτο να γίνουν; (γ) Ποιους όρους της «σύμβασης δανείου ημερ.29.09.2005» παραβίασε η Καθ' ης η Αίτηση; (δ)Ποιες νομοθεσίες, ποιες οδηγίες και ποιες τραπεζικές πρακτικές παραβίασε η Καθ' ης η Αίτηση; (ε) Με ποιο τρόπο και ποιες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτησης προκάλεσαν την κατ' ισχυρισμό παραβίαση των νομοθεσιών, των οδηγιών και των τραπεζικών πρακτικών στην Ευρωζώνη; Προκύπτει επομένως ότι οι Αιτητές παραμένουν στη σφαίρα της λεκτικής διατύπωσης ισχυρισμών οι οποίες δεν υποστηρίζονται από τέτοια γεγονότα που να επιβεβαιώνουν τις θέσεις τους. Από την άλλη, ήταν η θέση της Καθ' ης η Αίτησης, μέσω του κ. Κογκοττή, ότι ουδεμία παράνομη χρέωση ή υπέρ-χρέωση δεν επιβλήθηκε στην Αιτήτρια 1 και ότι όλες οι χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών, ήταν νόμιμες, συμβατικές και οι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου είναι εκτός από ψευδείς, νομικά και πραγματικά αβάσιμοι και είναι αόριστοι. Περαιτέρω, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση η οποία παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση, ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις και επιβαρύνσεις έγιναν ήταν καθόλα νόμιμες και ορθές, σύμφωνες με τους όρους της εκάστοτε συμφωνίας, τους Νόμους και κανονισμούς και σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική και σε καμία περίπτωση δεν ήταν παράνομες. Επιπλέον, αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του κ. Κογκοττή ότι η Αιτήτρια 1 ή και οι Αιτητές ουδέποτε είχαν παραπονεθεί στο παρελθόν για τις χρεώσεις ή και την νομιμότητα των χρεώσεων που γίνονταν επί των λογαριασμών τους. Σε σχέση με την αμφισβήτηση των θέσεων των Αιτητών και της παράλειψης τους να αποσείσουν το βάρος απόδειξης τους σχετική είναι η υπόθεση Ιacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd,
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377, 1380-81 στην οποία αναφέρεται πως: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G. [1989] 1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνάγεται λοιπόν ότι οι θέσεις των Αιτητών δεν είναι ικανές ούτε για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας να αποδείξουν έστω και εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης, ούτε και φανερώνουν τυχόν πιθανότητα επιτυχίας. Οι Αιτητές, παραμένουν στη γενική και αόριστη διατύπωση ότι υπήρξαν παράνομες και/ή αδικαιολόγητες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή μη επιτρεπτές χρεώσεις χωρίς ωστόσο να επεξηγούν ποιες χρεώσεις θεωρούν ότι έγιναν παράνομα, ποιο είναι το ποσό που υπερ-χρεώθηκε παράνομα και συνακόλουθα, ποιο είναι το «πραγματικό» για εκείνους οφειλόμενο ποσό. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι με την Συμπληρωματική Ένορκη των Αιτητών που καταχωρήθηκε στις 12.04.2019 οι Αιτητές παραθέτουν ως Τεκμήριο Β κατάσταση των κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεων από το έτος 2005 μέχρι το έτος
- Ωστόσο, σε σχέση με την συγκεκριμένη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και το Τεκμήριο Β θα πρέπει να επισημάνω ότι σύμφωνα με τη διαδικασία που προηγήθηκε και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Φάκελο του Δικαστηρίου: (α) Στις 28.03.2019 οι Αιτητές καταχώρησαν την αίτηση ημερ. 28.03.2019 με την οποία αξίωναν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 28.03.2019 επισυνάπτετο το δείγμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που είχαν σκοπό να καταχωρήσουν. (β) Στις 04.04.2019, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε στην καταχώρηση της και το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα ημερ. 04.04.
- Συγκεκριμένα δε στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 04.04.2019 το Δικαστήριο σημείωσε ότι «Η ένορκη δήλωση θα είναι ως το δείγμα της Αίτησης Τεκμήριο 1». (γ) Στις 12.04.2019 οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της κας Σοφοκλέους. Είναι δε γεγονός ότι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση των Αιτητών δεν έλαβε τη μορφή του δείγματος της Αίτησης τους σύμφωνα με το «Τεκμήριο 1». Στο δείγμα της Αίτησης δεν περιλαμβάνονταν τεκμήρια. Επομένως σε όσο μέρος της παραβιάζει το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 04.04.2019 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ακόμα όμως και αν λαμβανόταν υπόψη το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, η επισυνημμένη μελέτη που επικαλούνται για διάφορους λόγους δεν είναι ικανή να υποστηρίξει, έστω και για τον απαιτούμενο στην παρούσα διαδικασία βαθμό απόδειξης, τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί παράνομων χρεώσεων. Ενδεικτικά αναφέρω:- (α) Δεν παρουσιάζεται πουθενά η ταυτότητα και τα προσόντα αυτού που έφτιαξε το συγκεκριμένο έγγραφο ώστε αυτό να είναι δυνατό να αποτελέσει μαρτυρία από εμπειρογνώμονα. (β) Δεν γίνεται αντιληπτός ο τρόπος υπολογισμού των ποσών που παρουσιάζονται. (γ) Πουθενά δεν αναφέρεται που βασίζεται ο υπολογισμός του επιτοκίου στο 7%. Ως έχει αναφερθεί δε πιο πάνω, με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας 1 το δάνειο δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005 εξοφλήθηκε και διευθετήθηκε πλήρως και τελικώς με την παραχώρηση σε αυτήν, κατόπιν αιτήματος της, νέου δανείου ύψους €355.000 δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ.16.02.2010 ενώ αυτό το δάνειο είχε εξοφληθεί και διευθετηθεί πλήρως και τελικών με την παραχώρηση, κατόπιν αιτήματος της, νέου δανείου ύψους €442.000 δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 07.11.
- Συνεπώς δεν δικαιολογείται ο υπολογισμός του επιτοκίου με βάσει το συμβατικό επιτόκιο της συμφωνίας δανείου ημερ. 29.09.
- (δ) Δεν επεξηγείται καν γιατί ο υπολογισμός της κατ' ισχυρισμό αναδομημένης κατάστασης αρχίζει από τις «01.01.2005» και με το συγκεκριμένο αναγραφόμενο υπόλοιπο. (ε) Γενικότερα, οι Αιτητές παραλείπουν να εξηγήσουν στην ένορκη τους δήλωση πως προκύπτουν τα συγκεκριμένα ποσά και ειδικότερα πως προκύπτει το ακριβές ποσό των υπερχρεώσεων. Επομένως στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων κρίνω ότι το Τεκμήριο Β στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αιτητών και κυρίως τα αποτελέσματα αυτού δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι οι Αιτητές δεν προσάγουν καμία μαρτυρία για να αποδείξουν, έστω και για τις ανάγκες αυτής της διαδικασίας, τυχόν πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων τους που αφορούν υπερχρεώσεις στους λογαριασμούς τους. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσα να βασιστώ σε αυτή την μαρτυρία και να ικανοποιηθώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η ενδιάμεση απόφαση στην Marios Nicolaou Developers Limited κα. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής 1135/2018, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ.29.08.2018 της κας Στ. Κίζη Α.Ε.Δ. Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε ενδιάμεση αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης και πλειστηριασμού. Κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/1960, το Δικαστήριο συγκεκριμένα ανέφερε τα ακόλουθα: «Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, οι ενάγοντες όχι μόνο δεν προσκόμισαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους πως «ουδέν ποσόν» οφείλουν προς την τράπεζα ή ότι οφείλουν πολύ μικρότερο ποσό από αυτό που η τράπεζα «διεκδικεί» (όπως οι ίδιοι αναφέρουν) μέσω των Ειδοποιήσεων Τύπος «Ι» και «Θ», αλλά ούτε και σε επίπεδο ισχυρισμών, έδωσαν λεπτομέρειες για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Αφ' ης στιγμής είναι παραδεκτό από μέρους τους πως έλαβαν δάνεια από την εναγόμενη, προς εξασφάλιση των οποίων υποθήκευσαν τα επίδικα ακίνητα, αναμενόταν υπό τις περιστάσεις να προσκομίζοντο κάποια αποδεικτικά στοιχεία, όπως εξοφλητική απόδειξη, κάποιο έμβασμα ή άλλη σχετική μαρτυρία. Στην απουσία στοιχείων δεν διαφαίνεται ούτε η δύναμη της υπόθεσης τους, ούτε και εάν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Υπενθυμίζω πως είναι οι ενάγοντες που έχουν το βάρος να αποδείξουν πως ικανοποιούνται οι απαιτούμενος από τον Νόμο, προϋποθέσεις. Συνεπώς ούτε η πρώτη αλλά ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Ούτε και η Τρίτη προϋπόθεση, κατά την κρίση μου ικανοποιείται. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα και πως σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον της, δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τους ενάγοντες. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως σε σχέση με την εν λόγω προϋπόθεση, θα πρέπει να δίνονται στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου». Περαιτέρω πάνω στο ίδιο θέμα στην απόφαση F.K.S. Trading Company Ltd κα. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής 1417/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ.11.09.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα υπό του κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ.: «Όσον αφορά το αιτητικό μέρος της αγωγής για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την συνήγορο της εναγομένης- καθ' ης η αίτηση, ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα τη σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η Αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είναι φανερό ότι οι Αιτητές παραμένουν στη σφαίρα της γενικής λεκτικής διατύπωσης και σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και σίγουρα δεν αποδεικνύεται τυχόν πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής τους. Περαιτέρω των πιο πάνω, στην υπό εξέταση υπόθεση το γεγονός ότι δεν ικανοποιούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 επιβεβαιώνεται και από τα εξής: (α) Από το γεγονός όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση των Αιτητών αλλά και από την Έκθεση Απαιτήσεως τους, η αγωγή στηρίζεται στην «σύμβαση δανείου ημερομηνίας 29.09.2005». Σύμφωνα όμως με τον κ. Κογκοττή, η συγκεκριμένη συμφωνία δανείου έχει εξοφληθεί και έχει διευθετηθεί πλήρως και τελικώς μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτησης, με την ελεύθερη πρωτοβουλία, συναίνεση, συγκατάθεση και συμφωνία της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτησης. Ειδικότερα, ως διαφαίνεται από τα γεγονότα που καταγράφει στην Ένορκη του Δήλωση ο κ. Κογκοττής, χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί από την Αιτήτρια 1 ή και τους Αιτητές, το δάνειο ύψους Λ.Κ.110.000 (€187.946) δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ.29.05.2005 ξοφλήθηκε και ο αντίστοιχος λογαριασμός έκλεισε με την εντολή, την ελεύθερη πρωτοβουλία, συγκατάθεση και συμφωνία της Αιτήτριας 1 κατά τον Φεβρουάριο του 2010 με την παραχώρηση σε αυτήν νέου δανείου ύψους €355.
- Ως ο κ. Κογκοττής ενόρκως δήλωσε και ως διαφαίνεται από τα έγγραφα (Τεκμ. 4), σκοπός του νέου δανείου που παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια το 2010 ήταν εξόφληση των υφιστάμενων δανείων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του δανείου δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 29.09.
- Επιπρόσθετα, κατά το Νοέμβριο του 2011, κατόπιν περαιτέρω αιτήματος της Αιτήτριας 1 παραχωρήθηκε σε αυτήν νέο δάνειο ύψους €442.000 σκοπός του οποίου ήταν ανάμεσα σε άλλα, η εξόφληση του δανείου ύψους €355.000 (βλ. Τεκμ. 5 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Κογκοττή). Συνεπώς, στο βαθμό που η αγωγή αφορά την συμφωνία δανείου ημερ. 29.09.2005 είναι καταχρηστική και η Αιτήτρια 1 ή και οι Αιτητές κωλύονται (estopped) να εγείρουν και να προωθούν αξιώσεις που αφορούν τη συγκεκριμένη συμφωνία λόγω της συμπεριφοράς της Αιτήτριας 1 (estoppel by conduct or estoppel in pais). Και αυτά καθότι η Αιτήτρια 1 ή και οι Αιτητές κωλύονται να αξιώνουν τις αιτούμενες ή και οιεσδήποτε αποζημιώσεις ή και αποζημιώσεις λόγω, κατ' ισχυρισμόν, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αμέλειας και/ή να αξιώνουν αποζημιώσεις για, κατ' ισχυρισμόν, παράβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της προαναφερόμενης συμφωνίας και/ή δηλώσεις του Δικαστηρίου που να αφορούν όρους της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005, ενόψει του ότι η εν λόγω πιστωτική υποχρέωση της Αιτήτριας 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση έχει διευθετηθεί πλήρως και τελικώς μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτησης, με την εντολή, την ελεύθερη πρωτοβουλία, συγκατάθεση και συμφωνία της Αιτήτριας 1 και της Καθ' ης η Αίτησης. (β) Συνεπεία της συμπεριφοράς, των παραστάσεων και δηλώσεων της Αιτήτριας 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση περί πρόθεσης εξόφλησης και διευθέτησης της συμφωνίας δανείου ημερ. 29.09.2005 που η Καθ' ης η Αίτηση έλαβε από την Αιτήτρια 1, προβαίνοντας σε αντίστοιχες ενέργειες οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της νομικής και συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και τη διαφοροποίηση της θέσης της Καθ' ης η Αίτησης έναντι της Αιτήτριας 1 ή και των Αιτητών. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2013)1Α Α.Α.Δ 168 όπου η εφεσείουσα αμφισβήτησε με την έφεση απορριπτική πρωτόδικη απόφαση που εξεδόθη στην αγωγή της με την οποία αξίωνε από την εφεσίβλητη τράπεζα επιστροφή χρηματικού ποσού το οποίο ισχυριζόταν ότι η εφεσίβλητη την είχε χρεώσει παράνομα κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους. Σημειωτέο ότι η εφεσείουσα αφορούσε περίπτωση στην οποία είχε ήδη διευθετηθεί η όλη συμβατική σχέση μεταξύ των μερών, με την εξόφληση του λογαριασμού που περιελάμβανε και τα διεκδικούμενα από την εφεσείουσα ποσά και η οποία κατά το Εφετείο αποτελούσε συνειδητή και ανεπιφύλακτη αποδοχή και εξόφληση της χρέωσης η οποία και έθεσε τέρμα στην συμβατική σχέση μεταξύ των μερών. Το Εφετείο αποφάσισε επί του θέματος ότι στην περίπτωση που είχε ενώπιον του δεν ήταν δυνατό να επιτρεπόταν στην εφεσείουσα να επανέρχεται 5 ολόκληρα χρόνια μετά από την εξόφληση στην οποία προέβη, και να απαιτεί την επιστροφή ποσών ήδη χρεωθέντων και πληρωθέντων. «Η ασφάλεια των συναλλαγών και η βεβαιότητα των πράξεων οι οποίες μάλιστα θέτουν τέρμα σε συμβατική σχέση, θα ανατρέπετο εκ θεμελίων και η όλα ιδέα της οριστικότητας των σχέσεων θα εκθεμελιώνετο». (γ) Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι η αγωγή είναι καταχρηστική επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι Αιτητές προσβάλλουν την συμφωνία δανείου που συνάφθηκε το
- Στην Ένορκη τους Δήλωση ή και στην Έκθεση Απαιτήσεως, όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω, παραλείπουν να αναφέρουν ότι η Αιτήτρια 1, σε μεταγενέστερο χρόνο συνήψε δύο, τουλάχιστον ακόμη, συμφωνίες δανείου με την Καθ' ης η Αίτηση. Εάν πράγματι η συγκεκριμένη συμφωνία συνάφθηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή και δόλου από μέρους της Καθ' ης η Αίτησης, τίθεται το ερώτημα γιατί η Αιτήτρια 1 συνέχισε να λαμβάνει πιστωτικές διευκολύνσεις από την Καθ' ης η Αίτηση μέχρι και το
- (δ) Επιπρόσθετα και σε σχέση με το αιτητικό Γ της αίτησης ειδικότερα δεν έχει τεθεί το νομικό υπόβαθρο που να δίδει στο Δικαστήριο τέτοια δικαιοδοσία, δεν έχει προσαχθεί ούτε και το πραγματικό υπόβαθρο που θα δικαιολογούσε την έκδοση του. Εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί ούτε καν εκ πρώτης όψεως ότι η Καθ' ης η Αίτηση προβαίνει σε αλόγιστες ή και αδικαιολόγητες ενέργειες ή και παράνομες χρεώσεις ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα που να την παρεμποδίζει από το να ενεργεί με αυτό τον τρόπο. Επομένως ούτε και ως προς το αιτητικό Γ συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις. Εξετάζοντας τις αξιώσεις των Αιτητών στην Έκθεση Απαιτήσεως τους διαπιστώνω ότι καμία προοπτική επιτυχίας των αξιώσεων των Αιτητών αποκαλύπτεται. Συγκεκριμένα: (α) Με τις αξιώσεις 1, 2, 3, 4 και 5 οι Αιτητές αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005 και/ή του δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX70-05 και/ή άλλου αριθμού προγενέστερου και/ή μεταγενέστερου και/ή συμφωνίας μεταγενέστερης συναφθέν και/ή παραχωρηθέν από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια 1 για το ποσό των Λ.Κ.100.000 καθότι αυτή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης, απάτης, απειλής, ψευδών παραστάσεων, ψυχικών πιέσεων, παροτρύνσεων, συνεπεία του ότι η Καθ' ης η Αίτηση ήταν σε θέση ισχύος, σε δεσπόζουσα θέση, συνεπεία αμέλειας της, παράβασης καθήκοντος επιμέλειας, κατά παράβαση υποχρέωσης της να δώσει συμβουλές στην Αιτήτρια 1, λόγω εξουδετέρωσης της ελεύθερης της βούλησης, επηρεάζοντας την δικαιοπρακτική της βούληση, λόγω παράνομης καταχρηστικής συμπεριφοράς, συνεπεία παράβασης συναλλαγματικής πρακτικής, ηθών, της νομοθεσίας, των ευρωπαϊκών οδηγιών, των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας κ.ο.κ. Προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση των Αιτητών ότι οι Αιτητές ουδεμία μαρτυρία προσκομίζουν που να στοιχειοθετεί τις εν λόγω αξιώσεις. Τουναντίον ως προκύπτει από τα πιο πάνω η συμφωνία ημερ.29.09.2005 για το ποσό των Λ.Κ.100.000 δεν υφίσταται πλέον εφόσον το δάνειο που παραχωρήθηκε δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας έχει εξοφληθεί με την παραχώρηση νέου δανείου ύψους €355.000 δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ.16.02.2010 το οποίο επίσης εξοφλήθηκε με την παραχώρηση του δανείου ύψους €442.000 δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 07.11.
- Εφόσον λοιπόν το δάνειο δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας έχει εξοφληθεί και διευθετηθεί πλήρως και τελικώς μεταξύ των μερών, δεν υπάρχει ίχνος πιθανότητας επιτυχίας των σχετικών αξιώσεων. Σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οι Αιτητές πράγματι αξιώνουν την ακύρωση και των μεταγενέστερων συμφωνιών και ειδικότερα της συμφωνίας ημερ.07.11.2011 η οποία είναι η μόνη που υφίσταται σήμερα, είναι φανερό ότι καμία αναφορά δεν γίνεται για αυτή τη συμφωνία ή και τις συνθήκες παραχώρησης της στην ένορκη δήλωση των Αιτητών, συνεπώς ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει τυχόν αξίωση για ακύρωση της. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που οι Αιτητές εν τέλει πετύχουν στις αξιώσεις τους για ακύρωση της αναφερόμενης συμφωνίας δανείου ή και των μεταγενέστερων συμφωνιών, είτε διότι οι συμφωνίες αποδειχθούν εξ υπαρχής άκυρες ή ακυρώσιμες, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 είχε λάβει από την Καθ' ης η Αίτηση το ποσό του δανείου που συνάφθηκε το 2005 (και δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια ότι πράγματι σύναψε τις μεταγενέστερες συμφωνίες και ότι έλαβε εκείνα τα ποσά που αναφέρει ο κ. Κογκοττής) και οι Αιτητές αποδέχονται, τουλάχιστον, το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να χρεώνει τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις με το συμβατικό τους επιτόκιο (βλ. αξίωση 14 στην Έκθεση Απαίτησης). Όμως οι σχετικές διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου προνοούν ότι συμβαλλόμενος που έχει προσποριστεί όφελος από τον άλλο συμβαλλόμενο είτε δυνάμει ακυρώσιμης σύμβασης είτε δυνάμει άκυρης σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό: «Συνέπειες υπαναχώρησης από ακυρώσιμη σύμβαση
- Αν ο συμβαλλόμενος κατ' εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση, Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλο συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Υποχρέωση οφειλέτη από άκυρη συμφωνία ή σύμβαση
- Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό». (β) Με την αξίωση 6, ζητείται απόφαση ή και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οποιεσδήποτε ενέργειες της Καθ' ης η Αίτησης για αύξηση του επιτοκίου και/ή χρέωση τόκων, τόκων υπερημερίας, αυξήσεις, επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις έγιναν παράτυπα, παράνομα, είναι άκυρες, καταχρηστικές παράνομες κ.τ.λ. Επομένως και χωρίς προς τούτο να έχουν προσκομίσει σχετική μαρτυρία οι Αιτητές παραμένουν στη σφαίρα της λεκτικής διατύπωσης και δεν παρουσιάζουν, μέσω της ένορκης τους δήλωσης, τυχόν στοιχεία που να δεικνύουν, έστω, οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των σχετικών αξιώσεων τους. (γ) Με την αξίωση 7 ζητείται απόφαση ή και δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο οποιοσδήποτε τερματισμός του λογαριασμού με αριθμό XXXXX70-05 είναι άκυρος ή και παράνομος χωρίς όμως να παραθέτουν οποιανδήποτε λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση τους η οποία να τεκμηριώνει έστω και εκ πρώτης όψεως την εν λόγω αξίωση. (δ) Με την θεραπεία 8 ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αξιώνεται η ακύρωση της ισχύος του ομολόγου επιβάρυνσης ημερ.15.06.
- Παρατηρώ όμως και πάλι ότι καμία αναφορά για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών ώστε να φανερώνεται έστω πιθανότητα επιτυχίας της συγκεκριμένης αξίωσης. (ε) Με την αξίωση 9 ζητούνται τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία κατ' ισχυρισμό καταδολιευτικής συμπεριφοράς από μέρους της Καθ' ης η Αίτησης κατά την συμβατικής της σχέση με τους Αιτητές συνεπεία ψευδών παραστάσεων, παραπλανητικών παραστάσεων, αναληθών δηλώσεων, πράξεων, για εκμετάλλευση θέσης ισχύος κ.ο.κ. Παρόμοια με τις ως άνω αξιώσεις, πρώτον δεν αποδεικνύονται οι θέσεις των Αιτητών περί ψευδών παραστάσεων, παραπλανητικών παραστάσεων, αναληθών δηλώσεων, πράξεων, για εκμετάλλευση θέσης ισχύος και συνακόλουθα δεν αποκαλύπτεται τυχόν ζημιά που να έχει επισυμβεί στους Αιτητές ώστε να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της σχετικής αξίωσης τους και ειδικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. (στ) Με τις αξιώσεις 10, 11, 12 οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή παραπλανητικών και/ή ανυπόστατων πληροφοριών και ή παράλειψης εξήγησης όρων, λόγω αμέλειας και/ή για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και/ή λόγω παράνομης και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης συμπεριφοράς και/ή συνεπεία παραλείψεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων κ.ο.κ.. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους περί ψευδών παραστάσεων και/ή παραπλανητικών και/ή ανυπόστατων πληροφοριών και ή παράλειψης εξήγησης όρων, λόγω αμέλειας και/ή για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και/ή λόγω παράνομης και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης συμπεριφοράς και/ή συνεπεία παραλείψεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από μέρους της Καθ' ης η Αίτησης. Έχει δε, λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος.(βλ.RD Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westmister Bank Ltd a.o.[1877]All E.R.62, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215). Στην προκειμένη κανένα τέτοιο στοιχείο δεν παρατίθεται. (ζ) Με την αξίωση 13 οι Αιτητές αξιώνουν την ακύρωση όλων των συνδεδεμένων και/ή παρεπόμενων και/ή εξαρτημένων και/ή άλλων συμφωνιών και εγγράφων είτε αφορούν υποθήκες είτε εγγυήσεις ή και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τυχόν εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν και λόγους για τους οποίους αυτές να πρέπει να ακυρωθούν ούτε καν λόγοι για τους οποίους συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας της σχετικής αξίωσης των Αιτητών. (η) Σε σχέση με τις αξιώσεις 16, 17, 18, 19, 24, 25, 26, 27 δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση τους και εν πάση περιπτώσει, είναι τόσο αόριστες που καμία πιθανότητα επιτυχίας δεν έχουν. (θ) Οι αξιώσεις 14, 15, 20, 21, 22 και 23 αφορούν στην ουσία την αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού της Αιτήτριας 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση και ειδικότερα τη θέση των Αιτητών ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από ή και ότι δεν υπάρχει καν οφειλόμενο. Δεν παύουν όμως να παραμένουν στη γενική και αόριστη διατύπωση ότι υπήρξαν παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή μη επιτρεπτές χρεώσεις και χωρίς επεξήγηση ποιες χρεώσεις θεωρούν ότι έγιναν παράνομα, και πως κατέληξαν στο ποσό που είναι για εκείνους το «πραγματικό» οφειλόμενο ποσό. Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης υπερχρεώσεων και ότι το ποσό των υπερχρεώσεων είναι αυτό που καταλήγει το Τεκμήριο Β της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δεν αναιρεί την οφειλή της Αιτήτριας 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση πλην του ποσού που η ίδια υποστηρίζει ότι αποτελεί υπερχρεώσεις. Συνεπώς, ακόμη και αν η μαρτυρία των Αιτητών σε σχέση με το ύψος των ποσών που οφείλουν μπορούσε να κριθεί ικανοποιητική για να θεμελιώσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, το καλύτερο που θα μπορούσαν να πετύχουν οι Αιτητές με τις αξιώσεις τους θα ήταν να επιδικαστεί εναντίον τους το ποσό που και οι ίδιοι παραδέχονται ότι οφείλουν (εφόσον θα έχουν αφαιρεθεί οι υπερχρεώσεις). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το γεγονός ότι δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση αλλά ούτε και πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής των Αιτητών καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι Αιτητές και/ή η Αιτήτρια 1 κωλύεται (estopped) να αμφισβητεί τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ.29.05.2005 καθώς και κάθε μεταγενέστερης συμφωνίας δανείου εφόσον αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση της Καθ' ης η Αίτησης ότι κάθε συμφωνία που συναπτόταν μεταξύ των μερών, αυτή συναπτόταν με την ελεύθερη βούληση της Αιτήτριας 1, κατόπιν δικών της αιτημάτων και η Αιτήτρια 1 υπέγραψε και αποδέχτηκε το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών. Τα όσα εκ των υστέρων υποστηρίζει έρχονται σε αντίθεση με τους ρητά συμφωνηθέντες όρους (estoppel by deed) και έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με ό,τι ρητά και κατηγορηματικά έχει εγγράφως αποδεχτεί. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Λευκωσία 2004 HIPPASUS Publishing, σελ. 936: «Το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα, θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι μια σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο επιβάλλεται να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και άρα μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας (Χ'' Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, ΠΕ 38/09, ημ. 22.5.2012, Gallie v. Lee and Another
(1969)1 All ER 1062, Baker v Dewey
(1823)1 B&C 704)». Στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, εις απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο ένας διάδικος δεσμεύεται από το έγγραφο το οποίο υπέγραψε, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ « ....a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e to prove,that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary». Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Σημειώνεται δε ότι στην περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, ο διάδικος που επικαλείται την εφαρμογή κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγραφα πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ότι σχετικό έγγραφο έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη (Ορφανίδου v. Ορφανίδη,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1889). Στην παρούσα υπόθεση τα έγγραφα των Τεκμ. 3, 4 και 5 επιβεβαιώνουν ότι η Αιτήτρια 1 με την σφραγίδα της και με την υπογραφή των αξιωματούχων της των εναγόντων 2 και 3 αποδέχθηκε όλους τους όρους των επίδικων συμφωνιών και συνεπώς οι όροι τους έχουν καταστεί συμβατικοί και δεσμευτικοί μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια 1 να κωλύεται και/ή παρεμποδίζεται από το να τους αμφισβητεί (estoppel by deed). Καταλήγω ότι αφ' ενός δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι Αιτητές δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην Αγωγή τους λόγω του ότι δεν έχει καταδειχθεί με οποιανδήποτε μαρτυρία ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν ενεργούσε και ενεργεί με καλή πίστη, έντιμα, δίκαια, καλόπιστα, με διαφάνεια και με τη δέουσα επιμέλεια και επαγγελματισμό που απαιτείται από έναν τραπεζικό οργανισμό στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας, των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και των όρων των σχετικών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες υπεγράφησαν από τα μέρη με την ελεύθερη βούλησή τους και αυτό γίνεται παραδεκτό και από την άλλη πλευρά. Η Καθ' ης η Αίτηση εξάσκησε το δικαίωμα της για εκποίηση της επίδικης Υποθήκης με βάση το δικαίωμα που της δίδει ο Νόμος. Ειδικά ως προς την προωθούμενη διαδικασία του πλειστηριασμού, η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε καθόλα νόμιμα προχωρώντας με την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA το Νόμου ως το νόμιμο δικαίωμα της. Αφ' ετέρου, η Αιτήτρια 1 είναι αυτή που παραβίασε τους όρους των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, αφού παρέλειψε και αρνήθηκε να καταβάλλει τις δόσεις της με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού με αριθμό XXXXX70-05 στις 21.05.2013 και να καταστήσει ολόκληρο το χρέος άμεσα πληρωτέο και απαιτητό (Σχετικά είναι τα έγγραφα του Τεκμ. 6 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Κογκοττή). Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 δεν ικανοποιούνται με απλούς, γενικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Οι Αιτητές δεν αποσείουν το βάρος που φέρουν με το να ισχυριστούν απλά κάτι. Αν αυτό επιτρεπόταν, τότε ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να προβαίνει σε αόριστους ισχυρισμούς για την εξασφάλιση διαταγμάτων δημιουργώντας έτσι το κίνδυνο κατάχρησης των διαδικασιών από διαδίκους οι οποίοι δεν έχουν πραγματικό και αληθινό σκοπό να προωθήσουν τελικές αξιώσεις εναντίον της άλλης πλευράς και μοναδικός τους σκοπός είναι η εξασφάλιση ενδιάμεσων διαταγμάτων για άσχετους με την προώθηση των αξιώσεων τους σκοπούς. Συνεπώς, η Νομολογία έθεσε ως ασφαλιστική δικλίδα κάποιο ουσιαστικό κριτήριο, ένα κριτήριο με νόημα και αυτό το κριτήριο είναι ότι ο ενάγοντας πρέπει να αποκαλύπτει δια μέσου της ενόρκου δηλώσεως του ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015, ενώ απολύτως σχετική είναι η υπόθεση Κυτάλα (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960». Επομένως καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση με βάση τα δικόγραφα ούτε έχει διαφανεί ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία με βάση τη μαρτυρία που παραθέτουν. Η 3η προϋπόθεση: Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημία την οποία θα υποστούν οι Αιτητές στη περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και ότι οι αξιώσεις των Αιτητών δεν είναι δυνατό να αποτιμηθούν σε χρήμα. Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των Αιτητών και της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης των Αιτητών, βάση της πιο πάνω αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμό ύπαρξη παράνομων επιπρόσθετων χρεώσεων και/ή τόκων στο οφειλόμενο ποσό της Αιτήτριας 1. Έχοντας κατά νου αυτό, κρίνω ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους και αποδειχθεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων τότε η ζημιά η οποία θα υποστούν είναι καθαρά χρηματική, εύκολα υπολογίσιμη και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων, γεγονός που οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η όποια ζημιά ήθελαν υποστεί οι Αιτητές σε περίπτωση που πετύχουν στην Αγωγή τους θα μπορεί εύκολα να υπολογιστεί και να αποζημιωθούν με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων. Ακόμη και η αναφορά των Αιτητών στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ότι αποτάθηκαν σε εταιρεία για τον προσδιορισμό του ακριβές ποσού των υπερχρεώσεων, αποτελεί εμμέσως πλην σαφώς παραδοχή από μέρους των Αιτητών περί ύπαρξης χρέους. Ενώ ως και οι ίδιοι αναφέρουν, η θεραπεία θα είναι η διαγραφή του «ακριβές ποσού των υπερχρεώσεων». Στην περίπτωση δε απόδειξης ύπαρξης υπερχρεώσεων: (α) θα καθοριστεί συγκεκριμένο ποσό ως υπερχρεώσεις και (β) η θεραπεία των Αιτητών θα είναι η διαγραφή αυτού του ποσού (ενώ σε περίπτωση που ήδη πληρώθηκε αυτό το ποσό, η κατάλληλη θεραπεία είναι η επιστροφή του ποσού). Ακόμα όμως και αν οι Αιτητές εν τέλει επιτύχουν στις αξιώσεις τους για ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερ.29.09.2005 ή και οποιασδήποτε μεταγενέστερης συμφωνίας είτε διότι αποδειχθούν εξ' υπαρχής άκυρες ή ακυρώσιμες κατ' εκλογή τους, δεν αμφισβητήθηκε πουθενά ότι η Αιτήτρια έλαβε τα χρήματα του δανείου (ή και των μετέπειτα δανείων) και ότι μέχρι σήμερα υπάρχει οφειλόμενο ποσό έναντι της Καθ' ης η Αίτησης. Ακόμα και στην περίπτωση που οι συμφωνίες κηρυχθούν άκυρες, η Αιτήτρια 1 ή και οι Αιτητές θα υποχρεούνται να αποκαταστήσουν το όφελος που έχουν προσποριστεί. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αναγνωρίζεται και από τους ίδιους τους Αιτητές εφόσον με τις αξιώσεις τους στην Έκθεση Απαιτήσεως ζητούν, μεταξύ άλλων, «ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε τμηματική και/ή σταδιακή και/ή άλλη αποπληρωμή» του ποσού που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι οφείλουν (βλ. αξίωση «22»). Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων των Αιτητών, δεν θα υφίσταται χρέος προς την Καθ' ης η Αίτηση και άρα δεν θα υφίσταται ανάγκη εκτέλεσης των εμπράγματων εξασφαλίσεων της Καθ' ης η Αίτηση και συγκεκριμένα της επίδικης Υποθήκης. Αντιθέτως και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεδειγμένη και αδιαμφισβήτητη παράλειψη των Αιτητών να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, η εκποίηση της επίδικης υποθήκης είναι επιβεβλημένη ώστε να μειωθεί/εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό των Αιτητών προς την Καθ' ης η Αίτηση. Ως εκ τούτου, η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων σε αυτό το στάδιο δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Αιτητών, αλλά θα διασφαλίσει το συνταγματικό και συμβατικό δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να εκτελέσει την εμπράγματη εξασφάλιση της για σκοπούς είσπραξης του λαβείν της. Ακόμα και στην περίπτωση που επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση ή αν οι Αιτητές υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και συνακόλουθα πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα με την διαδικασία εκποίησης, η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να ικανοποιήσει μια τέτοια απόφαση η οποία προφανώς και θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σε σχέση με την περίπτωση πρόκλησης ζημιάς από την μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον αυτά αφορούν ακίνητο, η αξία του ακινήτου σαφέστατα μπορεί να υπολογιστεί και άρα οι Αιτητές μπορούν εύκολα να αποζημιωθούν για οποιαδήποτε ζημιά. Από τα πιο πάνω, διαφαίνεται ότι οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί η Αιτήτρια 1 είναι καθαρά χρηματική και σίγουρα όχι ανεπανόρθωτη. Ως προς την δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών από την Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις σε αυτούς σε περίπτωση επιτυχίας της καταχωρηθείσας Αγωγής, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της παρούσας ενδιάμεσης Αίτησης. Η Καθ' ης η Αίτηση, όντας ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Κύπρο, είναι καθόλα φερέγγυα και δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο. Παραπέμπω στην Hellenic Bank Public Company v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Τα ανωτέρω αναφερόμενα σε συνάρτηση με το ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να αμφισβητούν την φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση ή θετική μαρτυρία από τους Αιτητές η οποία να αμφισβητεί την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση ή να ισχυρίζεται στο ελάχιστον ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει χρηματικά τυχόν απόφαση προς όφελος τους, είναι ουσιαστικός και καθοριστικός παράγοντας ο οποίος από μόνος του θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Ειδικότερα δε, έχει υποστηριχθεί από τον κο. Κογκοττή, χωρίς να αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι καθόλα φερέγγυα και έχει κάθε οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει, εν αντιθέσει με τους Αιτητές οι οποίοι δεν φαίνεται να κατέχουν και δεν αναφέρουν ότι κατέχουν περιουσιακά στοιχεία ικανά να αποζημιώσουν την Καθ' ης η Αίτηση για τις ζημιές που θα υποστεί συνεπεία της έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι ουδεμία ζημιά πρόκειται να επισυμβεί στους Αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα, ειδικά εφόσον πρόκειται για ακίνητο, η αξία του οποίου μπορεί εύκολα να υπολογιστεί. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση R.L.G Georgiades (Holdings) Ltd κα. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής 217/17, Ε.Δ. Λεμεσού, Ενδιάμεση Απόφαση ημερ.20.02.2017 υπό του κ. Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. όπου παρόμοια ως τα υπό κρίση γεγονότα οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδίωκαν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τα οποία επί της ουσίας στόχευαν στην ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε τη δοθείσα μαρτυρία υπό το πρίσμα του άρθρου 32 του Ν.14/1965 και του άρθρου 5 του Κεφ.6 απέρριψε την αίτηση. Ως προς την προϋπόθεση της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία έχουν εφαρμογή και στα υπό κρίση γεγονότα: «Η πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου το οποίο αποτελεί μέρος της Υποθήκης 931/2006 μπορεί να αποστερεί τους Αιτητές από την ακίνητη περιουσία τους αλλά δεν υπάρχει θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, καταλήγω ότι η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 και το άρθρο 5 των σχετικών Νόμων δεν συντρέχουν. Τυχόν επιτυχία τους θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση για τους οποίους δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε το οποίο να τους καθιστά αφερέγγυους.» Παραπέμπω ακόμα και στην ενδιάμεση απόφαση στην υπόθεση Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κα. v. Hellenic Bank Public Company Limited, Αρ. Αγωγής 1885/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ.02.11.2018 της κας Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. η οποία παρόμοια ως εις την υπό κρίση υπόθεση, αφορούσε προσωρινά διατάγματα τα οποία απαγόρευαν την διαδικασία εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1965 το Δικαστήριο ακούγοντας τις θέσεις των μερών σημείωσε τα εξής, τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών ότι τυχόν ακύρωση των Προσωρινών Διαταγμάτων θα καταστήσει άνευ ουσία την παρούσα αγωγή, αφού οι Αιτητές δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η αίτηση. Και τούτο γιατί η ακίνητη περιουσία των Αιτητών 2 και 3 είναι μοναδική και έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γι' αυτούς αλλά και εμπορική αξία για τους Αιτητές, εφόσον εντός των εν λόγω ακινήτων βρίσκονται τα λατομεία των Αιτητών 1 ως και τα εργοστάσια που είναι αναγκαία για την επεξεργασία των λίθων. Εάν προχωρήσει ο πλειστηριασμός, τότε οι Αιτητές θα καταδικαστούν σε παύση των εργασιών τους καθώς το λατομείο είναι η μόνη εργασία τους και πηγή εισοδημάτων. Επομένως σε μεταγενέστερο στάδιο, καμία χρηματική αποζημίωση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση θα είναι αρκετή, διότι οι Αιτητές θα απωλέσουν τα εισοδήματα τους από τη λειτουργία του λατομείου και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι αδύνατο να επαναλειτουργήσει το λατομείο, εφόσον θα χάσει τον κύκλο εργασιών του, καθιστώντας έτσι ανυπολόγιστες τις ζημιές που θα προκληθούν. Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους και αποδειχθεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων επί των επίδικων λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων, τότε η ζημιά η οποία θα υποστούν είναι καθαρά οικονομική, εύκολα υπολογίσιμη και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Σημείωσε περαιτέρω ότι οι Αιτητές δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τη φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτηση, δεν αμφισβήτησαν την οικονομική κατάσταση τους, ούτε και ισχυρίστηκαν ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν χρηματικά, τυχόν απόφαση προς όφελος τους. Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί των Αιτητών ουσιαστικά εστιάζονται σε καταχρηστικές χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες οι ίδιοι έχουν υπολογίσει στο συνολικό ποσό των €767.464,02 και προς τούτο κατέθεσαν και οικονομική μελέτη (τεκμήριο 5). Ως εκ τούτου είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. ... Τονίζεται περαιτέρω, ότι δεν έχουν τεθεί από τους Αιτητές τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους ως και ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι (βλ. Ιπποδρομική Αρχή v Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης v Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1 ΑΑΔ 626). Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς και έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Αιτητές, στην περίπτωση που θα εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους, κάτι που οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο». Περαιτέρω, στην Golden Jubilee Holdings Ltd κα. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής 2137/2018, Ε.Δ. Λεμεσού, ενδιάμεση απόφαση ημερ.05.11.2018 του κ. Η. Γεωργίου Α.Ε.Δ. το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 με παραπομπή στην Hellenic Bank Public Company v. Alpha Panareti Public Ltd (ανωτέρω) εφόσον οι Αιτητές δεν είχαν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των εναγόντων-αιτητών. Περαιτέρω, παρόμοια ως εις την υπό εξέταση περίπτωση, δεν είχε αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις και οι αιτητές ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους θα μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Σύμφωνα με την νομολογία μας αν οι αποζημιώσεις θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντος. Στο σύγγραμμα του David Bean 10η έκδοση, αναφέρονται τα εξής: «If damages. would be an adequate remedy and the defendant would be in a financial position to pay them, no interim injuction should normally be granted, however strong the claimant's claim appeared to be at that stage.» (American Cyanamid at 408B-C) Επιπλέον, στην υπόθεση Ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.ά.,
