LΟVE ΙSLAND TRAVEL & TOURS LTD ν. SANTO AMARILLON TOURIST LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5835/2012, 17/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A295 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5835/2012 ΜΕΤΑΞΥ: LΟVE ΙSLAND TRAVEL & TOURS LTD Εναγόντων και
- SANTO AMARILLON TOURIST LTD
- ΧΧΧ Μινίδη
- ΧΧΧ Μινίδη Εναγομένων ------------------------------- Ημερομηνία: 17 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Ο κ. Η. Κονναρής για Georgios E. Konnaris & Co LLC Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: Η κα Μ. Σιακού για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Με την Έκθεση Απαιτήσεως της η ενάγουσα που είναι, ως ισχυρίζεται, αδειούχο τουριστικό γραφείο μέλος της ΙΑΤΑ και οργανωτής ταξιδιών, αξιώνει εναντίον της εναγομένης 1, η οποία επίσης ασχολείτο με την τουριστική βιομηχανία, το ποσό των €66.330,14σ. ως υπόλοιπο, κατ' ισχυρισμό, λογαριασμού που διατηρούσαν από το 1990 που άρχισε η συνεργασία τους. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 που είναι οι διευθυντές της εναγομένης 1, αξιώνει το ίδιο ως άνω ποσό ως εγγυητών της εναγομένης
- Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού και τα έξοδα της αγωγής πλέον Φ.Π.Α. Η συμφωνία τους σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως συνίστατο στην έκδοση και/ή πώληση στην εναγομένη 1 ταξιδιωτικών εισιτηρίων και εκδρομών και κάθε άλλης υπηρεσίας συναφούς με τουριστικές δραστηριότητες. Οι πληρωμές, κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας, είχαν συμφωνηθεί να καταβάλλονταν στα γραφεία της ενάγουσας στην Λεμεσό. Η ενάγουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι περί τον Ιανουάριο του 2011, κατόπιν απαίτησης της για εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου της εναγομένης 1, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο υφιστάμενο ή μελλοντικό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την εναγομένη 1 και τους εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές της όπως εξοφλήσουν το ως άνω οφειλόμενο υπόλοιπο αλλά αυτοί αρνήθηκαν ή παραλείπουν να το πράξουν. Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπερασπίσεως τους αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως της και την κάλεσαν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους εκτός εκείνους που ρητά παραδέχονται. Παραδέχονται τη μεταξύ τους συνεργασία και ότι αυτή είχε ξεκινήσει κατά ή περί το
- Αρνούνται όμως ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 1 από το 2003 κατέβαλλαν Φ.Π.Α. σε κάθε τιμολόγιο το οποίο εκδιδόταν από την ενάγουσα και με βάση τη συνεργασία και/ή προφορική συμφωνία και/ή τη συνήθη πρακτική η ενάγουσα όφειλε να αφαιρεί το εκάστοτε ποσό το οποίο λάμβανε από την εναγομένη 1 ως Φ.Π.Α. από τον χρεοπιστωτικό λογαριασμό που διατηρούσαν μεταξύ τους και/ή να τον επιστρέφουν στην εναγομένη
- Επιφυλάχθηκαν σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό τους να δώσουν λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά/ή περί την 1.01.2012 συμφώνησαν ότι όλες οι δραστηριότητες της εναγομένης 1 και/ή τα δικαιώματα και/ή οι υποχρεώσεις της θα μεταβιβάζονταν και/ή θα αναλαμβάνονταν από την ενάγουσα και ως εκ τούτου η εναγομένη 1 σταμάτησε να λειτουργεί και να προβαίνει σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες. Οι εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι εγγυήθηκαν προσωπικά την εναγομένη 1 για οποιανδήποτε οφειλή της προς την ενάγουσα και ότι δήθεν τους κάλεσε επανειλημμένα να εξοφλήσουν το κατ' ισχυρισμό της υπόλοιπο οφειλόμενο και την καλούν προς τούτο σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί στο δικόγραφο των εναγομένων άπτονται καθαρά της Ανταπαίτησης η οποία εν τέλει δεν προωθήθηκε καθώς με δήλωση της συνηγόρου τους αποσύρθηκε και έτσι απορρίφθηκε. Ως εκ τούτου δεν τους καταγράφω εφόσον πλέον δεν έχουν οποιανδήποτε σημασία για την υπόθεση και ούτε αφορούν τα επίδικα θέματα που παρέμειναν προς συζήτηση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Μαρτυρία προσφέρθηκε μόνο από πλευράς των εναγόντων. Μαρτυρία που παρείσφρησε η οποία αφορά την Ανταπαίτηση της εναγομένης ενόψει της απόρριψης της κατά το δυνατό δεν θα καταγραφεί εφόσον αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί και να μη τύχει αξιολόγησης. Ο κ. ΧΧΧ (Μ.Ε.1), είναι διευθυντής της ενάγουσας. Η Γραπτή του Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α το περιεχόμενο της οποίας ενόρκως υιοθέτησε και διάβασε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρθηκε στην επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας στον τουριστικό τομέα. Κατάθεσε ως Τεκμ. 1 Πιστοποιητικό Σύστασης της ενάγουσας, ως Τεκμ. 2 το Πιστοποιητικό του Εγγεγραμμένου Γραφείου της, ως Τεκμ. 3 την άδεια λειτουργίας ταξιδιωτικού γραφείου και οργανωτή ταξιδιών και ως Τεκμ. 4 πιστοποίηση ότι είναι μέλος της ΙΑΤΑ που είναι η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών. Η εναγομένη 1 είναι εταιρεία συμφερόντων των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι είναι οι διευθυντές της. Ασχολείται επίσης με τον τουριστικό τομέα. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε για πάρα πολλά χρόνια τους εναγομένους 2 και 3 και διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις καθώς υπήρξαν με τον εναγόμενο 2 συγκάτοικοι στα φοιτητικά τους χρόνια στην Ιταλία. Περί το 1990 η ενάγουσα είχε συμφωνήσει με την εναγομένη 1 να συνεργαστούν υπό τη μορφή ότι η ενάγουσα ως έχουσα τη δυνατότητα έκδοσης ταξιδιωτικών εισιτηρίων, νόμιμα να εκδίδει και/ή πωλεί προς όφελος της εναγομένης 1 τέτοια εισιτήρια και εκδρομές καθώς και να της παρέχει κάθε άλλη υπηρεσία συναφή με τη τουριστική δραστηριότητα. Αυτά συμφωνήθηκαν καθώς η ενάγουσα ως μέλος της ΙΑΤΑ είχε αυτή τη δυνατότητα να εκδίδει δηλαδή αεροπορικά εισιτήρια από τις αεροπορικές εταιρείες καθώς επίσης και να διοργανώνει εκδρομές ως οργανωτής ταξιδιών, πράγμα που δεν δικαιούτο η εναγομένη
- Προς τούτο τηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό. Τον Ιανουάριο του 2011 είχε ζητήσει από την εναγομένη 1 την εξόφληση του λογαριασμού που τηρούσαν καθώς για χρόνια αυτός ήταν χρεωστικός και το οφειλόμενο ποσό συνεχώς αυξανόταν. Επειδή η εναγομένη δήλωνε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, οι εναγόμενοι 2 και 3 επικαλούμενοι τη μακροχρόνια σχέση φιλίας τους, τον παρακάλεσαν όπως μη σταματήσει τη μεταξύ τους συνεργασία και θα εγγυόνταν οι ίδιοι προσωπικά τη σταδιακή εξόφληση του λογαριασμού της εναγομένης
- Λόγω των φιλικών σχέσεων τους και της σχέσης εμπιστοσύνης με την οποία πίστωνε τους εναγομένους, αποδέχτηκε τη συνέχιση της συνεργασίας τους αναμένοντας την τήρηση εκ μέρους τους αυτής της δέσμευσής τους. Εξήγησε ότι το μεγαλύτερο μέρος του οφειλόμενου ποσού αφορούσε χρεώσεις τρίτων το οποίο η ενάγουσα το πλήρωσε και ότι δεν συνιστούσε κέρδος της ενάγουσας. Λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εναγομένων, περί τον Απρίλιο του 2012 είχε ξαναζητήσει την εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου και λόγω και πάλι αδυναμίας ανταπόκρισης τους, στις 8.04.2012 συμφώνησαν και ξεκίνησαν νέα συνεργασία υπό τον τύπο ότι στα γραφεία που στεγαζόταν η εναγομένη 1 στην Αγία Νάπα θα συστεγαζόταν παράρτημα της ενάγουσας. Με αυτού του τύπου τη συνεργασία η ενάγουσα ευελπιστούσε ότι θα κατάφερνε να λάβει το λαβείν της ως μέρος των εισπράξεων που θα διενεργούνταν. Εξήγησε ότι το εγχείρημα δεν πέτυχε και προς απόδειξη του ισχυρισμού του και απαντώντας σε σχετικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην Ανταπαίτηση των εναγομένων παρουσίασε ως Τεκμ. 5 σχετική επιστολή που έλαβε η ενάγουσα από τον Φ.Π.Α. με ημερομηνία 17.05.2012, ως Τεκμ. 6 επιστολή της ενάγουσας προς τον Φ.Π.Α. με ημερομηνία 20.06.2012 και ως Τεκμ. 7 επιστολή της ενάγουσας προς τον Κ.Ο.Τ. με ημερομηνία 8.06.
- Ισχυρίστηκε ότι από τον Ιούνιο του 2012 οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να τηρηθεί πλέον νέος χρεοπιστωτικός λογαριασμός, όπως ανέφερε, τον οποίο η εναγομένη 1 θα εξοφλούσε αμέσως κάθε φορά που θα παρεχόταν οποιαδήποτε υπηρεσία σε αυτή από την ενάγουσα. Το μέχρι τότε οφειλόμενο ποσό που ανερχόταν στο ποσό των €66.340,14σ. συμφωνήθηκε όπως οι εναγόμενοι εξεύρουν τα χρήματα για να τα ξοφλήσουν, κάτι που δεν έπραξαν μέχρι και σήμερα παρά τις συνεχείς προς τούτο υποσχέσεις τους. Παρουσίασε ως Τεκμ. 8 αντίγραφο του λογαριασμού που τηρείτο για τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Η ως άνω συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 όταν και πάλι ζήτησε την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Ο μάρτυς διευκρίνισε στη συνέχεια ότι οι πράξεις που έγιναν με την εναγομένη 1 μετά τον Ιούνιο του 2012 πληρώνονταν είτε με πιστωτική κάρτα είτε και κάποιες φορές με απευθείας κατάθεση σε τράπεζα και ότι ουσιαστικά δεν είχε ανοιχθεί νέος λογαριασμός εφόσον εξοφλούνταν αμέσως. Εξήγησε ότι ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός που κατάθεσε ως Τεκμ. 8 ο οποίος αρχίζει από το 2002 και φτάνει μέχρι και το 2012 είναι αυτός που εμφανίζει το λογιστικό σύστημα της ενάγουσας και σε αυτόν εμφαίνονται λεπτομερώς όλες οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην εναγομένη
- Εξήγησε περαιτέρω ότι η επιστολή Τεκμ. 9 η οποία φέρει ως παραλήπτη τον Mr Minides ότι αυτός είναι ο διευθυντής της εναγομένης
- Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς εξήγησε με λεπτομέρεια τη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι, η οποία στην αρχή λόγω και του μικρού όγκου εργασίας, με την έκδοση εκ μέρους της ενάγουσας εισιτηρίων για λογαριασμό της εναγομένης 1, δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα. Στη συνέχεια όμως, λόγω του ότι η εναγομένη 1 έκανε και αυτή πίστωση σε πελάτες της όπως πληροφορείτο, υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή τους. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται μετά το 2000 και με την πάροδο του χρόνου το υπόλοιπο αυξανόταν. Ανέφερε ότι ενώ στην αρχή είχαν συμφωνήσει να χρεώνουν ένα ποσοστό του 1% στη συνέχεια για κάποιες χρονιές με σκοπό να βοηθήσουν την εναγομένη 1 κατήργησαν αυτή τη χρέωση αλλά αργότερα από το 2005 επανέφεραν ένα service fee €2 με €3 για κάθε πράξη. Εξήγησε ότι η πρώτη εγγραφή επί των λογαριασμών (Τεκμ. 8), η οποία αφορά το ποσό των €4.196,79σ. ήταν το μέχρι τότε υπόλοιπο από τα προηγούμενα χρόνια συνεργασίας τους και αυτό συνέβη καθώς ο λογαριασμός προηγουμένως τηρείτο χειρόγραφα και δεν είχαν ηλεκτρονική καταγραφή των δοσοληψιών τους. Ο λογαριασμός άρχισε να τηρείται ηλεκτρονικά από 28.02.
- Εξήγησε ότι αποστέλλονταν στην εναγομένη 1 ο λογαριασμός με το εκάστοτε υπόλοιπο και τα τιμολόγια με τις υπηρεσίες που παρείχαν που στο μεταξύ προέκυπταν όπως αυτές εμφαίνονται στο Τεκμ. 8, δύο φορές το μήνα, ήτοι κάθε 15 ημέρες. Αν αυτές οι χρεώσεις και οι καταστάσεις λογαριασμού αμφισβητούνταν και δεν γίνονταν δεκτές από τους εναγομένους διερωτήθηκε γιατί δεν τους πληροφορούσαν οι εναγόμενοι σχετικά και γιατί συνέχισαν να πληρώνουν. Εξήγησε ότι όπου είχε παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας τους κάποιο λάθος αυτό διορθωνόταν άμεσα. Προς τούτο παρέπεμψε σε συγκεκριμένες πληρωμές στις καταστάσεις λογαριασμού. Σε υποβολή ότι η εναγομένη 1 ουδέποτε αποδέχθηκε οποιοδήποτε υπόλοιπο, διερωτήθηκε γιατί τότε κατέβαλλε ποσά έναντι των τιμολογίων που της αποστέλλονταν και αν δεν συμφωνούσαν γιατί δεν τους πληροφορούσαν αμέσως ποια ήταν η διαφωνία τους; Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε τους ανέφεραν ότι δεν συμφωνούσαν με οποιανδήποτε χρέωση ή αμφισβήτησαν οποιοδήποτε τιμολόγιο ή κατάσταση λογαριασμού. Επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 τον διαβεβαίωναν ότι οι ίδιοι προσωπικά αναλάμβαναν ως εγγυητές την αποπληρωμή του υπολοίπου τόσο μέσω τηλεφώνου όσο και σε κατ' ιδίαν συναντήσεις που είχαν. Η μακρά φιλία που είχε με τον εναγόμενο 2 τον έκανε να πιστεύει ότι θα ξοφλούσαν και δεν θα οδηγούνταν στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι ο λόγος που παρουσίαζε διακυμάνσεις ο πιστωτικός λογαριασμός, όπως φαίνεται στο Τεκμ. 8, ήταν ότι δεν ήταν πιεστικός προς τους εναγομένους λόγω των σχέσεων τους για να εξοφλήσουν και γι' αυτό και αυξανόταν συνεχώς το πιστωτικό υπόλοιπο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ισχυρισμός του περί εγγύησης των εναγομένων 2 και 3 ήταν εκ των υστέρων σκέψη του. Παραδέχθηκε ότι τα τιμολόγια και η κατάσταση λογαριασμού τηρείτο στο όνομα της εναγομένης 1 στην οποία και αποστέλλονταν. Ανέφερε ότι η ενάγουσα τις υποχρεώσεις της προς τρίτους οι οποίες σχετίζονταν με τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην εναγομένη 1 τις εκπλήρωσε στο ακέραιο. Η προσπάθεια που ανέλαβαν για λειτουργία παραρτήματος της ενάγουσας στην Αγία Νάπα αποσκοπούσε στο να βοηθήσει την εναγομένη 1 καθώς ως εταιρεία δεν είχαν σκοπό να επεκταθούν εκεί, ήταν δε οι εναγόμενοι που είχαν προτείνει αυτή τη μορφή συνεργασίας η οποία αποσκοπούσε στο να εξοφληθεί σιγά σιγά από τις εισπράξεις που θα γίνονταν το οφειλόμενο προς την ενάγουσα υπόλοιπο. Σε κάθε περίπτωση αυτή η προσπάθεια δεν διήρκεσε περισσότερο από μια βδομάδα με δέκα ημέρες και την τερμάτισαν καθώς κατάλαβαν ότι οι εναγόμενοι προσπαθούσαν να τους ξεγελάσουν. Σε υποβολή ότι όλες οι καταχωρήσεις στο Τεκμ. 8 είναι λανθασμένες, ανέφερε ότι υπάρχουν για όλες τα σχετικά τιμολόγια και ήθελαν οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να τα συγκρίνουν και διερωτήθηκε ξανά γιατί για χρόνια τα αποδέχονταν και τα πλήρωναν. Τέλος, σε υποβολή ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την εναγομένη 1 επανέλαβε ότι και οι δύο αυτό του έλεγαν κατ' ιδίαν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα για την πλευρά της ενάγουσας να καταθέτει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και παρακολούθησα τον τρόπο που αντιδρούσε και απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Λαμβάνω υπόψη το καλό μνημονικό του και γενικά τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 - 1281). Έχω περαιτέρω υπόψη μου όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έλαβα επίσης υπόψη μου όσα λέχθηκαν από τον κ. Ναθαναήλ, Δ . στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 339 όπου στις σελ. 7 - 9 της απόφασης του ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας: «Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: " ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής". Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους». Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις εκ μέρους της Υπεράσπισης στο δικόγραφο της σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία με παραπομπή σε αποσπάσματα της και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν τις οποίες έχω επίσης μελετήσει με προσοχή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος πλέον για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Κρίνω ότι ο κ. Παπάς ήταν ειλικρινής μάρτυρας και μου προκάλεσε την εντύπωση ενός ανθρώπου που ένοιωθε ότι θα έπρεπε ενόψει της στάσης που επιδείκνυαν οι εναγόμενοι απέναντι του και της εταιρείας του της ενάγουσας, να διεκδικήσει ό,τι εδικαιούτο ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενός χρεοπιστωτικού λογαριασμού που είχε λειτουργήσει για χρόνια και αφορούσε τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Κατανόησα, ως είναι και η λογική που διέπει τέτοιες συναλλαγές, ότι το οφειλόμενο ποσό δεν είναι καθαρό κέρδος της ενάγουσας το οποίο και διεκδικεί, αλλά αφορά πληρωμές που έγιναν προς τρίτους με σκοπό την εξυπηρέτηση της ίδιας της εναγομένης
- Διέκρινα, σε συσχετισμό και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, ότι παρουσίασε τα αληθή γεγονότα που σχετίζονταν της μακρόχρονης συνεργασίας τους η οποία επιπρόσθετα χαρακτηριζόταν και από μακροχρόνια φιλία και σχέση εμπιστοσύνης. Υποστήριξε με απλό και κατανοητό τρόπο την εκδοχή της ενάγουσας σε σχέση με την αξίωση της αναφέροντας λεπτομέρειες της όπως και το πως προέκυψε το υπόλοιπο οφειλόμενο του χρεοπιστωτικού λογαριασμού που τηρείτο καταθέτοντας ως Τεκμ. 8 όλη τη κίνηση του στο οποίο καταγράφονται και οι λεπτομέρειες των υπηρεσιών που πρόσφεραν στην εναγομένη
- Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ρητά δεσμεύτηκαν και εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του υπολοίπου της εναγομένης 1 κατά τον Ιανουάριο του
- Σε καμιά περίπτωση κατά την αντεξέταση του δεν παρουσίασε οποιανδήποτε αμφιταλάντευση. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του όπως τις εξέθεσε και κατά την κυρίως εξέταση του. Στο γεγονός ότι δεν παρουσίασε τα ίδια τα τιμολόγια που εκδίδονταν για κάθε συναλλαγή με την εναγομένη δεν προσδίδω ιδιαίτερη σημασία εφόσον όλες οι συναλλαγές, όπως εξήγησε αναφέρονταν με λεπτομέρεια στις ίδιες τις καταστάσεις λογαριασμού σε καταγραφές στις οποίες έδωσε με ευθύτητα και σαφήνεια ικανοποιητικές απαντήσεις για όποιες από αυτές ρωτήθηκε. Κρίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 8) παρέχουν αρκούντως ικανοποιητικά στοιχεία για κάθε συναλλαγή που γινόταν κατά την επίδικη περίοδο. Εξηγήθηκε επίσης ικανοποιητικά η καταγραφή της πρώτης χρέωσης (opening Banace) για το ποσό των €4.196,79σ. και από που προήλθε όπως και το πως προήλθε τελικό αξιούμενο υπόλοιπο. Η κατάσταση αυτή δόθηκε στην πλευρά των εναγομένων και κατατέθηκε ως τεκμήριο και αυτοί είχαν, αν αμφισβητούσαν οποιαδήποτε καταγραφή σε αυτή το δικαίωμα να αντεξετάσουν προς τούτο τον κ. Παπά (Μ.Ε.1) δεν το έπραξαν παρά μόνο υποβάλλονταν γενικά σε αυτόν ότι δεν παρουσίαζε την αληθινή εικόνα. Ας μη λησμονείται ότι η υπόθεση κρίνεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και στη βάση της γνωστής επί του θέματος νομολογίας και ως προς την έννοια της βλ. Χρυσάνθου v. Φραντζή,
(2010)1 ΑΑΔ 1295, Μπούλος Μαρσέλ v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 ΑΑΔ 1858 και Σοφοκλέους v. Κυριάκου
(2010)1 ΑΑΔ 665. Οι εναγόμενοι επέλεξαν, ως είχαν ασφαλώς δικαίωμα, να μη παρουσιάσουν μαρτυρία έτσι που να διαφώτιζαν το Δικαστήριο αναφορικά με τις θέσεις τους και τα αμφισβητούμενα εκ μέρους τους ζητήματα. Η μαρτυρία που παρουσίασε όμως η ενάγουσα ήταν σαφής και οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 8), την κατέστησαν αυταπόδεικτη χωρίς να χρειάζεται να προσκομιστεί οτιδήποτε άλλο. Η προσκόμιση των τιμολογίων, κρίνω ότι δεν ήταν αναγκαίο αποδεικτικό στοιχείο από τη στιγμή που δεν αμφισβητήθηκαν διά της αντεξέτασης συγκεκριμένες συναλλαγές που παρουσίαζαν αυτές. Η γενική υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν αναγνώριζαν ότι όφειλαν οποιοδήποτε ποσό δεν ήταν αρκετή για να πλήξει την υπόθεση της ενάγουσας. Επομένως η αντεξέταση του κ. Παπά (Μ.Ε.1), δεν στάθηκε ικανή να κλονίσει την εκδοχή της ενάγουσας και την αξίωση της. Η επίπτωση του βάρους απόδειξης νομικά και λογικά είχε μεταφερθεί στους ώμους των εναγομένων μετά την καταχώρηση του Τεκμ. 8 και η μη συγκεκριμένη αμφισβήτηση οποιασδήποτε καταχώρησης σε αυτή δεν απαλλάσσει τους εναγομένους από την υποχρέωση που είχαν να τις αντικρούσουν. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.)». Στη συνέχεια δε της ίδιας πιο πάνω υπόθεσης Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζεται ότι η εφεσίβλητη δεν έδωσε η ίδια ένορκη μαρτυρία ούτε και προσήγαγε οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υποστήριξη της δικής της εκδοχής. Όσο και αν η εφεσίβλητη ενήργησε στα πλαίσια των δικαιωμάτων της και στη βάση συνειδητής επιλογής να μην δώσει η ίδια μαρτυρία ή να προσφέρει μάρτυρες εκ μέρους της, η μη τοποθέτηση της ενόρκως την έθετε προ του κινδύνου να παραμείνει η εκδοχή της έκθετη στην περίπτωση που η οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία του εφεσείοντος κρινόταν ως αξιόπιστη και αληθής. Είναι φανερό ότι η όλη μαρτυρία του εφεσείοντος υποστηριζόμενη εν δυνάμει και από τα τεκμήρια που παρουσίασε είχε όλα τα στοιχεία αξιοπιστίας, ενώ η αμφισβήτηση της εκδοχής αυτής από την εφεσίβλητη μόνο μέσα από τη διαδικασία της αντεξέτασης, ενείχε τον κίνδυνο να μην απέσειε τους βασικούς του ισχυρισμούς. Όντως από τα πρακτικά, η αντεξέταση δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι εκθεμελίωνε τη βασική θέση του εφεσείοντος ή ότι την καθιστούσε αναξιόπιστη σε βαθμό απόρριψής της». Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Πολυξένη Αρκαδίου, διά του Πληρεξούσιου Αντιπροσώπου αυτής Σάββα Αρκαδίου
(2010)1 ΑΑΔ 2035 είναι σχετικά και λαμβάνονται υπόψη: «Αναμφιβόλως ο νομολογιακός κανόνας είναι ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιον του παρουσιασθείσας μαρτυρίας. Όπως έχει λεχθεί και πρόσφατα στις υποθέσεις Tekinder Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 A.A.Δ. 551: "Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. (Δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)"». Η αποδεικτική σημασία που θα πρέπει να αποδοθεί στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 8), που τηρούνταν από την ενάγουσα και αποστέλλονταν κάθε δεκαπέντε ημέρες στην εναγομένη 1 είναι τεράστια. Σε αυτές αναγράφονταν ο αριθμός ενός εκάστου των τιμολογίων που εκδίδονταν, η ημερομηνία του και η προσφερόμενη υπηρεσία και μάλιστα ονομαστικά για κάθε εισιτήριο που αφορούσε. Καταγράφονταν επίσης οι χρεώσεις και οι πιστώσεις που γίνονταν κατά καιρούς με τελευταία αυτή αμέσως πριν τον τερματισμό του την 15.05.2012. Ο κ. Παπάς (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι όλα αυτά τα στοιχεία τηρούνταν από κάποια ημερομηνία και μετά στο ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας και ότι από αυτό τα άντλησε. Οι καταστάσεις αυτές αποστέλλονταν στην εναγομένη 1 ανά δεκαπενθήμερο και λάμβανε γνώση αυτών και δεν είχε διαμαρτυρηθεί για οποιανδήποτε καταγραφή σε αυτές. Τίποτε άλλο δεν απαιτείτο. Ως προς τούτο δε διαφέρουν, όπως κρίνω, τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής από αυτά της υπόθεσης Μιχαηλίδη v. Φ. Ν. Επιφανίου Λτδ,
