Amnon ν. Georande Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 9/2018, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9/2018 Μεταξύ: . Amnon Ενάγοντος v. 1. Georande Limited 2. . Κουδουνάρη 3. Avery Nominees Limited 4. . Koonmen 5. . Μιχαήλ 6. . Scott Burde 7. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της νέας Δ.25 Κ.1
(2)στις 19.9.18 Μεταξύ: . Amnon Ενάγοντος v. 1. Georande Limited 2. . Κουδουνάρη 3. Avery Management Limited 4. . Koonmen 5. . Μιχαήλ 6. . Scott Burde 7. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 1-3 ημ. 11.1.19 για παραμερισμό των προσωρινών διαταγμάτων ημ. 8.1.18 και της αίτησης ημ. 4.1.18 Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-3 - Αιτητές: κα Μ. Λοΐζου με κα Θ. Θεοδώρου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου Αίτηση: κα Γ. Σιοπαχά για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται και ή απορρίπτονται και ή παύουν να ισχύουν τα προσωρινά διατάγματα ημ. 8.1.18 τα οποία εκδόθηκαν εναντίον των Εναγομένων 1-6 καθώς επίσης και η μονομερής αίτηση ημ. 4.1.18 στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα ως άνω προσωρινά διατάγματα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, διευθύντριας της Εναγομένης 3 η οποία με τη σειρά της είναι η γραμματέας της Εναγομένης 1. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα κάνει μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και ισχυρίζεται πως τόσο τα προσωρινά διατάγματα ημ. 8.1.18 όσο και η αίτηση ημ. 4.1.18 θα πρέπει να ακυρωθούν και ή παραμεριστούν για τους ακολούθους λόγους: (
- i)Aπό τις 21.9.18 και μετέπειτα το Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της αίτησης και δεν όρισε τα διατάγματα για επίδοση στους Εναγόμενους 4-6, ενώ από τις 15.10.18 δεν ανανέωσε την ισχύ των διαταγμάτων, με αποτέλεσμα τα προσωρινά διατάγματα να έχουν παύσει να ισχύουν. (
- ii)Τα διατάγματα δεν επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 4-6, οι οποίοι είναι οι ουσιαστικοί Εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή, και δεν έχουν τεθεί ικανοποιητικοί λόγοι για τη μη επίδοση των διαταγμάτων σε αυτούς. (iii) Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, κάτι το οποίο καταδεικνύει πως η χορήγηση των προσωρινών διαταγμάτων ήταν αυτοσκοπός και πως η υπό κρίση περίπτωση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. (
- iv)Αναφορικά με την Εναγομένη 3 τα διατάγματα εκδόθηκαν παράτυπα και αντικανονικά καθότι κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών η Εναγομένη 3 δεν ήταν διάδικο μέρος στην Αγωγή. Ο Ενάγων - Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης του Ενάγοντος και αποσκοπεί στην προώθηση αλλότριων και ή αθέμιτων σκοπών και ή στην αποστέρηση του Ενάγοντος από του να προωθήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. 2) Η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και ή κακόπιστα. 3) Υπάρχει αδικαιολόγητη και ή σκόπιμη και ή προσχεδιασμένη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης. 4) Ο Ενάγων έχει προβεί σε όλες τις απαραίτητες και ή εύλογες ενέργειες για επίδοση όλων των δικαστικών εγγράφων στους Εναγόμενους 4-6. 5) Οι Εναγόμενοι 1-3 αποδέχθηκαν και ή δεν έφεραν ένσταση στην καθυστερημένη και ή εκπρόθεσμη καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και ως εκ τούτου κωλύονται από του να εγείρουν τέτοιο ισχυρισμό. 6) Η τροποποίηση του ονόματος της Εναγομένης 3 δεν αποτελεί λόγο για την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων. 7) Η αιτούμενη ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων και της αίτησης αποτελεί δραστικό και εξαιρετικό μέτρο το οποίο δεν δικαιολογείται στην υπό κρίση περίπτωση. 8) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 9) Η Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη και ή νομικά αβάσιμη. 10) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει τεράστια αδικία και ζημιά στον Καθ΄ ου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μ. Αθάνατου (εφεξής «η ΜΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σε αυτή και η ΜΑ με τη σειρά της προβαίνει σε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας Αγωγής. Ακολούθως ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 1-3 κατέδειξαν καταχρηστική συμπεριφορά εξηγώντας ότι, ενώ οι δικηγόροι των δύο πλευρών είχαν συνεννοηθεί να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζητήσουν όπως επιληφθεί της αίτησης ημ. 4.1.18, τελικώς οι δικηγόροι των Εναγομένων 1-3, εντελώς απρόσμενα και σε αντίθεση με την ως άνω συνεννόηση, ζήτησαν την ακύρωση των διαταγμάτων και της αίτησης. Περαιτέρω, η ΜΑ περιγράφει τις προσπάθειες επίδοσης όλων των δικαστικών εγγράφων στους Εναγόμενους 4-6 και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατόπιν αιτήματος και με τη σύμφωνη γνώση της δικηγόρου του Ενάγοντος, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων 1-3. Αυτή προέρχεται από την κα Δ. Παρμαξή (εφεξής «η ΔΠ») η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ΜΑ περί οποιασδήποτε συνεννόησης μεταξύ των δικηγόρων ως προς την αίτηση ημ. 4.1.18. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938):
- Στις 4.1.18 ο Ενάγων καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου πως η αλλαγή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 με τον διορισμό στις 3.10.17 των Εναγομένων 5 και 6 ως νέων συμβούλων είναι άκυρη και ή παράτυπη και ή αντικανονική, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οποιαδήποτε απόφαση και ή ψήφισμα του εν λόγω συμβουλίου να κηρύσσεται άκυρη και ή χωρίς νομικό αποτέλεσμα καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου επαναφοράς της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου όπως αυτή ήταν πριν την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ημ. 3.10.
- Ταυτόχρονα ο Ενάγων καταχώρισε τη μονομερή αίτηση ημ. 4.1.18 δυνάμει της οποίας στις 8.1.18 εξασφάλισε μονομερώς ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύετο στην Εναγομένη 1 να κοινοποιήσει στον Έφορο Εταιρειών οποιαδήποτε αλλαγή στο μητρώο των διοικητικών συμβούλων της από τις 3.10.17 και μετέπειτα, απαγορεύετο στους Εναγόμενους 5 και 6 να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε διαδικασία λήψης απόφασης ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, απαγορεύετο στην Εναγομένη 1 να λαμβάνει αποφάσεις μέσω του διοικητικού συμβουλίου όπως αυτό διαμορφώθηκε στις 3.10.17 και αναστέλλετο η ισχύς της απόφασης διορισμού των Εναγομένων 5 και 6 ως διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης
- Κατά την έκδοση τους το Δικαστήριο όρισε τα διατάγματα για επίδοση στις 15.1.18 για σκοπούς οριστικοποίησης.
- Στις 15.1.18 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 4.1.18, υπήρξε εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους των Εναγομένων 1-3, η οποία ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 6.2.18, με οδηγίες για την καταχώριση ένστασης, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Στις 6.2.18 το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την αίτηση ημ. 4.1.18 για οδηγίες στις 20.2.18, με οδηγίες για καταχώριση ένστασης από τους Εναγόμενους 1-3, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Επίσης, στις 6.2.18, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 29.1.18, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, των διαταγμάτων ημ. 8.1.18, της αίτησης ημ. 4.1.18 και άλλων δικαστικών εγγράφων στους Εναγόμενους 4-
- Στις 20.2.18 και στις 6.3.
- στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18 το Δικαστήριο επανέλαβε τις οδηγίες για καταχώριση ένστασης από τους Εναγόμενους 1-3, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ. Στις 6.3.18 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση ημ. 4.1.18 για οδηγίες στις 20.3.
- Στις 6.3.18 οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση ημ. 4.1.18 και στα μονομερή διατάγματα ημ. 8.1.
- Στις 20.3.18 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1-
- Στις 20.3.18, επίσης, αφού ο δικηγόρος του Ενάγοντος εξέφρασε την πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο όρισε την αίτηση ημ. 4.1.18 για οδηγίες στις 3.4.18, με οδηγίες για την καταχώριση της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Στις 3.4.18 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
- Εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης ημ. 4.1.18 και της αίτησης ημ. 3.4.18 και τις όρισε για οδηγίες στις 8.5.18, με οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Στις 27.4.18, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 18.4.18, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, του διατάγματος ημ. 8.1.18, της αίτησης ημ. 4.1.18 και άλλων δικαστικών εγγράφων στους Εναγόμενους 4-
- Στις 8.5.18 το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία όρισε για οδηγίες στις 5.6.18, με οδηγίες για την καταχώριση ένστασης, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Τα ίδια επαναλήφθηκαν στις 5.6.18, όταν το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για οδηγίες στις 26.6.
- Στις 26.6.18 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για ακρόαση στις 21.9.18, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Στις 19.9.18 ο Ενάγων καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα δυνάμει της Δ.25 θ.1
(2)με την τροποποίηση του ονόματος της Εναγομένης
- Στις 21.9.18 το Δικαστήριο (υπό την παρούσα σύνθεση) προχώρησε στην ακρόαση της αίτησης ημ. 3.4.18 και επιφύλαξε απόφαση, αναφέροντας πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ.
- Στις 12.10.18 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγομένης
- Στις 15.10.18 το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του, εγκρίνοντας μερικώς την αίτηση και δίδοντας οδηγίες όπως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης.
- Εν τω μεταξύ στις 21.9.18 οι Εναγόμενοι 1-3 είχαν καταχωρίσει αίτηση για απόρριψη της Αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας, η οποία ορίστηκε στις 30.10.
- Λόγω απουσίας του Δικαστηρίου κατ΄ εκείνη την ημέρα, με ανακοίνωση, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 10.12.
- Εν τω μεταξύ στις 19.10.18, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 15.10.18, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα παράτασης καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης για περίοδο 10 ημερών από την έκδοση του.
- Στις 23.10.18 καταχωρίστηκε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Ενάγοντος.
- Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 26.10.
- Στις 7.12.18, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγομένων 1-3 ημ. 3.12.18, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης της υπεράσπισης τους εντός 60 ημερών από την έκδοση του.
- Στις 10.12.18 το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης ημ. 21.9.18 (η αναγραφή στο πρακτικό στην ημ. 15.10.18 είναι σαφώς λανθασμένη) η οποία, κατόπιν άδειας, απερρίφθη λόγω της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία η δικηγόρος των Εναγομένων 1-3 ήγειρε ζήτημα για την ισχύ των διαταγμάτων ημ. 8.1.18 και, κατόπιν αιτήματος της δικηγόρου του Ενάγοντος, το Δικαστήριο όρισε το ζήτημα για αγόρευση εκ μέρους του Ενάγοντος στις 12.12.
- Στις 12.12.18, αφού το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές, θεώρησε ορθό όπως καταχωριστεί αίτηση από τους Εναγόμενους 1-3 και ως εκ τούτου όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 11.1.19 με οδηγίες όπως η σχετική αίτηση οριστεί την ίδια ημερομηνία.
- Στις 19.12.18 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση επίδοσης των εγγράφων στον Εναγόμενο
- Στις 21.12.18, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημ. 14.12.18, το Δικαστήριο ανανέωσε το κλητήριο για έξι μήνες.
- Στις 11.1.19 το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης των Εναγομένων 1-3 την οποία όρισε για οδηγίες στις 29.1.19, με οδηγίες για την καταχώριση ένστασης από πλευράς Ενάγοντος.
- Οι ίδιες οδηγίες επαναλήφθηκαν στις 29.1.19, όταν το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 5.2.
- Η ένσταση στην υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε την 1.2.
- Στις 5.2.19, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 1.2.19, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 4.1.18, των διαταγμάτων ημ. 8.1.18 και όλων των σχετικών εγγράφων στον Εναγόμενο
- Στις 5.2.19 το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση για οδηγίες στις 13.2.19 και, με τη σύμφωνη γνώμη της Ενάγουσας, παρέτεινε τον χρόνο καταχώρισης της υπεράσπισης των Εναγομένων 1-3 για ακόμα 10 μέρες.
- Στις 13.2.19 το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση για οδηγίες στις 27.2.
- Στις 27.2.19, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, Δικαστήριο έδωσε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων 1-3, η οποία καταχωρίστηκε στις 27.2.19, όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 12.4.19 η οποία ανεβλήθη για τις 18.4.19, όταν και εκδίκασε την αίτηση και επιφύλαξε απόφαση. ΙΙ. Μη Ανανέωση Ισχύος Προσωρινού Διατάγματος Σύμφωνα με το ιστορικό της διαδικασίας, προκύπτει πως από την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων στις 8.1.18, η μοναδική ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δήλωσε ρητώς πως αυτά παραμένουν σε ισχύ είναι κατά τις 15.10.18, όταν εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά δε την επόμενη εμφάνιση των δικηγόρων των δύο πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου, ηγέρθη το ζήτημα της μη ισχύος των διαταγμάτων. Και οι δύο πλευρές παραπέμπουν στη σχετική νομολογία επί του θέματος, με την καθεμιά να δίδει τη δική της, διαφορετική, ερμηνεία ως προς τον τρόπο εφαρμογής των αρχών που έχουν καθιερωθεί σε αυτές. Στην υπόθεση Acropol Shipping Company Ltd and others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα «ως η αίτηση» το οποίο όρισε επιστρεπτέο σε μεταγενέστερη δικάσιμο. Κατά τη σύνταξη, προστέθηκε από τον Πρωτοκολλητή ότι αυτό θα παρέμενε σε ισχύ «μέχρι την τελική αποπεράτωση της αγωγής». Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση σε ξεχωριστές ημερομηνίες για καταχώριση ένστασης, για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και για ακρόαση, χωρίς να δώσει οδηγίες όπως το διάταγμα παραμένει σε ισχύ είτε στις προηγούμενες δικασίμους είτε κατά την ημερομηνία που επιφύλαξε απόφαση. Το Δικαστήριο εκδίκασε την αίτηση και αποφάσισε την οριστικοποίηση του διατάγματος, διατάσσοντας όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ μέχρι την τελική διεκπεραίωση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Υπήρξε εισήγηση ενώπιον του Εφετείου πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για οριστικοποίηση ήταν λανθασμένη λόγω του ότι το διάταγμα έπαυσε να ισχύει είτε κατά τις αναβολές είτε κατά την επιφύλαξη της απόφασης. Το Εφετείο κατέληξε πως, λαμβανομένου υπόψιν του σκοπού του προσωρινού διατάγματος και του τρόπου διατύπωσης αυτού, η πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν όπως αυτό συνεχίσει να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της εταιρείας ICC Chemicals (UK) Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 1079 και
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 634, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων με οδηγίες να ισχύει «μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός αν οι εναγόμενοι εμφανίζονταν ενώπιον του δικαστηρίου και έδειχναν λόγο γιατί το διάταγμα να μη συνεχίσει εν ισχύι». Στην επόμενη δικάσιμο ο εναγόμενος 1 δεν εμφανίστηκε και το διάταγμα κατέστη απόλυτο ενώ για τον εναγόμενο 2, ο οποίος εμφανίστηκε, αναβλήθηκε για οδηγίες. Δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ένστασης ενώ το διάταγμα συνέχισε να ισχύει. Στη συνέχεια, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη και πάλι, άλλος Δικαστής όρισε την αίτηση για ακρόαση χωρίς διαταγή ως προς την ισχύ του διατάγματος. Κατά τη δικάσιμο που ακολούθησε ο ίδιος Δικαστής θεώρησε ότι το διάταγμα έπαυσε να ισχύει, αφού κατά την προηγούμενη δικάσιμο δεν είχε ανανεωθεί. Ο αιτητής έλαβε άδεια να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari για ακύρωση της απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως η ενδιάμεση απόφαση ότι η ισχύς του προσωρινού διατάγματος είχε εκπνεύσει ήταν εσφαλμένη, καθότι το διάταγμα εκδόθηκε για να ισχύει μέχρι την περάτωση της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και τέτοια δεν είχε εκδοθεί. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Jesse L. The κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2666, το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια μονομερούς αίτησης εξέδωσε προσωρινό διάταγμα εναντίον των εφεσειόντων στις 19.1.10, το οποίο όρισε επιστρεπτέο αρχικά στις 28.1.
- Σε αυτό αναγραφόταν, μεταξύ άλλων, ότι αυτό θα ίσχυε «μέχρι την τελική εκδίκαση» της (κυρίως) αίτησης. Η κυρίως αίτηση, η οποία αφορούσε διάταγμα σφράγισης και επίδοσης στο εξωτερικό, αναβαλλόταν σε διάφορες ημερομηνίες για επίδοση. Το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 28.1.10 αναφορικά με κάποια τρίτη εταιρεία (μη διάδικο στη διαδικασία) στην οποία είχε γίνει επίδοση του διατάγματος και δεν εμφανίστηκε. Για τους υπόλοιπους ενδιαφερομένους, δηλαδή τους εφεσείοντες, το προσωρινό διάταγμα αναβλήθηκε για επίδοση στις 18.2.10, με διαταγή όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε. Από τις 18.2.10 το προσωρινό διάταγμα αναβλήθηκε και πάλι για επίδοση στις 22.3.10, με διαταγή επίσης όπως στο μεταξύ παραμείνει σε ισχύ. Στις 22.3.10 το Επαρχιακό Δικαστήριο, επιλήφθηκε της κυρίως αίτησης, αλλά παρέλειψε να επιληφθεί και του προσωρινού διατάγματος. Ανέβαλε την κυρίως αίτηση για επίδοση στις 13.4.10, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για το προσωρινό διάταγμα. Στις 13.4.10 το Επαρχιακό Δικαστήριο επιλήφθηκε και πάλι μόνο της κυρίως αίτησης, την οποία ανέβαλε στις 20.5.10, χωρίς να επιληφθεί του προσωρινού διατάγματος ή να πει οτιδήποτε γι΄ αυτό. Στις 10.5.10, 12.5.10 και 19.5.10 έγινε επίδοση του προσωρινού διατάγματος στους τρεις εφεσείοντες. Την επόμενη μέρα, στις 20.5.10, που ήταν ορισμένη η κυρίως αίτηση για επίδοση, κατόπιν αιτήματος, το Επαρχιακό Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για οριστικοποίηση του διατάγματος αναφορικά με τους τρεις εφεσείοντες στους οποίους είχε γίνει επίδοση. Αναφορικά με το ζήτημα της μη ανανέωσης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, κατά τις εμφανίσεις ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 22.3.10 και 13.4.10, ο πρωτοβάθμιος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι αυτό δεν παραβίαζε οποιοδήποτε κανόνα, δεδομένου ότι στο διάταγμα αναγραφόταν ότι αυτό θα ίσχυε «μέχρι την εκδίκαση της αίτησης ή νεότερη διαταγή του δικαστηρίου». Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο: «Τα γεγονότα όπως έχουν ήδη εκτεθεί αποκαλύπτουν ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 19.1.2010 ορίστηκε αρχικά επιστρεπτέο στις 28.1.
- Από τότε ανανεώθηκε η ισχύς του ακόμη δύο φορές ήτοι στις 18.2.2010 και εν συνεχεία στις 22.3.2010 για σκοπούς επίδοσης. Από τις 22.3.2010 και μετέπειτα μέχρι τις 20.5.2010 που αυτό κατέστη απόλυτο, το Επαρχιακό Δικαστήριο ουδέποτε επελήφθη του προσωρινού διατάγματος. Σαφώς πρόκειται για παράλειψη οφειλόμενη σε αβλεψία είτε του δικαστηρίου είτε του δικηγόρου του εφεσίβλητου ο οποίος προφανώς παρέλειψε να ζητήσει από το δικαστήριο, ως είχε καθήκον, να επιληφθεί εκ νέου του θέματος. Η ισχύς του προσωρινού διατάγματος μοιραία εξέπνευσε στις 22.3.2010 εφόσον έτσι είχε οριστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την προηγούμενη δικάσιμο στις 18.2.
- Κανένα προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να διατηρείται σε ισχύ πέραν της ημερομηνίας που αυτό ορίζεται επιστρεπτέο, εκτός αν ανανεωθεί πριν ή κατά την εκπνοή του. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαίωμα του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημερομηνία για να ενστεί κατά της διατήρησης κλπ του προσωρινού διατάγματος δεν θα είχε κανένα νόημα. Στην υπό κρίση υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέστησε οριστικό ένα προσωρινό διάταγμα του οποίου η ισχύς είχε εκπνεύσει προτού επιδοθεί στους εφεσείοντες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Oleksii Arturovich Ostroukhov
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1569, περιέχει μια χρήσιμη ανάλυση της προγενέστερης νομολογίας. Στην εν λόγω υπόθεση, κατά τη δικάσιμο πριν την ημερομηνία της ακρόασης της αίτησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε ρητή οδηγία για την ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων. Ο πρωτοβάθμιος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υιοθετώντας την απόφαση Acropol Shipping (ανωτέρω), κατέληξε πως η παράταση ισχύος των διαταγμάτων μέχρι να ακουστούν οι διάδικοι προέκυπτε ξεκάθαρα από τον τρόπο χειρισμού του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τον ορισμό της αίτησης για ακρόαση και πως η μη ρητή αναφορά περί παράτασης της ισχύος των διαταγμάτων δεν ενείχε ουσιαστική σημασία. Θεωρώ άκρως διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην γνωστή απόφαση στην υπόθεση Acropol Shipping Company Ltd a.ο. v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, . Το Εφετείο όμως είχε αντίθετη άποψη. Όπως αποφάνθηκε, λαμβάνοντας υπόψη το ίδιο το αντικείμενο ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος καθώς επίσης και τον τρόπο κατά τον οποίο διατυπώθηκε το επίδικο διάταγμα κατά την έκδοση του, μπορούσε να συναχθεί ότι η πρόσθεση ήταν όπως το διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την ακρόαση του θέματος. Ενόσω, επομένως, εκείνου του διατάγματος δεν τερματίστηκε η ισχύς του, είτε κατά τις αναβολές ή όταν η απόφαση επιφυλάχθηκε, ορθά το Δικαστήριο μπορούσε να διατάξει την οριστικοποίηση του κατόπιν της ακρόασης. Όπως πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια υπόθεση, αυτή η θέση υποστηρίζεται και από το εδάφιο
(3)του Άρθρου 9 του Κεφ. 6 το οποίο προνοεί ότι εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παύει να ισχύει κατά την λήξη της καθορισθείσας περιόδου εκτός εάν το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, διατάξει διαφορετικά («. unless the Court, upon hearing the parties ... shall otherwise direct»). Όπως επεσήμανε το Εφετείο, η ορθή ερμηνεία της λέξης «upon» σημαίνει «after hearing the parties». Άλλες δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση καταδεικνύουν προς την ίδια κατεύθυνση. Πρόκειται για τις αποφάσεις σε αιτήσεις της εταιρείας ICC Chemicals (UK) Ltd αφενός για χορήγηση άδειας καταχώρησης αίτησης για certiorari και αφετέρου για την έκδοση του εντάλματος certiorari
(1995)1 A.A.Δ. 1079 και
(1996)1 Α.Α.Δ. 634 αντίστοιχα. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης στην οποία χορηγήθηκε άδεια και ακολούθως εκδόθηκε ένταλμα certiorari, προσομοιάζουν προς αυτά της παρούσας υπόθεσης. . Από το πρακτικό ήταν φανερό ότι ο προηγούμενος δικαστής εννοούσε ότι η υπόθεση αναβαλλόταν για να γίνει η Ένσταση ενώ το διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Αυτό, δε, ενισχύετο, σύμφωνα με την απόφαση, και από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε κατά την σύνταξη του διατάγματος όπου αναφερόταν ότι το διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και νεότερη διαταγή ουδέποτε εκδόθηκε. . Άλλη απόφαση, την οποία επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση, είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου με πενταμελή σύνθεση στην υπόθεση Jesse κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2666. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τα γεγονότα στην υπόθεση εκείνη σαφώς διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. . Όμως, το Εφετείο, πολύ ορθά, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, ακύρωσε και το αρχικά εκδοθέν διάταγμα. Όπως παρατήρησε το Εφετείο, το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέστησε οριστικό ένα προσωρινό διάταγμα του οποίου η ισχύς εξέπνευσε πολύ πριν αυτό επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση. . Δεν θα προσπαθήσω να διαφοροποιήσω τα γεγονότα της υπόθεσης Jesse από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθ' ότι αυτή η διαφοροποίηση είναι εξόφθαλμη. Σε μια παρόμοια με την Jesse υπόθεση, την Εργατίδης v. G. Giorgalletos Enterprises Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 2015 κρίθηκε ότι με τη μη επίδοση του εκδοθέντος διατάγματος μέχρι την ημέρα κατά την οποία κατέστη επιστρεπτέο και στην απουσία οποιασδήποτε διαταγής για την παράταση του χρόνου για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το διάταγμα έπαυσε να ισχύει και δεν μπορούσε να παραταθεί η ισχύς του πλέον. Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορώ παρά να λάβω υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:
- Στην υπό εξέταση υπόθεση κατά την ημέρα που τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ήσαν επιστρεπτέα, επιδόθηκαν στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί πρόβαλαν πρόθεση ένστασης, οπότε και ξεκίνησε η διαδικασία εξέτασης κατά πόσο τα διατάγματα θα οριστικοποιούντο ή θα ακυρώνοντο, αφού βέβαια ακούετο και η άλλη πλευρά, των καθ' ων η αίτηση.
- Καταχωρήθηκε ακολούθως, η Ένσταση, η οποία δεν αφορούσε μόνο την αίτηση γενικά για εκδοθέντα και για μη εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, αλλά ρητά αναφερόταν σ' αυτήν ότι επρόκειτο για Πρόθεση Ένστασης «ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.3.2013». Εξίσου, δε, ρητά, ο ομνύων στην ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη της Ένστασης ζητούσε από το Δικαστήριο όπως άρει τα εκδοθέντα διατάγματα («
- On the basis of the above, I respectfully ask the Court to lift the injunctions and to reject OO´s Application.» Το γεγονός επομένως ότι κάποια από τα ζητηθέντα διατάγματα εκδόθηκαν και ίσχυαν, ενώ για κάποια άλλα έμελλε ακόμα να εξετασθεί κατά πόσο αυτά θα εκδίδονταν ή όχι, δεν ενέχει καμιά, κατά την άποψή μου, σημασία. Εκείνο που έχει σημασία, είναι ότι ξεκίνησε και βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τον ουσιώδη χρόνο, η διαδικασία παράλληλης διάγνωσης δύο ενδεχομένων: α. Του κατά πόσο τα εκδοθέντα διατάγματα θα οριστικοποιούντο ώστε να ισχύουν μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής, ή όχι. β. Του κατά πόσο τα άλλα από τα διεκδικούμενα με την αίτηση διατάγματα θα εκδίδονταν ή όχι.
- Κατά την κρίσιμη ημερομηνία εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου, την 19.4.2013, αδιαμφισβήτητα τα προσωρινά διατάγματα συνέχιζαν να ισχύουν και οι καθ' ων η αίτηση ρητά δήλωσαν μέσω του δικηγόρου τους ότι ενίσταντο «τόσο στα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, όσο και στην αίτηση . ...». Ο δε συνήγορος του αιτητή, δήλωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε αίτηση για απόφαση εναντίον των καθ' ων η αίτηση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή «τουλάχιστον μέχρι και την έκδοση της απόφασης του σεβαστού Δικαστηρίου επί των προσωρινών διαταγμάτων και της σχετικής αίτησης του ενάγοντα.» Σημειωτέον ότι αυτές οι δηλώσεις έγιναν κατά την 19.4.2013, μετά που συμφωνήθηκε τρόπος επίσπευσης της ακρόασης και δόθηκαν οδηγίες για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και Ένσταση και αφού η ακρόαση της αίτησης επί του θέματος των εκδοθέντων και μη εκδοθέντων διαταγμάτων ορίστηκε για την 13.6.
- Αυτό ξεκάθαρα σημαίνει ότι μεταξύ 19.4.2013 και 13.6.2013 οι πάντες, όλοι δηλαδή οι παράγοντες της δίκης, θεωρούσαν και εκλάμβαναν ως δεδομένο ότι η τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων μετατέθηκε για εξέταση στις 13.6.2013, αφού εν τω μεταξύ, καταστεί δυνατό να ακουσθούν και οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι καθ' ων η αίτηση, ενεργούντες με αυτό το δεδομένο, ότι δηλαδή συνέχιζαν να ισχύουν τα διατάγματα μέχρι την 13.6.2013, προέβηκαν στην καταχώρηση της Ένστασης τους κατά της συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων, στην ενδιάμεση χρονική περίοδο, ήτοι στις 23.4.2013, ζητώντας την άρση της ισχύος των διαταγμάτων.
- Ακόμα και στις 13.6.2013, λίγο πριν να ασκηθεί η επίμαχη δικαστική κρίση περί του ότι είχαν παύσει να ισχύουν τα εκδοθέντα διατάγματα, κανένας δεν έθεσε θέμα ότι τα διατάγματα έπαυσαν να ισχύουν και επομένως ότι, είχε αποφορτισθεί το στοιχείο του επείγοντος από την αίτηση, αλλά αντίθετα, φαίνεται να διεξήχθη συζήτηση και υποβλήθηκαν παραστάσεις στη βάση ότι συνέχιζαν να ισχύουν σαρωτικής φύσεως διατάγματα, ως αιτία πρόκλησης καθυστέρησης, αν εγκρινόταν η αιτούμενη αναβολή.
- Μέχρι την 13.6.2013, και ενώ βρισκόταν σε εκκρεμότητα η απόφανση κατά πόσο τα εκδοθέντα διατάγματα θα καθίσταντο οριστικά ή θα τερματιζόταν η ισχύς τους, η μόνη ρητή διαταγή που είχε δοθεί από το Δικαστήριο και από το συντεταγμένο διάταγμα, ήταν ότι τα διατάγματα θα συνέχιζαν να ίσχυαν και το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί διαφορετικά «αφού ακούσει τους διαδίκους» όπως προβλέπεται στο Άρθρο 9
(3)του Κεφ.
- Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Acropol Shipping (ανωτέρω), ότι παρά τη ανυπαρξία ρητής προς τούτο οδηγίας από το Δικαστήριο στις 19.4.2013 όταν όριζε τα προσωρινά διατάγματα και την αίτηση για ακρόαση, εξυπακούετο ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα παρέμεναν σε ισχύ μέχρι την νέα ημερομηνία ή μέχρι την απόφανση ως προς την τύχη τους, αφού ακουσθούν και οι δύο πλευρές. Εδώ δεν είναι η περίπτωση κατά την οποία στις 19.4.2013 δεν είχαν επιδοθεί τα διατάγματα, ή δεν επιλήφθηκε το Δικαστήριο καθόλου του θέματος των προσωρινών διαταγμάτων. Στις 19.4.2013, το Δικαστήριο επιλήφθηκε των διαταγμάτων και της αίτησης και αφού άκουσε τις παραστάσεις των διαδίκων ως προς την σύντομη διεκπεραίωση της αίτησης, τροχοδρόμησε την περαιτέρω διαδικασία προς τον τελικό σκοπό της απόφανσης ως προς την τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων και της αίτησης. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η παράταση της ισχύος των διαταγμάτων μέχρις ότου ακουσθούν οι διάδικοι κατά την προς τούτο ορισθείσα ημερομηνία ώστε να αποφανθεί το Δικαστήριο, προκύπτει ξεκάθαρα από τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα το Δικαστήριο και οι διάδικοι κατά την 19.4.2013 και η μη ρητή αναφορά περί παράτασης της ισχύος των διαταγμάτων, δεν ενέχει καμιά ουσιαστική σημασία.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, σελ. 32, υπό τον τίτλο «Παράλειψη να διαταχθεί η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος», τονίζεται πως πέραν της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος, υποχρέωση έχουν και οι δικηγόροι των διαδίκων και ιδιαίτερα των αιτητών να βεβαιωθούν ότι στο πρακτικό του Δικαστηρίου γίνεται μνεία για συνέχιση του διατάγματος. Με παραπομπή στην ως άνω νομολογία, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι στην παλαιότερη νομολογία η τάση ήταν να δίδεται σημασία στην πρόθεση του Δικαστηρίου, ενώ πιο πρόσφατη νομολογία φαίνεται να υιοθετεί μια πιο αυστηρή προσέγγιση, θεωρώντας ότι η μη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος οδηγεί σε ακύρωση. Η ΜΑ, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, προβάλλει ισχυρισμούς ως προς τη συνεννόηση των δικηγόρων των δύο πλευρών για να παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο στις 30.10.18 και να ζητούσαν όπως αυτό επιληφθεί της αίτησης ημ. 4.1.18, πλην όμως αντ΄ αυτού, κατά την επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 18.12.18 οι δικηγόροι των Εναγομένων 1-3 δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα και ήγειραν ζήτημα ακύρωσης των διαταγμάτων και της αίτησης. Αυτοί οι ισχυρισμοί αντικρούονται από τη ΔΠ στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, βασιζόμενο στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, να αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς αυτά τα γεγονότα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, κατ΄ αρχάς τονίζεται ότι στις 8.1.18 το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα ως οι παρ. Α-Δ της αίτησης ημ. 4.1.18 στην οποία ζητούντο διατάγματα «μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της αγωγής που φέρει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι να διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο». Σε όλες δε τις δικασίμους που ακολούθησαν, πλην της 15.10.18, το Δικαστήριο είχε αναφέρει ρητώς πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί πως τα διατάγματα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1-3 οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση και πως ακολούθησε η αίτηση του Ενάγοντος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία αφορούσε την αίτηση ημ. 4.1.18 (και για την οποία δόθηκε η απόφαση στις 15.10.18). Σύμφωνα πάντα με τον φάκελο, το Δικαστήριο επιλήφθηκε ρητώς της αίτησης ημ. 4.1.18 μέχρι και τις 3.4.18, όταν επιλήφθηκε και της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και έκτοτε δεν επιλαμβανόταν ρητώς της αίτησης ημ. 4.1.18, παρά μόνο της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση μέχρι και την έκδοση της απόφασης σε αυτή. Από τις 3.4.18 μέχρι και τις 15.10.18, υπήρξαν συνολικά έξι εμφανίσεις των δικηγόρων και των δύο πλευρών στα πλαίσια της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατά τις οποίες η πλευρά των Εναγομένων 1-3 δεν ήγειρε ποτέ οποιοδήποτε ζήτημα ως προς το ότι το Δικαστήριο δεν επιλαμβανόταν και της αίτησης ημ. 4.1.18, ενώ βεβαίως το Δικαστήριο ανανέωνε την ισχύ των διαταγμάτων (πλην της 15.10.18). Θεωρώ πως η ανανέωση των διαταγμάτων σε κάθε δικάσιμο καταδεικνύει πως αυτή γινόταν στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18, ανεξαρτήτως της μη ρητής αναφοράς στην εν λόγω αίτηση. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έδινε οδηγίες ως προς την ισχύ των διαταγμάτων, σαφώς ασχολείτο με την αίτηση ημ. 4.1.
- Οι οδηγίες ως προς την ισχύ των διαταγμάτων αφορούσαν τη συνέχιση της διαδικασίας και πορείας της αίτησης ημ. 4.1.18, αναλόγως των εξελίξεων, ήτοι αρχικώς την επίδοση σε όλους τους Εναγόμενους και ακολούθως, μετά την επίδοση στους Εναγόμενους 1-3, τον καθορισμό της πορείας της εν λόγω αίτησης, με την παρεμβολή της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ ταυτόχρονα την επίδοση στους υπόλοιπους Εναγόμενους, εξ ου και εξέδιδε διατάγματα για την επίδοση στους τελευταίους. Η δε συμπεριφορά των Εναγομένων 1-3, ήτοι η εμφάνιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης η οποία συναρτάτο άμεσα με τη διαδικασία της αίτησης ημ. 4.1.18, καταδεικνύει και εξυπακούει πως, ανεξαρτήτως της παράλειψης ρητής αναφοράς σε αυτή, και οι δύο πλευρές προωθούσαν ταυτόχρονα και τη διαδικασία της αίτησης (ημ. 4.1.18) εφόσον η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18, η έκβαση της οποίας συναρτάτο άμεσα με την περαιτέρω πορεία της αίτησης ημ. 4.1.
- Με άλλα λόγια, προκύπτει χωρίς δυσκολία πως καθόλη αυτή την πορεία, τόσο το Δικαστήριο όσο και οι δύο πλευρές ενεργούσαν στη βάση του ότι η περαιτέρω διαδικασία ως προς την αίτηση ημ. 4.1.18 θα καθοριζόταν μετά και αναλόγως της απόφασης του Δικαστηρίου επί της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επομένως, θεωρώ πως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς την ισχύ των διαταγμάτων καταδεικνύουν πως αυτό ουδέποτε εγκατάλειψε αλλά αντιθέτως επιλαμβανόταν και της αίτησης ενώ και οι δύο πλευρές προωθούσαν και τις δύο διαδικασίες, ανεξαρτήτως της μη ρητής αναφοράς στην αίτηση ημ. 4.1.
- Η στάση των Εναγομένων 1-3 σε αυτές τις έξι δικασίμους τους εμποδίζει πλέον να προβάλουν την παράλειψη του Δικαστηρίου να αναφερθεί ρητώς σε αυτή την αίτηση και συνακόλουθα να ισχυριστούν πως αυτή η παράλειψη επιφέρει το τέλος αυτής, ειδικότερα από τη στιγμή που τα διατάγματα εξακολουθούσαν να παραμένουν σε ισχύ. Με άλλα λόγια, θα ήταν παράδοξο οι οδηγίες για την ισχύ των διαταγμάτων να θεωρούντο ως ανεξάρτητες και άσχετες με την αίτηση ημ. 4.1.18, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν και οι Εναγόμενοι 1-3 έφεραν ένσταση, καθ΄ ον χρόνο το Δικαστήριο ασχολείτο με την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Ενάγοντος στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.
- Αντιθέτως είναι αυτονόητο πως αυτές οι οδηγίες αφορούν τη συγκεκριμένη αίτηση. Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης του Δικαστηρίου, θεωρώ πως η παράλειψη ρητής αναφοράς ως προς την ισχύ των διαταγμάτων στις 15.10.18 δεν επηρεάζει την προαναφερθείσα κατάσταση. Σαφώς η απόφαση αφορούσε θέμα το οποίο ενέπιπτε εντός των πλαισίων της αίτησης ημ. 4.1.18, επομένως η παράλειψη αναφοράς σε αυτή, σε συνδυασμό με την παράλειψη έγερσης αυτού του θέματος από την πλευρά των Εναγομένων 1-3, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε ζήτημα ως προς την αίτηση. Σαφώς, στις 15.10.18, το Δικαστήριο ασχολείτο με θέμα που αφορούσε και επηρέαζε την έκβαση της αίτησης ημ. 4.1.
- Η παράλειψη αναφοράς του Δικαστηρίου κατ΄ εκείνη τη μια δικάσιμο ως προς την ισχύ των διαταγμάτων δεν ενέχει σημασία, καθότι · Κατά την έκδοση τους τα διατάγματα εκδόθηκαν μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. · Αυτά επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1-
- · Οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν ένσταση και ανέμεναν την εκδίκαση της αίτησης ως προς τα κατά πόσο τα διατάγματα θα οριστικοποιούνταν ή θα ακυρώνονταν. · Σε όλες τις δικασίμους το Δικαστήριο ανέφερε πως τα διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ, χωρίς όμως να καθορίζει ημερομηνία. · Στις 15.10.18 το Δικαστήριο επιλήφθηκε θέματος που άπτετο της αίτησης ημ. 4.1.18 και παρόλο που δεν ανέφερε οτιδήποτε για την ισχύ των διαταγμάτων, αυτά βρίσκονταν ήδη σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου, και επομένως εξακολουθούσαν και εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ. · Οι δύο πλευρές προωθούσαν τη διαδικασία της αίτησης ημ. 4.1.18, μέσω της καταχώρισης από τους Εναγόμενους 1-3 ένστασης σε αυτή και της εκδίκασης της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18, χωρίς σε οποιαδήποτε ημερομηνία οι Εναγόμενοι 1-3 να εγείρουν ζήτημα είτε ως προς την αίτηση ημ. 4.1.18 είτε ως προς την ισχύ των διαταγμάτων. Τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Αναφορικά με την Αίτηση του Oleksii Arturovich Ostroukhov (ανωτέρω), ως προς το ότι εδώ τα διατάγματα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1-3 και το Δικαστήριο επιλαμβανόταν επιμέρους αίτησης στα πλαίσια της κυρίως αίτησης ημ. 4.1.18, ήτοι αίτησης συναρτώμενης με την αίτηση ημ. 4.1.18 και όχι μιας παντελώς άσχετης και ανεξάρτητης αίτησης με διαφορετικό αντικείμενο. Δεν χωρεί αμφιβολία ούτε και αμφισβητήθηκε πως η διαδικασία για την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση προωθείτο στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου συνάδουν με τις προαναφερόμενες υποθέσεις, στις οποίες μάλιστα το Δικαστήριο είχε επιληφθεί της αίτησης αλλά δεν έκανε αναφορά στα διατάγματα τα οποία παρέμεναν σε ισχύ. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τις επόμενες δικασίμους. Όσον αφορά τις 30.10.18, η υπόθεση είχε αναβληθεί λόγω απουσίας του Δικαστηρίου, ενόσω όμως τα διατάγματα εξακολουθούσαν να παραμένουν σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Κατά την επόμενη εμφάνιση των δικηγόρων των δύο πλευρών, ηγέρθη το ζήτημα το οποίο παρέμεινε τελικώς προς απόφαση σήμερα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παράλειψη του Δικαστηρίου να αναφερθεί ρητώς στην ισχύ των διαταγμάτων κατά τις 15.10.18 και μετέπειτα δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτών, είτε όσον αφορά τους Εναγόμενους 1-3 είτε όσον αφορά τους Εναγόμενους 4-6 και αυτά εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την περάτωση της Αγωγής και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η δε παράλειψη ρητής αναφοράς στην αίτηση ημ. 4.1.18 δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. ΙΙΙ. Μη Επίδοση Διαταγμάτων στους Εναγόμενους 4-6 Όπως έχει ήδη λεχθεί στην υπόθεση Acropol Shipping (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς παραμένει σε ισχύ για χρόνο όχι μακρύτερο από όσο είναι αναγκαίος για την επίδοση ειδοποίησης του στον επηρεαζόμενο και την παροχή της δυνατότητας σε αυτόν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί. Οι Εναγόμενοι 1-3 παρέπεμψαν στην υπόθεση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1105, προς υποστήριξη της θέσης πως το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω της μη επίδοσης στους Εναγόμενους 4-6 οι οποίοι είναι ουσιαστικοί εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή. Σε εκείνη την υπόθεση η μη επίδοση στον ουσιαστικότερο από τους εννέα εναγόμενους οδήγησε στην ακύρωση του διατάγματος καθότι όχι μόνο παραβίαζε τα προαπαιτούμενα του άρθρου 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αλλά η διατήρηση της ισχύος του διατάγματος πέραν του χρόνου που εύλογα ήταν αναγκαίος για σκοπούς επίδοσης του αποτελούσε και κατάχρηση διαδικασίας. Το Εφετείο διευκρίνισε πως, με βάση το λεκτικό του άρθρου 9
(3), οποιοσδήποτε των διαδίκων άλλος από αυτόν στον οποίο δεν επιδόθηκε το διάταγμα, δύναται να εισηγηθεί γιατί το διάταγμα δεν πρέπει να συνεχίσει να ισχύει. Η αρχή η οποία καθιερώθηκε στην εν λόγω υπόθεση είναι ότι ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την επίδοση του διατάγματος βαρύνει πρωτίστως τον διάδικο που το έχει εξασφαλίσει και το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για τις προσπάθειες επίδοσης του ούτως ώστε να παρατείνει τον χρόνο. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα εξής: «Συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι είναι καίριας σημασίας για τη διατήρηση διατάγματος σε ισχύ, ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την επίδοση του. Ο χρόνος αυτός βαρύνει πρώτιστα τον διάδικο που έχει εξασφαλίσει το διάταγμα σε μονομερή βάση και έχει βεβαίως και την άμεση ευθύνη για την επίδοση του. Αυτή την επίδοση πρέπει να την επιτύχει κατ' αρχάς εντός του χρόνου που το Δικαστήριο έχει δώσει για το σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο καθορίζοντας τον επιστρεπτέο χρόνο, έχοντας βεβαίως υπόψη τις όλες συνθήκες της υπόθεσης, όπως κατά πόσο οι επηρεαζόμενοι εναγόμενοι είναι στο εξωτερικό, θέτει ορόσημο στο χρόνο που αντικειμενικά έχει στη διάθεση του ο ενάγων. Ο ενάγων, εάν δεν επιτύχει την επίδοση θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις στο Δικαστήριο, διαφορετικά το διάταγμα παύει να ισχύει στη λήξη της περιόδου που το Δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο, δηλαδή, εύλογο για σκοπούς επίδοσης. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ως προς τις προσπάθειες που έγιναν, τότε δύναται να παρατείνει το χρόνο. Αυτό μπορεί να γίνει είτε ακούγοντας τους διαδίκους, ή, οποιοδήποτε απ' αυτούς.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο κατέληξε στην απόφαση του κρίνοντας πως υπήρχε εσκεμμένη παράλειψη προώθησης επίδοσης στον βασικότερο εναγόμενο, δηλώνοντας πως «Θα ήταν ενδεχομένως διαφορετικό, και δεν χρειάζεται να αποφασιστεί στην παρούσα έφεση, εάν ο εφεσίβλητος ως ενάγων είχε πράγματι τουλάχιστον προσπαθήσει, ως όφειλε, να επιδώσει και στον εναγόμενο 1, αλλά αυτό δεν είχε καταστεί δυνατό για λόγους πέραν του ελέγχου του και ανεξάρτητους από την προσπάθεια και τη θέληση του.» Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 2 στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, πως οι Εναγόμενοι 4-6 είναι ουσιαστικοί εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή ουδόλως αντικρούονται από την πλευρά του Ενάγοντος και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου, και ειδικότερα την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.
- Συγκεκριμένα, με βάση τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, προκύπτει πως οι Εναγόμενοι 4-6 είναι οι ιδιοκτήτες και αυτοί που έχουν συμφέρον στην Εναγομένη 1 και αυτοί που επηρεάζονται από την αλλαγή στη σύνθεση του διοικητικού της συμβουλίου, οι δε Εναγόμενοι 5 και 6 είναι οι νέοι διευθυντές της Εναγομένης 1 οι οποίοι και εμποδίζονται με τα διατάγματα να κατέχουν αυτό το αξίωμα και να εκτελούν τα καθήκοντα τους. Ως προς τον Εναγόμενο 4, αυτός φέρεται να είναι διευθυντής της Εναγομένης 1 και μέτοχος σε άλλη εταιρεία προς την οποία κάποιοι των μετόχων της Εναγομένης 1 είχαν πρόθεση να μεταβιβάσουν τις μετοχές της. Τούτου λεχθέντος βεβαίως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως εξίσου βασικός εναγόμενος είναι η ίδια η εταιρεία, η Εναγομένη 1, ενώ η Εναγομένη 3 είναι η γραμματέας της και η Εναγομένη 2 διευθύντρια της Εναγομένης 3 και αυτή που υπέγραψε για την αλλαγή του διοικητικού συμβουλίου. Όπως αναφέρει και η Εναγομένη 2, τόσο αυτή όσο και η Εναγομένη 3 παρέχουν διοικητικές υπηρεσίες στην Εναγομένη
- Συνεπώς και ο δικός τους ρόλος στην υπόθεση δεν δύναται να παραγνωριστεί. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως δεν κρίνεται βάσιμη η θέση της Εναγομένης 2 ότι η μη ύπαρξη της μαρτυρίας των Εναγομένων 4-6 στερεί τους Εναγόμενους 1-3 τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις θέσεις εκείνων και έτσι να διαφωτίσουν το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν ένσταση χωρίς οποτεδήποτε να θέσουν τέτοιο ζήτημα. Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα ορίσει την αίτηση ημ. 4.1.18 για ακρόαση μόνο για τους Εναγόμενους 1-3 είναι ξεχωριστό θέμα το οποίο θα αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο. Μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει πως από την έκδοση των διαταγμάτων ο Ενάγων προβαίνει σε προσπάθειες επίδοσης αυτών στους Εναγόμενους 4-
- Η πρώτη αίτηση για επίδοση καταχωρίστηκε κάποιες μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος, ήτοι στις 29.1.18, και διατάχθηκε η επίδοση στην Ιαπωνία στους Εναγόμενους 4 και 6 των εγγράφων με πιστή μετάφραση στα Ιαπωνικά και η επίδοση στον Εναγόμενο 5 στο Ισραήλ με μετάφραση στα Αραβικά σε δοθείσες διευθύνσεις, μέσω της Σύμβασης της Χάγης. Ακολούθησε η δεύτερη αίτηση στις 18.4.18 και διατάχθηκε η επίδοση στους Εναγόμενους 4-6 και με μετάφραση στα Αραβικά ή Εβραϊκά στον Εναγόμενο
- Όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ΜΑ, και χωρίς να αντικρουστεί, μετά την έκδοση του πρώτου διατάγματος για επίδοση, τα έγγραφα στάληκαν για μετάφραση. Λόγω μη εξεύρεσης μεταφραστών στην Κύπρο, οι δικηγόροι ανέθεσαν τη μετάφραση σε μεταφραστές στο εξωτερικό, η οποία (μετάφραση) έγινε από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και ακολούθως στα Ιαπωνικά ή στα Αραβικά. Ενώ τα έγγραφα παραδόθηκαν στον Εναγόμενο 4 μέσω DHL στις 2.8.18, όπως επιμαρτυρεί η συνημμένη απόδειξη παραλαβής, Τεκμήριο 1, στις 7.12.18 τα έγγραφα στάληκαν εκ νέου για επίδοση στον ίδιο λόγω του ότι την πρώτη φορά εκ παραδρομής δεν είχαν επιδοθεί όλα τα έγγραφα και συγκεκριμένα τα πιστά αντίγραφα κάποιων εγγράφων. Αυτά παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 4 μέσω DHL στις 11.12.18, Τεκμήριο
- Σχετική είναι και η ένορκη δήλωση επίδοσης ημ. 19.12.18 η οποία είναι καταχωρημένη στον φάκελο. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 5, τα έγγραφα στάληκαν μέσω DHL, πλην όμως αυτά δεν παραδόθηκαν λόγω έλλειψης του ταχυδρομικού κώδικα, και έχουν σταλεί μέσω της αρμόδιας αρχής και παραληφθεί από την αρμόδια αρχή του Ισραήλ, Τεκμήριο 3, χωρίς ακόμα να γίνει η επίδοση. Ο λόγος για τον οποίο ζητήθηκε η μετάφραση είτε στα Αραβικά είτε στα Εβραϊκά είναι ότι αυτές είναι οι επίσημες γλώσσες στο Ισραήλ. Λόγω της έλλειψης του ταχυδρομικού κώδικα, δεν κατέστη δυνατή η επίδοση των εγγράφων στον Εναγόμενο 6 στην Ιαπωνία και η αρμόδια αρχή της Ιαπωνίας έχει αρνηθεί να παραλάβει τα έγγραφα, Τεκμήριο
- Κατόπιν προσπαθειών ο Ενάγων έχει εντοπίσει διεύθυνση του Εναγομένου 6 στην Αμερική, εξ ου και στην 1.2.19 καταχωρίστηκε η αίτηση και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Δεν υιοθετώ την εισήγηση των Εναγομένων 1-3 πως οι πιο πάνω ισχυρισμοί της ΜΑ δεν είναι ικανοί να καταδείξουν ότι ο Ενάγων ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια για τη λήψη διαβημάτων ως προς την επίδοση. Η δικηγόρος εισηγείται πως δεν εξηγείται π.χ. γιατί η πρώτη αίτηση καταχωρίστηκε σχεδόν ένα μήνα μετά την έκδοση των διαταγμάτων, πότε ανατέθηκε η μετάφραση των εγγράφων και πότε αυτά στάληκαν στον Εναγόμενο
- Αυτή η εισήγηση αφορά σε αποσπασματικές λεπτομέρειες οι οποίες δεν είναι αναγκαίες, εφόσον από την όλη περιγραφή των γεγονότων δίδεται με επάρκεια η πλήρης εικόνα της όλης προσπάθειας επίδοσης στους Εναγόμενους 4-
- Η δικηγόρος παραπέμπει επίσης σε ισχυρισμό της Ενάγουσας σε ένορκη δήλωση ένστασης σε αίτηση παραμερισμού. Αυτή η παραπομπή κρίνεται αδόκιμη, καθότι ο εκεί προβαλλόμενος ισχυρισμός περί μετάφρασης των εγγράφων τέσσερις μήνες μετά την έκδοση των πρώτων διαταγμάτων δεν υποστηρίζεται από τα ίδια τα γεγονότα, ήτοι την αποστολή αυτών σε ενωρίτερο στάδιο και συγκεκριμένα πριν την καταχώριση της δεύτερης αίτησης, ήτοι στις 18.4.
- Τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης διαχωρίζονται από αυτά της Capman (ανωτέρω) καθότι εκεί το καθοριστικό κριτήριο ήταν το ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια επίδοσης, ενώ στην παρούσα έγιναν και γίνονται συνεχείς προσπάθειες, οι οποίες ξεκίνησαν κάποιες μέρες μετά την έκδοση των διαταγμάτων και μάλιστα έχει ήδη επιτευχθεί η επίδοση στον Εναγόμενο
- Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, και με δεδομένο ότι επιδιώκετο η επίδοση στους Εναγόμενους 4-6 στην Ιαπωνία και στο Ισραήλ, εύλογα συνάγεται πως απαιτείται κάποιος χρόνος για μετάφραση των εγγράφων και της διαδικασίας επίδοσης μέσω της Σύμβασης της Χάγης. Διαφαίνεται χωρίς δυσκολία πως ο Ενάγων καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επιδώσει τα έγγραφα στους Εναγόμενους 4-
- Καταχώρισε ήδη δύο αιτήσεις για τους Εναγόμενους 4-6, και τελικώς κατάφερε να επιδώσει στον Εναγόμενο 4 στην Ιαπωνία, ενώ καταχώρισε και τρίτη για τον Εναγόμενο
- Σαφώς η πλευρά του Ενάγοντος δεν έχει παραμείνει αδρανής ως προς την επίδοση στους Εναγόμενους 4-6 αλλά διαφαίνεται πως προβαίνει σε συνεχείς προσπάθειες εντοπισμού διευθύνσεων και τρόπου επίτευξης της επίδοσης. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρώ πως η παράλειψη επίδοσης μέχρι πρότινος στον Εναγόμενο 4 και μέχρι στιγμής στους Εναγόμενους 5 και 6 είναι αδικαιολόγητη ούτως ώστε να απολήγει δίχως άλλο στην απόρριψη της. ΙV. Καθυστέρηση στην Καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης Είναι παραδεκτό πως η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 26.10.18, δηλαδή 9 ½ μήνες μετά την καταχώριση της Αγωγής. Αποτελεί καθιερωμένη νομική αρχή πως σε περίπτωση καταχώρισης αγωγής με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας χωρίς προώθηση της αγωγής, τότε το εξασφαλισθέν διάταγμα και συνακόλουθα η αίτηση αυτομάτως ακυρώνονται ως κατάχρηση της διαδικασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) είναι διαφωτιστικό: «Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Θεωρώ πως η πιο πάνω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση λόγω της στάσης των ίδιων των Εναγομένων 1-
- Οι Εναγόμενοι 1-3 εγείρουν τέτοιο ζήτημα με την υπό κρίση Αίτηση, ενώ έχει ήδη προηγηθεί η καταχώριση αίτησης εκ μέρους τους για απόρριψη της Αγωγής λόγω έλλειψης προώθησης της διαδικασίας την οποία (αίτηση) ζήτησαν να αποσύρουν λόγω της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να επιμένουν στο αίτημα τους ή να εγείρουν οποιοδήποτε ζήτημα ως προς το εκπρόθεσμο ή τις συνέπειες της καταχώρισης έκθεσης απαίτησης σε εκείνο το στάδιο. Μάλιστα οι ίδιοι προχώρησαν ένα βήμα πιο κάτω με την καταχώριση αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρισης της υπεράσπισης τους. Αυτή η συμπεριφορά τους καταδεικνύει την αποδοχή εκ μέρους τους της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, στο χρονικό στάδιο που αυτή καταχωρίστηκε, με αποτέλεσμα να κωλύονται να εγείρουν τέτοιο ζήτημα. Επιπλέον επισημαίνεται πως το Δικαστήριο ενέκρινε αίτηση του Ενάγοντος για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, κάτι το οποίο δεικνύει πως ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν λόγοι που να δικαιολογούσαν την καθυστέρηση στην καταχώριση αυτής. Σχετική είναι η υπόθεση Τ.Α. Micrologic Computer Consultants v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802. Ως εκ τούτου θεωρώ πως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η καθυστέρηση στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη της Αγωγής. V. Τροποποίηση Εναγομένης 3 Η τροποποίηση του κλητηρίου με τη διαφοροποίηση του ονόματος της Εναγομένης 3 από «Avery Nominees Ltd» σε «Avery Management Ltd» έγινε δυνάμει των προνοιών της Δ.25 θ.1
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία επιτρέπει την τροποποίηση του κλητηρίου, μετά την επίδοση αυτού αλλά πριν την Κλήση για Οδηγίες, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Στο αρχικό κλητήριο ως Εναγομένη 3 αναγραφόταν η «Avery Nominees Ltd» ενώ στη μονομερή αίτηση για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων αναγραφόταν στον τίτλο ως Εναγομένη 3 η «Avery Management Ltd». Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.18, αναφέρεται πως η Εναγομένη 3 είναι η γραμματέας της Εναγομένης 1 και επισυνάπτεται αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 3, στο οποίο αναγράφεται η «Avery Management Ltd». Σημειώνεται πως η εταιρεία «Avery Nominees Ltd» φαίνεται να ήταν μέτοχος της Εναγομένης 1, ως το συνημμένο αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο
- Στα συνταχθέντα διατάγματα του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων, ο τίτλος της Αγωγής φέρει την «Avery Management Ltd» ως Εναγομένη
- Στην ένσταση των Εναγομένων 1-3 αναγραφόταν στον τίτλο η «Avery Nominees Ltd» εκ μέρους της οποίας καταχωρίστηκε η ένσταση. Με την ένσταση δεν εγείρεται λόγος πως η Εναγομένη 3 «Avery Nominees Ltd» δεν είναι η γραμματέας της Εναγομένης 1, αλλά αντιθέτως στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει η ενόρκως δηλούσα, Εναγομένη 2, αναφέρει ρητώς πως είναι η διευθύντρια της Εναγομένης 3, γραμματέως της Εναγομένης
- Δεν χωρεί αμφιβολία πως και οι δύο πλευρές, στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18, αναγνωρίζουν πως η φερόμενη ως Εναγομένη 3 διάδικος είναι η γραμματέας της Εναγομένης 1, η οποία δεν είναι άλλη από την «Avery Management Ltd». Ενόψει αυτών των δεδομένων είναι ο ισχυρισμός της ΜΑ πως η τροποποίηση έγινε ακριβώς για διόρθωση της λανθασμένης αναγραφής του ονόματος της Εναγομένης 3, το οποίο στα διατάγματα ημ. 8.1.18 φαίνεται ορθώς, και πως η τροποποίηση αφορά απλή παρατυπία και δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του διατάγματος. Στην υπόθεση Λάμπρου v. Λάμπρου
(2002)1(Β0 Α.Α.Δ. 1092, αναφέρονται τα εξής: «Η αναφορά σε λανθασμένο όνομα (misnomer) μπορούσε να διορθωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25, θεσμού 1, όπως επίσης και σύμφωνα με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. (Ιδε Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδης
(1968)1 C.L.R. 295, Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, Έλληνας ν. Χριστοδούλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 438 και Mercer Alloys Corporation and another v. Rolls Royce Ltd. [1972] 1 All ER 211). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ferro Fashions Ltd. v. Fashion Box SRL
(1999)1 A.A.Δ. 1858: "Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα."» Στην υπόθεση E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufactures Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.443, υιοθετώντας την Αγγλική υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels [1954] All E.R. 659, λέχθηκε πως η διόρθωση λανθασμένου ονόματος μπορεί να γίνει δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 θ.5 ή και της συμφυούς εξουσίας του και πως μια τέτοια διόρθωση μπορεί να γίνει στα πλαίσια εκείνα εφόσον δεν πρόκειται για αλλαγή της απόφασης αυτής καθ΄ εαυτής. Σύμφωνα με την υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, το κατά πόσο η τροποποίηση αφορά μη υφιστάμενο διάδικο ή σφάλμα ονόματος αποφασίζεται στη βάση του τι συμπεραίνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγόμενου, που λαμβάνει το κλητήριο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 . έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία. . Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπαιράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: . Σε μετάφραση: «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)".» Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλο το ιστορικό της διαδικασίας και τη μη έγερση οποιασδήποτε ένστασης ή αιτήματος ως προς το όνομα της Εναγομένης 3, δεν χωρεί αμφιβολία πως ήταν εξαρχής αντιληπτό αλλά και δεκτό από αυτή πως η διάδικος ήταν η γραμματέας της Εναγομένης 1 και σε αυτή τη βάση κινήθηκε όλη η μέχρι στιγμής διαδικασία και από την πλευρά της, ανεξαρτήτως της ύπαρξης νομικού προσώπου με το όνομα της αρχικής Εναγομένης 3. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις Αγγλικές υποθέσεις Davies v. Elsby Bros Ltd
(1961)3 All E.R. 796, 802,
(1962)1 QB 271 και Whittam v. W J Daniel & Co Ltd [1961] 3 All E.R. 796, [1962] 1 QB 271, στις οποίες γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά. (ανωτέρω). Ως εκ τούτου, καταλήγω πως η τροποποίηση αφορά καθαρά απλή διόρθωση του ονόματος της Εναγομένης 3, ήτοι της Avery Management Ltd, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης του διατάγματος ημ. 8.1.18 αναφορικά με αυτή. VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-3 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο