ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΦΥΛΑΚΤΟΥ διά της μητρός και πλησιεστέρας φίλης αυτού Μαυρομμάτη, Αρ. Αγωγής: 3943/15, 14/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3943/15 Μεταξύ: XXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και XXX ΦΥΛΑΚΤΟΥ διά της μητρός και πλησιεστέρας φίλης αυτού XXX Μαυρομμάτη, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------------- Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Ζαχαρίου Για τον Εναγόμενο: κα Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώριση της παρούσας αγωγής αποτέλεσαν οι ισχυριζόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις που διατύπωσε ο Εναγόμενος εναντίον του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί τις 24.09.15, 25.09.15 και 26.09.15 ο Εναγόμενος ψευδώς και κακόβουλα και με σκοπό και/ή πρόθεση να δυσφημίσει και/ή να πλήξει την ηθική και κοινωνική υπόσταση και αξιοπρέπεια του Ενάγοντα και/ή να προσβάλει την προσωπικότητα του, εξύβρισε τον τελευταίο με διάφορες λέξεις και/ή φράσεις και/ή δηλώσεις κατά τρόπο δυσφημιστικό ενώπιον άλλων προσώπων. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος εκστόμισε τις ακόλουθες φράσεις κατά του Ενάγοντα: «Σταμάτα ρε γιε της πουτάνας εγώ γαμώ την μάνα σου» και «Σταμάτα ρε πουστομπάσταρτε γαμώ την μάνα σου». Οι προαναφερόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποκλειστικό σκοπό είχαν να εκθέσουν τον Ενάγοντα σε γενικό μίσος και/ή περιφρόνηση και/ή χλεύη και/ή αποτελούν φράσεις οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή του Ενάγοντα από άλλα πρόσωπα και/ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του και τη θέση του στην κοινωνία. Με τις ισχυριζόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις ο Εναγόμενος έθιξε σοβαρά την κοινωνική φήμη και/ή υπόληψη και/ή υπόσταση του Ενάγοντα. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο όπως ο τελευταίος απολογηθεί, ο Εναγόμενος αρνείται να συμμορφωθεί. Ως εκ των ανωτέρω ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για συκοφαντική δυσφήμηση και/ή επιζήμια ψευδολογία, καθώς επίσης και επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Επιπρόσθετα αξιώνει την έκδοση προστακτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο όπως στο μέλλον προβεί σε οποιεσδήποτε δυσφημιστικές δηλώσεις εις βάρος του Ενάγοντα. Στην αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και αντιτείνει ότι ο τελευταίος διατηρούσε δεσμό με τη μητέρα του για αρκετό χρονικό διάστημα. Όταν η μητέρα του Εναγόμενου αποφάσισε να διακόψει τον εν λόγω δεσμό, ο Ενάγων δεν αποδέχθηκε αυτό το γεγονός με αποτέλεσμα να δημιουργεί συνεχή προβλήματα τόσο στον Εναγόμενο όσο και στην οικογένεια του. Πιο συγκεκριμένα ο Ενάγων ενεργώντας κακόβουλα προβαίνει συνεχώς σε καταχωρίσεις αγωγών και σε καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον του Εναγόμενου και μελών της οικογένειας του επικαλούμενος ψευδή γεγονότα. Επιπρόσθετα δημιουργεί πολλά προβλήματα στον Εναγόμενο στην καθημερινότητα του και έχει δεχθεί επανειλημμένα τηλεφωνικές ενοχλήσεις από τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αλλάξει αριθμό τηλεφώνου ούτως ώστε να παύσει να τον ενοχλεί ο Ενάγων. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατηγόρησε ή αναφέρθηκε δημόσια εναντίον του Ενάγοντα και ουδέποτε προέβη σε δυσφημιστικές δηλώσεις κατά του προσώπου του Ενάγοντα. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με σκοπό την ταλαιπωρία του ιδίου και της οικογένειας του και αξιώνει την απόρριψη της. Ο Ενάγων με το δικόγραφο της Απάντησης, πλην της παραδοχής του ότι διατηρούσε δεσμό με τη μητέρα του Εναγόμενου, αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση. Προς απόδειξη της απαίτησης παρουσιάστηκε γραπτή μαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα και για την υπεράσπιση παρουσιάστηκε επίσης γραπτή μαρτυρία εκ μέρους του Εναγόμενου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Ο Ενάγων στη γραπτή μαρτυρία του ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 40 ετών, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 16 ετών, διαζευγμένος και πρόσωπο ακέραιου χαρακτήρα με ανεπτυγμένο το αίσθημα τιμιότητας, ηθικής και αξιοπρέπειας. Στις 24.09.15, 25.09.15 και 26.09.15 ο Εναγόμενος ψευδώς και κακόβουλα και με σκοπό και πρόθεση να τον δυσφημίσει τον εξύβρισε με διάφορες λέξεις και φράσεις στην παρουσία άλλων προσώπων γνωστών και φίλων του, καθώς επίσης και στην παρουσία της οικογένειας του αλλά και ενώπιον αστυνομικών. Οι φράσεις με τις οποίες ο Εναγόμενος καταφέρθηκε εναντίον του ήταν οι ακόλουθες: «Σταμάτα ρε γιε της πουτάνας εγώ γαμώ την μάνα σου» και «Σταμάτα ρε πουστομπάσταρτε γαμώ την μάνα σου». Οι πιο πάνω φράσεις εκλήφθηκαν ως δυσφημιστικές από τα πρόσωπα που τις άκουσαν και περιήλθαν σε γνώση τους, καθώς αυτές άπτονται της εντιμότητας, της αξιοπρέπειας, του ήθους και ακεραιότητας του χαρακτήρα του ιδίου και της οικογένειας του αλλά και της ανατροφής του. Συνεπώς ο Εναγόμενος έθιξε σοβαρά την κοινωνική φήμη και υπόληψη του αλλά και την ανατροφή του με αποτέλεσμα τη δημόσια περιφρόνηση προκαλώντας την αποστροφή ή αποφυγή του από άλλα πρόσωπα. Επιπρόσθετα οι φράσεις που εκστόμισε ο Εναγόμενος ενδέχεται να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση και χλεύη και τείνουν στο να βλάψουν και να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη και τη θέση του στην κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση οι επίδικες δυσφημιστικές δηλώσεις επηρέασαν την κοινωνική φήμη και υπόληψη του. Ο Εναγόμενος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να απολογηθεί και να ανακαλέσει δημόσια τις δυσφημηστικές δηλώσεις που εκστόμισε εναντίον του. Ο Εναγόμενος στη δική του γραπτή μαρτυρία ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Ενάγων διατηρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα δεσμό με τη μητέρα του. Η μητέρα του αποφάσισε όπως διακόψει τον δεσμό της με τον Ενάγοντα, γεγονός το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να αποδεχθεί με αποτέλεσμα να δημιουργεί προβλήματα τόσο στον ίδιο προσωπικά όσο και στην οικογένεια του. Συγκεκριμένα ο Ενάγων καταχωρεί διαρκώς αβάσιμες αγωγές και υποβάλλει καταγγελίες στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού εναντίον το ιδίου και συγγενικών του προσώπων επικαλούμενος ψευδή γεγονότα. Επιπρόσθετα προκαλεί συνεχώς διάφορα προβλήματα στον ίδιο τόσο στην Εθνική Φρουρά στην οποία υπηρετεί, όσο και στην καθημερινότητα του. Ουδέποτε καταφέρθηκε με δυσφημιστικό τρόπο εναντίον του Ενάγοντα και ουδέποτε χρησιμοποίησε εναντίον του τελευταίου δυσφημιστικές δηλώσεις ή εκφράσεις δημόσια ή ενώπιον άλλων προσώπων. Εν κατακλείδι ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή στερείται πραγματικού ερείσματος και απώτερος σκοπός της είναι η πρόκληση ταλαιπωρίας στον ίδιο και σε συγγενικά του πρόσωπα. Η μαρτυρία του Ενάγοντα στερείται, κατά την κρίση μου, πειστικότητας αφού στα ουσιώδη σημεία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια και γενικότητες. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο πυρήνας της μαρτυρίας του Ενάγοντα εντοπίζεται στα γεγονότα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έλαβαν χώρα στις 24 - 26.09.15, καθώς και στο ότι οι ισχυριζόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις περιήλθαν στη γνώση άλλων προσώπων. Ξεκινώ από τα ισχυριζόμενα περιστατικά των ημερομηνιών 24 - 26.09.15. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος εκστόμισε τις επίδικες δυσφημιστικές δηλώσεις δημόσια, ενώπιον άλλων προσώπων γνωστών και φίλων του Ενάγοντα, της οικογένειας του και στην παρουσία αστυνομικών. Δεν κατονομάζει όμως οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία από τα εν λόγω πρόσωπα προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του Ενάγοντα. Αυτή η παράλειψη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν κάποιος αναλογιστεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα ήταν, ως ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίζεται, γνωστά του και μέλη της οικογένειας του. Επομένως, εύκολα μπορούσε να τα κατονομάσει και να τα καλέσει ως μάρτυρες. Παρά ταύτα ουδέν έπραξε και ουδεμία εξήγηση πρόσφερε για την εν λόγω παράλειψη του. Με ευκολία μπορούσε επίσης να εντοπίσει τους αστυνομικούς που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ήταν παρόντες όταν έγιναν οι επίδικες δηλώσεις. Προφανώς οι αστυνομικοί είτε βρίσκονταν στον χώρο με τα διακριτικά τους, εξού και αντιλήφθηκε ο Ενάγων ότι ήταν αστυνομικοί, είτε, στην περίπτωση που δεν έφεραν διακριτικά, ήταν πρόσωπα γνωστά στον Ενάγοντα. Περαιτέρω, ενώ ο Ενάγων τοποθετεί τα επίδικα γεγονότα σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες δεν διευκρινίζει εάν και τις τρεις ημερομηνίες ήταν παρόντα όλα τα πρόσωπα που αναφέρει ή ορισμένα εξ αυτών. Στην περίπτωση δε που δεν ήταν παρόντα όλα τα πρόσωπα δεν διευκρινίζει ποιοι ήταν παρόντες σε κάθε ισχυριζόμενο περιστατικό. Από την άλλη, εάν θεωρηθεί ότι όλα τα αναφερόμενα πρόσωπα ήταν παρόντα και στις τρεις ημερομηνίες, τότε εύλογα δημιουργείται το ερώτημα πως είναι δυνατό μία ομάδα ανθρώπων σε τρεις διαδοχικές ημερομηνίες να συναντάται στις ίδιες οδούς και να εκστομίζονται από τον Εναγόμενο και στις τρεις περιπτώσεις οι ίδιες ακριβώς φράσεις. Μετέωροι παρέμειναν επίσης και οι ισχυρισμοί του ότι οι επίμαχες δυσφημιστικές δηλώσεις περιήλθαν σε γνώση πολύ γνωστών προσώπων και φίλων του, καθώς και σε άλλα πρόσωπα γνωστά του και μη. Ο Ενάγων και πάλι δεν κατονομάζει τα εν λόγω πρόσωπα, ούτε και επεξηγεί με ποιο τρόπο περιήλθαν σε γνώση τους οι επίδικες δηλώσεις. Επίσης δεν αναφέρει πως ο ίδιος ενημερώθηκε για τα πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία στην οποία, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)(α) και (γ) του Κεφ.9 το Δικαστήριο στα πλαίσια αξιολόγησης της αποδεικτικής αξίας εξ ακοής μαρτυρίας λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη του το κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί ως μάρτυρας το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ως επίσης και τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας. Στο άρθρο 27
(3)του Κεφ.9 τονίζεται μάλιστα ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν προκειμένω ο Ενάγων, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν κατονομάζει τα πρόσωπα στα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κοινοποιήθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο οι ισχυριζόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τη μη κλήση ως μαρτύρων των εν λόγω προσώπων. Συνεπώς δεν μπορεί να αξιολογηθεί κατά πόσο ήταν εύλογο να κληθούν ως μάρτυρες τα εν λόγω πρόσωπα ούτε και είναι γνωστός ο βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας. Όλα τα παροαναφερόμενα καταδεικνύουν ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν προσφέρει στέρεο βάθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Όσον αφορά τώρα τη μαρτυρία του Εναγόμενου, επίσης θεωρώ ότι χαρακτηρίζεται από ασάφεια. Ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι ουδέποτε προέβη σε δυσφημιστικές δηλώσεις εναντίον του Ενάγοντα και προς επίρρωση της εν λόγω θέσης του αναφέρεται σε διάφορα ισχυριζόμενα περιστατικά προκειμένου να καταδείξει ότι η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη και καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Πιο συγκεκριμένα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων δεν αποδέχθηκε την απόφαση της μητέρας του για να διακόψει τον δεσμό που διατηρούσε μαζί του. Για τον λόγο αυτό δημιουργεί προβλήματα στον ίδιο και στην οικογένεια του. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Ενάγων άσκησε σωματική βία στη μητέρα του και αυτό καταγγέλθηκε τόσο στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, όσο και στο Γραφείο Ευημερίας. Η συγκεκριμένη δήλωση έγινε προφανώς στην προσπάθεια του Εναγόμενου να ισχυροποιήσει τη θέση του ότι ο Ενάγων κινείται εκδικητικά εναντίον του ιδίου και της οικογένειας του. Παρατηρώ ωστόσο ότι η εν λόγω θέση του παρέμεινε μετέωρη εφόσον δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του περί υποβολής καταγγελίας σε δύο επίσημους φορείς του κράτους. Η γενικότητα με την οποία προβλήθηκε ο προαναφερόμενος ισχυρισμός καθιστά αδύνατη και την όποια διασύνδεση της παρούσας αγωγής με την ισχυριζόμενη καταγγελία και τον χωρισμό του Ενάγοντα από τη μητέρα του Εναγόμενου και κατ' επέκταση τη διαπίστωση αλλότριων κινήτρων εκ μέρους του Ενάγοντα. Ομοίως μετέωρος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του ότι ο Ενάγων του δημιουργεί προβλήματα στην Εθνική Φρουρά. Δεν προσδιόρισε σε τι συνίστανται τα εν λόγω προβλήματα, ούτε και κατά πόσο αυτά συνδέονται με την επίδικη χρονική περίοδο. Επίσης, ενώ αναφέρθηκε σε καταγγελία που έκανε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού για ισχυριζόμενες τηλεφωνικές παρενοχλήσεις που δεχόταν από τον Ενάγοντα, εντούτοις και πάλι δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Νομική πτυχή Ο ορισμός του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης δίδεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 (στο εξής «Κεφ. 148») και έχει ως ακολούθως: «17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημιστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.» Από τη διατύπωση του άρθρου 17 του Κεφ.148 προκύπτει ότι για να πετύχει ο Ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Περαιτέρω, το εν λόγω άρθρο δημιουργεί δύο κατηγορίες δυσφήμησης. Συγκεκριμένα τον λίβελο, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και την προφορική δυσφήμηση (slander) η οποία έχει παροδική μορφή. Η παροδική μορφή περιλαμβάνει μόνο χειρονομίες, λόγια, ή άλλους ήχους, εκτός από εκπομπές με ασύρματη τηλεγραφία. Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία, διότι στην περίπτωση προφορικής δυσφήμησης πρέπει να αποδεικνύεται και ειδική ζημιά για να πετύχει ο Ενάγων, εκτός όπου το δημοσίευμα, ανάμεσα σε άλλα, σκοπεύει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (βλ. άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ.148 και σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου σελ. 61-62). Η αγωγή στηρίζεται επιπρόσθετα και στο αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Όπως αναφέρεται στη σελ. 89 του συγγράμματος «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις» (ανωτέρω) τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 25 του Κεφ. 148 είναι η δημοσίευση δήλωσης η οποία είναι ψευδής και η οποία γίνεται κακόβουλα. Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου η επιζήμια ψευδολογία αφορά το επάγγελμα, το επιτήδευμα ή την εργασία, την ενασχόληση ή τη θέση άλλου ή τα αγαθά ή τον τίτλο κυριότητάς του (ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ V. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1970). Περαιτέρω για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος απαιτείται κατά κανόνα η απόδειξη ειδικής ζημιάς, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο εδάφιο 2 του άρθρου 25 του Κεφ. 148. Ευρήματα - Συμπεράσματα Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στη διατύπωση οποιωνδήποτε ευρημάτων. Η απόρριψη δε της μαρτυρίας του Ενάγοντα σηματοδοτεί και την απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο τελευταίος έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγων δεν παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι και επομένως δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 17 και 25 του Κεφ. 148. Θα πρέπει να σημειώσω ότι ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα η έκβαση της παρούσας αγωγής θα ήταν και πάλι η ίδια για τους ακόλουθους δύο λόγους. Πρώτον, ως ήδη αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, δεν κατονομάστηκαν τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά τη δημοσίευση των ισχυριζόμενων δυσφημιστικών δηλώσεων. Η παράλειψη του Ενάγοντα να προσφέρει μαρτυρία για τα πρόσωπα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του άκουσαν τις δυσφημιστικές δηλώσεις θα άφηνε και πάλι μετέωρο και επομένως έκθετο σε απόρριψη τον ισχυρισμό του ότι τα εν λόγω πρόσωπα όντως άκουσαν τις εν λόγω δηλώσεις και ότι, συνεπώς, υπήρξε δημοσίευση τους. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 11th edition. Συγκεκριμένα στις σελ. 1167 και 1168 στο κεφάλαιο "Proof of Publication" αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με αγωγές προφορικής δυσφήμησης (slander): «Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witnesses will usually be those who were present, but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present. Evidence of the claimant as to what was said, and as to the presence of other people, may be insufficient, as the fact that there were other people around does not of itself entitle anyone to draw the conclusion that those people must have heard what was said. A tape recording of the slander would be admissible.» Δεύτερον, η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται επί ισχυρισμού για προφορική δυσφήμηση (slander) από τον Εναγόμενο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής η διάκριση μεταξύ λίβελλου και προφορικής δυσφήμησης έχει ουσιαστική σημασία αφού στη δεύτερη περίπτωση, πλην των καθορισμένων εξαιρέσεων του εδαφίου 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148, πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά για να μπορέσει ο Ενάγων να επιτύχει στην αγωγή του. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι ο Ενάγων δεν επικαλείται και δεν απαιτεί οποιαδήποτε ειδική ζημιά. Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης, όσο και στην έγγραφη μαρτυρία του δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για πρόκληση ειδικής ζημιάς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, αν και δεν αναφέρεται ευθέως στην αγόρευση του στο εν λόγω ζήτημα εντούτοις συνάγεται από αυτή ότι θεωρεί πως η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση που καθιερώνει το εδάφιο 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148 (βλ. σελ. 2 και 5 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Ενάγοντα). Με κάθε σεβασμό, η εν λόγω προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η εξαίρεση του άρθρου 17
(3)(β) του Κεφ. 148 είναι φανερό ότι αφορά αποκλειστικά και μόνο την «επαγγελματική δυσφήμηση» και όχι γενικότερα την υπόληψη και αξιοπρέπεια του Ενάγοντα ή τη θέση του στην κοινωνία. Τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ. 148 αντιστοιχούν με όσα καταγράφονται στο άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148. Στο σύγγραμμα του κ.Π. Πολυβίου «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμησης» σελ. 142 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την «επαγγελματική και προσωπική δυσφήμηση»: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Νόμου, το αδίκημα της δυσφήμησης διαπράττεται όταν κάποιο πρόσωπο προχωρεί "στη δημοσίευση", με οποιονδήποτε τρόπο, "δημοσιεύματος το οποίο: (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση· ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, την απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους". Εάν αγνοηθούν οι υποπαράγραφοι (α) και (β), που έχουν σαν αντικείμενο απόδοση εγκλήματος και ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση, τότε παραμένουν μόνο τρεις περιπτώσεις ή έννοιες δυσφήμησης, εκ των οποίων, μάλιστα, η μία (η τρίτη) αφορά σε αυτό που έχουμε αποκαλέσει σε άλλο μέρος αυτής της Μελέτης «επαγγελματική δυσφήμηση», καθότι το αντικείμενο της υποπαραγράφου αυτής φαίνεται να είναι η επαγγελματική ή εμπορική φήμη κάποιου προσώπου, φυσικού ή νομικού. Επομένως, το θέμα της προσωπικής δυσφήμησης, όπως την έχουμε αποκαλέσει, δηλαδή της δυσφήμησης που αφορά στον χαρακτήρα και την υπόληψη φυσικών προσώπων, το πραγματεύονται μόνο οι υποπαράγραφοι (δ) και (ε)». Όσα αναφέρονται στο εν λόγω σύγγραμμα σε σχέση με το άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148, θεωρώ ότι ισχύουν mutatis mutandis και σε σχέση με τη δεύτερη εξαίρεση του εδαφίου 3 του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω, για το ότι το άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ. 148 αφορά αποκλειστικά την επαγγελματική ιδιότητα του Ενάγοντα, μπορεί αντληθεί καθοδήγηση και από την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Hopwood v. Muirson
(1945)K.B. 313. Στην εν λόγω υπόθεση ο προτιθέμενος ενοικιαστής μία κατοικίας ζήτησε από τον εφεσείοντα, ο οποίος ήταν δικηγόρος και φίλος του, να του δώσει συστατική επιστολή για να την παρουσιάσει στον ιδιοκτήτη της κατοικίας - εφεσίβλητο. O εφεσίβλητος όταν έλαβε την επιστολή χαρακτήρισε ως ρουφιάνο τον εφεσείοντα λέγοντας, ανάμεσα σε άλλα, ότι η συστατική επιστολή δεν έχει οποιαδήποτε αξία καθώς το επάγγελμα του ως δικηγόρος τον κάνει να γράφει ό,τι βολεύει τα συμφέροντα του πελάτη του. Το αγγλικό εφετείο απορρίπτοντας την έφεση αποφάνθηκε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η προφορική δυσφήμηση αφορούσαν προσωπικά τον εφεσείοντα και όχι την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρου. Ως εκ τούτου, στην απουσία ειδικών ζημιών, δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα στη βάση της προφορικής δυσφήμησης. Εν προκειμένω η ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει με οποιοδήποτε τρόπο την επαγγελματική ιδιότητα του Ενάγοντα. Επί τούτου σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί σε σχέση με το επάγγελμα ή την εργασία ή απασχόληση ή θέση του Ενάγοντα. Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί βλάβης ή δυσμενούς επηρεασμού του. Κατά συνέπεια η αγωγή του Ενάγοντα είναι σε κάθε περίπτωση καταδικασμένη σε αποτυχία, εφόσον ο τελευταίος δεν έχει επικαλεστεί και δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη ειδικής ζημιάς. Τέλος, όπως αναφέρθηκε κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, ο Ενάγων βασίζει την αξίωση του και στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας (άρθρο 25 του Κεφ. 148). Όσα ειπώθηκαν πιο πάνω στα πλαίσια του δεύτερου λόγου για τον οποίο δεν θα μπορούσε να επιτύχει η αγωγή ακόμα και αν γινόταν δεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα, ισχύουν και για το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις» (ανωτέρω) σελ.90, το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας αφορά ζημιά σε εμπορικά συμφέροντα. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί, αλλά και η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν εγείρουν ζήτημα πρόκλησης βλάβης σε εμπορικά συμφέροντα του τελευταίου. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δυσφήμηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο