← Κύπρος

Avrelene Investments Ltd ν. Taifgur, Αρ. Αγωγής: 654/18, 6/5/2019

Avrelene Investments Ltd ν. Taifgur, Αρ. Αγωγής: 654/18, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 654/18 Μεταξύ: Avrelene Investments Ltd Ενάγουσας και ΧΧΧ Taifgur Εναγόμενου ------------------------- Ημερομηνία: 6 Μαΐου, 2019 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Αντωνιάδης Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Κωνσταντινίδης E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου (στο εξής «Καθ' ου η αίτηση») το ποσό των €88.837,73 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή πίστωσης και/ή επιταγών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον συμβατικό τόκο προς 14% και/ή εναλλακτικά νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η αίτηση κατά ή περί τις 08.05.17 κατάρτισαν συμφωνία δανείου (στο εξής η «αρχική συμφωνία δανείου») η οποία, μεταξύ άλλων, διελάμβανε τους ακόλουθους όρους: · Το δάνειο θα ήταν για το ποσό των €100.

  1. · Η πρώτη μερίδα του δανείου θα πιστωνόταν στον Καθ' ου η αίτηση στις 08.05.17 και θα ήταν για το ποσό των €5.
  2. · Όλες οι υπόλοιπες μερίδες του δανείου θα συμφωνούνταν μεταξύ των διαδίκων με συμπληρωματικές συμφωνίες οι οποίες θα αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 08.05.
  3. · Σε περίπτωση που ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειπε να πληρώσει οποιοδήποτε απαιτητό ποσό εντός 7 ημερών από την ημέρα που θα καθίστατο απαιτητό, τότε ολόκληρο το ποσό του δανείου θα καθίστατο απαιτητό. Ο σκοπός της συμφωνίας δανείου ήταν για να χρηματοδοτηθεί ο Καθ' ου η αίτηση προκειμένου να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας VINCITORE HAIR & BEAUTY SPA CO. LTD (στο εξής «VINCITORE») και για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε κατά ή περί την 01.06.17 συμφωνία μετόχων μεταξύ των διαδίκων, της VINCITORE και της ΧΧΧ ΧΧΧ Ioannidou δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι η Αιτήτρια θα ήταν η δικαιούχος του 51% του μετοχικού κεφαλαίου της VINCITORE και ο Καθ' ου η αίτηση του 49% του μετοχικού κεφαλαίου της το οποίο όμως θα κατείχε ως καταπιστευματοδόχος η προαναφερόμενη ΧΧΧ ΧΧΧ Ioannidou. Η εκταμίευση της πρώτης μερίδας του δανείου εκ ποσού €5.000 έγινε με την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας δανείου κατά ή περί τις 08.05.17 με επιταγή. Ακολούθως οι διάδικοι κατάρτισαν 4 συμπληρωματικές συμφωνίες δανείου οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αρχικής συμφωνίας δανείου. Μετά την κατάρτιση κάθε μίας εκ των συμπληρωματικών συμφωνιών δανείου πραγματοποιούνταν και εκταμιεύσεις από την Αιτήτρια προς τον Καθ' ου η αίτηση. Με την τέταρτη συμπληρωματική συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε κατά ή περί την 03.10.17, ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε την 18η μερίδα του δανείου η οποία ήταν και η τελευταία. Με την εν λόγω συμφωνία καθορίστηκε το τελικό συνολικό ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια στον Καθ' ου η αίτηση και ανήλθε στο ποσό των €88.837,
  4. Περαιτέρω, με την εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε ο τρόπος και η διάρκεια αποπληρωμής. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια αποπληρωμής θα ήταν για περίοδο 60 μηνών και η πρώτη δόση θα καθίστατο απαιτητή και πληρωτέα την 01.12.17 και θα ήταν εκ ποσού €1.676,
  5. Επιπρόσθετα συμφωνήθηκε ότι όλες οι μελλοντικές δόσεις θα ήταν για το ποσό των €1.676,48 και θα ήταν απαιτητές και πληρωτέες την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του για πληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου η οποία ήταν πληρωτέα την 01.12.
  6. Η Αιτήτρια με επιστολή των δικηγόρων της κατά ή περί την 05.01.18 κάλεσε τον Καθ' ου η αίτηση όπως εντός 7 ημερών προχωρήσει σε εξόφληση του δανείου. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στην προαναφερόμενη επιστολή και η Αιτήτρια με νέα επιστολή κατά ή περί την 31.01.18 τερμάτισε την αρχική συμφωνία δανείου περιλαμβανομένων και όλων των συμπληρωματικών συμφωνιών και κατέστησε ολόκληρο το ποσό του δανείου απαιτητό. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 10.05.18 και με αυτήν η Αιτήτρια ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της διευθύντριας της Αιτήτριας η οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης επισυνάπτοντας 30 συνολικά Τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εκταμιεύσεις όλων των μερίδων του δανείου για το συνολικό ποσό των €88.837,73 έγιναν με επιταγές οι οποίες και εξαργυρώθηκαν. Η ενόρκως δηλούσα εκφράζει την πίστη ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν δύναται να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση, αφού όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια που παρουσίασε και ειδικότερα την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της Αιτήτριας (Τεκμήριο 25) οι επιταγές που δόθηκαν στον Καθ' ου η αίτηση έχουν εξαργυρωθεί και επομένως ο τελευταίος δεν μπορεί να αρνηθεί τη λήψη του επίδικου ποσού υπό μορφή δανείου. Επιπρόσθετα, εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, η συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση δημιουργεί κώλυμα εμποδίζοντας τον να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικά με την υπογραφή του δανείου και τη λήψη των χρημάτων. Καταληκτικά υποστηρίζει ότι η απαίτηση της Αιτήτριας είναι ξεκάθαρη και βέβαιη και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τον Καθ' ου η αίτηση είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης υπέρ της Αιτήτριας. Ο Καθ' ου η αίτηση στις 14.09.18 καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει 15 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και στο ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαθέτει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση ο οποίος, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι εδώ και 17 χρόνια εργάζεται ως κομμωτής και ασχολείται αποκλειστικά με γυναικείες κομμώσεις. Είναι αρκετά γνωστός στον επαγγελματικό χώρο του και διαθέτει ευρύ πελατολόγιο. Από τον Σεπτέμβριο του 2017 στον χώρο όπου βρισκόταν το κομμωτήριο του δραστηριοποιείται η VINCITORE η οποία συστάθηκε μετά από συμφωνία των διαδίκων με σκοπό να παρέχει κομμωτικές υπηρεσίες. Η συμφωνία δανείου, ως επίσης και οι συμπληρωματικές συμφωνίες, αποτελούν προϊόν δόλου και ψευδών παραστάσεων. Ο πραγματικός σκοπός της συμφωνίας δανείου ήταν η δέσμευση του για να παρέχει τις υπηρεσίες του στη VINCITORE. Δηλαδή η Αιτήτρια, χωρίς να συνεισφέρει οικονομικά, θα χρησιμοποιούσε την τεχνογνωσία του, την προσωπική του εργασία και πελατολόγιο για να καρπούται τα οφέλη χωρίς όμως να προβεί σε οποιαδήποτε πραγματική επένδυση. Η δε συμφωνία μετόχων, την οποία η Αιτήτρια του επέβαλε, έχει ως στόχο την εξασφάλιση του δανείου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας του παραχώρησε. Το ισχυριζόμενο δάνειο ουδέποτε κατέστη απαιτητό και η πρόνοια για την καταβολή της πρώτης δόσης την 01.12.17 τέθηκε εικονικά. Η πραγματική βούληση και η συνεννόηση ήταν όπως η αποπληρωμή του οποιουδήποτε χρέους γίνει μέσα από τα μερίσματα της VINCITORE προς τους μετόχους της. Από τις παραγράφους 10.1-10.3 της συμφωνίας μετόχων προκύπτει ότι η Αιτήτρια θα είχε ελάχιστα εγγυημένα κέρδη ύψους €40.000 για κάθε οικονομικό έτος εις βάρος των δικών του μερισμάτων. Με τον τρόπο αυτό συμφωνήθηκε ότι θα διευθετείτο οποιοδήποτε ποσό οφειλόταν προς την Αιτήτρια δυνάμει του δανείου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι είναι ο ίδιος που εξαργύρωσε τις επιταγές ή ότι σε κάθε περίπτωση ήταν αυτός ο τελικός λήπτης των ποσών των επιταγών. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμεί και η αγωγή με αριθμό 1075/
