← Κύπρος

Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 1249/2017, 2/5/2019

Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 1249/2017, 2/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1249/2017 Μεταξύ: 1. Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd 2. . Γεωργίου 3. . Γεωργίου Εναγόντων v. Hellenic Bank Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 16.4.19 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 2 Mαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Ζαχαρίου για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Κίζη για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να ακυρώνονται και ή αναστέλλονται (
  2. i)η διαδικασία πώλησης μέσω πλειστηριασμού ο οποίος ορίστηκε στις 2.5.19 της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων 1 και του Ενάγοντος 2 δυνάμει των υποθηκών Υ1330/2008 και Υ1225/2013 αντίστοιχα και (
  3. ii)η ισχύς των ειδοποιήσεων ΙΑ οι οποίες επιδόθηκαν στους Ενάγοντες στις 2.4.19 για πώληση της ως άνω ενυπόθηκης περιουσίας, μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, διευθυντή των Εναγόντων 1 και συζύγου της Ενάγουσας 3. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες 1, με εξασφαλίσεις τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόντων 2 και 3 και την Υ1330/08, τις οικονομικές δυσκολίες των Εναγόντων λόγω της οικονομικής κρίσης το 2013 μέχρι και τη σύναψη νέου δανείου ημ. 23.8.13 από τους Ενάγοντες 1 με επιπρόσθετη εξασφάλιση την Υ1225/13. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Εναγόντος 2 πως το νέο δάνειο συνήφθη κάτω από καθεστώς εκβιασμού και απειλών εκ μέρους των Εναγομένων και με δυσμενείς για τους Ενάγοντες όρους. Ο Ενάγων 2 αναφέρει πως λόγω των έντονων διαφωνιών ως προς τον τρόπο διαχείρισης των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων, έγιναν αρκετές συναντήσεις μεταξύ των δύο πλευρών κατά το 2016 για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν. Αφού οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποιήσεις Θ και Ι στις 20.4.17, καταχώρισαν την υπό κρίση Αγωγή και απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους με την οποία αμφισβητούσαν το ποσό του δανείου λόγω παράνομων τόκων και υπερχρεώσεων, ζητώντας την ακύρωση του παράνομου δανεισμού. Τον Οκτώβριο του 2017 οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στον Οικονομικό Σύμβουλο, κ. ΚΚ (εφεξής «ο ΚΚ») ο οποίος συνέχισε τις επαφές με τους Εναγόμενους και υπέβαλε διάφορες προτάσεις εκ μέρους των Εναγόντων για διευθέτηση του δανείου, χωρίς να επιτευχθεί συμβιβασμός, μέχρι και την υποβολή της τελευταίας πρότασης ημ. 10.4.19 για την οποία οι Εναγόμενοι δεν έδωσαν απάντηση. Ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, στις 2.4.19 οι Εναγόμενοι επέδωσαν στους Ενάγοντες ειδοποιήσεις ΙΑ για πώληση με πλειστηριασμό της ως άνω ενυπόθηκης περιουσίας. Ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση λόγω παράνομων χρεώσεων, τόκων υπερημερίας και ανατοκισμών ενώ αμφισβητείται και η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου και υποθηκών. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι παρέβησαν τις υποσχέσεις και παραστάσεις τους ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών θα ήταν άψογη και ότι οι τελευταίοι θα επιδείκνυαν καλόπιστη συμπεριφορά και θα συμμορφώνονταν προς τις σχετικές νομοθεσίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ενεργώντας αυθαίρετα, κακόπιστα και καταχρηστικά. Ισχυρίζεται επίσης πως τυχόν εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας θα οδηγήσει σε πώληση της μοναδικής περιουσίας των Εναγόντων μέχρι και στο 30% χαμηλότερα της αξίας της, κάτι το οποίο επηρεάζει αρνητικά την αποπληρωμή του υπολοίπου των επίδικων δανείων. Ο Ενάγων 2 αναφέρει ακόμα πως το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, δυνάμει του οποίου στάλησαν οι ειδοποιήσεις ΙΑ αντιβαίνουν στα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Ο μοναδικός σκοπός της Αγωγής είναι η καθυστέρηση του πλειστηριασμού και όχι η αναζήτηση των θεραπειών του κλητηρίου. Η καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής οδηγεί από μόνη της στην απόρριψη της Αίτησης. 3) Σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης, η ενδεχόμενη οποιαδήποτε ζημιά είναι καθαρά χρηματική και δεν έχει αμφισβητηθεί η φερεγγυότητα των Εναγομένων και η ικανότητα τους να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες. 4) Οι Ενάγοντες κωλύονται να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη στιγμή που η ενυπόθηκη περιουσία υποθηκεύτηκε κατόπιν πρωτοβουλίας και με την ελεύθερη συναίνεση των Εναγόντων. 5) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση περιέχει ατεκμηρίωτους, αόριστους και γενικόλογους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας. 6) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. 7) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων. 8) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι προς το συμφέρον των Εναγόντων εφόσον θα μειωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο. 9) Οι Ενάγοντες κωλύονται να αμφισβητούν την εγκυρότητα των υποθηκών μετά από τόσα έτη παραχώρησης αυτών. 10) Η καταχώριση της Αγωγής λίγες μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης Ι και η καταχώριση της παρούσας λίγες μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ καθιστούν την Αίτηση επιπόλαια, ενοχλητική, εκβιαστική και καταχρηστική με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΟ (εφεξής «η ΜΟ»), υπαλλήλου της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd (εφεξής «η APS»). Η ΜΟ αναφέρει πως ήταν υπάλληλος των Εναγομένων μέχρι και τις 30.6.17 όταν μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από τους Εναγόμενους στην APS, συμπεριλαμβανομένων των υπό κρίση λογαριασμών των Εναγόντων 1. Η ΜΟ αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας των διαδίκων και ειδικότερα επεξηγεί πως οι διαβουλεύσεις με τους Ενάγοντες γίνονταν κατόπιν αιτήματος των τελευταίων χωρίς ποτέ να προβληθεί ισχυρισμός για παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς, και πως στα πλαίσια των εν λόγω διαβουλεύσεων οι Εναγόμενοι ζήτησαν κάποια έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες ουδέποτε προσκόμισαν. Η ΜΟ ισχυρίζεται πως η διαδικασία επίδοσης των ειδοποιήσεων έγινε καθόλα νόμιμα και κανονικά, πως οι όποιες συζητήσεις γίνονταν άνευ βλάβης και πως οι προτάσεις των Εναγόντων απορρίφθηκαν, η δε τελευταία πρόταση ημ. 10.4.19 απορρίφθηκε με επιστολή των Εναγομένων ημ. 16.4.19. Ακολούθως η ΜΟ κάνει μια αναδρομή στο όλο ιστορικό των γεγονότων από την αρχική σύναψη των συμφωνιών μέχρι και την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ, αρνούμενη όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης αυτών και αναφέρει πως οι συμφωνίες είναι έγκυρες και τα οφειλόμενα ποσά είναι καθόλα νόμιμα. Τέλος, ισχυρίζεται πως το Μέρος VIA του Ν.9/65 δεν παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων και βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Επιπλέον, η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι το κατά πόσο η καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής αποτελεί από μόνη της λόγο για την απόρριψη της Αίτησης. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 2.5.17 με την καταχώριση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 11.5.17 και έκτοτε δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στην Αγωγή μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αποτελεί κοινό έδαφος πως η Αγωγή καταχωρίστηκε μετά την επίδοση στους Ενάγοντες των ειδοποιήσεων Θ και Ι στις 20.4.17 για πώληση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων, προφανώς στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος διασφάλισης λόγου για παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ βάσει του τότε εν ισχύι Ν.9/
  2. Είναι γεγονός πως οι Ενάγοντες δεν προώθησαν τη διαδικασία στην παρούσα Αγωγή. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως ούτε και οι Εναγόμενοι έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα λόγω της παράλειψης προώθησης αυτής, ενώ βεβαίως μεσολαβούσαν και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών για τον σκοπό διευθέτησης των όποιων υποχρεώσεων των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους. Με αυτά τα δεδομένα και από τη στιγμή που κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής οι Ενάγοντες ασκούσαν ένα καθόλα νόμιμο δικαίωμα τους προς τον σκοπό διασφάλισης αναγνωρισμένου από τον Νόμο λόγου για παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ και συνακόλουθα της διαδικασίας πώλησης δια πλειστηριασμού, δεν θεωρώ ορθό να αποδοθούν αλλότρια κίνητρα στους Ενάγοντες με την έγερση της Αγωγής. Η δε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας μέχρι στιγμής προφανώς δεν βρήκε αντίθετη στάση και αντίδραση από τους Εναγόμενους, οι οποίοι παρέμειναν και αυτοί αμέτοχοι και αδρανείς, καθ΄ ον χρόνο οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις, μέχρι και τον Απρίλιο του 2019, και επομένως υπήρχε η πιθανότητα εξεύρεσης λύσης και αποφυγής προώθησης της παρούσας διαδικασίας, κάτι το οποίο θα απέφευγε και έξοδα και χρόνο. Είναι γεγονός πως μετά τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13.7.18, και την εξάλειψη της εκκρεμότητας αγωγής και την αντικατάσταση ως λόγου για τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ την έκδοση προσωρινού διατάγματος, οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν άμεσα με αίτηση για διάταγμα παρά μόνο μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων ΙΑ. Σαφώς αυτή η Αίτηση αποσκοπεί στη διακοπή της διαδικασίας πώλησης, δικαίωμα το οποίο παρέχεται στους Ενάγοντες. Είναι δε άξιον απορίας πως ανάλογη στάση τήρησαν και οι Εναγόμενοι, εφόσον αυτοί επέδωσαν τις ειδοποιήσεις Θ και Ι πριν την καταχώριση της Αγωγής και παρέμειναν εξίσου αδρανείς τόσο αναφορικά με την Αγωγή όσο και με τη διαδικασία πώλησης μέχρι προφανώς το σημείο διαπίστωσης περί μη θετικής κατάληξης των διαβουλεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Βασικά εκείνο που συνάγεται είναι πως και οι δύο πλευρές προέβησαν στις νόμιμες ενέργειες προς διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων τους εκατέρωθεν κατά τον χρόνο που η καθεμιά θεωρούσε πρόσφορο. Η νομολογία στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των Εναγομένων, ήτοι οι υποθέσεις Louis Vouitton v. Δερμοσάκ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 149, Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572 και Κίτσιος κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262 δεν υποστηρίζουν τη θέση των Εναγομένων. Σε εκείνες τις υποθέσεις καθιερώθηκε και εφαρμόστηκε η νομική αρχή πως η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση αγωγής, στα πλαίσια της οποίας με την καταχώριση της εξασφαλίστηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα, συνιστά εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για την έκδοση τέτοιου διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που προορίζεται να εξυπηρετήσει, και οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Με άλλα λόγια, στις εν λόγω υποθέσεις κρίθηκε πως ο σκοπός καταχώρισης της αγωγής ήταν η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Στις εν λόγω υποθέσεις υιοθετήθηκαν βασικά τα όσα είχαν λεχθεί στην υπόθεση Louis Vouitton v. Δερμοσάκ κ.ά. (ανωτέρω), και συγκεκριμένα πως: «. θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισι περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Σαφώς τα δεδομένα της παρούσας είναι διαφορετικά εφόσον η Αγωγή καταχωρίστηκε χωρίς ταυτόχρονα να επιδιώκεται ενδιάμεση θεραπεία και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε δύο έτη αργότερα. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η Αίτηση δεν οδηγείται σε απόρριψη για τον λόγο καθυστέρησης προώθησης της Αγωγής υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες καταχώρισαν μόνο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 2.5.17, με το οποίο ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου πως οι συμφωνίες δανείου οι οποίες αναδιαρθρώθηκαν με τη συμφωνία δανείου ημ. 23.8.13, οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόντων 2 και 3, οι δύο ως άνω υποθήκες και το Ομόλογο Επιβάρυνσης ημ. 15.12.02 είναι άκυρες, παράνομες και στερούνται νομικού αποτελέσματος λόγω του ότι συνήφθησαν ως αποτέλεσμα δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και ή ανέντιμης και ή κακόπιστης συμπεριφοράς και ή οικονομικού εξαναγκασμού και ή εκβιασμού και ή λόγω του ότι περιέχουν επαχθείς και παράνομους όρους και ή καταστρατηγούν τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων. Επίσης οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και ή διαγράφονται όλες οι παράνομες χρεώσεις από τη σύμβαση δανείου ημ. 23.8.13 καθώς επίσης και αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν λόγω παράνομης και ή άκυρης συμφωνίας και ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων εις βάρος των Εναγόντων. Με βάση το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτό αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και συνακόλουθα όλων των εξασφαλίσεων λόγω ισχυριζόμενου δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς, οικονομικού εξαναγκασμού, επαχθών όρων και παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχει και αξίωση για αποζημιώσεις. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, επισημαίνω αρχικά πως η ένορκη δήλωση της ΜΟ είναι καθόλα νομότυπη εφόσον εκεί όπου αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της γνώσης της, όπως π.χ. τους δικηγόρους των Εναγομένων ή το εκάστοτε αρμόδιο τμήμα και λειτουργό των Εναγομένων, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά στα ονόματα συγκεκριμένων προσώπων, προς συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπρόσθετα, όλα τα συνημμένα Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της ΜΟ έχουν παρουσιαστεί προς πλήρη συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.21, ανεξαρτήτως της πηγής γνώσης της ΜΟ γι΄ αυτά, την οποία (πηγή) αποκαλύπτει. Επομένως η σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων κρίνεται παντελώς αβάσιμη και ανεδαφική. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και οι εξασφαλίσεις αυτών είναι παραδεκτές. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, αρχικά συνήφθησαν διάφορες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, (ήτοι λογαριασμών και δανείων) προς όφελος των Εναγόντων 1, με εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόντων 2 και 3 και την υποθήκευση ακινήτων των Εναγόντων 1 δυνάμει της Υ1330/
  2. Αντίγραφο της Υ1330/08 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΜΟ, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω υποθήκη παραχωρήθηκε για ποσό €480.000 πλέον τόκους και έξοδα. Όπως αναφέρει ο Ενάγων 2, στις 23.8.13 συνήφθη νέα συμφωνία για παραχώρηση προς τους Ενάγοντες 1 δανείου ύψους €880.000 με τόκο, με εξασφάλιση την υποθήκευση ακινήτων του Ενάγοντος 2 δυνάμει της Υ1225/
  3. Αποτελεί κοινό έδαφος πως το δάνειο παραχωρήθηκε υπό μορφή λογαριασμού -
  4. Όπως αναφέρει η ΜΟ και καταγράφεται στη σχετική Επιστολή Ανειλημμένης Υποχρέωσης ημ. 19.8.13, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση, το νέο δάνειο παραχωρήθηκε προς εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγόντων 1, συμπεριλαμβανομένων εξόφλησης παρατραβηγμάτων και δανείου. Στην εν λόγω Επιστολή καθορίζεται η χρέωση του επιτοκίου και αναφέρεται πως το ποσοστό αυτού είναι καθαρά ενδεικτικό και πως το δάνειο εξασφαλίζεται με την Υ1330/08 και την Υ1225/
  5. Η ΜΟ επισυνάπτει αντίγραφο της Υ1225/13, Τεκμήριο 3, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω υποθήκη παραχωρήθηκε για ποσό €24.500 πλέον τόκους και έξοδα. Ο ισχυρισμός της ΜΟ για υπερβάσεις και καθυστερήσεις στους εν λόγω λογαριασμούς, και συνακόλουθα τον τερματισμό αυτών, δεν έχει αντικρουστεί από την πλευρά των Εναγόντων, όπως άλλωστε φαίνεται και από τις σχετικές επιστολές τερματισμού ημ. 3.10.16, Τεκμήριο
  6. Είναι επίσης παραδεκτές και από τις δύο πλευρές η επίδοση των ειδοποιήσεων Θ και Ι στις 20.4.17 για πώληση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων, Τεκμήριο 7, η καταχώριση της παρούσας Αγωγής στις 2.5.17 και ακολούθως η επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ στις 2.4.19 για τις δύο υπό κρίση υποθήκες, Τεκμήριο
  7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της εν λόγω συμφωνίας ημ. 23.8.13 οι οποίοι εν πάση περιπτώσει τίθενται με γενικότητα και αοριστία. Ειδικότερα, ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται πως κατά το 2013 οι Εναγόμενοι άσκησαν πιέσεις «που άγγιζαν τα όρια του οικονομικού εκβιασμού και απειλών» με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποκύψουν στη σύναψη του νέου δανείου «κάτω από δυσμενείς όρους σε βάρος» τους. Σε εκείνο το σημείο της ένορκης του δήλωσης ο Ενάγων 2 δεν δίνει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τις πιέσεις και γενικότερα τη συμπεριφορά των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες η οποία κατ΄ ισχυρισμό τους ανάγκασε στην υπογραφή της νέας συμφωνίας και ούτε επεξηγεί και προσδιορίζει ποιοι είναι οι δυσμενείς όροι της εν λόγω συμφωνίας εις βάρος τους. Σε κατοπινό στάδιο της ένορκης του δήλωσης, ο Ενάγων 2 αναφέρεται σε όλες τις συμφωνίες και ισχυρίζεται πως πριν και κατά την υπογραφή των συμφωνιών δανείων και υποθήκης οι Εναγόμενοι καθησύχασαν τους Ενάγοντες λέγοντας τους να δείχνουν εμπιστοσύνη σε αυτούς με τη διαβεβαίωση ότι η συνεργασία τους θα ήταν άψογη, ότι όλες οι οικονομικές διευκολύνσεις θα ήταν εντός των νομικών πλαισίων και ότι θα έδειχναν πλήρη συμπαράσταση σε όποιες οικονομικές δυσκολίες θα αντιμετώπιζαν οι Ενάγοντες. Έτσι οι Ενάγοντες έδειξαν πλήρη εμπιστοσύνη στους Εναγόμενους, πλην όμως οι τελευταίοι ενήργησαν κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96, των περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμων του 2001 και 106(Ι)/10, του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(Ι)/03, του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και των σχετικών Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων 2, σε αυτά τα πλαίσια, οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των παραστάσεων και υποσχέσεων τους, ενήργησαν κακόπιστα και καταχρηστικά και προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς οι οποίοι είναι επαχθείς και καταστροφικοί προς τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων με αποτέλεσμα αυτές οι ενέργειες να είναι παράνομες και αντισυμβατικές. Επίσης ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται πως οι συμφωνίες δανείων είναι άκυρες και εξ υπαρχής παράνομες λόγω δόλου, ψευδών παραστάσεων και παραπλανητικών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων κατά τον χρόνο σύναψης τους. Θεωρώ πως αυτοί οι ισχυρισμοί τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να δίδονται στοιχεία ως προς το πότε, σε ποιους των Εναγόντων και από ποιους εκ μέρους των Εναγομένων δόθηκαν αυτές οι παραστάσεις και διαβεβαιώσεις. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες διαβούλευσης και επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη κάθε φορά μεταξύ τους, ποιοι και τι τους έλεγαν, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Ενάγοντες και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών. Επίσης ο ισχυρισμός για παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς παραμένει παντελώς αόριστος και ατεκμηρίωτος. Είναι μάλιστα άξιον απορίας, όπως βάσιμα αναφέρουν και οι Εναγόμενοι, πως ενώ οι Ενάγοντες ανέθεσαν την υπόθεση σε Οικονομικό Σύμβουλο και επικαλούνται τη δική του άποψη ως προς το θέμα των παράνομων χρεώσεων κ.λπ., δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μελέτη, έκθεση ή έστω κάποια αναλυτική κατάσταση στοιχείων η οποία να καταδεικνύει τη φύση και το ύψος αυτών των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων. Το Δικαστήριο μάλιστα διεξήλθε της αλληλογραφίας, Τεκμήριο 5, η οποία περιλαμβάνει τις επιστολές του ΚΚ προς τους Εναγόμενους με υποβολή προτάσεων εκ μέρους των Εναγόντων προς τον σκοπό διευθέτησης. Στις επιστολές του ΚΚ ημ. 19.6.18, 17.7.18 και 19.3.19 και πάλι γίνεται απλή αναφορά σε υπερχρεώσεις και πολύ ψηλά επιτόκια και στη δύσκολη οικονομική κατάσταση των Εναγόντων, μόνο στην επιστολή ημ. 19.6.18 γίνεται αναφορά σε υπολογισμό τόκου σύμφωνα με το ημερολογιακό έτος και όχι στις 360 μέρες, αναφορές οι οποίες τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία και χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεται η οφειλή των Εναγόντων προς την Τράπεζα, η οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους, εξ ου και υποβάλλονται προτάσεις αποπληρωμής. Ενδεικτικό αυτής της γενικής προβολής των ισχυρισμών των Εναγόντων είναι και η θέση περί καταχρηστικών και ποινικών ρητρών με τη χρέωση τόκου με διαιρέτη τις 360 αντί τις 356 ή τις 366 μέρες, όπως προνοούν οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες, χωρίς όμως και πάλι να παρατίθενται στοιχεία που να δείχνουν τη χρήση τέτοιου διαιρέτη και το ύψος του ισχυριζόμενου αυτού παράνομου ποσού. Επιπλέον, η συγκεκριμένη θέση αντικρούεται από τους Εναγόμενους, οι οποίοι την απορρίπτουν και ισχυρίζονται πως ο Ν.93(Ι)/96δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας καθότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν σε νομικό, και όχι σε φυσικό, πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν και αντικρούουν και όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως προς τη συμπεριφορά των ιδίων και τους όρους των μεταξύ τους συμφωνιών. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους Ενάγοντες ότι έπρεπε να τους έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη αλλά πως η σχέση τους ήταν σχέση πελάτη-τράπεζας και πως επέδειξαν καλή πίστη, ενήργησαν με εντιμότητα και με σεβασμό προς τα δικαιώματα των Εναγόντων, συμμορφούμενοι με όλες τις σχετικές νομοθεσίες και οδηγίες. Μάλιστα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως οι Επιστολές Ανειλημμένης Υποχρέωσης αποστέλλονταν προς τους Ενάγοντες κατόπιν αξιολόγησης των δικών τους αιτημάτων, όπως καταγράφεται στο προοίμιο αυτών, τις οποίες οι Ενάγοντες υπέγραψαν και ρητά αποδέχθηκαν. Φαίνεται επίσης βάσιμος ο ισχυρισμός των Εναγομένων, με βάση τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, πως προκαλεί εντύπωση ότι παρά την ισχυριζόμενη στάση των Εναγομένων με ψευδείς παραστάσεις και υπερχρεώσεις, οι Ενάγοντες ουδέποτε ήγειραν τέτοιο ζήτημα προγενέστερα, πόσω μάλλον κατά το στάδιο διαβουλεύσεων το 2013 και ειδικότερα κατά τη σύναψη της Υ1225/13, παρά μόνο ήγειραν αυτό μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων Θ και Ι και με την έγερση της παρούσας Αγωγής. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί πως ο ΚΚ εντόπισε τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς, σαφώς οι Ενάγοντες γνώριζαν εξαρχής περί των ψευδών παραστάσεων και της μη τήρησης αυτών εκ μέρους των Εναγομένων από το
  8. Ακόμα και ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως πριν την υπογραφή των συμβάσεων εγγυήσεων και υποθήκης, οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τις πρόνοιες του Ν.197(Ι)/03 καθότι δεν επέδωσαν στην Ενάγουσα 3 όλα τα απαραίτητα έγγραφα ούτως ώστε εκείνη να γνώριζε την οικονομική κατάσταση των Εναγόντων και τη δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων, και επομένως αυτές είναι άκυρες και η Ενάγουσα απαλλάσσεται των υποχρεώσεων της, αντικρούεται και πάλι από τους Εναγόμενους. Αυτοί απορρίπτουν τέτοιο ισχυρισμό και περαιτέρω αναφέρουν πως ο Ν.197(Ι)/03εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του συμβάσεις εγγύησης στις οποίες ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά τον χρόνο σύναψης ήταν διοικητικός σύμβουλος αυτού, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Προβάλλεται ισχυρισμός από τον Ενάγοντα 2 πως οι Εναγόμενοι απέκρυψαν από την Ενάγουσα 3 τη χρέωση επιτοκίου πολύ ψηλότερου από το βασικό επιτόκιο όπως αυτό καθορίστηκε με Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής ημ. 21.12.07, Τεκμήριο
  9. Αναφορικά με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για το επιτόκιο, οι Εναγόμενοι και πάλι αντικρούουν τη θέση των Εναγόντων και ισχυρίζονται πως ο τόκος συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και καταγράφεται στη συμφωνία δανείου και την Επιστολή Ανειλημμένης Υποχρέωσης και αφορά στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, επομένως, ως ισχυρίζονται, η αναφορά στο αντίστοιχο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας είναι άσχετο με την παρούσα. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων, εντούτοις, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, οι Ενάγοντες - Αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία, και όχι γενικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, ούτως ώστε να καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτών. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος 2 ότι ενόψει των έντονων διαφωνιών μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων ως προς τον τρόπο διαχείρισης της χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης λόγω αδικαιολόγητης αύξησης του ποσού του δανείου και των παράνομων και αντικανονικών χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμών στον λογαριασμό, ο Ενάγων 2 είχε αρκετές συναντήσεις με τους Εναγόμενους από το 2016 με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής πρότασης για την αναδιάρθρωση του δανείου οι οποίες δεν τελεσφόρησαν επειδή οι Εναγόμενοι χρονοτριβούσαν, πρόβαλλαν νέες απαιτήσεις και ζητούσαν νέα στοιχεία, επισυνάπτοντας σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο
  1. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός για παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις τίθεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, όπως αναφέρεται ανωτέρω, αυτός αντικρούεται επαρκώς από τη ΜΟ η οποία αναφέρει πως κατά τον επίδικο χρόνο γίνονταν διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών με σκοπό την αναδιάρθρωση των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων 1 με πιθανή εθελούσια διάθεση ενός ακινήτου στον Αγ. Αθανάσιο. Σύμφωνα με τη ΜΟ, κατά τη συνάντηση μεταξύ των μερών, εξηγήθηκε αναλυτικά στους Ενάγοντες η διαδικασία που ακολουθεί η Τράπεζα για να μπορεί να αξιολογήσει πιθανή αναδιάρθρωση η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, επανεκτίμηση του υποθηκευμένου ακινήτου και έρευνα στο Κτηματολόγιο της προσωπικής περιουσίας των πρωτοφειλετών και εγγυητών, στα πλαίσια της οποίας χρειαζόταν η προσκόμιση κάποιων εγγράφων, τα οποία οι Ενάγοντες ουδέποτε παρουσίασαν. Τόσο αυτές οι θέσεις όσο και ο ισχυρισμός της ΜΟ πως οι συζητήσεις γίνονταν κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων και χωρίς να επικαλεστούν αδικαιολόγητη αύξηση του ποσού και παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς φαίνεται να αντικατοπτρίζονται και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο 1, η οποία ας σημειωθεί αφορά την περίοδο ενός μηνός μόνο, ήτοι μεταξύ 1.8.16-4.9.
  2. Είναι παραδεκτό πως μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων Θ και Ι και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημ. 16.5.17, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, προς τους Εναγόμενους με την οποία απορρίπτουν το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων και προβάλλουν ισχυρισμούς για μη τήρηση εκ μέρους των Εναγομένων διαφόρων Νόμων και των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας με αποτέλεσμα οι συμβάσεις χρηματοδότησης να είναι παράνομες και άκυρες. Είναι επίσης παραδεκτό πως στις 21.8.17 οι Εναγόμενοι απέστειλαν απαντητική επιστολή, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, με την οποία απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και αναφέρουν πως έχουν προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες σύμφωνα με όλες τις σχετικές νομοθεσίες και τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος 2 πως μετά την καταχώριση της Αγωγής οι Εναγόμενοι ζήτησαν την παγοποίηση της και συνάντηση μεταξύ των μερών με σκοπό την εξεύρεση φιλικής διευθέτησης. Μετά από ανεπιτυχή συνάντηση του Ενάγοντος 2 με τους Εναγόμενους τον Οκτώβριο του 2017 αυτός τους ενημέρωσε πως είχε συμβουλευτεί τον ΚΚ και πως αυτός πλέον θα συζητούσε μαζί τους για αναδιάρθρωση του δανείου. Ο ΚΚ είχε πολλές επικοινωνίες και συναντήσεις με τους Εναγόμενους με τελευταία την υποβολή πρότασης ημ. 10.4.19 για καταβολή ποσού €800.00 προς πλήρη διευθέτηση των υποχρεώσεων των Εναγόντων, Τεκμήριο
  3. Οι Εναγόμενοι αρνούνται πως αυτοί ζήτησαν την παγοποίηση της Αγωγής ισχυριζόμενοι πως όλες οι διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών γίνονταν άνευ βλάβης και πως οι προτάσεις των Εναγόντων δεν έγιναν δεκτές από τους Εναγόμενους. Στα πλαίσια των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών, σε όλες τις εκατέρωθεν επιστολές καταγράφεται η φράση «άνευ βλάβης» και διαφαίνεται πως οι Ενάγοντες προέβησαν σε διάφορες προτάσεις οι οποίες όμως δεν έγιναν δεκτές από τους Εναγόμενους λόγω του ότι δεν κρίνονταν επαρκείς. Και ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 2 πως δεν έλαβαν απάντηση στην τελευταία τους πρόταση αντικρούεται από τη ΜΟ η οποία επισυνάπτει την απαντητική επιστολή των Εναγομένων ημ. 16.4.19, Τεκμήριο
  4. Είναι γεγονός πως οι ειδοποιήσεις Θ και Ι στάλησαν ενόσω οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις. Θεωρώ πως η αποστολή των ειδοποιήσεων λογικά θα θορυβούσε τους Ενάγοντες ως προς τη στάση των Εναγομένων και τις δήθεν υποσχέσεις τους. Με άλλα λόγια, η αποστολή των ειδοποιήσεων λογικά θα έπρεπε να θέσει σε εγρήγορση τους Ενάγοντες ως προς τις προθέσεις των Εναγομένων και ειδικότερα ως προς το ότι, ανεξαρτήτως των όποιων συζητήσεων (άνευ βλάβης) μεταξύ των μερών και σε περίπτωση μη κατάληξης αυτών, οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν με τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Σε αυτά τα πλαίσια θεωρώ πως ο ισχυρισμός των Εναγόντων περί αιφνιδιαστικής στάσης των Εναγομένων με την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και την προώθηση της διαδικασίας πώλησης ενόσω εκκρεμεί η Αγωγή και γίνονταν διαβουλεύσεις, δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα, εφόσον οι Εναγόμενοι είχαν ήδη αποστείλει τις ειδοποιήσεις Θ και Ι και ξεκινήσει τη διαδικασία πώλησης ανεξαρτήτως των όποιων διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών. Άλλωστε οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να συνεχίσουν και προωθήσουν την εν λόγω διαδικασία ανεξαρτήτως της ύπαρξης Αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)του Ν.9/65. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί αυτών, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αρκούμαι να επισημάνω πως αρχικά διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες αφενός παραδέχονται τη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εξασφαλίσεων, την ύπαρξη οφειλής δυνάμει αυτών εκ μέρους τους προς τους Εναγόμενους και τις προσπάθειες εξεύρεσης διευθέτησης, και αφετέρου ισχυρίζονται πως όλες αυτές οι συμφωνίες και συνακόλουθα οι εξασφαλίσεις είναι εξ υπαρχής άκυρες και χωρίς νομική ισχύ λόγω της εξαρχής συμπεριφοράς των Εναγομένων προς αυτούς και της παράνομης χρέωσης ποσών και τόκων. Πέραν του ότι αυτές οι θέσεις είναι αλληλοσυγκρουόμενες, όλοι οι ισχυρισμοί προς υποστήριξη αυτών παρέμειναν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και επιπλέον αντικρούονται από τους Εναγόμενους. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων για δόλο, απάτη, παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης, ψευδείς παραστάσεις και παράνομη επιρροή τίθενται με γενικότητα και αοριστία στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν, ως θα έπρεπε, να συνεκτιμηθούν στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο εν σχέσει με την πιθανότητα επιτυχίας αν κατά την ακρόαση της ουσίας γίνονταν αποδεκτά. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη καταχρηστικών και ποινικών ρητρών και για παράνομες χρεώσεις και τόκους έχουν παρουσιαστεί με γενικότητα χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στις εν λόγω ρήτρες και όρους και κυρίως στο ύψος των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων. Εδώ είναι κατάλληλο σημείο να λεχθεί πως σε περίπτωση που ήθελε τελικώς καταδειχθεί πως υπήρχαν χρεώσεις πέραν των όσων προνοούντο στις συμφωνίες και σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, σαφώς αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο διαφοροποιεί τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα με τις ειδοποιήσεις ΙΑ, τα οφειλόμενα ποσά ανέρχονται σε €1.081,793,59 πλέον τόκους αναφορικά με την Υ1330/08 και σε €51.634,27 πλέον τόκους αναφορικά με την Υ1225/13, οι υποθήκες καλύπτουν μέχρι τα συγκεκριμένα προαναφερόμενα ποσά ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη από πλευράς Εναγόντων ως προς το ύψος των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και παράνομων τόκων, ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσο αυτές επηρεάζουν σημαντικά το τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο σε συνάρτηση με τα ποσά των υποθηκών. Θα μπορούσε ακόμα να λεχθεί, με βάση τις σχετικές προτάσεις που συζητούντο, πως οι Ενάγοντες αποδέχονται κάποια οφειλή. Ο μοναδικός ισχυρισμός που προβάλλεται από τον Ενάγοντα 2 είναι πως σύμφωνα με τον ΚΚ, τα αξιούμενα με τις ειδοποιήσεις ποσά δεν είναι ορθά καθότι υπολογίστηκαν όχι βάσει του ποσού των υποθηκών αλλά βάσει των επίδικων δανείων, ισχυρισμός ο οποίος και πάλι παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος. Επίσης, σύμφωνα με τον ΚΚ, η επιχειρούμενη επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης στις €814.000 και €14.500 αντίστοιχα είναι πολύ χαμηλότερη της πραγματικής αξίας των ακινήτων, χωρίς και πάλι να δίδεται η πραγματική αξία ή έστω να παρουσιάζεται κάποια εκτίμηση προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Είναι επίσης άξιο σχολιασμού πως πέραν του ότι ο Ενάγων 2 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά για την αξία των επίδικων ακινήτων, δεν προβάλλεται ισχυρισμός πως τυχόν πώληση των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ ακόμα και τυχόν οφειλόμενα υπόλοιπα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν έχω ικανοποιηθεί πως οι Ενάγοντες παρουσίασαν τέτοια μαρτυρία η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τείνει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των εν λόγω ισχυρισμών τους. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών οι οποίοι αφορούν τις αξιώσεις τους, οι Ενάγοντες εγείρουν και ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι επιχειρούν την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Θα προχωρήσω να εξετάσω αυτούς τους ισχυρισμούς υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν τέτοιας φύσης αιτήσεις και χωρίς να υπεισέρχομαι σε τελικά συμπεράσματα επί αυτού του θέματος, καθότι ενδεχόμενη διαπίστωση πως η διαδικασία πώλησης βασίζεται σε αντισυνταγματική νομοθεσία δύναται να οδηγήσει σε παρεμπόδιση της πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας και επιτυχία της Αίτησης. Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας έχουν τεθεί με σαφήνεια και με συσχετισμό στα άρθρα του Συντάγματος ή στις σχετικές αρχές οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν παραβιάζονται ούτως ώστε να δύνανται να τύχουν της ανάλογης εξέτασης. Σχετική είναι η υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της συνταγματικότητας νόμου έχουν αναφερθεί με σαφήνεια στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R.
  1. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως τα άρθρα 44Α-44ΙΑΑ του Νόμου είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας ως προς το ότι οι υποθήκες συνήφθησαν πριν τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18και επομένως αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής, και ως προς το ότι καταργούν το δικαίωμα των Εναγόντων, ως υπήρχε πριν την τροποποίηση, όπως μην προχωρεί η διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού εκκρεμούσης της Αγωγής. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν επαρκείς ισχυρισμούς εις αντίκρουση των εν λόγω θέσεων των Εναγόντων. Ειδικότερα, αυτοί ισχυρίζονται πως το Μέρος VIA του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, δεν επηρεάζει τις ιδιωτικές συμφωνίες και παραπέμπουν στους όρους των συμφωνιών υποθήκης, δυνάμει των οποίων «... η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς εμέ.» (όρος 5). Επίσης ισχυρίζονται ότι αυτό το Μέρος του Νόμου δεν επεμβαίνει στις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από τη συμφωνία υποθήκης αλλά απλώς προβλέπει ένα επιπρόσθετο και εναλλακτικό τρόπο πώλησης νοουμένου ότι τηρηθεί η εκεί προβλεπόμενη διαδικασία πώλησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί τα όποια δικαιώματα των Εναγόντων εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται λόγοι για τους οποίους δύναται να παραμεριστεί η ειδοποίηση ΙΑ. Συγκεκριμένα ο λόγος της ύπαρξης Αγωγής έχει αντικατασταθεί με την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Θεωρώ ακόμα πως σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(3)του Ν.87(Ι)/18 δίδεται αναδρομική ισχύς του Ν.9/65 και από τη στιγμή που οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ επιδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί οποιοδήποτε αποκρυσταλλωμένο ή κεκτημένο δικαίωμα των Εναγόντων ανεξαρτήτως της αποστολής των ειδοποιήσεων Θ και Ι και της καταχώρισης της Αγωγής πριν την τροποποίηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 και Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178. Χωρίς και πάλι να προβαίνω σε τελικά συμπεράσματα, θεωρώ πως από τη στιγμή επίδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ και με βάση την προβλεπόμενη στον Νόμο διαδικασία, οι Ενάγοντες φαίνεται να διατηρούν το δικαίωμα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, να καταχωρούν και επιδιώκουν έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, να προωθούν την παρούσα Αγωγή και ακόμα να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής και επομένως φαίνεται να διατηρούν το δικαίωμα της προσφυγής τους στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 30.1 του Συντάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14. Ούτε και ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα τους δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος φαίνεται να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως αναφέρουν οι Εναγόμενοι, ο τροποποιητικός Νόμος έχει απλώς προσθέσει μια νέα διαδικασία πώλησης και ένα εναλλακτικό τρόπο πώλησης (πέραν των όσων προβλέπονται στην ίδια τη συμφωνία υποθήκης και βάσει του τότε εν ισχύι Νόμου) και νοουμένου ότι τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δίδοντας και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη σε διάφορα στάδια της διαδικασίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139 και Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R.
  1. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα σκοπεύεται να πωληθούν σε τιμή πολύ χαμηλότερη, ήτοι στο 30%, της πραγματικής τους αξίας η οποία έχει μειωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης, κάτι το οποίο επηρεάζει αρνητικά τους Ενάγοντες όσον αφορά την αποπληρωμή του υπόλοιπου των δανείων. Έχει ήδη αναφερθεί πως οι σχετικοί ισχυρισμοί έχουν τεθεί με πλήρη γενικότητα και αοριστία και ως τέτοιοι απορρίπτονται ως ανεδαφικοί από τους Εναγόμενους. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πως οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 περιέχουν συγκεκριμένες πρόνοιες οι οποίες ρυθμίζουν ειδικά τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, την τελική τιμή πώλησης αυτού και την όλη διαδικασία ακόμα μέχρι και τη διανομή του προϊόντος πώλησης, επομένως φαίνεται να παρέχεται κάποια ασφαλιστική δικλίδα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ως προς την τιμή πώλησης, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να έχει ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από τον εν λόγω Νόμο. Το γεγονός πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18προσθέτει ένα νέο τρόπο πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, η υπογραφή της συμφωνίας υποθήκης με τους εκεί όρους της και δυνάμει του τότε ισχύοντος νομικού καθεστώτος ως προς τη δυνατότητα πώλησης αυτών, φαίνεται επίσης να μην αποτελεί επέμβαση στο δικαίωμα των Εναγόντων του συμβάλλεσθαι ελεύθερα δυνάμει του άρθρου 26 του Συντάγματος. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
  2. Τέλος, δεν θεωρώ πως ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας. Ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18έχει θεσπιστεί από τη Νομοθετική Εξουσία, πλην όμως το Δικαστήριο φαίνεται να διατηρεί την εξουσία ερμηνείας και εφαρμογής του ακόμα και απόφασης επί της αντισυνταγματικότητας του. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους και γενικότερα με την υπόθεση τους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν το υπόλοιπο στους Ενάγοντες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως οι Ενάγοντες θα έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε οι Εναγόμενοι δύνανται να τους αποζημιώσουν. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Ενάγοντες πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα προέβαλε ισχυρισμό πως είναι φερέγγυα και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Εναγόντων στην περιουσία τους, η οποία ως αναφέρουν οι Εναγόμενοι είναι χωράφια και οικόπεδο, αυτή ταυτόχρονα αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος των Εναγομένων δυνάμει των σχετικών συμφωνιών. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.