(2003)1 ΑΑΔ 1729 έγινε αναφορά στην εις την μελέτη του κ. Γ. Κωνσταντίνιδη, Ανώτερου Δικαστού, όπως ήτο τότε , 'Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση Παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων στην Κύπρο που δημοσιεύτηκε στο CORPUS DE JURE CYPRII του Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Τεύχος 1, 1987 σελ. 212 όπου αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Βασικός παράγοντας για την απόφαση αναφορικά με το αν η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή για να διευκολυνθεί η απονομή δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο, στην περίπτωση που θα επιτύγχανε τελικά ο ενάγοντας, θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του η επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για την παρεμπόδιση της ισχυριζόμενης ζημιογόνας συμπεριφοράς του εναγομένου, κάτω από κανονικές συνθήκες, δεν θα είναι απαραίτητη. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων θα μπορεί να κριθεί ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία στις περιπτώσεις που η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς που θα ήταν ενδεχόμενο να υποστεί ο ενάγοντας αν δεν εκδιδόταν το διάταγμα. Αν αυτός ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, στον ίδιο βαθμό θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αιτητές κωλύονται και εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά από την στιγμή που το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Αιτήτριας 1, εις αντάλλαγμα παροχής προς την ίδια πιστωτικών διευκολύνσεων. Εν προκειμένω, η ίσια η Αιτήτρια 1 έδωσε το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δια την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και προς τούτο παραπέμπω στο Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή όπου σύμφωνα με το έγγραφο της Υποθήκης Υ3818/2001, ήταν, μεταξύ άλλων, ρητοί όροι οι εξής: i. Σε πρώτη ζήτηση και/ ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεούται προσωπικά να πληρώσει όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που παραλείψει να το πληρώσει, η Καθ' ης η Αίτηση θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και / ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την Αιτήτρια 1 και να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για την μερική ή ολική εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές είτε αυτές αποτελούν άμεση υποχρέωση είτε προέρχονται από εγγύηση. ii. Η Αιτήτρια 1 κατέστησε την Καθ' ης η Αίτηση ανέκκλητα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και δίδει σε αυτήν πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο για οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό της εξόφλησης των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή και να προβαίνει σε εξάλειψή της. Επιπρόσθετα, ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται να επισυμβεί στους Αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, ενισχύεται από τα ίδια τα λεγόμενα των Αιτητών. Ενδεικτικά μπορούν να υπομνησθούν τα ακόλουθα: (α) Ενώ στην παράγραφο 28 της ένορκης τους δήλωσης οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση δημόσιου πλειστηριασμού η επιχείρηση θα αναγκαστεί να πάψει τις εμπορικές της δραστηριότητες διότι η κατ' ισχυρισμό εμπορική εύνοια και το πελατολόγιο της εταιρείας έχει άμεσα συσχετίσει την επιχείρηση με το συγκεκριμένο υποστατικό που αποτελεί το ενυπόθηκο ακίνητο, εντούτοις, στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης οι Αιτητές αναφέρουν ότι ασκούν δραστηριότητες σε όλες τις πόλεις της Ελεύθερης περιοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1991 μέχρι και σήμερα. (β) Εφόσον ισχυρίζονται ότι η πελατεία τους έχει συσχετιστεί με το συγκεκριμένο υποστατικό στη Λεμεσό, πως γίνεται από το 1991 μέχρι και σήμερα οι Αιτητές να έχουν δραστηριότητες σε όλη την Κύπρο; (γ) Προκύπτει συναφώς ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν συνιστά μοναδικό ή αναντικατάστατο χώρο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της Αιτήτριας 1 και ουδεμία ζημιά θα προκαλέσει ενδεχόμενη πώληση του μέσω της προωθούμενης διαδικασίας εκποίησης. Πέραν των πιο πάνω, κατά την άποψη μου, οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι:- (α) Έχει δημιουργηθεί εμπορική εύνοια. Στην απόφαση Κόσμος Λτδ κ.ά. v. Φυλακτού Λτδ,
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1086, στη σελίδα 1102, ο έντιμος Δικαστής κ. Πογιατζής είπε: «Η επιχείρηση της πώλησης παπουτσιών από τους εφεσείοντες μέσα στο επίδικο κατάστημα για πολλά χρόνια δεν συνεπάγεται αυτόματα τη δημιουργία εμπορικής εύνοιας δυνάμενης να αποτιμηθεί σε κάποιο ποσό, έστω κατά προσέγγιση, το οποίο το Δικαστήριο να μπορεί μόνο του να εκτιμήσει στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με την αξία του. Και αν ακόμα υποθέσουμε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε, με την ενώπιον του μαρτυρία, να προβεί σε εύρημα αναφορικά με την αξία της εμπορικής αυτής εύνοιας και σε περαιτέρω εύρημα ότι οι εφεσείοντες, εγκαταλείποντας το κατάστημα, υφίστανται απώλεια ισάξια με την εύνοια αυτή, η αξίωση των εφεσειόντων θα ήταν και πάλιν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες καρπώθηκαν είτε όλο είτε μέρος του ποσού που αντιπροσωπεύει την απώλεια αυτή. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα επεδίκαζε στους εφεσείοντες ως αποζημιώσεις μόνο το ποσό που καρπώθηκαν οι εφεσίβλητοι ως αποτέλεσμα της αύξησης στην ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου που επήλθε αποκλειστικά από την εμπορική εύνοια που δημιούργησαν οι εφεσείοντες και ακολούθως την απώλεσαν μαζί με την απώλεια της κατοχής του καταστήματος». (β) Περαιτέρω και σε σχέση ακριβώς με τον υπολογισμό αυτής της απώλειας, στην Nicolaides v. Chrysochou,
(1988)1 C.L.R. 687 τονίστηκε η ανάγκη μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου από εμπειρογνώμονα αναφορικά με την εμπορική εύνοια του ενοικιαστή (σελίδα 704). Στην προκειμένη περίπτωση, απουσιάζει παντελώς μαρτυρία εμπειρογνώμονα περί δημιουργία εμπορικής εύνοιας στην συγκεκριμένη επιχείρηση της Αιτήτριας
- (γ) Ακόμη όμως και άν έχει δημιουργηθεί εμπορική εύνοια, κατ' ακολουθίαν των αναφερομένων, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι αυτή συνδέεται με τον χώρο όπου στεγάζεται σήμερα η Αιτήτρια
- (δ) Επιπροσθέτως, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι το κατ' ισχυρισμό πελατολόγιο της Αιτήτριας 1 συνδέεται με το χώρο όπου στεγάζετε. Ακόμα όμως και μια ενδεχόμενη πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου δεν σημαίνει οπωσδήποτε την παύση της λειτουργίας της εμπορικής επιχείρησης της Αιτήτριας
- Η Αιτήτρια 1 δεν έχει προσκομίσει τυχόν μαρτυρία ότι δεν είναι δυνατό να εξεύρει άλλο χώρο για να στεγάσει την επιχείρηση της και δεν προβάλλει τυχόν θέση ότι για το «Χ» λόγο είναι αδύνατο να μετακινηθεί σε άλλο χώρο ή ότι προσπάθησε να βρει άλλο χώρο και αλλά δεν υπάρχει. Συνεπώς, αδυνατώ να αντιληφθώ πως μια ενδεχόμενη αλλαγή στο χώρο όπου στεγάζετε η επιχείρηση της Αιτήτριας 1 επιφέρει την παύση της λειτουργίας της. Επιπλέον, ακόμη και εάν ακόμα η μετακίνηση της επιχείρησης αυτή ενδεχομένως να υποστεί μείωση των κερδών της, δεν έχει προσκομιστεί τυχόν μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, οποιαδήποτε ζημιά επισυμβεί είναι καθαρά χρηματική και μπορεί εύκολα να αποζημιωθεί από την Καθ' ης η Αίτηση. (ε) Επίσης, ενώ οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού θα παύσει η επιχείρηση της Αιτήτριας 1 με δυσμενείς συνέπειες εφόσον θα παύσουν να εισπράττουν, έχει διαφανεί από το Τεκμ. 11 στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ης η Αίτησης ότι η ίδια η Αιτήτρια 1 το 2014 μέσω επιστολής της ανέφερε στην Καθ' ης η Αίτηση την πρόθεση της να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο με σκοπό να εξοφλήσει τα οφειλόμενα της ποσά. Οπότε προκύπτει εύλογα το ερώτημα πώς γίνεται δηλαδή από την μια η Αιτήτρια 1 να υποστηρίζει ότι η επιχείρηση της θα παύσει να υφίσταται αν πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και από την άλλη να επιδιώκει η ίδια να το πωλήσει; (στ) Επιπρόσθετα των πιο πάνω, μετέωρη παρέμεινε η θέση των Αιτητών που για πρώτη φορά προωθήθηκε με την Συμπληρωματική Ένορκη τους Δήλωση, ότι στο ενυπόθηκο κτίριο υπάρχει η κατοικία των Αιτητών 2 και
- Εν προκειμένω, καμία πειστική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από τους Αιτητές που να δεικνύει ότι στο ενυπόθηκο ακίνητο, πέραν του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, βρίσκεται και η κατοικία τους. Οι Αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν για παράδειγμα καταστάσεις λογαριασμών ρεύματος, νερού ή αποδείξεις πληρωμών κοινοτικών φόρων ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο με το οποίο να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό τους ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κατοικία τους. Ούτε και στην Έκθεση Απαιτήσεως προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός. Ο κ. Κογκοττής (παρ.45 της ΕΔ), επισημαίνει προς υποστήριξη του ισχυρισμού της Καθ' ης η Αίτηση ότι το ενυπόθηκο ακίνητο δεν αποτελεί την κατοικία ή και την πρώτη κατοικία των Αιτητών ενισχύεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τα αρχεία της Καθ' ης η Αίτησης, οι Αιτητές 2 και 3 δήλωσαν ως τελευταία γνωστή διεύθυνση τους την διεύθυνση XXXXX 3, XXXXX Λεμεσός και αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις επιστολές τερματισμού όσο και από τις διευθύνσεις που αναφέρουν οι ειδοποιήσεις που τους επιδίδονταν. Η διεύθυνση δε του ενυπόθηκου ακινήτου είναι XXXXX 8, XXXXX, XXXXX, Λεμεσός. Όπως δε αναφέρθηκε στην Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (ανωτέρω) η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του υποκείμενη σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα του κατά πόσο στο ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία των Αιτητών 2 και 3 ή όχι, είναι αναμφισβήτητο ότι η Αιτήτρια 1, εταιρεία στην οποία είναι διευθυντές οι Αιτητές 2 και 3, ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ρητά συμφώνησε όπως με το έγγραφο της υποθήκης, υποθηκεύσει προς την τράπεζα το υποθηκευμένο ακίνητο, μαζί με κάθε τωρινό ή μελλοντικό συστατικό και/ή παράρτημα, προσαύξημα και/ή βελτίωση και/ή τροποποίηση συμπεριλαμβανομένων και οποιωνδήποτε κτιρίων που βρίσκονται ή που θα ανεγερθούν σε αυτά (βλ. όρος 2 της Υποθήκης Υ3818/2001). Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί και την κατοικία των Αιτητών φαίνεται ξεκάθαρα ότι κατά το 2001 που η Αιτήτρια 1, μέσω των συμβούλων της Αιτητές 2 και 3, παραχώρησε την επίδικη υποθήκη, είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι υποθηκεύοντας το συγκεκριμένο ακίνητο, υπήρχε το ενδεχόμενο, σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της πιστωτικής διευκόλυνσης που εξασφαλίζει, να πωληθεί οποιοδήποτε κτίριο υπάρχει σ' αυτό, είτε είναι το γραφείο της εταιρείας είτε είναι η κατοικία των Αιτητών 2 και
- Ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός από την Αιτήτρια 1 ότι το ενυπόθηκο ακίνητο είναι η μόνη της περιουσία ή και ότι δεν μπορούσε να υποθηκεύσει άλλο ακίνητο από το συγκεκριμένο. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει τυχόν μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να έχει η αποξένωση του επίδικου ακινήτου όπως για παράδειγμα μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι τέτοια που δεν τους επιτρέπει να εξεύρουν κατάλληλη εναλλακτική κατοικία ή και χώρο που να διεξάγουν την επιχείρηση τους. Θα αναμενόταν από διάδικο που επιχειρεί να αποδείξει τις δυσμενείς συνέπειες που με βεβαιότητα αναφέρει ότι θα έχει, να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία της οικονομικής του κατάστασης που να υποστηρίζει την πίστη τους. Κάτι που όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει. Σχετική είναι η υπόθεση Caterline Packaging Ltd κα. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής 4157/2013, Ε.Δ. Λεμεσού, ενδιάμεση απόφαση ημερ.19.12.2018 του κ. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ.. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, παρόμοια ως εις την παρούσα, επιδιώκετο μέσω αίτησης για προσωρινό διάταγμα η απαγόρευση στην τράπεζα της εκποίησης της επίδικης υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση, με παραπομπή στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company v. Alpha Panareti Public Ltd (ανωτέρω), απέρριψε την αίτηση επί της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 παρά το γεγονός ότι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελούσε την πρώτη κατοικία δύο εκ των αιτητών. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Το γεγονός ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μοναδική κατοικία του ενάγοντα 3, της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και της οικογένειας τους, δεν είναι ικανά να ικανοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις σε αυτούς στην περίπτωση που εκποιηθεί η επίδικη υποθήκη. Όπως έχει επισημανθεί, η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την πιο πάνω υποθήκη και γνώριζε ότι υφίστατο ο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση που η πρωτοφειλέτης δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Στην παρούσα, οι αιτητές ακόμη και στη περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των αιτητών και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω». Στη βάση των ως άνω καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά δεν πρόκειται να επισυμβεί στους Αιτητές με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, εφόσον αυτό: (α) Δεν αποτελεί την κύρια κατοικία των Αιτητών 2 και 3, (β) ιθανότερο να χρησιμοποιείται από τους Αιτητές για επενδυτικούς σκοπούς και όχι για ως η κατοικία τους, (γ) αποτελεί ακίνητο, η αξία του είναι εύκολα υπολογίσιμη και η Καθ' ης η Αίτηση είναι καθόλα φερέγγυα να αποζημιώσει τους Αιτητές για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε φανεί ότι πάθουν από την πώληση του. Ακόμα όμως και εάν το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελούσε την πρώτη κατοικία των Αιτητών, τίποτα στον Νόμο δεν απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την διαδικασία εκποίησης ως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΑΑ του Νόμου το οποίο τιτλοφορείται ως «Προνομιακό καθεστώς ενυπόθηκου οφειλέτη» στην περίπτωση που το υποθηκευμένο ακίνητο συνιστά πρώτη κατοικία, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του τελευταίου προσφοροδότη ο οποίος υποβάλλει την υψηλότερη προσφορά ώστε ο δημοπράτης προτού επικυρώσει την πώληση στον τελευταίο προσφοροδότη, να αποτείνεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη υποβάλλοντας του το ερώτημα κατά πόσο είναι σε θέση να καταβάλει το τίμημα της τελευταίας προσφοράς εφ' άπαξ και/ή της μετρητοίς ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης να υποκαταστήσει τον τελευταίο προσφοροδότη. Η ακόλουθη περικοπή από την πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση στην Ροτή Νικολάου Κυλίλη ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση-Έφεση 47/19, ΕΔ. Λευκωσίας της κας Στ. Χατζηγιάννη είναι σχετική με την οποία και συμφωνώ και υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας: «Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή ότι εάν επιτραπεί η πώληση του επίδικου ακινήτου στον πλειστηριασμό της 20.2.19, αυτός και τα εξαρτώμενα παιδιά του θα απωλέσουν το ακίνητο και την κατοικία τους και συνεπώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στη συνέχεια επιτυχίας του Αιτητή στην Έφεση του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο, έχει αξία που μπορεί εύκολα να υπολογισθεί και αποτιμηθεί σε χρήμα. Τονίζεται ότι με την Υποθήκη Υ1779/98, ο Αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αυτόβουλα και ανέκκλητα κατέστησε τον ενυπόθηκο δανειστή, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, δίδοντας του την εξουσία να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Ήταν δηλαδή γνωστός στον Αιτητή ο κίνδυνος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (.) Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν έχουν τεθεί από τον Αιτητή τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστεί από το να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση προς όφελος του ως και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι». Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν αποδεικνύεται σε περίπτωση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ενώ σε περίπτωση που επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση ή αν οι Αιτητές υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αυτές θα είναι προφανώς αποτιμημένες σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να τις ικανοποιήσει, κάτι που δεν αμφισβητείται. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι καθόλα φερέγγυα και έχει κάθε οικονομική ικανότητα να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει εν αντιθέσει με τους Αιτητές. Εν προκειμένω, σε καμία περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος τυχόν απόφαση υπέρ των Αιτητών να παραμείνει ανικανοποίητη. Ισοζύγιο της ευχέρειας: Το ισοζύγιο της ευχέρειας σύμφωνα με τη νομολογία μας, υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει εάν διαφανεί ότι η απόφαση του που εκδόθηκε ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (βλ. αγγλική υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Συμφωνώ με την Καθ' ης η Αίτηση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφέστατα κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης καθώς τυχόν επιτυχία της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση, καταστρατηγώντας τον ίδιο τον σκοπό θέσπισης του Νόμου που ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης. Έχω εξηγήσει πιο πάνω τον σκοπό θέσπισης του Νόμου ο οποίος εξηγείται στην αιτιολογική έκθεση του τα οποία έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω. Αυτά σε συνάρτηση με το γεγονός ότι με την επίδικη Υποθήκη η ίδια η Αιτήτρια 1/ενυπόθηκος οφειλέτης, ανέκκλητα κατέστησε την Καθ' ης η Αίτηση/ενυπόθηκο δανειστή, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δίδοντας σε αυτήν πληρεξουσιότητα, ανάμεσα σε άλλα να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο της με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη, φανερώνουν ξεκάθαρα ότι η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων που απαγορεύουν στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου για τουλάχιστον ακόμη 6 χρόνια μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής, καταπατεί κατάφορα τον σκοπό της «υποτιθέμενης» γρήγορης και αποτελεσματικής διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Η πλάστιγγα επομένως κρίνω ότι γέρνει σαφέστατα προς το μέρος της Καθ' ης η Αίτησης για απόρριψη της παρούσας Αίτησης καθότι η ζημιά που προκαλείται σε αυτήν από την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων είναι δυσανάλογη της οικονομικής -και μόνο- ζημιάς που ενδεχομένως να υποστούν οι Αιτητές από την μη έκδοση τους. Ακόμη και στην περίπτωση που η Καθ' ης η Αίτηση ήθελε φανεί υπόλογος για την αποζημίωση των Αιτητών, δεν έχει αμφισβητηθεί η οικονομική της δυνατότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές για οποιοδήποτε ποσό. Επισημαίνουμε δε ότι σε περιπτώσεις όπου η αξίωση είναι χρηματική δεν δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1.Α.Α.Δ. 255). Επαναλαμβάνουμε ακόμη όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με την φερεγγυότητας της Καθ' ης η Αίτηση. Η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος διαφάνηκε από τα πιο πάνω ότι είναι ιδιαίτερα επαχθής για την Καθ' ης η Αίτηση η οποία με νόμιμα μέσα επιδιώκει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου για να εισπράξει το λαβείν της εντός εύλογου χρόνου. Πλέον, ας μη λησμονείται ότι η Καθ' ης η Αίτηση άρχισε την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του Ακινήτου επειδή το χρέος της Αιτήτριας 1 προς αυτήν ξεπερνά τις €722.725,37 πλέον τόκους και το οποίο της οφείλεται τουλάχιστον από το
- (Τεκμ. 12 στην ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή). Προβλήθηκε από τους Αιτητές ότι η μη έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος θα παραβιάσει κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα τους. Όμως κρίνω ότι σύμφωνα με τα ως άνω δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα καθότι είναι η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενα δικαιώματα της και όχι το αντίθετο. Δηλαδή εάν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα αυτό σημαίνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα εμποδίζεται για αρκετά ακόμα χρόνια (μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής) από το να προχωρήσει με την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της και συγκεκριμένα του δικαιώματος της για εκποίηση της επίδικης Υποθήκης η οποία παραχωρήθηκε προς την Καθ' ης η Αίτηση εις αντάλλαγμα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Αιτήτρια
- Επίσης, εάν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα αυτό σημαίνει ότι οι Αιτητές θα εξακολουθούν μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής δηλαδή για περίοδο αρκετών ετών, με βάση τα σημερινά δεδομένα εκδίκασης των υποθέσεων, να επωφελούνται από την μη καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς την Καθ' ης η Αίτηση, ποσά τα οποία εμμέσως πλην σαφώς παραδέχονται ότι οφείλουν. Από την άλλη δε, σε περίπτωση που απορριφθεί η παρούσα Αίτηση και προχωρήσει η Καθ' ης η Αίτηση με την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου τότε, θα είναι προς το συμφέρον των Αιτητών διότι θα μειωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο τους προς την Καθ' ης η Αίτηση. Η τυχόν έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, θα συνεχίζει να παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση, ήτοι της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Εν προκειμένω, η ίδια η σύμβαση της Υποθήκης Υ3818/2001 δίνει το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση που η Αιτήτρια 1 δεν εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων επεμβαίνει και καταργεί τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 07.11.2011 καθώς και της Σύμβασης Υποθήκης τους οποίους τα μέρη, με ελεύθερη βούληση και αυτόβουλα, συμφώνησαν και υπέγραψαν. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η τυχόν έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων περιορίζει και απαλλοτριώνει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση για ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού, το οποίο εξασφαλίζεται με την επίδικη υποθήκη. Επί της ουσίας, τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα παρεμβαίνουν χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 23 του Συντάγματος θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό, στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή στο εμπράγματο δικαίωμα που απόκτησε η Καθ' ης η Αίτηση δια της επίδικης υποθήκης και καταργεί και παραβιάζει αλλά και αποστερεί το εν λόγω δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτησης, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής της ισότητας η οποία διαφυλάσσετε με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Επιπλέον, είναι οφθαλμοφανές ότι η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος καθότι παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προβαίνει στην επιχειρηματική της δραστηριότητα ως τραπεζικός οργανισμός και κυρίως καταργεί και/ή παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων ποσών σύμφωνα με την συμφωνία δανείου ημερ. 07.11.2011 και την επίδικη Υποθήκη και καταργεί το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση στην εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης. Στα πλαίσια της νόμιμης επαγγελματικής/επιχειρηματικής δραστηριότητάς της η Καθ' ης η Αίτηση, παρέχει δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτες της και αναμένει σύμφωνα με τις σχετικές συμφωνίες με τους πελάτες, την αποπληρωμή τους μετά των συμφωνηθέντων τόκων. Η βιωσιμότητα της Καθ' ης η Αίτηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποπληρωμή των παρασχεθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων και με το επίδικο αιτούμενο προσωρινό διάταγμα παρεμποδίζεται η αποπληρωμή των δοθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων και αποστερείτε από την Καθ' ης η Αίτηση το εκ του Νόμου δικαίωμα της για εκποίηση της επίδικης υποθήκης βάσει του Μέρους VIA του Νόμου. Καθίσταται, επομένως φανερόν ότι όχι μόνο οι Αιτητές δεν θα υποστούν ουδεμία ζημιά και εν πάση περιπτώσει ουδεμία ζημιά η οποία δεν δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα αποδώσει αθέμιτο όφελος στους Αιτητές έναντι της Καθ' ης η Αίτηση κατά τρόπο αδικαιολόγητο με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κα. v. Hellenic Bank Public Company Limited, (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Και τούτο γιατί κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων Διαταγμάτων με την αφαίρεση του συμβατικού δικαιώματος τους να προχωρήσουν με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτοί σαφώς θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση». Περαιτέρω, στην F.K.S. Trading Company Ltd κα. v. Hellenic Bank Public Company Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αλλά ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγομένης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων. Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί Εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η ζημιά αυτή θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της Εναγομένης τράπεζας». Κρίνω ότι η ζημιά που θα προκαληθεί στην Καθ' ης η Αίτηση από τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης, με την αφαίρεση ουσιαστικά του συμβατικού δικαιώματος της να προχωρήσει με την εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου να είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές σαφέστατα μπορούν να αποζημιωθούν από την Καθ' ης η Αίτηση για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε φανεί ότι υπέστησαν. Ακόμη ένας παράγοντας ο οποίος συνηγορεί στην απόρριψη της παρούσας Αίτησης είναι η συμπεριφορά των Αιτητών όπως προκύπτει από τα πιο κάτω γεγονότα: Η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης της Υποθήκης Υ3818/2001 επιδόθηκε στους Αιτητές από τις 16.05.
- Στις 13.10.2016 επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» ημερ.04.10.2016 με τις οποίες ορίστηκε για πρώτη φορά ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Τότε, 8 μόλις μέρες μετά οι Αιτητές καταχώρησαν το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής, δηλαδή στις 21.10.
- Στις 11.11.2016 οι Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση Έφεση 429/
- Ο πρώτος πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και εν τέλει οι Αιτητές απέσυραν την Αίτηση Έφεση τους κατά τον Δεκέμβριο του
- Για