← Κύπρος

X & S Hotels Ltd ν. A. Pieris Hotels Ltd, μέσω του εκκαθαριστή της Φραντζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2373/2018, 28/5/2019

X & S Hotels Ltd ν. A. Pieris Hotels Ltd, μέσω του εκκαθαριστή της Φραντζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2373/2018, 28/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2373/2018 Μεταξύ: X & S Hotels Ltd Ενάγουσας v. 1. A. Pieris Hotels Ltd, μέσω του εκκαθαριστή της . Φραντζή 2. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 31.10.18 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 28 Mαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Δ. Παναούτας για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Κωνσταντίνου Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιπής για Χ. Αυγουστή & Συνέταιροι ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται: (
  2. i)στην Εναγομένη 1, μέσω του εκκαθαριστή της . Φραντζή, και ή στους εκδοχείς της και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και ή για λογαριασμό της να αποξενώσει και ή μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο το ακίνητο της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής ..031-.044, Φ./Σχ. .342 (εφεξής «το επίδικο ακίνητο») (
  3. ii)να απαγορεύεται στην Εναγομένη 2 και ή στους εκδοχείς της και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και ή για λογαριασμό της να πωλήσει με πλειστηριασμό και ή να εκποιήσει το επίδικο ακίνητο της Ενάγουσας, μέχρι αποπεράτωσης της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΞΒ (εφεξής «ο ΞΒ»), διευθυντή της Ενάγουσας. Εκ μέρους της Εναγομένης 1, υπήρξε εμφάνιση με δικηγόρο ο οποίος δήλωσε πως δεν φέρει ένσταση στην Αίτηση. Η Εναγομένη 2 καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι πρόωρη και ή νομικά και ή ουσιαστικά αβάσιμη. 2) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει ανακρίβειες και αστήρικτους ισχυρισμούς. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής και ή δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2. 5) Πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν προκύπτει δόλος εκ μέρους της Εναγομένης 2. 6) Οι ισχυρισμοί για κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς και ή διάθεσης και ή αποξένωσης του επίδικου ακινήτου είναι ατεκμηρίωτοι και ή ασαφείς και ή δεν υπάρχει μαρτυρία για δήθεν πρόθεση της Εναγομένης 2 προς πώληση και ή εκποίηση του ακινήτου. 7) Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια εφόσον αποκρύβει τα πραγματικά γεγονότα, παραπλανώντας το Δικαστήριο. 8) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επηρεάζει τα δικαιώματα της Εναγομένης 2 η οποία θα καταστεί μη εξασφαλισμένη πιστωτής. 9) Οι αιτούμενες θεραπείες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Εναγομένης 2. 10) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΖ (εφεξής «ο ΑΖ»), υπαλλήλου της Εναγομένης 2. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνει τις εξής θεραπείες: Α. Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι με βάση έγγραφη συμφωνία πώλησης και ή το δίκαιο της επιείκειας και ή εξυπακουόμενο εμπίστευμα υπέρ της Ενάγουσας, η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια και ή η νόμιμη κάτοχος και ή το πρόσωπο που δικαιούται να εγγράψει το επίδικο ακίνητο στο όνομα της, για το οποίο οι Εναγόμενες 1 και 2, κατόπιν συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας και ή δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων μεταξύ τους και ενώ γνώριζαν για τη συμφωνία πώλησης, δημιούργησαν μη εξυπηρετούμενο δάνειο προς όφελος και για αποκλειστική χρήση του εκκαθαριστή της Εναγομένης 1 έναντι της εγγραφής υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταδολιεύσουν την Ενάγουσα και ή τα οικονομικά και ή τα ιδιοκτησιακά της συμφέροντα. Β. Απόφαση με την οποία να κηρύσσονται ως παράνομες και ή άκυρες και ή στερημένες έννομου αποτελέσματος η συμφωνία χορήγησης του δανείου και η υποθήκη λόγω συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας κ.λπ. ως αναφέρεται ανωτέρω. Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λεμεσού να εξαλείψει την καταχώριση της υποθήκης λόγω συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας κ.λπ. ως αναφέρεται ανωτέρω. Δ. Αποζημιώσεις για τη ζημιά που προκλήθηκε με την εγγραφή και καταχώριση της υποθήκης λόγω συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας κ.λπ. ως αναφέρεται ανωτέρω. Ε. Αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της Εναγομένης 1 με την εγγραφή της υποθήκης λόγω συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας κ.λπ. ως αναφέρεται ανωτέρω. Με βάση το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτό αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης του επίδικου ακινήτου στη βάση συνωμοσίας, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων μεταξύ και εκ μέρους των Εναγομένων καθώς επίσης και περιέχει αξιώσεις για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως μεγάλο μέρος των γεγονότων, όπως αυτό περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του ΞΒ, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο εφόσον αφενός ο ΑΖ δηλώνει άγνοια και αδυναμία να τα γνωρίζει και αφετέρου οι ισχυρισμοί του ΞΒ υποστηρίζονται από σχετικά έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΞΒ διαφαίνονται τα ακόλουθα:
  2. Στις 19.11.1974 συστάθηκε εγγεγραμμένος συνεταιρισμός με το όνομα X & S Co, για τη δημιουργία και ανάπτυξη διάφορων τουριστικών επιχειρήσεων στη Λεμεσό.
  3. Στις 20.4.1977 η X & S Co, δια των συνεταίρων της, υπέγραψε αγοραπωλητήριο έγγραφο με την εταιρεία A. Pieris Estates Ltd για απόκτηση και κατασκευή, μεταξύ άλλων, του κτιριακού συγκροτήματος Block 1 Sunsea Court. Αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.
  4. Μεταξύ 1972-1980 η A. Pieris Estates Ltd ίδρυσε και άλλες εταιρείες και σύμφωνα με περίληψη της έκθεσης κατάστασης του Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την εκκαθάριση των εταιρειών του ομίλου A. Pieris Estates, ήταν συνήθης τακτική της εν λόγω εταιρείας να υπογράφει αγοραπωλητήρια συμβόλαια και να εισπράττει το τίμημα πώλησης ενώ άλλες εταιρείες του ομίλου αναλάμβαναν την ανέγερση και κατασκευή των έργων, ήτοι πολυκατοικιών. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εταιρείες A. Pieris Hotels Ltd και A. Pieris (Sunsea) Developments Ltd ανέλαβαν την ανέγερση του έργου δυνάμει του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου.
  5. Το 1980 συστάθηκε η Ενάγουσα ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία ξενοδοχειακής επιχείρησης.
  6. Στις 19.1.1980 η X & S Co υπέγραψε εκχωρητήριο της ως άνω σύμβασης πώλησης δυνάμει του οποίου εκχώρησε αμετακλήτως στην Ενάγουσα το μέρος του συμβολαίου αναφορικά με το ακίνητο Block 1 Sunsea Court. Το εκχωρητήριο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β.
  7. Με βάση Απόδειξη υπογεγραμμένη από τον εκκαθαριστή της A. Pieris Estates Ltd, . Φραντζή, Τεκμήριο Γ, βεβαιώνεται η πλήρης εξόφληση από την X & S Co του τιμήματος του πωλητηρίου εγγράφου.
  8. Το αγοραπωλήτηριο έγγραφο ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο.
  9. Η ανέγερση του συγκροτήματος ξεκίνησε το 1979 και το 1980 ξεκίνησε να παρουσιάζεται κάποια καθυστέρηση, μέχρι και τον Μάρτιο του 1980 όταν σταμάτησαν οι εργασίες λόγω οικονομικών προβλημάτων του ομίλου εταιρειών A. Pieris Estates Ltd, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αναγκαστεί να εκτελέσει οικοδομικές εργασίες για πλήρη αποπεράτωση του έργου.
  10. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις μεταξύ των ετών 1980-1985, ουδείς εκ μέρους της A. Pieris Estates Ltd εμφανιζόταν στις καθορισμένες συναντήσεις στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για να γίνει η μεταβίβαση σύμφωνα με την ως άνω συμφωνία.
  11. Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 5.7.1986, στα πλαίσια της Αίτησης 115/1986 ΕΔ Λεμεσού, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της A. Pieris Estates Ltd. Στην πρώτη συνάντηση πιστωτών ο ΞΒ διορίστηκε πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής των πιστωτών, Τεκμήριο Δ. Εδώ είναι χρήσιμο να λεχθεί πως ο ΞΒ ισχυρίζεται πως το διάταγμα εκκαθάρισης εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης 1, ενώ αυτό αφορά την A. Pieris Estates Ltd και η συνάντηση πιστωτών αφορά τη συγκεκριμένη εταιρεία. Στις παρατηρήσεις του Επίσημου Παραλήπτη κατά τη συνάντηση αναφέρεται στην παρ. 8 ότι ιδρύθηκαν ακόμα 14 εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Εναγομένη 1 και η A. Pieris Sunsea Developments Ltd, εναντίον των οποίων έχουν επίσης εκδοθεί διατάγματα εκκαθάρισης.
  12. Στις 15.6.2001, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της Αίτησης 399/1987 ΕΔ Λευκωσίας, διορίστηκε ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 1 ο . Φραντζής και χωρίς διορισμό εποπτικής επιτροπής, Τεκμήριο Ε. Σύμφωνα με τον ΞΒ, το διάταγμα δεν του επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε.
  13. Όπως ισχυρίζεται ο ΞΒ, μεταξύ των ετών 2002-2011 λάμβανε σποραδικές και αντιφατικές πληροφορίες για το επίδικο ακίνητο και επιδίωξε μια πιο ουσιαστική εμπλοκή του Επίσημου Παραλήπτη, χωρίς ανταπόκριση. Λόγω του ότι ο εκκαθαριστής έκανε κάποια πρόοδο για την έκδοση των τίτλων και σε κάθε συνάντηση διαβεβαίωνε τον ΞΒ ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα ήταν θέμα χρόνου επειδή ήταν εγκλωβισμένος αγοραστής, ο τελευταίος δεν έλαβε δικαστικά μέτρα.
  14. Στις 18.12.02 σε συνεδρίαση των αγοραστών των διαμερισμάτων τόσο στο επίδικο ακίνητο Sunsea Block 1 όσο και στα Block 2 και 3, ο εκκαθαριστής της Εναγομένης 1 τους ενημέρωσε για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η έκδοση των τίτλων των διαμερισμάτων τους, Τεκμήριο Στ, και το 2004 επανέλαβε δημοσίως, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ότι σκοπός της εκκαθάρισης ήταν η έκδοση τίτλων για τους εγκλωβισμένους αγοραστές οι οποίοι κατείχαν τα ακίνητα για δεκαετίες.
  15. Λόγω του ότι από το 2002 μέχρι και το 2012 ο εκκαθαριστής είχε αντιληφθεί ότι για να εκδοθούν τίτλοι έπρεπε να επιλυθούν κάποια θέματα και δεν συνεργαζόταν με τον ΞΒ, ο τελευταίος έστειλε επιστολή ημ. 7.1.03 στον Επίσημο Παραλήπτη και έλαβε απαντητική επιστολή ημ. 3.2.03, Τεκμήριο Ζ.
  16. Με επιστολή ημ. 2.12.04 μέσω του δικηγόρου της, Τεκμήριο Η, η Ενάγουσα καλούσε τον Επίσημο Παραλήπτη να διευθετήσει συνάντηση με τον εκκαθαριστή ούτως ώστε να προωθηθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της Εναγομένης 1 και να γίνει η τιτλοποίηση η οποία απαιτούσε διάφορες ενέργειες εκ μέρους του εκκαθαριστή.
  17. Μεταξύ 2005-2011 ο εκκαθαριστής και ο ΞΒ συνεργάστηκαν με σκοπό την επίλυση των προβλημάτων προσθηκών και αλλαγών στο κτίριο, ήτοι · Υποβολή αρχιτεκτονικών σχεδίων που δείχνουν την αρχική μορφή του κτιρίου πριν την ενοικίαση της ξενοδοχειακής μονάδας σε τρίτο πρόσωπο · Εκτέλεση δικαστικών διαταγμάτων κατεδάφισης στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης εναντίον τρίτου προσώπου · Έγερση και συμβιβασμός της Αγωγής 7331/2002 ΕΔ Λεμεσού για απομάκρυνση του ενοικιαστή και κατεδάφιση των μετατροπών · Υποβολή γραπτού παραπόνου στο γραφείο του Επιτρόπου Διοικήσεως για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, το οποίο απεσύρθη κατόπιν συμμόρφωσης · Υποβολή αίτησης για πολεοδομική άδεια · Επίβλεψη της κατεδάφισης των παρανόμων προσθηκών και κατασκευών. Εδώ σημειώνεται πως ο ΞΒ αναφέρεται αφενός σε δέσμη επιστολών, Τεκμήριο Θ το οποίο όμως αφορά άλλο έγγραφο και αφετέρου στην προσκόμιση της αίτησης για πολεοδομική άδεια κατά την ακρόαση της Αίτησης, κάτι το οποίο δεν έχει πράξει.
  18. Σύμφωνα με τον ΞΒ, από το 2006 μέχρι σήμερα η Ενάγουσα επένδυσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, εν γνώσει του εκκαθαριστή, για μετατροπή του κτιρίου σε ξενοδοχειακή μονάδα η οποία λειτουργεί ως επιχείρηση ενοικίασης μικρών διαμερισμάτων.
  19. Μεταξύ 2010-2013 ο ΞΒ προσπάθησε επανειλημμένως να συμφωνήσει το ποσό της αμοιβής του εκκαθαριστή, ούτως ώστε να μεταβιβαστεί το ακίνητο και σε μια των συναντήσεων τους περί τα τέλη του 2013, ο ΞΒ τον πληροφόρησε πως είχε υποθηκεύσει το ακίνητο προσωρινά για να προχωρήσει με το θέμα των τίτλων.
  20. Ο ΞΒ αναφέρει πως εξέφρασε την έντονη του διαμαρτυρία για την υποθήκευση, αμφισβητώντας τη νομιμότητα αυτής της πράξης. Ο εκκαθαριστής δεν του έδινε απαντήσεις παρά μόνο μια επιστολή με κατάσταση λογαριασμού ημ. 7.9.10, Τεκμήριο Θ. Στην επιστολή αναφέρεται πως ο εκκαθαριστής κατέθεσε το συνολικό ποσό των €476,942,74 ως υπόλοιπα για τα διαμερίσματα του συγκροτήματος Sunsea Block 1, πως τα έξοδα του ανέρχονται στις €13,600, πως υπολείπεται η πληρωμή κάποιων ποσών, πως στις 13.9.10 θα εκδίδετο η άδεια για τις μετατροπές και πως σύντομα θα εκδίδετο το μερικό πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ακολουθούμενο από τους τίτλους. Στη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού ημ. 3.9.10 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, φαίνεται το ως άνω υπόλοιπο των -€476,942,
  21. Σύμφωνα με τον ΞΒ, ο εκκαθαριστής τον παρότρυνε να μην αμφισβητήσει την υποθήκευση του ακινήτου, εφόσον ήταν προς το συμφέρον της Ενάγουσας καθότι: § Σύντομα θα εκδίδονταν ξεχωριστοί τίτλοι για τα καταστήματα και τα διαμερίσματα § Οι υποθήκες θα πληρώνονταν από πωλήσεις άλλων ακινήτων § Δυνάμει του Ν.81(Ι)/01 ο εκκαθαριστής θα τροποποιούσε αυτεπάγγελτα τη σύμβαση πώλησης για υποβολή αίτησης αναφορικά με εγκλωβισμένους αγοραστές.
  22. Κατόπιν έρευνας διεφάνη πως το 2011 άρχισε η διαδικασία για έκδοση ξεχωριστών τίτλων, οι οποίοι εκδόθηκαν το 2013, Τεκμήριο Ι.
  23. Έτσι ο ΞΒ ανέμενε πως ο εκκαθαριστής θα προχωρούσε με τη μεταβίβαση και επισυνάπτει παλαιότερες επιστολές που έστειλε στον Επίσημο Παραλήπτη, Τεκμήριο Κ.
  24. Μεταξύ 2014-2017 ο ΞΒ έκανε προσπάθειες για κατάθεση του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και καταχώρισε την Αίτηση 177/16 ΕΔ Λεμεσού για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, η οποία απορρίφθηκε, όχι επί της ουσίας.
  25. Με βάση έκθεση εκτίμησης ημ. 25.10.18, Τεκμήριο Λ, η τρέχουσα αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου υπολογίζεται στα €3.060.
  26. Επιπλέον, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, δεν αμφισβητείται από τον ΞΒ η σύναψη συμφωνίας δανείου ημ.17.7.08 μεταξύ των Εναγομένων για την παραχώρηση από την Εναγομένη 2 προς τον εκκαθαριστή της A. Pieris Hotels Ltd του ποσού των €406.000 πλέον τόκο, προς εξασφάλιση του οποίου συνήφθη η υποθήκη Υ./08 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του ΑΖ. Όπως ισχυρίζεται ο ΞΒ, ο εκκαθαριστής αναγνωρίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Ενάγουσας συνεπεία αποκλειστικής και αδιάκοπης εκμετάλλευσης και χρήσης του επίδικου ακινήτου για περίοδο πέραν των 38 ετών. Ο ΞΒ ισχυρίζεται επίσης πως έχει δημιουργηθεί εξ επαγωγής εμπίστευμα υπέρ της, το οποίο εμποδίζει την Εναγομένη 1 να προβάλλει δικαιώματα επί μεταγενέστερης υποθήκης. Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς του ίδιου του ΞΒ και χωρίς να υπεισέρχομαι σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων, ο εκκαθαριστής παρουσιάζεται πλήρως ενήμερος για την κατάσταση του επίδικου ακινήτου και την εκμετάλλευση αυτού από την Ενάγουσα. Διαφαίνεται επίσης πως στόχος του ήταν η έκδοση ξεχωριστών τίτλων και η μεταβίβαση αυτού στον δικαιούχο. Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τον όρο 6 του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η τιτλοποίηση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή θα γινόταν με την αποπεράτωση του έργου, την εξόφληση του τιμήματος πώλησης και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, με τα μεταβιβαστικά να βαρύνουν τον αγοραστή. Σύμφωνα πάντα με τις θέσεις του ΞΒ, ανεξαρτήτως κάποιων ζητημάτων που πιθανόν να προέκυψαν παλαιότερα ως προς τη διαδικασία εκκαθάρισης και την έκδοση τίτλων αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, φαίνεται πως ο εκκαθαριστής συνεργάστηκε με τον ΞΒ ως προς την έκδοση των τίτλων. Ο ΞΒ ρητώς αναγνωρίζει πως ο εκκαθαριστής ξεκίνησε τη διαδικασία έκδοσης των τίτλων από το 2011 και τελικώς αυτοί εκδόθηκαν το
  27. Αυτό το γεγονός τείνει να καταδείξει πως ο εκκαθαριστής προωθούσε τη διαδικασία έκδοσης τίτλων πολύ πριν το 2011, εφόσον είχαν προηγηθεί οι ενέργειες στα πλαίσια συνεργασίας του με τον ΞΒ οι οποίες ξεκίνησαν από το 2005 και ολοκληρώθηκαν το
  28. Με βάση αυτό το χρονοδιάγραμμα διαφαίνεται πως υπήρχε μια συνεχής ενασχόληση και προσπάθεια του εκκαθαριστή με μια λογική εξέλιξη των γεγονότων αναφορικά με την τιτλοποίηση, η οποία ξεκίνησε τουλάχιστον από το
  29. Το δε γεγονός της σύναψης της συμφωνίας δανείου και της υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου κατά το 2008, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της επιστολής ημ. 7.9.10, Τεκμήριο Θ, τείνει να υποστηρίξει την προβληθείσα προς τον ΞΒ θέση του εκκαθαριστή ότι η υποθήκευση έγινε για ολοκλήρωση της διαδικασίας τιτλοποίησης, η οποία φαίνεται να έχει τελικώς υλοποιηθεί. Άλλωστε, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του ΑΖ, το δάνειο δόθηκε για τη διευθέτηση υποχρεώσεων της Εναγομένης