(2009)1 ΑΑΔ 494 στην οποία δεν αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού. Η προσκόμιση των ίδιων των τιμολογίων, κρίνω ότι δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε επί πλέον, θα αύξανε απλώς το προς αξιολόγηση μαρτυρικό υλικό αχρείαστα και εκ του περισσού. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας έχουν αποδειχθεί και αυτό καταδεικνύεται και από την πληρωμή αδιαμαρτύρητα των διαφόρων ποσών από την εναγομένη 1 όπως εμφαίνονται στο Τεκμ. 8 και αυτό συνέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, χωρίς η εναγομένη 1 να διαμαρτυρηθεί για το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός της. Εξετάζοντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ. Παπά σημαντικά ήταν τα ακόλουθα σημεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως προς τη σημαντικότητα τους για την κατάληξη μου στα ευρήματα μου: (α) Όταν ρωτήθηκε πού είναι τα τιμολόγια στα οποία αναφέρεται, ο μάρτυς απάντησε: «Στο γραφείο, είναι μέσα στις βαλίτσες, αν θέλετε να τα φέρω θα φάμε πολλές ώρες δαμέ.» Ήταν ειλικρινής και ως προς τούτο, παραπέμπω απλώς στο Τεκμ. 8 και τις αναγραφές σε αυτό όλων των σχετικών δοσοληψιών, κρίνοντας ότι δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε περαιτέρω η παρουσίαση των ίδιων των τιμολογίων εφόσον δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση αυτών των καταγραφών. Όταν δε ρωτήθηκε εάν έστειλε οποιαδήποτε προειδοποιητική επιστολή στους εναγόμενους 2 και 3 με την οποία να απαιτεί το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, ο μάρτυς παρέπεμψε στα statements (όπως ανέφερε), τα οποία αποστέλλονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και ήταν επ' ονόματι της εναγομένης
- Σε σχέση δε με τη συνεργασία στην οποία αναφέρεται στην παρ. 10 της Γραπτής του Δήλωσης εξήγησε περαιτέρω τα ακόλουθα: «Έκανα αίτηση στον ΚΟΤ για να ανοίξω παράρτημα και μετά έκαμα ακύρωση. Θα το έκαμνα για να ελέγχω τις εισπράξεις της Santo Amarillon. Έδιναν πίστωση σε πολλούς πελάτες και τα λεφτά που ξόδευαν ήταν περισσότερα από τις εισπράξεις» εξηγώντας με αυτό τον τρόπο τη δική του αντίληψη για την αδυναμία της εναγομένης 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας και στη συνέχεια τον σκοπό αυτής της συνεργασίας που ήταν για να βοηθήσει ουσιαστικά τους εναγομένους να εξοφλήσουν. Οι εναγόμενοι δεν προώθησαν με σχετική μαρτυρία ούτε τον ισχυρισμό που προέβαλαν στην Υπεράσπιση τους περί μη επιστροφής του Φ.Π.Α. ο οποίος αξιώθηκε όμως με την Ανταπαίτηση τους η οποία και αποσύρθηκε. Ούτως ή άλλως αν είχε οποιανδήποτε αξίωση η εναγομένη 1 ως προς αυτό το ζήτημα αυτό, συμφωνώ με τον κ. Κονναρή ότι θα έπρεπε να στραφεί και να αξιώσει οποιανδήποτε τέτοια επιστροφή από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν. 95 (Ι)/2000). Από την προφορική μαρτυρία του κ. Παπά όπως και τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια όπως και τις αρχές που αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τα όσα ακολουθούν καθίστανται ευρήματα μου: (α) Η ενάγουσα είναι αδειούχο τουριστικό γραφείο και οργανώτρια ταξιδιών με άδεια λειτουργείας από τον Κ.Ο.Τ. και μέλος της ΙΑΤΑ και λειτουργεί ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (σχετικά είναι τα Τεκμ. 1,2,3 και 4). (β) Οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της εναγομένης
- Ο κ. Παπάς (Μ.Ε.1) διευθυντής της ενάγουσας γνωριζόταν προσωπικά και είχε μακροχρόνια φιλική σχέση εκτός από την επαγγελματική με τους εναγομένους 2 και