  7. Οι επίδικες συμφωνίες της παρούσας αγωγής συνδέονται με τα ζητήματα της αγωγής με αρ. 1075/18 και για αυτό τον λόγο θα πρέπει οι συγκεκριμένες αγωγές να συνεκδικαστούν. Τούτο το γεγονός αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί. Επίσης, διερωτάται ο Καθ' ου η αίτηση για ποιο λόγο η Αιτήτρια, εφόσον ισχυρίζεται ότι γνώριζε τα χρέη του προς τρίτα πρόσωπα (Τεκμήριο 1 της ένστασης), δεν εξέδωσε απευθείας επ' ονόματι τους επιταγές αλλά αντίθετα έκδιδε τμηματικά και σε διάφορες ημερομηνίες επιταγές επ' ονόματι του για μικρότερα ποσά οι οποίες δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμό του αλλά όλες εξαργυρώνονταν σε μετρητά. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αρχική συμφωνία δανείου είναι διαφορετική από την τέταρτη συμπληρωματική συμφωνία και οι διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ των δύο θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί συμφωνία υπό αίρεση ή επιφύλαξη. Επιπρόσθετα, ουδέποτε του εξηγήθηκαν οι όροι και οι συνέπειες των επίδικων συμφωνιών, ενώ ο ισχυριζόμενος τερματισμός δεν έγινε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου και ως εκ τούτου είναι αντικανονικός και παράνομος. Αποτελεί επίσης θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η συμφωνία δανείου και οι συμπληρωματικές συμφωνίες περιλαμβάνουν καταχρηστικούς και παράνομους όρους, αφού σε αυτές περιλαμβάνονται όροι που αφορούν τη χρέωση αντικανονικού επιτοκίου και ποινικών ρητρών. Από την άλλη, η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι δικαιούται να παρέχει δάνεια προς τρίτα πρόσωπα και να εισπράττει από αυτά τόκο. Τέλος, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι διαθέτει καλόπιστη υπεράσπιση ως επίσης και ανταπαίτηση, για την οποία θα πρέπει να του δοθεί άδεια να την προβάλει. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα Στις περιπτώσεις αιτήσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης προέχει η εξέταση των τριών διαδικαστικών προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1(α), αφού μόνο με την ικανοποίηση τους ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι πληρούνται και οι τρείς διαδικαστικές προϋποθέσεις. Το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο, ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και η ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά εν τη εννοία της Δ.18 θ.1(α). Σημειώνω ότι οι πρώτες δύο διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αμφισβητείται ότι συντρέχουν. Ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί όμως την ικανότητα της ενόρκως δηλούσας για την Αιτήτρια να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι αφ' ης στιγμής η ενόρκως δηλούσα δεν ισχυρίζεται ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου, δεν αναφέρει ότι είχε υπό τον έλεγχο της ή ότι τηρούσε η ίδια την κατάσταση με τα αξιούμενα ποσά και δεν προέβηκε η ίδια στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας αλλά οι δικηγόροι της Αιτήτριας, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Η εισήγηση του κ. Κωνσταντινίδη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η νομολογία στην οποία παραπέμπει δεν επιβάλλει ότι σε κάθε περίπτωση για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο ότι έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων θα πρέπει να είναι παρών κατά την υπογραφή μίας συμφωνίας, ή θα πρέπει να τηρεί το ίδιο την κατάσταση με τα αξιούμενα ποσά ή να υπογράφει την επιστολή τερματισμού μίας επίδικης συμφωνίας. Τα προαναφερόμενα αναφέρθηκαν στη νομολογία που παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση διότι αυτά ήταν τα γεγονότα που υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ζήτημα όμως της προσωπικής γνώσης είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ 782 τονίστηκε ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ επισημάνθηκε ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Σε σχέση τώρα με το κριτήριο της επαρκούς γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα στη Μιχαηλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 60/11 ημερ.12.07.16: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων έκαμε αναφορά στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει ότι κακώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση του εν λόγω Παπαλαμπριανού, αφού αυτός δεν ήταν παρών στην υπογραφή των συγκεκριμένων επίδικων συμφωνιών. Οι αρχές που τίθενται στην υπόθεση Δημητρίου (άνω) είναι ορθές. Ο ενόρκως δηλών στην εν λόγω υπόθεση, στήριξε «τη γνώση του» σε ό,τι αποκόμισε από την πείρα του και το Εφετείο υπόμνησε ότι ο τότε ενόρκως δηλών δεν είχε καταδείξει θετική γνώση. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών Παπαλαμπριανού δήλωσε σαφώς ότι γνώριζε τα γεγονότα «θετικά» και επιπροσθέτως, έδωσε στοιχεία ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που αποτελούσαν τη βάση της απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, είμαστε της γνώμης ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδείξει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν άτομο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, τονίζοντας επίσης ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους των εφεσειόντων. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω.» Σχετικά επίσης είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση ΣΠΗΤΑΛΙΩΤΗΣ κ.α ν. LIBERTY LIFE INSURANCE LTD
(2004)1Β Α.Α.Δ 1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης". ......................................... Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Buckley L.J. στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 (που έχει υιοθετηθεί στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), "In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία· δεν μπορούν να ορκιστούν· κάποιος πρέπει να το κάμει εκ μέρους των. Η ένορκη δήλωση έχει ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της εταιρείας· περιγράφει τον εαυτό του σαν υπάλληλο της ενάγουσας και λέει ότι είναι γνώστης των γεγονότων· αυτό κατά την άποψη μου τοποθετεί την ένορκη δήλωση μέσα στα πλαίσια του κανόνα. Νομίζω ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανόνα." Εν προκειμένω η Αιτήτρια είναι νομικό πρόσωπο και η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι διευθύντρια της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επίσης αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και παραθέτει ως Τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση έγγραφα που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα ζητήματα. Σημειώνω δε, ότι παρά την αναφορά του κ. Κωνσταντινίδη ότι η ενόρκως δηλούσα δεν ήταν παρούσα κατά τη σύναψη των συμφωνιών, εντούτοις η ίδια αναφέρει στην παράγραφο 4 της ένορκης της δήλωσης ότι τόσο η αρχική όσο και οι συμπληρωματικές συμφωνίες δανείου υπογράφηκαν από την ίδια. Γενικότερα το όλο περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης διαλαλεί την προσωπική της γνώση. Η ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας και η δήλωση της ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και ότι υπέγραψε για λογαριασμό της Αιτήτριας τις επίδικες συμφωνίες όχι μόνο δεν αμφισβητούνται από τον Καθ' ου η αίτηση, αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώνονται μέσα από την ένορκη του δήλωση. Καταρχάς δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η ενόρκως δηλούσα υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες σε διαφορετική ημερομηνία από αυτήν που τις υπέγραψε ο Καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες δόθηκαν στον ίδιο από την ενόρκως δηλούσα και τον σύζυγο της. Στη δε παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι οι επίδικες συμφωνίες ετοιμάστηκαν από την ενόρκως δηλούσα, η οποία θα καρπωνόταν και τα οικονομικά οφέλη. Επίσης, στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν το αποτέλεσμα δόλιας, ψευδούς και παραπλανητικής συμπεριφοράς της Αιτήτριας και της ενόρκως δηλούσας. Καθίσταται επομένως σαφές από τα πιο πάνω ότι η προσωπική εμπλοκή της ενόρκως δηλούσας στα γεγονότα της υπόθεσης επιβεβαιώνεται και από τον Καθ' ου η αίτηση. Μετά την εξέταση και ικανοποίηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1(α), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Καθ' ου η αίτηση προκειμένου να δείξει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προκύπτει ότι ο Καθ' ου η αίτηση στηρίζει την υπεράσπιση του στους ακόλουθους πέντε άξονες: 1. Οι επίδικες συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικούς και παράνομους όρους, οι οποίοι δεν του επεξηγήθηκαν και δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης. Ειδικότερα η επίδικη συμφωνία δανείου περιέχει όρους για παράνομο και αντικανονικό επιτόκιο, γεγονός που καθιστά το όποιο οφειλόμενο ποσό μη εκκαθαρισμένο. 2. Οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν συνεπεία δόλου και ψευδών παραστάσεων. Το δε επίδικο δάνειο είναι εικονικό. 3. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι είναι ο λήπτης των ποσών που εξαργυρώθηκαν από τις επιταγές και εν πάση περιπτώσει δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αφού αυτό εξοφλήθηκε μέσω της εργασίας του στη VINCITORE. 4. Η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι σύμφωνα με το καταστατικό της δικαιούται να δανείζει χρήματα και να εισπράττει τόκο. 5. Η αρχική συμφωνία δανείου διαφέρει από την τέταρτη συμπληρωματική συμφωνία και εγείρεται ζήτημα ως προς το ποια τελικά συμφωνία εφαρμόζεται. Με τον πρώτο άξονα υπεράσπισης ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται παράνομους και καταχρηστικούς όρους, καθώς και ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι των επίδικων συμφωνιών. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του, με εξαίρεση τον ισχυρισμό που αφορά την επιβολή παράνομου και/ή αντικανονικού επιτοκίου, παρέμειναν εντελώς αόριστοι. Όπως έχει νομολογηθεί δεν είναι αρκετή η επίκληση ισχυρισμών που μπορεί να συνιστούν υπεράσπιση, αλλά θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες σε λογική έκταση οι οποίες να αποκαλύπτουν καλόπιστη υπεράσπιση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2011)ΙΒ Α.Α.Δ. 1280: «Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, sel. 902-905, Trans Middle East Trading (T.Μ.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818)». Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα του επιτοκίου, θεωρώ ότι η παραχώρηση δικαιώματος υπεράσπισης σε σχέση με αυτό δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό εφόσον η Αιτήτρια διεκδικεί διαζευκτικά το επιτόκιο προς 14% με το νόμιμο επιτόκιο. Σε περίπτωση επομένως επιτυχίας αυτής της πτυχής της υπεράσπισης, αυτό το οποίο θα μπορούσε να κερδίσει ο Καθ' ου η αίτηση θα ήταν την επιδίκαση νόμιμου τόκου, ο οποίος περιλαμβάνεται στις αιτούμενες θεραπείες. Από την άλλη η θέση του Καθ' ου η αίτηση περί μη εκκαθαρισμένου ποσού δεν είναι ορθή. Τούτο διότι στο ποσό των €88.837,73 που διεκδικεί η Αιτήτρια δεν περιλαμβάνονται τόκοι, αλλά αποτελεί το κεφάλαιο του ισχυριζόμενου δανείου. Ο δεύτερος βασικός άξονας της προβαλλόμενης υπεράσπισης συνίσταται στο ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι προϊόν δόλου και ψευδών δηλώσεων και/ή παραστάσεων και το επίδικο δάνειο εικονικό. Αν και δεν καταγράφονται ξεκάθαρα οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και τα περιστατικά που αποτελούν δόλο, εντούτοις από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση συνάγεται ότι αυτά συνίστανται στο ότι το δάνειο ήταν εικονικό, αφού ο πραγματικός του σκοπός ήταν η εξασφάλιση της δέσμευσης του Καθ' ου η αίτηση για εργασία στη VINCITORE. Περαιτέρω, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν μέσα από τα μερίσματα της VINCITORE και ως εκ τούτου ο όρος για αποπληρωμή του δανείου με δόσεις εκ ποσού €1.676,48 μηνιαίως τέθηκε εικονικά στην τέταρτη συμπληρωματική συμφωνία. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι με βάση τη συμφωνία μετόχων και τους όρους 10.1 - 10.3 αυτής η Αιτήτρια θα λάμβανε ελάχιστο μέρισμα ύψους €40.000 για κάθε οικονομικό έτος. Τα προαναφερόμενα δεν συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση. Καταρχάς, η αρχική και οι συμπληρωματικές συμφωνίες δανείου, καθώς και η συμφωνία μετόχων δεν αναφέρουν ότι το επίδικο δάνειο θα αποπληρωνόταν από τα μερίσματα της VINCITORE. Περαιτέρω, η συμφωνία μετόχων (Τεκμήριο 4 της αίτησης), σε αντίθεση με το δάνειο, δεν έχει καθορισμένη χρονική διάρκεια και επομένως το ελάχιστο μέρισμα ύψους €40.000 προς όφελος της Αιτήτριας δεν μπορεί αντικειμενικά να διασυνδεθεί με το δάνειο. Σε κάθε περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση δεν δίδει λεπτομέρειες των προαναφερόμενων ισχυρισμών του, ούτε και παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που να παρέχει έρεισμα στην εν λόγω θέση του. Αντικειμενική θεώρηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών καταδεικνύει ότι η αρχική συμφωνία δανείου υπογράφηκε στις 08.05.17 και η συμφωνία μετόχων την 01.06.
  1. Οι τέσσερις συμπληρωματικές συμφωνίες υπογράφηκαν την 01.06.17, 01.07.17, 31.07.17 και 03.10.
  2. Εφόσον μετά την υπογραφή της συμφωνίας μετόχων ακολούθησαν τρείς ακόμα συμπληρωματικές συμφωνίες και στην τελευταία καθορίστηκαν το ακριβές ποσό του δανείου, η πληρωτέα δόση και το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, η προβαλλόμενη υπεράσπιση εξ αντικειμένου καθίσταται ανυπόστατη. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι ενώ στην παράγραφο 21 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε ποσό του παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια εξοφλήθηκε με την προσωπική του εργασία στα πλαίσια της VINCITORE, παρά ταύτα δεν παραθέτει το παραμικρό στοιχείο που να καταδεικνύει σε ποιο ποσό αποτιμάται η εργασία του και κατ' επέκταση δεν δίδει την παραμικρή ένδειξη για την ύπαρξη μερισμάτων. Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω δεν αρκεί η προβολή γενικών ισχυρισμών, αλλά θα πρέπει να δίδονται επαρκείς υπό τις περιστάσεις λεπτομέρειες (J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανωτέρω). Σημειώνω ότι τα προαναφερόμενα αναδεικνύουν και την αντιφατικότητα των θέσεων του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος από τη μία ισχυρίζεται ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό του επίδικου δανείου και από την άλλη ισχυρίζεται ότι αυτό θα εξοφλείτο μέσα από τα μερίσματα της VINCITORE και ότι σε κάθε περίπτωση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια, καθώς αυτό έχει εντέλει εξοφληθεί μέσω της προσωπικής του εργασίας στη VINCITORE. Είναι φανερό ότι η μία γραμμή υπεράσπισης αναιρεί την άλλη. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση Ε75/13 ημερ. 05.03.19 επισημάνθηκε ότι στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο μπορεί μέσα από αντικειμενική στάθμιση των γεγονότων να απαντήσει στο ερώτημα αν προβάλλεται καλόπιστη υπεράσπιση. Στην ίδια απόφαση τονίστηκε επίσης ότι μπορεί να εξεταστεί και το κατά πόσο οι θέσεις που προβάλλονται ως καλόπιστη υπεράσπιση είναι έκδηλα ψευδείς. Στην προκείμενη περίπτωση, χωρίς ασφαλώς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση, είναι φανερό ότι προβάλλονται αλληλοαναιρούμενες και αντιφατικές θέσεις οι οποίες δεν μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν καλόπιστη υπεράσπιση. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι η εικονικότητα του επίδικου δανείου προκύπτει και από το ότι δεν καταρτίστηκε από τον ίδιο ως εξασφάλιση η ασφάλεια ζωής όπως προβλέπεται στον όρο 6 της αρχικής συμφωνίας. Δεν διαβλέπω όμως με ποιο τρόπο εγείρεται ζήτημα εικονικότητας του δανείου εκ της μη εξασφάλισης του με ασφάλεια ζωής. Η θέση τώρα του Καθ΄ ου η αίτηση ότι δεν εξαργύρωσε ο ίδιος τις επιταγές δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 6 - 9 και 11 - 24 στην αίτηση) φέρουν το όνομα του και έχουν εξαργυρωθεί. Τα εν λόγω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος περιορίζεται να ισχυριστεί ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι είναι ο τελικός λήπτης των ποσών. Αφ' ης στιγμής όμως οι επιταγές φέρουν το όνομα του, έχουν εξαργυρωθεί και τα ποσά που αναγράφονται σε αυτές συνάδουν με τα ποσά της αρχικής και των συμπληρωματικών συμφωνιών δανείου, το ποιος εξαργύρωσε τις επιταγές είναι ζήτημα ουδέτερο και δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Ο επόμενος άξονας επί του οποίου ο Καθ' ου η αίτηση στηρίζει τη θέση του περί ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης έγκειται στο ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι δικαιούται να δανείζει χρήματα και να εισπράττει τόκο. Ό,τι επομένως προβάλλεται ως υπεράσπιση είναι ότι το επίδικο δάνειο έγινε καθ' υπέρβαση (ultra vires) των σκοπών της Αιτήτριας. Ούτε και αυτή η θέση μπορεί να αποτελέσει καλόπιστη υπεράσπιση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου Λτδ ν. Δρουσιώτη
(2006)1 Α.Α.Δ 873 θέμα παρέκκλισης και παράβασης των εξουσιών που παρέχονται σε μία εταιρεία από το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της μπορεί να εγερθεί από τα μέλη της εταιρείας. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας και Nicosia Palace Hotel Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 722 αναφέρθηκε ότι το δόγμα ultra vires αποσκοπεί αφενός στην προστασία των επενδυτών και αφετέρου στην προστασία των πιστωτών της εταιρείας. Ως εκ των ανωτέρω ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να προβάλλει ως υπεράσπιση το δόγμα ultra vires εφόσον δεν είναι ούτε μέλος της Αιτήτριας, αλλά ούτε και πιστωτής ή επενδυτής σε αυτήν. Ο πέμπτος άξονας επί του οποίου περιστρέφεται η προβαλλόμενη υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση αφορά το ποια συμφωνία δανείου εφαρμόζεται. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποδεικνύει ότι μεταξύ της αρχικής συμφωνίας δανείου και της τέταρτης συμπληρωματικής συμφωνίας υπάρχουν τέτοιες διαφορές με αποτέλεσμα να προκύπτει ζήτημα επί ποιας συμφωνίας δανείου διεκδικεί το αξιούμενο ποσό η Αιτήτρια. Επιπρόσθετα, οι προαναφερόμενες διαφορές θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε ενώπιον συμφωνίας υπό αίρεση ή επιφύλαξη. Θεωρώ ότι τα προαναφερθέντα ζητήματα δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση, ούτε και προκύπτουν από αυτά τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος υπεράσπισης. Η αρχική συμφωνία δανείου (μέρος της δέσμης Τεκμηρίου 3 της αίτησης) στους όρους 3 και 4 αυτής ρητά καθορίζει ότι η εκταμίευση και η αποπληρωμή του δανείου θα γίνει στη βάση νέων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων οι οποίες επίσης θα αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας δανείου. Προς το σκοπό αυτό υπογραφήκαν 4 συμπληρωματικές συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 01.06.17, 01.07.17, 31.07.17 και 03.10.17 στις οποίες επίσης περιλαμβάνεται πρόνοια ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αρχικής συμφωνίας δανείου. Στην τρίτη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 31.07.17 (αποτελεί μέρος της δέσμης Τεκμηρίου 3 της αίτησης) συμφωνήθηκε μάλιστα η διαγραφή του όρου 1 της αρχικής συμφωνίας και η αντικατάσταση του από τον όρο ότι το ποσό του δανείου θα είναι μέχρι €100.000. Ακολούθως στην τέταρτη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 03.10.17, η οποία επίσης αποτελεί μέρος της δέσμης Τεκμηρίου 3 της αίτησης, συμφωνήθηκε ότι το τελικό ποσό του δανείου θα είναι €88.837,73, καθώς και ότι η αποπληρωμή του θα γίνει σε περίοδο 60 μηνών αρχής γενομένης την 01.12.17 και το ποσό εκάστης δόσης θα ανέρχεται σε €1.676,48 μηνιαίως. Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι οι 4 συμπληρωματικές συμφωνίες δεν είναι ανεξάρτητες από την αρχική συμφωνία δανείου αλλά αντιθέτως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω συμφωνίας όπως αυτό ρητά καθορίζεται τόσο στην αρχική συμφωνία όσο και σε όλες τις συμπληρωματικές συμφωνίες. Κατά συνέπεια μία είναι η επίδικη συμφωνία δανείου, η οποία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις 4 συμπληρωματικές συμφωνίες. Όσον αφορά τη θέση που προβάλλεται ακροθιγώς ότι πιθανόν να βρισκόμαστε ενώπιον συμφωνίας υπό αίρεση, επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Τούτο διότι το δάνειο δεν εξαρτάτο από την έλευση οποιουδήποτε μελλοντικού γεγονότος, ούτε και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός από τον Καθ' ου η αίτηση. Το γεγονός ότι η εκτέλεση της συμφωνίας θα γινόταν σε μελλοντικό χρόνο δεν την καθιστά συμφωνία υπό αίρεση ή υπό επιφύλαξη. Στην απόφαση ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ «ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ» ΛΤΔ, v. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε. κ.α
(2012)ΙΓ Α.Α.Δ. 2691 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Ότι, δηλαδή, συμφωνία για εκτέλεση ή καταβολή του τιμήματος σε καθορισμένο χρόνο μετά την υπογραφή της, δεν την καθιστά σύμβαση υπό αίρεση, εφόσον είναι μόνο η εκτέλεση που αναβάλλεται για μελλοντικό χρόνο». Πέραν των προαναφερόμενων βασικών αξόνων υπεράσπισης, ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση εγείρει ακόμα τρία ζητήματα. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι ο τερματισμός είναι παράνομος καθώς δεν στάλθηκε προειδοποιητική επιστολή 21 ημερών κατά παράβαση της νομοθεσίας, ότι δεν συνίσταται η έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς η παρούσα αγωγή θα πρέπει να συνεκδικαστεί με την αγωγή με αρ. 1075/18, καθώς και ότι προτίθεται να καταχωρήσει ανταπαίτηση με την οποία να ζητά την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Ούτε και με τα προαναφερόμενα ζητήματα εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση. Ξεκινώντας από την προειδοποιητική επιστολή επισημαίνω ότι δεν διευκρινίζεται ποια νομοθεσία έχει παραβεί η Αιτήτρια με το να μην τάξει προθεσμία 21 ημερών στην προειδοποιητική επιστολή. Σημειώνω ότι με βάση τον όρο 11(b) της αρχικής συμφωνίας δανείου ο Καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής δόσης κατά την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα, όφειλε εντός 7 ημερών από τη λήψη προφορικής ή γραπτής ειδοποίησης από την Αιτήτρια να καταβάλει όλα τα ποσά τα οποία κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα. Όσον αφορά τη θέση του ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να συνεκδικαστεί με την αγωγή με αρ. 1075/18, περιορίζομαι να αναφέρω ότι δεν μπορεί να προβληθεί ως υπεράσπιση ιδιαίτερα από τη στιγμή που δεν δόθηκαν λεπτομέρειες των επίδικων θεμάτων της εν λόγω αγωγής. Συγκεκριμένα δεν έχει παρατεθεί η Έκθεση Απαίτησης της εν λόγω αγωγής, δεν αναφέρεται ποιοι είναι οι διάδικοι σε αυτήν και σε κάθε περίπτωση δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι εκκρεμεί αίτηση συνένωσης. Τέλος, όσον αφορά την πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση να εγείρει ανταπαίτηση για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών επισημαίνω ότι από την στιγμή που η ανταπαίτηση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, βασίζεται στους ισχυρισμούς που εξετάστηκαν πιο πάνω και οι οποίοι κρίθηκε ότι δεν συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει εκπληρώσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α), ενώ από την άλλη ο Καθ' ου η αίτηση δεν κατέδειξε ότι διαθέτει καλόπιστη υπεράσπιση ή ότι συντρέχουν τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του παραχωρηθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Συνεπώς η αίτηση εγκρίνεται. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου η Αιτήτρια αξιώνει διαζευκτικά συμβατικό τόκο προς 14% ετησίως ή νόμιμο τόκο. Παρατηρώ ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία εκ μέρους της Αιτήτριας η οποία να επεξηγεί πως προκύπτει η χρέωση τόκου σε ποσοστό 5% με βάση τον όρο 5 της αρχικής συμφωνίας και η επιπρόσθετη επιβάρυνση με ποσοστό 9% σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης με βάση τον όρο 9 της αρχικής συμφωνίας. Στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας θεωρώ υπό τις περιστάσεις ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί επί του προαναφερόμενου ποσού νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Αναφορικά τώρα με τη διεκδίκηση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί η εν λόγω θεραπεία εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την απόδοση τέτοιας θεραπείας (BERENGARIA P. PAPAKOKKINOU AND OTHERS v. PRINCESS ZENA DE TYRA KANTHER
(1982)1 C.L.R. 65). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €88.837,73 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 27.03.18 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Ιnterim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.