  30. Ο ΞΒ προβάλλει ισχυρισμό ότι σε μια συνάντηση τους το 2013 ο εκκαθαριστής δεν του εξήγησε πώς ξόδεψε το ποσό του δανείου, εκφράζοντας βασικά την απορία γιατί ήταν αναγκαία η δανειοδότηση ειδικότερα από τη στιγμή που το 2007 η υπό εκκαθάριση εταιρεία A. Pieris (Sunsea) Developments Ltd πώλησε ακίνητα στην ίδια περιοχή έναντι ΛΚ3εκ, ποσό το οποίο, όπως του ανέφερε ο εκκαθαριστής, θα χρησιμοποιείτο για την απάλειψη των υποθηκών. Παρόλο που τέτοιες θέσεις παρέμειναν αναντίλεκτες, θεωρώ πως είναι παντελώς γενικές και αόριστες και από μόνες τους δεν τείνουν να καταδείξουν ούτε ότι δεν υπήρχε ανάγκη για ενδεχόμενη χρηματοδότηση της διαδικασίας τιτλοποίησης ούτε ότι το ποσό του δανείου δεν χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό τιτλοποίησης, κάτι το οποίο, όπως εξηγείται ανωτέρω, φαίνεται να υποστηρίζεται από το Τεκμήριο Θ. Σημειώνεται πως ο ΞΒ δεν προβάλλει οποιοδήποτε λόγο ή έστω βάσιμη υποψία ως προς τον πιθανό τρόπο χρήσης του ποσού του δανείου. Άλλωστε, όπως έχει τεθεί από τον ΞΒ, διαφαίνεται πως ο όμιλος εταιρείων A. Pieris Estates Ltd, συμπεριλαμβανομένης και της εταιρείας A. Pieris (Sunsea) Developments Ltd, αντιμετώπιζε παρόμοια προβλήματα στα πλαίσια παρόμοιων έργων. Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και ο ισχυρισμός του ΞΒ πως ο εκκαθαριστής τον απέτρεψε από τη λήψη δικαστικών μέτρων καθότι, όπως του είπε, οι υποθήκες θα πληρώνονταν από πωλήσεις άλλων ακινήτων. Αυτή η θέση του εκκαθαριστή φέρεται ως η εκφρασθείσα πρόθεση του, χωρίς όμως να προβληθεί οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πως αυτή δεν ήταν η πραγματική πρόθεση του εκκαθαριστή, ανεξαρτήτως του ότι τελικώς δεν υλοποιήθηκε. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την πρόθεση του περί τροποποίησης της σύμβασης πώλησης για υποβολή αίτησης αναφορικά με εγκλωβισμένους αγοραστές. Με άλλα λόγια, το γεγονός πως ο εκκαθαριστής πρόβαλε αυτές τις θέσεις, καθ΄ ον χρόνο μάλιστα φαίνεται να προωθούσε και να ολοκλήρωσε τη διαδικασία τιτλοποίησης, ενώ τελικώς η μεταβίβαση δεν έχει γίνει κατορθωτή δεν είναι ικανή να οδηγήσει δίχως άλλο σε συμπέρασμα ότι ο εκκαθαριστής εξέφραζε λανθασμένες και παραπλανητικές θέσεις. Ειδικότερα, εφόσον μια εκ των θέσεων του, ήτοι για επικείμενη έκδοση τίτλων, πράγματι υλοποιήθηκε. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως ελλείπει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει είτε πως ο εκκαθαριστής είχε σκοπό να μην μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο είτε πως αυτός χρησιμοποίησε το ποσό του δανείου για λόγο άλλο από την προώθηση της διαδικασίας τιτλοποίησης, η οποία και επιτεύχθηκε. Τα όσα επικαλείται ο ΞΒ δεν φαίνεται να καταδεικνύουν πως ο εκκαθαριστής ενήργησε με μοναδικό σκοπό το να εμποδίσει τη μεταβίβαση, αλλά αντιθέτως πως αυτός προέβη σε όλες τις ενέργειες τις οποίες θεωρούσε αναγκαίες προς υλοποίηση της έκδοσης τίτλων και της μεταβίβασης, η οποία δεν κατέστη δυνατή μέχρι σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί και εδώ πως ο ΞΒ δεν προβάλλει οποιοδήποτε λόγο ή έστω βάσιμη υποψία ως προς την αδυναμία μεταβίβασης μέχρι σήμερα, δεδομένα τα οποία παραμένουν αόριστα και ατεκμηρίωτα και επομένως δεν κρίνονται ικανά να καταδείξουν κατά την ακρόαση πως ο εκκαθαριστής ενήργησε με δόλιο τρόπο. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο ΞΒ αμφισβητεί την πρόθεση και καλή πίστη του εκκαθαριστή προβάλλοντας όμως διαζευκτικές θέσεις, οι οποίες δεν είναι επιτρεπτές ως μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει παρέμειναν παντελώς γενικές και αόριστες. Ειδικότερα, ο ΞΒ ισχυρίζεται πως κατά τα έτη 2014-2017 αντιλήφθηκε την έλλειψη συνεργασίας και καλής πίστης εκ μέρους του εκκαθαριστή λόγω του ότι ο τελευταίος είτε δεν παρείχε τις σωστές πληροφορίες και έγγραφα σε διάφορες συναντήσεις με τον δικηγόρο της Ενάγουσας είτε τελικώς δεν υποστήριξε το δικαίωμα της ενώπιον του Διευθυντή και αργότερα του Δικαστηρίου. Είναι καθιερωμένη νομική αρχή πως μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255 στην οποία έγινε η διάκριση της ένορκης δήλωσης με το δικόγραφο στο οποίο δύνανται να περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί και ακολούθως λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.» Πέραν του ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο δυνατό να εξαχθεί πως ο εκκαθαριστής ενήργησε δόλια, σαφώς ελλείπει οποιοδήποτε υπόβαθρο που να καταδεικνύει πως η Εναγομένη 2 εμπλέκεται στην όλη διαδικασία και στις ενέργειες του εκκαθαριστή. Αντιθέτως, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του ΑΖ, η Εναγομένη 2 πληροφορήθηκε για το διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγομένης 1 όταν ο εκκαθαριστής αποτάθηκε για τη χορήγηση του δανείου και αυτή ενήργησε στα πλαίσια της συνήθους τραπεζικής πρακτικής, με καλή πίστη, δίδοντας το αιτούμενο δάνειο εφόσον παραχωρείτο ικανοποιητική εξασφάλιση. Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 πως η ίδια δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη του πωλητηρίου συμβολαίου και την εκχώρηση ή όποια απαίτηση της Ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου επιβεβαιώνεται από το κοινώς αποδεκτό γεγονός πως το πωλητήριο ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Επίσης ο ΑΖ αρνείται παντελώς τους ισχυρισμούς περί συνωμοσίας, συμπαιγνίας και πρόθεσης καταδολίευσης της Εναγομένης 2 μαζί με την Εναγομένη 1 και ισχυρίζεται πως η συμφωνία δανείου και η υποθήκη είναι καθόλα νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές. Με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προς υποστήριξη της θέσης περί συνωμοσίας και ή συμπαιγνίας και ή δόλου και απάτης μεταξύ των Εναγομένων, που αποτελεί τη βάση των αξιώσεων της Ενάγουσας. Παρόλο που στις αξιώσεις της η Ενάγουσα αναφέρεται σε εμπίστευμα εντούτοις με βάση όσα αναφέρονται πιο κάτω, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα προωθεί μόνο το θέμα καταδολίευσης και ψευδών παραστάσεων από τις Εναγόμενες. Ειδικότερα, ο ΞΒ θεωρεί πως έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων λόγω του ότι: o Θα υποβληθεί νέα αίτηση για κατάθεση του πωλητηρίου o Θα υποβληθεί αίτηση για παύση του εκκαθαριστή o Θα ακουστεί στην Αγωγή 3327/17 ΕΔ Λεμεσού ως προς τη δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος και ιδιοκτησιακού κωλύματος o Θα ακουστεί στην παρούσα για το ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Ενάγουσας και δεν είχαν δικαίωμα να υποθηκεύσουν το επίδικο ακίνητο o Θα ακουστεί στην παρούσα για το ότι οι Εναγόμενοι συνωμοτούν να αλλάξουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς με πρόθεση να καταδολιεύσουν καλή τη πίστη αγοραστή δια ψευδών παραστάσεων. Οι δύο πρώτοι λόγοι δεν κρίνονται ικανοί να υποστηρίξουν την υπό κρίση Αίτηση καθότι αφορούν σε εντελώς ξεχωριστές και ανεξάρτητες διαδικασίες και σαφώς το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα λόγω επικείμενης καταχώρησης αυτών των διαδικασιών. Η βάση της Αγωγής 3327/17 αφορά στο εμπίστευμα και ιδιοκτησιακό κώλυμα, ενώ η υπό κρίση Αίτηση αφορά και αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και όχι για σκοπούς άλλης Αγωγής στα πλαίσια της οποίας δύνανται να ληφθούν όσα μέτρα κρίνονται αναγκαία. Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο που να τείνει να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς για συνωμοσία, δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις μεταξύ των Εναγομένων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Lawford Ltd κ.ά. v. Χ΄΄Γαβριήλ κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 818: «Ο δόλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται και να αναφέρεται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια. Βέβαια, η παρούσα υπόθεση είναι στα αρχικά στάδια και συνεπώς αφού δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν μπορούν να κατηγορηθούν για σχετική παράλειψη. Όμως για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος θα έπρεπε να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου.» Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση του Εφετείου στην υπόθεση Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1(B) A.A.Δ. 1235, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Παρατηρούμε ότι οι εφεσίβλητοι ήγειραν την αγωγή πρωτοδίκως σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στην παρ. ΣΤ αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πληρωμή της εγγυητικής αποτελεί πράξη δόλου και απάτης. Οι εφεσίβλητοι είχαν όμως υποχρέωση, στα πλαίσια της προώθησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία, σχετικά με τον κατ' ισχυρισμό δόλο, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν, εφόσον η μοναδική σχετική παράγραφος στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, διευθυντή των εφεσιβλήτων, ήταν η παρ. 18, στην οποία με γενικότητα καταλογίζεται δόλος εναντίον του εναγομένου 3 και των εφεσειόντων/εναγομένων
  1. Η γενικότητα της θέσης ότι υπάρχει δόλος, επειδή για χρόνια ανανεωνόταν η εγγυητική, και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων σε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι εφεσείοντες ζήτησαν την πληρωμή της εγγυητικής, αναμφίβολα υστερεί κατά πολύ από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δοθεί ώστε το Δικαστήριο να εξέταζε κατά πόσο υπήρχαν πράγματι εκείνα τα στοιχεία δόλου στη γνώση μάλιστα των εφεσειόντων, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε ή όχι το προσωρινό διάταγμα.» Θεωρώ πως οι ισχυρισμοί του ΞΒ τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να δίδονται στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν δόλο και απάτη. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί σήμερα ότι στοιχειοθετεί την απαιτούμενη πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακρόαση της ουσίας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν έχω ικανοποιηθεί πως η Ενάγουσα παρουσίασε τέτοια μαρτυρία η οποία τείνει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των εν λόγω ισχυρισμών της. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως η Ενάγουσα δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τις αξιώσεις της και γενικότερα με την υπόθεση της. Οι ισχυρισμοί του ΞΒ πως συγκεκριμένος υπάλληλος της Εναγομένης 2 τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι το δάνειο ανέρχεται σήμερα στις €900.000 λόγω ψηλού επιτοκίου, και όπως αντιλήφθηκε επίκειται τερματισμός του δανείου και πώληση του επίδικου ακινήτου σε ήδη ενδιαφερόμενους ξένους επενδυτές, αντικρούεται επαρκώς από τον ΑΖ ο οποίος αρνείται τέτοια ενημέρωση επισημαίνοντας πως δεν έγινε τερματισμός του δανείου. Η τελευταία θέση του ΑΖ δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα, είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. Δεν συμμερίζομαι την άποψη του δικηγόρου της Ενάγουσας πως η άρνηση από τον ΑΖ δεν είναι ικανή να αντικρούσει τις θέσεις του ΞΒ και πως χρειαζόταν η μαρτυρία από τον ίδιο τον συγκεκριμένο υπάλληλο της Εναγομένης
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως στο παρόν στάδιο δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας, εφόσον δεν έχει γίνει τερματισμός της συμφωνίας δανείου, ούτε και επίκειται εκποίηση του ακινήτου και μάλιστα σε εξευτελιστική τιμή. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι εν πάση περιπτώσει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.