← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Feet You Wear Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6012/2012, 22/5/2019

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Feet You Wear Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6012/2012, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6012/2012 Μεταξύ: Emporiki Bank - Cyprus Ltd Ενάγουσας v.

  1. Feet You Wear Sports Ltd
  2. . Συλβέστρου
  3. . Συλβέστρου Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημ. 30.6.15 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας v.
  4. Feet You Wear Sports Ltd
  5. . Συλβέστρου
  6. . Συλβέστρου Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 21.12.18 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 22 Mαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Παναγή για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να αναβάλλεται και ή αναστέλλεται και ή ακυρώνεται η δια πλειστηριασμού πώληση η οποία ορίστηκε στις 23.5.19, της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 2 και 3 η οποία αφορά τις υποθήκες Υ./2009 και Υ./2010 και της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 3 η οποία αφορά την υποθήκη Υ./2007 (προφανώς η αναφορά στο αιτητικό στην Υ./2007 είναι λανθασμένη), μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Αγωγής στην οποία οι Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, διευθυντή της Εναγομένης 1 και συζύγου της Εναγομένης
  7. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου ημ. 16.3.10, της παροχής των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2 και 3 καθώς επίσης και της παροχής της υποθήκης Υ./10 και της υπογραφής ανέκκλητου πληρεξουσίου εγγράφου προς την Ενάγουσα από τους Εναγόμενους 2 και
  8. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως η επίδικη συμφωνία δανείου για το ποσό των €465.000 δεν αποτελεί νέα συμφωνία αλλά αντικατάσταση παλαιότερης και πως το εν λόγω ποσό αφορούσε μεν προηγούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά περιλάμβανε κεφαλαιοποιήσεις όλων των τόκων υπερημερίας, επιβαρύνσεων, προμηθειών, εξόδων και άλλων χρεώσεων. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται επίσης πως τόσο η επίδικη συμφωνία δανείου όσο και η Υ./10 και το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφησαν υπό το καθεστώς απειλής, εκβιασμού και εκμετάλλευσης της θέσης των Εναγομένων κατ΄ εκείνη τη χρονική περίοδο. Αναφέρει ακόμα πως η Υ./10 συνήφθη μεταγενέστερα των προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και έτσι δεν καλύπτει παλαιά χρέη ενώ οι δύο παλαιότερες υποθήκες Υ./09 και Υ./07 αφορούν μόνο εκείνα τα χρέη και όχι μελλοντικές υποχρεώσεις, και δη την επίδικη συμφωνία δανείου. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως ουδέποτε εκταμιεύθηκε το ποσό της επίδικης συμφωνίας δανείου, το οποίο εν πάση περιπτώσει εξακολουθεί να βαρύνεται με παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, επιβαρύνσεις και λανθασμένες χρεώσεις τόκου. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 και οι υποθήκες περιλαμβάνουν καταχρηστικές ρήτρες και είναι άκυρες. Τέλος, προβάλλει ισχυρισμό περί καταχρηστικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας και αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας εκποίησης χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να ακουστούν επί της υπόθεσης τους. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Η Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 3) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται για αλλότριους σκοπούς. 4) Οι Εναγόμενοι 1-3 κωλύονται λόγω παραστάσεων σε έγγραφα και ή λόγω συμπεριφοράς να αξιώνουν τα αιτούμενα διατάγματα. 5) Η διαδικασία πλειστηριασμού αποτελεί καθόλα νόμιμη και νομότυπη διαδικασία και δεν αποτελεί κατάχρηση. 6) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταστρατηγεί τα συμβατικά και ή συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΕΘ (εφεξής «ο ΕΘ»), ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Ο ΕΘ αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας των διαδίκων, αρνούμενος όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου και της Υ./
  9. Ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 1-3 παρουσιάζουν μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και επομένως ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη των θέσεων τους. Ισχυρίζεται επίσης πως η επίδικη συμφωνία δανείου είναι νέα συμφωνία και πως αυτή και η Υ./10 είναι καθόλα έγκυρες και συνάφθηκαν με την ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση των Εναγομένων. Αναφέρει πως το ποσό της συμφωνίας εκταμιεύθηκε και κατατέθηκε σε λογαριασμό δανείου στο όνομα της Εναγομένης 1, τα οφειλόμενα ποσά είναι καθόλα νόμιμα και όλες οι υποθήκες αφορούν και την επίδικη συμφωνία δανείου και συνακόλουθα το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης
  10. Τέλος, ισχυρίζεται πως η διαδικασία του πλειστηριασμού προνοείται βάσει νομοθεσίας και δεν αποτελεί κατάχρηση αλλά άσκηση εκ μέρους της Ενάγουσας των συμβατικών και νόμιμων δικαιωμάτων της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής οι Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία ζητείται αναγνωριστική απόφαση πως η επίδικη συμφωνία δανείου δεν συνιστά παραχώρηση νέου δανείου αλλά αντικατάσταση των υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγομένων με κεφαλαιοποίηση των μέχρι τότε υφιστάμενων λογαριασμών στους οποίους η Ενάγουσα επέβαλε καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις και επομένως αυτή είναι παράνομη και μη εκτελεστή. Επίσης ζητά την ακύρωση της συμφωνίας δανείου και συνακόλουθα της συμφωνίας εγγύησης, των υποθηκών και του πληρεξουσίου εγγράφου. Διαζευκτικά αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου και οι προσωπικές εγγυήσεις περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και επομένως είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες καθώς επίσης και αναγνωριστική απόφαση ότι το πληρεξούσιο είναι άκυρο ως αποτέλεσμα πίεσης και αθέμιτης επιρροής. Ζητά επίσης διάφορες θεραπείες ως προς το ποσό χρέωσης του τόκου και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράνομων χρεώσεων. Η δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως η αξίωση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων για αναγνωριστική απόφαση ως προς το ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν αποτελεί νέα συμφωνία αλλά αντικατάσταση και ή ανανέωση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1 δεν καλύπτεται από το δικόγραφο τους όπου γίνεται αναφορά σε νέο δάνειο και σε νέα συμφωνία. Επεκτείνοντας αυτή τη θέση της, εισηγείται πως οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 ότι δεν πρόκειται για νέα συμφωνία, θα πρέπει να αγνοηθούν εφόσον αυτοί δεν υποστηρίζουν αξίωση τους η οποία δύναται να τύχει εξέτασης, πόσω μάλλον έγκρισης, στα πλαίσια της υπόθεσης τους. Είναι γεγονός πως στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι κάνουν αναφορά σε «νέο δάνειο μιας νέας συμφωνίας», πλην όμως αναφέρονται και σε ανανέωση των υφιστάμενων δανείων τους σε ένα νέο δάνειο, σε αναχρηματοδότηση και υπογραφή νέας συμφωνίας δανείου και σε συνθήκες πίεσης και εκβιασμού τους ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Θεωρώ πως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, προβάλλονται κάποιες θέσεις στο δικόγραφο των Εναγομένων οι οποίες ενδεχομένως να υποστηρίζουν την ως άνω αξίωση τους. Με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου των Εναγομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτό αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και συνακόλουθα όλων των εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των υποθηκών, λόγω της φύσης της συμφωνίας και του ύψους του ποσού, καθώς επίσης και λόγω ισχυριζόμενης απειλής, εκβιασμού, εκμετάλλευσης των Εναγομένων, καταχρηστικών όρων και παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχει και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, είναι κοινώς παραδεκτό πως η Emporiki Bank - Cyprus Ltd είχε παλαιότερα παραχωρήσει διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγομένη 1 για τις οποίες δόθηκαν ως εξασφαλίσεις η Υ./07 από την Εναγομένη 3 και η Υ./09 από τους Εναγόμενους 2 και
  2. Οι υποθήκες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5 και 6 στην ένορκη δήλωση του ΕΘ. Είναι επίσης παραδεκτό πως αυτές οι διευκολύνσεις παρουσίαζαν οφειλόμενα υπόλοιπα. Όπως διαφαίνεται και ανωτέρω, και οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς το γεγονός της σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου και των σχετικών εξασφαλίσεων, ως ακολούθως: · Η αποστολή της επιστολής ημ. 3.3.10 της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 1 για έγκριση του αιτήματος της ως προς την παραχώρηση νέας πιστωτικής διευκόλυνσης υπό μορφή δανείου ύψους €465.000, η οποία υπεγράφη και από τους τρεις Εναγόμενους, Τεκμήριο
  3. · Η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ημ. 16.3.10 για το ως άνω ποσό προς την Εναγομένη 1, Τεκμήριο
  4. · Η υπογραφή εγγράφου προσωπικής εγγύησης ημ. 16.3.10 από τους Εναγόμενους 2 και 3, ως εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο
  5. · Η αποστολή επιστολής ημ. 16.3.10 από την Ενάγουσα προς την Εναγομένη 3 η οποία θα παρείχε εγγύηση (μέσω υποθήκης) για το επίδικο δάνειο, και η οποία φέρει την υπογραφή της, Τεκμήριο
  6. · Η σύναψη της υποθήκης Υ./10 ημ. 16.3.10 από τους Εναγόμενους 2 και 3, ως εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο
  7. · Η υπογραφή από τους Εναγόμενους 2 και 3 ανέκκλητου πληρεξουσίου εγγράφου ημ. 16.3.10 προς την Ενάγουσα, Τεκμήριο
  8. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός του ΕΘ πως δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 13.3.15, Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση, εγκρίθηκε Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης της Emporiki Bank - Cyprus Ltd με την Alpha Bank Cyprus Ltd, δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκαν και εκχωρήθηκαν στην τελευταία όλες οι συμβάσεις και οι νομικές διαδικασίες που αφορούσαν την Emporiki, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων συμβάσεων και της παρούσας Αγωγής. Ο Εναγόμενος 2 πρόβαλε ισχυρισμό περί άρνησης των δικηγόρων της Ενάγουσας να ικανοποιήσει αίτημα των Εναγομένων και του χρηματοοικονομικού τους συμβούλου ΝΠ (εφεξής «ο ΝΠ») για να τους δοθούν αντίγραφα των ως άνω εγγράφων. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται με επάρκεια από τον ΕΘ ο οποίος αναφέρει πως οι Εναγόμενοι ζήτησαν τα έγγραφα από την Ενάγουσα η οποία τους παρέπεμψε στους δικηγόρους της και πως, με βάση πληροφόρηση του από τη δικηγόρο κα Μ. Τριανταφυλλίδου, ούτε οι Εναγόμενοι ούτε οι δικηγόροι τους αποτάθηκαν ποτέ κοντά τους για να λάβουν αντίγραφα. Επιπλέον ο ΕΘ ισχυρίζεται ότι η αναφορά του Εναγομένου 2 στον όρο της συμφωνίας για τον διαιρέτη υπολογισμού του τόκου καταδεικνύει πως αυτό το έγγραφο ήταν στην κατοχή τους καθότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να το γνωρίζει. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως η επίδικη συμφωνία δανείου συνήφθη υπό το καθεστώς απειλών για δικαστικά μέτρα, εκβιασμού και εκμετάλλευσης αφενός της ανάγκης των Εναγομένων τη δεδομένη χρονική στιγμή, λόγω της κατάρρευσης της οικονομίας από το 2008 με κορύφωση το 2013 και αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, και αφετέρου της οικονομικής ισχύος της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται επίσης πως υπό το κράτος αυτής της κατάστασης η Ενάγουσα ετοίμασε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 για να αιτηθεί δάνειο, την οποία έδωσαν στην Εναγομένη 1 για υπογραφή, και την επιστολή ημ. 3.3.10 και στη συνέχεια έδωσαν στους Εναγόμενους ένα προτυπωμένο και προδιατυπωμένο έγγραφο συμφωνίας, εξαναγκάζοντας τους να το υπογράψουν χωρίς περιθώριο διαπραγμάτευσης των όρων αυτής. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως η συμφωνία εγγύησης, η Υ./10 και το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφησαν κάτω από τις ίδιες ως άνω συνθήκες. Θεωρώ πως αυτοί οι ισχυρισμοί τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να δίδονται στοιχεία ως προς αυτά τα γεγονότα, ήτοι πότε αυτά έλαβαν χώρα, ποιοι εκ μέρους της Ενάγουσας προέβησαν σε αυτές τις ενέργειες και κυρίως στους εκβιασμούς και στις απειλές, τι ακριβώς συνέβη ούτως ώστε οι Εναγόμενοι να φθάσουν στην ισχυριζόμενη κατάσταση και γιατί τελικώς δεν είχαν την όποια δυνατότητα παρά να υποκύψουν στην υπογραφή όλων των αναφερόμενων εγγράφων. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες των επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη μεταξύ τους, ποιοι και τι τους έλεγαν, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Εναγόμενοι και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών. Βασικά ελλείπει μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί σήμερα ότι στοιχειοθετεί την απαιτούμενη πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακρόαση της ουσίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η Ενάγουσα αρνείται τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ο ΕΘ αρχικώς παραπέμπει στο Τεκμήριο 3, επισημαίνοντας πως είναι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι που αποτάθηκαν για δάνειο, πως οι ίδιοι παραδέχονται ότι τους δόθηκαν τα έγγραφα και επομένως είχαν την ευκαιρία να τα μελετήσουν και συζητήσουν με την Ενάγουσα πριν την υπογραφή τους και πως γνώριζαν πολύ καλά το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία υπέγραψαν με την ελεύθερη τους βούληση. Μάλιστα ο ΕΘ θεωρεί πως οι ως άνω ισχυρισμοί των Εναγομένων αποτελούν εκ των υστέρων προσπάθεια τους για να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όσον δε αφορά τη θέση των Εναγομένων για το τυποποιημένο των εγγράφων (συμπεριλαμβανομένων και των υποθηκών), ο ΕΘ, αντικρούοντας αυτή, αναφέρει πως τα έγγραφα είναι τυπικής τραπεζικής φύσης, τα οποία ετοιμάζονται από τους νομικούς συμβούλους της Ενάγουσας, και οι όροι σε αυτά είναι οι τυπικοί όροι που περιλαμβάνονται κατά τη συνήθη πρακτική από τραπεζικά ιδρύματα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και χωρίς να δημιουργούν ανισότητα μεταξύ των μερών. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως το ποσό του επίδικου δανείου των €465.000 αφορά κεφαλαιοποιήσεις όλων των τόκων υπερημερίας, επιβαρύνσεων, προμηθειών, εξόδων και άλλων χρεώσεων, με αποτέλεσμα το ποσό να περιλαμβάνει παράνομους τόκους και ή άλλες χρεώσεις και επιβαρύνσεις. Και αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, χωρίς να έχει προσαχθεί ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να τον υποστηρίξει. Εδώ σημειώνω πως η έκθεση του ΝΠ αφορά τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία της επίδικης συμφωνίας δανείου μέχρι και τις 30.6.18 και όχι την υπό αναφορά περίοδο μέχρι και τις 13.6.10. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αυτή η γενική αναφορά δεν είναι ικανή από μόνη της να υποστηρίξει τέτοιον ισχυρισμό, ο οποίος εν πάση περιπτώσει απορρίπτεται από την Ενάγουσα. Επισημαίνεται εκ του περισσού πως ο ΕΘ, αρνούμενος αυτόν τον ισχυρισμό, αναφέρει πως πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν το οφειλόμενο ποσό και πως με την υπογραφή αυτής κωλύονται δια συμπεριφοράς και ή παραστάσεων σε έγγραφα να το αμφισβητούν εκ των υστέρων. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως η επίδικη συμφωνία δεν αποτελεί νέα συμφωνία αλλά αντικατάσταση της παλαιάς οφειλής και ως τέτοια αντιβαίνει τις αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. v. Coudounaris Food Products Ltd κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 αντικρούεται με επάρκεια από τον ΕΘ ο οποίος παραπέμπει στο περιεχόμενο των εγγράφων και σε ισχυρισμούς των ίδιων των Εναγομένων στο δικόγραφο τους. Έχει ήδη γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς των Εναγομένων σε νέο δάνειο και νέα συμφωνία, ενώ στην επιστολή ημ. 3.3.10, Τεκμήριο 3, γίνεται ρητή αναφορά σε «νέο μακροπρόθεσμο δάνειο» το οποίο διέπεται από «τη νέα σύμβαση δανείου» και η ίδια η συμφωνία, Τεκμήριο 4, αναφέρεται σε χορήγηση και ανάληψη δανείου. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως προς τους ισχυρισμούς για ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και συνακόλουθα της συμφωνίας εγγύησης και των υποθηκών στη βάση του τρόπου υπολογισμού του ποσού του δανείου και της φύσης της επίδικης συμφωνίας. Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2 ως προς τις συνθήκες σύστασης της Υ./10 και του πληρεξουσίου εγγράφου παραμένουν και πάλι γενικοί και αόριστοι. Και εδώ επαναλαμβάνεται η θέση για πίεση, αθέμιτη επιρροή και κράτος απειλής, χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν αυτή. Ο Εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμό πως οι Υ./07 και Υ./09 συνάφθηκαν προγενέστερα της επίδικης συμφωνίας και επομένως δεν καλύπτουν αυτή. Και αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται με επάρκεια από την Ενάγουσα η οποία παραπέμπει στους όρους αυτών δυνάμει των οποίων αυτές καλύπτουν κάθε υποχρέωση, παρούσα και ή μελλοντική. Συγκεκριμένα, στον όρο 2 αυτών αναφέρεται πως η υποθήκη αποτελεί επιπρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση πάσης υποχρεώσεως του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα «. είτε αύτη είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεσος ή έμμεσος, είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστή απαιτητή .», και στον όρο 3 αναφέρεται πως η παρούσα υποθήκη είναι εξασφάλιση επιπρόσθετη με οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση την οποία «. η Τράπεζα έχει σήμερον ή δυνατόν να έχει εις το μέλλον παρ' εμού .». Και ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως η συμφωνία εγγύησης ημ. 16.3.10 των Εναγομένων 2 και 3 δεν δύναται να καλύπτει τις παλαιότερες υποχρεώσεις της Εναγομένης 2 και πάλι αντικρούεται με επάρκεια από τον ΕΘ με παραπομπή στους όρους του σχετικού εγγράφου. Αυτό αναφέρεται σε εγγύηση όλων των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, «. είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές .» και συνήφθη ως εξασφάλιση της υποχρέωσης που δημιουργήθηκε δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημ. 16.3.
  1. Όσον αφορά τον ισχυρισμό πως το ποσό του δανείου ουδέποτε εκταμιεύθηκε στην Εναγομένη 1, και αυτός αντικρούεται με επάρκεια από τον ΕΘ ο οποίος αναφέρει πως το ποσό εκταμιεύθηκε με κατάθεση του στον λογαριασμό .82-26 (.22-9 μετά τη συγχώνευση) ο οποίος ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγομένης, «για εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων» όπως αναφέρεται ρητώς στη συμφωνία, Τεκμήριο
  2. Η κατάθεση του εν λόγω ποσού φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 13 στην ένορκη του δήλωση. Ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ισχυρισμό για συμπερίληψη παράνομων, καταχρηστικών και αντισυμβατικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία δανείου, αναφερόμενος στο ύψος του επιτοκίου, στον διαιρέτη προς υπολογισμό του τόκου και στον όρο για μονομερή μετατροπή του επιτοκίου από την Τράπεζα. Ως προς αυτόν τον ισχυρισμό ο ΕΘ αρχικά αναφέρει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96, ο οποίος περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση καθότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν αποτελεί καταναλωτική σύμβαση. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου δεν καθοριζόταν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο 5%, όπως προνοείται στη συμφωνία. Εδώ σημειώνεται πως σύμφωνα με τον όρο 4(α) της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήταν 5% συν περιθώριο 3%, με αποτέλεσμα τελικό επιτόκιο 8% κυμαινόμενο ετησίως, ενώ σε περίπτωση υπερημερίας θα χρεώνετο τόκο προς 7% πλέον του τελικού επιτοκίου. Ο Εναγόμενος 2 επισυνάπτει δύο δημοσιεύσεις ημ. 10.7.08 και 15.10.08 της Ενάγουσας, η πρώτη για αύξηση και η δεύτερη για μείωση του επιτοκίου, σύμφωνα με την Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ανακοίνωση ημ. 21.12.07 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για μείωση του βασικού επιτοκίου, και έγγραφο με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα έτη 2007-2016, Τεκμήρια 2-4 αντίστοιχα. Ο ΕΘ ισχυρίζεται πως η Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 3, αφορούσε τα τότε εν ισχύι δάνεια και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη συμφωνία δανείου η οποία συνάφθηκε μεταγενέστερα αυτής, ούτε και εμποδίζει την Ενάγουσα να αποφασίσει ελεύθερα με τους αντισυμβαλλόμενους της το επιτόκιο και πως εν πάση περιπτώσει η Ενάγουσα προέβαινε σε μεταβολές στο βασικό επιτόκιο σύμφωνα με τις διακυμάνσεις του ελάχιστου ποσοστού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως άλλωστε επιμαρτυρεί το Τεκμήριο
  3. Πέραν των ισχυρισμών του ΕΘ οι οποίοι αντικρούουν τις θέσεις των Εναγομένων, είναι σαφές πως ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί πως το επιτόκιο που προνοείτο στην επίδικη συμφωνία δανείου (και στην περίπτωση υπερημερίας) δεν ήταν το ορθό, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ολόκληρης της συμφωνίας ως περιέχουσα καταχρηστικό όρο αλλά μόνο τον όρο για τον καθορισμό του τόκου και κατά συνέπεια τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και το τελικώς οφειλόμενο ποσό. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τον ισχυρισμό του ΕΘ πως η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε διαιρέτη τις 360 αντί τις 365 ή τις 366 μέρες, κατά παράβαση σχετικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Και αυτό το ζήτημα δεν επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της συμφωνίας αλλά επηρεάζει το ύψος του τελικώς οφειλόμενου ποσού. Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 περί καταχρηστικότητας του όρου για μονομερή μετατροπή του βασικού επιτοκίου, επικαλούμενος Απόφαση ημ. 17.7.18 της Επιτροπής Ανταγωνισμού εναντίον της Τράπεζας, Τεκμήριο
  4. Όπως αναφέρει ο ΕΘ η εν λόγω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, πλην όμως αξίζει να σημειωθεί πως και στην ίδια την Απόφαση γίνεται διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος όρος είναι καταχρηστικός χωρίς όμως να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της υπό κρίση συμφωνίας. Ο Εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμό για καταχρηστικές ρήτρες και παράνομη χρέωση τόκου στις συμβάσεις υποθήκης. Παρά το ότι φαίνεται πως τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των Εναγομένων εντούτοις επαναλαμβάνω πως τέτοιοι όροι δεν άπτονται της εγκυρότητας αυτών αλλά ενδεχομένως κάποιων όρων τους. Ούτε και ενδεχόμενη ακυρότητα του πληρεξουσίου επηρεάζει την εγκυρότητα της σχετικής σύμβασης υποθήκης. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως παρά τα επανειλημμένα αιτήματα των Εναγομένων, η Ενάγουσα αρνείται να τους δώσει κατάσταση λογαριασμού και πάλι αντικρούεται με επάρκεια από τον ΕΘ ο οποίος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα έστελνε από καιρού εις καιρό καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 13, οι οποίες ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται περαιτέρω πως το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου, εξαιρουμένων των προηγούμενων παράνομων χρεώσεων (με τις οποίες το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί ανωτέρω) περιέχει παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ύψους €518.494, απαριθμώντας τις πιο πάνω χρεώσεις στην παρ. 10.1.34 της ένορκης του δήλωσης. Αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν έξοδα αδράνειας λογαριασμών, τόκο υπερημερίας, έξοδα καθυστερήσεων, έξοδα εκτιμήσεων, κεφαλαιοποίηση δύο φορές αντί μια φορά ετησίως, μονομερή αύξηση του περιθωρίου κ.λπ. Ο ΑΘ επισυνάπτει την έκθεση του ΝΠ, Τεκμήριο 7, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις €647.836,56, με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και χωρίς τόκο υπερημερίας μέχρι και το 2015 που καθορίστηκε δια νόμου στο 2%, και το οποίο είναι χαμηλότερο αν αφαιρεθούν οι πληρωμές που έχουν γίνει από τους Εναγόμενους. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων όσον αφορά την καταβολή ποσών έναντι του επίδικου χρέους παρέμεινε παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, τέτοιες πληρωμές δεν φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  5. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι δεν αντέκρουσαν τον ισχυρισμό του ΕΘ πως λόγω καθυστερήσεων στις πληρωμές η Ενάγουσα έστειλε προειδοποιητικές επιστολές ημ. 12.4.11 με συστημένο ταχυδρομείο στους Εναγόμενους, καλώντας τους να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό είτε με καταβολή του ποσού είτε μέσω των υποθηκών, Τεκμήρια 12 και 14, πως λόγω παράλειψης συμμόρφωσης τους απέστειλε συστημένη επιστολή τερματισμού σε όλους τους Εναγόμενους ημ. 1.6.11, Τεκμήρια 16 - 20, και τελικώς καταχώρισε την παρούσα Αγωγή. Θεωρώ βάσιμο τον ισχυρισμό του ΕΘ πως οι αναδομημένες καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από τον ΝΠ δεν φαίνεται να υπολογίζουν ορθώς τον τόκο και επομένως να καταδεικνύουν το ορθό οφειλόμενο ποσό, ενόψει του ότι σε αυτές υπολογίζεται τόκος μόνο προς 2% ενώ και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, στην παρ. 1.10.32 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2, αναγνωρίζουν πως το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο έπρεπε να ήταν αυτό που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πλέον το περιθώριο προς 3%. Επί τούτου, ο ΕΘ επισημαίνει πως η επίδικη συμφωνία προέβλεπε το συμβατικό βασικό επιτόκιο πλέον περιθώριο προς 3% και επεξηγεί αναλυτικά τη διακύμανση του επιτοκίου, του επιτοκίου υπηρεμηρίας και τον διαιρέτη, με παραπομπή στο περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου και υποθήκης, των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού αλλά και σε Ανακοίνωση - Δελτίο Τύπου ημ. 11.4.11 της Ενάγουσας, Τεκμήριο
  6. Μάλιστα παραπέμπει στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 54, και σε ακόμα μια κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι και τις 18.9.18, Τεκμήριο 52, (στην οποία καταγράφεται ο τόκος, η κεφαλαιοποίηση κ.λπ.) και στις οποίες φαίνεται η μείωση του τόκου υπερημερίας από τις 25.11.13 και μετέπειτα. Ενόψει των ισχυρισμών των δύο πλευρών, θεωρώ πως ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε και πάλι γενικούς ισχυρισμούς καθώς επίσης και μια κατάσταση η οποία δεν φαίνεται να στηρίζεται στα ορθά δεδομένα προς υπολογισμό του τόκου κ.λπ., σε αντίθεση με την Ενάγουσα η οποία φαίνεται να παρουσίασε όλα τα στοιχεία και προέβη σε υπολογισμό με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, καταδεικνύοντας πως προέβη και σε μείωση αυτού, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος αρνείται ότι έκανε ποτέ η Ενάγουσα. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το θέμα του υπολογισμού του τόκου, χρεώσεων κ.λπ. δεν άπτεται της εγκυρότητας της συμφωνίας δανείου και των συμφωνιών υποθηκών αλλά αφορά καθαρά στο ύψος του ποσού. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως η διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού θα ξεκινήσει στο 70% της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποία έχει ήδη μειωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης κατά 30%, και σε περίπτωση μη ύπαρξης ενδιαφέροντος, σε περίοδο τριών μηνών θα γίνει ξανά προσπάθεια εκποίησης με πλειστηριασμό ο οποίος μάλιστα θα ανοίξει στο 50% της εκτιμημένης αξίας των ακινήτων. Σε περίπτωση δε που και πάλι δεν υπάρξει ενδιαφέρον, τότε η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να πωλήσει τα ακίνητα με ιδιωτική συμφωνία σε τιμή που η ίδια ήθελε αποφασίσει. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί και εδώ πως οι Εναγόμενοι δεν αναφέρονται στην αξία των ακινήτων ούτε και παρουσίασαν οποιαδήποτε εκτίμηση με αποτέλεσμα οι πιο πάνω θέσεις τους και πάλι να παραμένουν γενικές και αόριστες. Σαφώς στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει στη διαδικασία της πώλησης με πλειστηριασμό, και ειδικότερα στο περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε άλλης μορφής διαδικασία. Όμως, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ΕΘ ως προς τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, από την αποστολή των ειδοποιήσεων Ι μέχρι και των ειδοποιήσεων ΙΒ, Τεκμήρια 24-42, η Ενάγουσα φαίνεται να ακολουθεί τη διαδικασία που προβλέπεται στον περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Ακινήτων Ν.9/65, ως προς τη διαδικασία εκτίμησης της αξίας των ακινήτων και εκεί όπου υπήρχε μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο εκτιμήσεων (αναφορικά με τα ακίνητα της Υ2155/07) η Ενάγουσα απέστειλε σχετικές επιστολές προς το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ) για τη διενέργεια τρίτης εκτίμησης, επισυνάπτοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα. Από τη στιγμή που φαίνεται πως η διαδικασία διενεργείται με βάση τη σχετική νομοθεσία, και χωρίς οι Εναγόμενοι να έχουν προβεί σε δικές τους εκτιμήσεις μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων ΙΒ, ως είχαν δικαίωμα βάσει του Ν.9/65, τότε θεωρώ πως δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως προς τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία πώλησης θα οδηγήσει δίχως άλλο στην πώληση των ακινήτων σε εξευτελιστική τιμή ή σε συμπαιγνία της Τράπεζας. Θεωρώ σημαντικό να τονιστεί πως ο Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, περιέχει συγκεκριμένες πρόνοιες οι οποίες ρυθμίζουν ειδικά τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, την τελική τιμή πώλησης αυτού και την όλη διαδικασία ακόμα μέχρι και τη διανομή του προϊόντος πώλησης, επομένως φαίνεται να παρέχεται κάποια ασφαλιστική δικλίδα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ως προς την τιμή πώλησης, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από τον εν λόγω Νόμο. Όπως φαίνεται στα έγγραφα των υποθηκών, αυτές αφορούν σε περιορισμένο ποσό, ειδικότερα η Υ./07 σε ποσό €167.550 (ΛΚ 98.000), η Υ./09 σε ποσό €250.000 και η Υ./10 σε ποσό €50.000, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμών της Ενάγουσας και σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΕΘ, ακόμα και σε περίπτωση πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας στο 100% της αγοραίας αξίας τους, ήτοι ποσό €412.500, το εισπραχθέν ποσό δεν είναι αρκετό για να καλύψει το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο στις 18.9.18 ανέρχεται στις €1.160.376,85, Τεκμήριο
  7. Ο δε ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως τυχόν πώληση οδηγεί στην απώλεια της μοναδικής περιουσίας των Εναγομένων αντικρούεται από τον ΕΘ ο οποίος επισυνάπτει έρευνα αναφορικά με την ακίνητη περιουσία των Εναγομένων 2 και 3, Τεκμήρια 21 και 22, από τα οποία φαίνεται πως αυτοί έχουν και άλλη περιουσία στο όνομα τους. Εδώ είναι κατάλληλο να λεχθεί πως, σύμφωνα με τον ΕΘ και όπως διαφαίνεται μέσα από τα σχετικά τεκμήρια, υπάρχουν και άλλες επιβαρύνσεις (memo) επί της ενυπόθηκης περιουσίας των Εναγομένων 2 και 3, καθώς επίσης πως οι επίδικες υποθήκες εξασφαλίζουν και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγομένης 1, ήτοι τρεχούμενο λογαριασμό, για τον οποίο εκκρεμεί η Αγωγή 1359/17 εναντίον και των τριών Εναγομένων, Τεκμήριο
  8. Είναι η θέση του Εναγομένου 2 πως το 2014 η Ενάγουσα είχε ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγομένης 3 μέσω του Κτηματολογίου, η οποία ακόμη εκκρεμεί, ενώ ταυτόχρονα έχει καταχωρίσει αγωγή και προχωρεί με εκποίηση μέσω πλειστηριασμού. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν διαφαίνεται πως αυτή η επιλογή της Ενάγουσας αποτελεί κατάχρηση καθότι η πρώτη διαδικασία πώλησης δεν έχει προχωρήσει ενώ η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να προωθεί την εν λόγω διαδικασία ανεξαρτήτως της ύπαρξης Αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)του Ν.9/65 το οποίο παρέχει ένα επιπρόσθετο τρόπο εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και παρέχοντας δικαιώματα στον ενυπόθηκο δανειστή. Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό των Εναγομένων πως η διαδικασία πώλησης αντιβαίνει τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(Ι)/03, ως προς το ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει πρώτα δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων, να κινηθούν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της πρτοφειλέτιδας και μετά να στραφούν εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών. Ο ΕΘ με τη σειρά του ισχυρίζεται πως ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει πως η διαδικασία εκποίησης προωθείται με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/65 ο οποίος παρέχει τέτοιο δικαίωμα στην Ενάγουσα. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί αυτών, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αρκούμαι να επισημάνω πως αρχικά διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν γενικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ως προς κάποιες εκ των θέσεων τους οι οποίες εν πάση περιπτώσει αντικρούονται από την Ενάγουσα. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων για πίεση, εκβιασμό και εκμετάλλευση της θέσης τους τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν, ως θα έπρεπε, να συνεκτιμηθούν στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο εν σχέσει με την πιθανότητα επιτυχίας αν κατά την ακρόαση της ουσίας γίνονταν αποδεκτά. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη καταχρηστικών και ποινικών ρητρών και για παράνομες χρεώσεις και τόκους έχουν αντικρουστεί από την Ενάγουσα και εν πάση περιπτώσει δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο των συγκεκριμένων όρων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν έχω ικανοποιηθεί πως οι Εναγόμενοι παρουσίασαν τέτοια μαρτυρία η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τείνει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των εν λόγω ισχυρισμών τους. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών οι οποίοι αφορούν τις αξιώσεις τους, οι Ενάγοντες εγείρουν και ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι επιχειρούν την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Παρόλο που θεωρώ πως γενικότερα είναι επιτρεπτή η εξέταση τέτοιων ισχυρισμών υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν τέτοιας φύσης αιτήσεις και χωρίς να υπεισέρχομαι σε τελικά συμπεράσματα επί αυτού του θέματος, καθότι ενδεχόμενη διαπίστωση πως η διαδικασία πώλησης βασίζεται σε αντισυνταγματική νομοθεσία δύναται να οδηγήσει σε παρεμπόδιση της πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας και επιτυχία της Αίτησης, εντούτοις διαπιστώνεται πως αυτοί τίθενται με πλήρη γενικότητα και έτσι δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας - βλ. Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους και γενικότερα με την υπόθεση τους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Όπως άλλωστε αναφέρει και ο ΕΘ, σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, και υπάρχει υπόλοιπο μετά την ικανοποίηση και των υπόλοιπων επιβαρύνσεων, τότε αναμφίβολα η Ενάγουσα θα πρέπει να καταβάλει αυτό στους Εναγόμενους, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως οι Εναγόμενοι θα έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Ενάγουσα δύναται να τους αποζημιώσει. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Εναγόμενους πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα πρόβαλε ισχυρισμό πως είναι φερέγγυα και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Εναγομένων στην περιουσία τους, αυτή ταυτόχρονα αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Ενάγουσας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως υπάρχει ενδεχόμενο η αξία των ακινήτων να αυξηθεί δραματικά προς όφελος της Ενάγουσας καθότι τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στη διαδικασία ανάπτυξης ενός των ενυπόθηκων ακινήτων δια κοπής οικοπέδων σε συνεργασία με την Αρχιεπισκοπή Κύπρου η οποία διαθέτει γειτονικό οικόπεδο και έτσι οι Εναγόμενοι θα είναι σε θέση να ξοφλήσουν τα χρέη τους. Επισυνάπτει έγγραφο το οποίο δείχνει τις προσπάθειες διαχωρισμού των οικοπέδων, Τεκμήριο
  2. Θεωρώ βάσιμη τη θέση του ΕΘ πως αυτοί οι ισχυρισμοί και πάλι παραμένουν γενικοί και δεν είναι ικανοί να αποτελέσουν λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.