- (γ) Η συνεργασία των διαδίκων είχε αρχίσει περί το 1990 και αυτή συνίστατο στην έκδοση από την ενάγουσα εισιτηρίων και προσφορά άλλων τουριστικών υπηρεσιών προς την εναγομένη 1 και προς τούτο τηρείτο χρεοπιστωτικός λογαριασμός ο οποίος κοινοποιείτο στην εναγομένη 1 κάθε δεκαπέντε ημέρες μαζί με τα τιμολόγια για τις προσφερόμενες υπηρεσίες. (δ) Η ενάγουσα τον Ιανουάριο του 2011 ζήτησε από την εναγομένη 1 την εξόφληση του λογαριασμού διότι για πολλά χρόνια ο λογαριασμός ήταν πάντα χρεωστικός και συνεχώς αυξανόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο. (ε) Οι εναγόμενοι 2 και 3 μετά την πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εγγυήθηκαν προσωπικά τη σταδιακή εξόφληση του αναφερόμενου λογαριασμού. Δεν παραγνωρίζω ότι η εναγομένη 1 είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και επομένως η ευθύνη της είναι διάφορη από αυτή των διευθυντών της και των μετόχων της καθώς σύμφωνα με το εταιρικό δίκαιο, η εταιρεία αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα, ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντές της βλ. Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22· Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244· Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1983)3 C.L.R. 636 και κατ' έφεση Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1883. Αποδεχόμενος όμως τη μαρτυρία του κ. Παπά δέχομαι ότι από κάποιο σημείο και μετά ήτοι τον Ιανουάριο του 2011 και με την προϋπόθεση να συνεχιζόταν η μεταξύ τους συνεργασία οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του λογαριασμού της εναγομένης 1 και έτσι είχαν καταστεί και προσωπικά υπόχρεοι. (στ) Περί τον Απρίλιο του 2012 η ενάγουσα ξαναζήτησε την εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου του λογαριασμού αφού στο μεταξύ δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους εναγομένους. (ζ) Λόγω εκφρασθείσας αδυναμίας των εναγομένων να εξοφλήσουν, στις 8.04.2012 οι διάδικοι συμφώνησαν μιας άλλης μορφής συνεργασία με πρόταση των εναγομένων υπό τη μορφή της λειτουργίας παραρτήματος της ενάγουσας στα γραφεία που στεγαζόταν η εναγομένη 1 στην Αγία Νάπα όπου και θα συστεγαζόταν με αυτή προσδοκώντας ότι από μέρος των εισπράξεων που θα πραγματοποιούνταν η ενάγουσα θα λάμβανε το λαβείν της. (η) Η συνεργασία αυτή δεν ευοδώθηκε. Έτσι τον Ιούνιο του 2012 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά παράκληση και πάλι των εναγομένων, όπως συνεχίσουν να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρώνοντας τις αμέσως. Οι εναγόμενοι υποσχέθηκαν ξανά ότι θα κατέβαλλαν προσπάθειες να εξεύρουν χρήματα για να ξοφληθεί το υπόλοιπο που ανερχόταν στο ποσό των €66.340,14σ. (θ) Η συνεργασία της ενάγουσας με τους εναγομένους διήρκησε μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου 2012 όταν και πάλι η ενάγουσα αξίωσε την εξόφληση του υπολοίπου οφειλόμενου χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση εκ μέρους των εναγομένων. (ι) Οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν μέχρι σήμερα το υπόλοιπο που εμφαίνεται στον επίδικο χρεοπιστωτικό λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα ήτοι το ποσό των €66.330,14σ. πλέον τόκους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την ανάλυση της μαρτυρίας, την αξιολόγηση της και την κατάληξη μου σε ευρήματα σε σχέση με την επίδικη διαφορά, καταλήγω ότι η αγωγή της ενάγουσας πετυχαίνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €66.330,14σ. πλέον νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής ήτοι την 18.12.2012 μέχρι εξοφλήσεως. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα των €50.000 - €100.000 μέχρι και την ημερομηνία αύξησης της σε €100.000 - €5000.000 ήτοι την 20.05.2016 και ακολούθως σε αυτή την κλίμακα στην οποία επέλεξαν οι εναγόμενοι να εγείρουν την Ανταπαίτηση τους την οποία απέσυραν μόλις η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της κατά την ακροαματική διαδικασία. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αγωγή για υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο