Αίτηση από την G. Th. Saint Mountains Ltd ν. Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Zening Resorts Ltd, Αίτηση Αρ: 347/2017, 13/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A285 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ: 347/2017 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Zening Resorts Ltd (ΗΕ 295166) και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Αίτηση από την G. Th. Saint Mountains Ltd, Κυπαρισσώνος 11, Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός Αίτηση Εκκαθάρισης της Zening Resorts Ltd (ΗΕ 295166) ημ. 15.6.17 Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την G. Th. Saint Mountains Ltd - Αιτήτρια: κ. Χ. Τιμοθέου και κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρης Κούτρας & Σια Για την Zening Resorts Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Τ. Ζήνωνος Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια εταιρεία (εφεξής «η Αιτήτρια») ζητά διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Zening Resorts Ltd (εφεξής «η Καθ΄ ης»). Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, η Καθ΄ ης οφείλει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό των €21.010,87 δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και ή δυνάμει πωλήσεως και παραδόσεως εμπορευμάτων με βάση υπογεγραμμένα τιμολόγια. Σύμφωνα με την Αίτηση, στις 4.5.17 η Αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης σχετική απαίτηση πληρωμής ημ. 29.12.16 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, δεόντως υπογεγραμμένη από την Αιτήτρια, η Καθ΄ ης παρέλειψε να πληρώσει το εν λόγω ποσό και συνεπώς είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει το χρέος της. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΘ (εφεξής «ο ΓΘ»), διευθυντή της Αιτήτριας. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών βασικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και επισυνάπτει αντίγραφο της απαίτησης η οποία επιδόθηκε στην Καθ΄ ης. Η Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση η οποία στηρίζεται στα ακόλουθα: 1) Η παρούσα διαδικασία είναι εξ υπαρχής άκυρη και νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 2) Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και ή καταχρηστικά και ή για σκοπούς άσκησης πίεσης, είναι επιπόλαια και ενοχλητική και προκαλεί αμηχανία στην Καθ΄ ης. 3) Το αξιούμενο ποσό αμφισβητείται καθότι αυτό απαιτείται παράνομα και αυθαίρετα από την Αιτήτρια η οποία χρέωνε την Καθ΄ ης για αγαθά που δεν της παρέδωσε. 4) Η απαίτηση της Αιτήτριας τελεί δικαιολογημένα και καλόπιστα υπό ουσιαστική αμφισβήτηση από την Καθ΄ ης. 5) Η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής εντός της έννοιας των άρθρων 212(α) και 213
(1)του Κεφ. 113. 6) Δεν υπάρχει μαρτυρία πως η Καθ΄ ης είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Εν πάση περιπτώσει η Καθ΄ ης έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τα χρέη της εφόσον είναι ενεργή και διαχειρίζεται το ξενοδοχείο Zening Resorts. 7) Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ΄ ης. 8) Η απαίτηση είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Νόμου καθότι (
- i)δεν έγινε ορθή επίδοση η οποία έγινε από συνηθισμένο διακομιστή ενώ έπρεπε να γίνει από υπάλληλο της Αιτήτριας (
- ii)δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν η απαίτηση υπεγράφη από διευθυντή της Αιτήτριας εφόσον δεν αναγράφεται το όνομα του προσώπου που υπέγραψε αυτή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. AG (εφεξής «ο AG»), εκ των διευθυντών της Καθ΄ ης. Σε αυτή βασικά ο AG αναφέρει πως η Καθ΄ ης αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό, καθότι, κατόπιν ελέγχου των παραδόσεων, διεφάνη ότι γίνονταν ελλιπείς παραδόσεις και υπερχρεώσεις στα τιμολόγια. Ισχυρίζεται επίσης πως η Καθ΄ ης είναι φερέγγυα και δύναται να αποπληρώσει τα οποιαδήποτε χρέη της. Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, και οι δύο πλευρές καταχώρισαν εκατέρωθεν απαντητικές ένορκες δηλώσεις, η μεν Αιτήτρια του ΓΘ η δε Καθ΄ ης του διευθυντή της κ. SG (εφεξής «ο SG»). Και οι δύο πλευρές καταχώρισαν αίτηση για αντεξέταση και με τη σύμφωνη γνώμη τους, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα αντεξέτασης και των τριών ενόρκως δηλούντων. Αυτοί αντεξετάστηκαν στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης και βασικά επανέλαβαν και επέμεναν στις θέσεις τους όπως καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τους. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Ι. Παράθεση και Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο ΓΘ επισυνάπτει την ένορκη δήλωση της επίδοσης της απαίτησης για πληρωμή στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης, Τεκμήριο Α. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο AG ισχυρίζεται πως η Καθ΄ ης αμφισβητεί το απαιτούμενο ποσό, όπως φαίνεται σε διάφορες επιστολές της προς την Αιτήτρια ημ. 6.8.16, 25.11.16 και 8.5.17, Τεκμήριο 1. Ο AG ισχυρίζεται πως οι παραδόσεις αγαθών από την Αιτήτρια κατά το 2016 ήταν ελλιπείς και αυτό είχε εντοπιστεί από τους διευθυντές της Καθ΄ ης. Ειδικότερα, κατά τον έλεγχο των παραδόσεων, διαπιστώθηκε ότι οι ελλείψεις ήταν περί το 60%, κάτι το οποίο προκάλεσε ανησυχία στην Καθ΄ ης ότι όλες οι παραδόσεις ήταν ελλιπείς ενόψει του γεγονότος πως προηγουμένως δεν γινόταν έλεγχος κατά την παράδοση. Η δε Καθ΄ ης υπέστη εκτεταμένες ζημιές λόγω των παραλείψεων και λαθών στις παραδόσεις των παραγγελιών τους καθώς επίσης και από την απότομη και άνευ προειδοποιήσεως άρση της συνεργασίας τους κατά την τουριστική περίοδο και επιφυλάσσει το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Τέλος, ο AG ισχυρίζεται πως η Καθ΄ ης είναι καθόλα αξιόπιστη, αξιόχρεη, φερέγγυα και σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και επισυνάπτει τις οικονομικές καταστάσεις της για το 2016, Τεκμήριο 2. Στην απαντητική ένορκη δήλωση του ο ΓΘ ισχυρίζεται πως η απαίτηση πληρωμής υπεγράφη από τον ίδιο, πως στις επιστολές της η Καθ΄ ης δεν αρνείται την ύπαρξη οφειλής προς την Αιτήτρια παρά μόνο το ύψος αυτής και πως οι ισχυρισμοί του AG αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις προς αποφυγή των υποχρεώσεων της Καθ΄ ης. Σύμφωνα με τον ΓΘ, η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών ξεκίνησε τον Μάιο του 2013 και επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, οι παραγγελίες γίνονταν τηλεφωνικώς και κατά την παράδοση υπάλληλοι της Καθ΄ ης καταμετρούσαν τα εμπορεύματα και υπέγραφαν τα τιμολόγια, η δε Καθ΄ ης πάντα καθυστερούσε την πληρωμή των τιμολογίων. Στις 28.7.16 ο ΓΘ είχε συνάντηση με την Καθ΄ ης κατά την οποία ζήτησε πληρωμή του οφειλόμενου ποσού των €21.010,87 και εις απάντηση η Καθ΄ ης απέστειλε την επιστολή ημ. 6.8.16 όπου για πρώτη φορά προέβαλε ισχυρισμό για δήθεν ελλιπή παράδοση εμπορευμάτων κατά 60% το 2016, με αναφορά σε δύο τιμολόγια ημ. 22.3.16 και 2.6.16. Ο ΓΘ ισχυρίζεται πως μόνο για εκείνα τα δύο τιμολόγια υπήρξε θέμα από την Καθ΄ ης για λανθασμένη χρέωση. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το πρώτο τιμολόγιο, δεν υπήρξε χρέωση περισσότερης ποσότητας χαρτομάντηλων, αλλά η Καθ΄ ης ζήτησε διαφορετικό τρόπο χρέωσης αυτών, ήτοι αντί χρέωση 20 κουτιών να γίνει χρέωση δύο πακέτων (το καθένα εκ των οποίων περιείχε δέκα κουτιά). Αναφορικά με το δεύτερο τιμολόγιο, τα τυριά Blue Cheese και Philadelfia αρχικά επιστράφηκαν επειδή δεν ήταν της αρεσκείας της Καθ΄ ης αλλά μετά ζητήθηκαν εκ νέου και παραδόθηκαν, τα μπισκότα παραγγέλθηκαν αλλά κατά την παράδοση η Καθ΄ ης ανέφερε ότι δεν τα ήθελε καθώς επίσης και η Καθ΄ ης ισχυρίστηκε ότι το μηλόξυδο ήταν ακριβό ενώ προηγουμένως το παράγγελλε στην ίδια τιμή και το αποδεχόταν. Σύμφωνα πάντα με τον ΓΘ, και στις δύο αυτές περιπτώσεις η Αιτήτρια προχώρησε στη διόρθωση των τιμολογίων, αποστάληκαν διορθωμένα τιμολόγια τα οποία παραλήφθηκαν και υπεγράφησαν από την Καθ΄ ης. Ακολούθησαν ακόμα 17 παραδόσεις το 2016 χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία από την Καθ΄ ης. Σύμφωνα με τον ΓΘ, η αόριστη αναφορά της Καθ΄ ης σε ποσοστό 60% δείχνει την κακοπιστία της, ενώ η Καθ΄ ης προέβη σε πρόταση πληρωμής ποσού €10.000 προς εξόφληση του χρέους, κάτι το οποίο ισοδυναμεί με αναγνώριση της οφειλής. Στη δική του απαντητική ένορκη δήλωση ο SG ισχυρίζεται πως υπήρξε από πλευράς της Αιτήτριας δόλια πρόθεση εξαπάτησης της Καθ΄ ης στα πλαίσια της συνεργασίας τους, εφόσον η Αιτήτρια επανειλημμένα παρέδιδε λανθασμένες ποσότητες ή είδος εμπορευμάτων και υπερχρέωνε την Καθ΄ ης, πλην των περιπτώσεων που εντοπίστηκαν από τον Γενικό Διευθυντή. Μάλιστα, από τους έξι ελέγχους τους οποίους διενήργησε ο ίδιος, οι τέσσερις εκ των οποίων κατέδειξαν λάθη και η Αιτήτρια ενημερώθηκε προφορικά. Σύμφωνα με τον SG, η όλη διαδικασία προμήθειας των εμπορευμάτων γινόταν με τέτοιο τρόπο από την Αιτήτρια ούτως ώστε να καθίστατο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνει σωστός έλεγχος των παραδόσεων και εντοπισμός των ελλείψεων. Οι παραδόσεις γίνονταν είτε στην κουζίνα είτε στην αποθήκη και οι οδηγοί πίεζαν τους υπαλλήλους να υπογράφουν τα τιμολόγια χωρίς να γίνεται καταμέτρηση λόγω του ότι βιάζονταν να εκτελέσουν άλλες παραδόσεις. Ο SG επισυνάπτει τα δύο προαναφερόμενα τιμολόγια και ισχυρίζεται πως στο πρώτο φαίνεται ότι η διόρθωση για τα χαρτομάντιλα αφορούσε διαφορά στην ποσότητα αυτών και όχι στον τρόπο τιμολόγησης. Αναφορικά με το δεύτερο, έγινε λανθασμένη παράδοση ποσότητας τυριού Blue Cheese με υπερχρέωση, το τυρί Philadelfia δεν ήταν η ορθή μάρκα και γι΄ αυτό επιστράφηκε, τα μπισκότα δεν είχαν παραγγελθεί ενώ το μηλόξυδο γινόταν δεκτό από τους υπαλλήλους της Καθ΄ ης οι οποίοι δεν γνώριζαν τις συμφωνημένες τιμές, υπήρχε υπερχρέωση γι΄ αυτό και έγινε επιστροφή όταν διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο από τον έλεγχο που διενήργησε ο SG. O SG ισχυρίζεται πως και στην επιστολή της ημ. 8.5.17 η Καθ΄ ης προβάλλει τη θέση για δόλια πρόθεση εξαπάτησης της από την Αιτήτρια με υπερχρεώσεις εμπορευμάτων τα οποία η τελευταία δεν παρέδιδε και πως η πρόταση για €10.000 ουδόλως συνιστά αποδοχή της οφειλής ή δεσμευτική πρόταση αλλά μια άνευ βλάβης δικαιωμάτων πρόταση για εξώδικη διευθέτηση, λαμβανομένου υπόψιν πως η Καθ΄ ης είχε απαίτηση έναντι της Αιτήτριας. Κατά την αντεξέταση του, ο ΓΘ ανέφερε πως δεν θυμάται ακριβώς πόσες φορές κατά το 2016 η Καθ΄ ης ήγειρε ζήτημα με τις παραδόσεις, πλην όμως επέμενε πως μόνο σε δυο τρεις περιπτώσεις η Καθ΄ ης ήγειρε θέμα με τις παραδόσεις προφορικά και η Αιτήτρια προέβη σε διόρθωση αυτών και των τιμολογίων, αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για καλόπιστο ανθρώπινο λάθος το οποίο η Αιτήτρια είχε όλη την καλή διάθεση να διορθώσει. Σε υποβολή πως στις περιπτώσεις διόρθωσης των τιμολογίων, αυτά παρέμεναν με τον ίδιο αριθμό, ο ΓΘ ανέφερε ότι η Καθ΄ ης τα αποδεχόταν και τα υπέγραφε. Ο ΓΘ είπε ακόμα πως ενώ τους παράγγειλαν τυρί Blue Cheese, κατά την παράδοση ο αποθηκάριος του είπε ότι δεν το ήθελαν αυτό αλλά Philadelphia, το πήραν πίσω και μετά του τηλεφώνησε ο μάγειρας και το ζήτησε πίσω. Σε υποβολή πως αυτή η αναφορά δεν αντικατοπτρίζεται στο τιμολόγιο όπου υπάρχουν δύο ξεχωριστές καταγραφές, η μια για Blue Cheese και η άλλη για Philadelfia, και πως για το Blue Cheese αρχικά φαίνεται παράδοση μεγαλύτερης ποσότητας και διόρθωση αυτής και ακολούθως επιστροφή ενώ για το Philadelfia μόνο επιστροφή, ο ΓΘ, αναφερόμενος στο Blue Cheese, απάντησε πως όσα παρέδωσε τόσα χρέωσε και ακολούθως αναφέρθηκε στον τρόπο χρέωσης και πως βασικά το συγκεκριμένο τυρί έχει δύο εγγραφές στο ίδιο τιμολόγιο με διαφορετικό τρόπο χρέωσης, η πρώτη ανά κουβά και η δεύτερη ανά κιλό. Όταν του υποδείχθηκε πως οι αναφορές του δεν συνάδουν με τα όσα καταγράφονται στο αρχικό τιμολόγιο, αυτός τελικώς κατέληξε πως πράγματι υπήρχαν υπερχρεώσεις για κάποια εμπορεύματα και όταν του υποδείχθηκαν έγιναν οι ανάλογες διορθώσεις με μείωση της ποσότητας και αντίστοιχη χρέωση. Υπεβλήθη επίσης στον μάρτυρα πως στην επιστολή ημ 8.5.17 η Καθ΄ ης περιλαμβάνει απαίτηση πληρωμής για αποζημίωση €13.756,64 και ο ΓΘ επέμενε στην υποβολή της πρότασης της για πληρωμή €10.000. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο SG είπε πως υπήρχαν αναφορές από το προσωπικό για ελλειμματικές παραδόσεις και το 2015, για τις οποίες προειδοποίησε τον ΓΘ ο οποίος δικαιολογείτο και υποσχόταν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ξανά. Ο λόγος για τον οποίο η Καθ΄ ης συνέχισε τη συνεργασία της μαζί με την Αιτήτρια ήταν επειδή ήταν τουριστική περίοδος, δεν ήταν εύκολο να βρουν άλλο προμηθευτή και είχαν δείξει εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του ΓΘ πως θα σταματούσε αυτή την τακτική. Ο SG εξήγησε πως ο ίδιος είχε ελέγξει τις συγκεκριμένες παραδόσεις, όμως λάμβανε πληροφορίες από τους υπαλλήλους της Καθ΄ ης για ελαττωματική ποσότητα εμπορευμάτων, όπως π.χ. ενώ παράγγελναν για πέντε μέρες, αυτά τελείωναν στις δύο μέρες και υπάρχουν καταγραμμένες οι σχετικές αναφορές. Ανέφερε ακόμα πως μετά τη διόρθωση των δύο προαναφερόμενων τιμολογίων, αυτά υπεγράφησαν ενώ επέμενε πως είναι βάσει του δικού του ελέγχου που καταλήγει στο ποσοστό του 60%. Τέλος, ανέφερε πως η πρόταση για πληρωμή €10.000 έγινε χωρίς αποδοχή της οφειλής, αλλά απλώς για να κλείσει η υπόθεση και μην καταλήξει στο Δικαστήριο. Ο AG, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε πως το ποσοστό του 60% προκύπτει από τις εκθέσεις που πήραν από το Λογιστήριο και το ξενοδοχείο βάσει των πληροφοριών από τους υπαλλήλους της Καθ΄ ης, αναφερόμενος σε κάποια παραδείγματα, όπως π.χ. πως αν παράγγελναν δύο ποσότητες εμπορευμάτων παραδίδονταν δέκα κ.λπ. Επέμενε πως υπήρχαν αρκετές τέτοιες περιπτώσεις και πως υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών όπου η Αιτήτρια παραδεχόταν το λάθος, δικαιολογείτο και διόρθωνε το τιμολόγιο, επισημαίνοντας πως αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσε (η Αιτήτρια). Τόνισε πως δεν σταμάτησαν τη συνεργασία τους με την Αιτήτρια καθότι βρίσκονταν στο μέσο της τουριστικής εποχής και είχαν ανάγκη τα εμπορεύματα ενώ ακόμα ήλπιζαν πως θα υπήρχε επίλυση του προβλήματος. Λόγω του ότι η Αιτήτρια συνέχισε την ίδια τακτική, τελικώς και οι δύο πλευρές τερμάτισαν τη συνεργασία τους. Ο ΑG ανέφερε πως η επιστολή της Καθ΄ ης ημ. 25.11.16 ήταν μια προσπάθεια διευθέτησης του όλου θέματος, αφότου είχε ήδη διακοπεί η συνεργασία τους. Κατά την επαναξέταση του ο AG διευκρίνισε πως το ξενοδοχείο της Καθ΄ ης βρίσκεται σε απομακρυσμένο μέρος, κάτι το οποίο καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολη την εξεύρεση άλλων προμηθευτών κατά τη θερινή τουριστική περίοδο, εξ ου και δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να συνεχίσουν με τον ίδιο προμηθευτή. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, με βάση το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Η Αιτήτρια είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία, της οποίας ο ΓΘ είναι διευθυντής, και ασχολείται με την πώληση και παράδοση προϊόντων. 2. Η Καθ΄ ης είναι επίσης δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία, με διευθυντές τους VG, AG και SG. Ασχολείται με τη διαχείριση τουριστικών εγκαταστάσεων και την ίδρυση και κατοχή ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, και κατέχει και διαχειρίζεται το ξενοδοχείο Zening Resorts στο Λατσί στην Πάφο. Οι οικονομικές καταστάσεις και εξελεγμένοι λογαριασμοί της Καθ΄ ης για το 2016 αποτελούν το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του AG. 3. Η Αιτήτρια συνεργαζόταν με την Καθ΄ ης από τον Μάιο του 2013 μέχρι και το 2016. Ειδικότερα, η Αιτήτρια πωλούσε και παρέδιδε προϊόντα στο ξενοδοχείο της Καθ΄ ης έναντι της έκδοσης και υπογραφής τιμολογίων. 4. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι παραδόσεις των προϊόντων γίνονταν σε υπαλλήλους του ξενοδοχείου οι οποίοι και υπέγραφαν τα τιμολόγια κατά την παράδοση των εμπορευμάτων. 5. Κατόπιν ελέγχου από τον SG, προέκυψε πως υπήρχαν κάποια λάθη όσον αφορά την παράδοση προϊόντων σε δύο τιμολόγια ημ. 22.3.16 και 2.6.16, Τεκμήριο 1 στην απαντητική ένορκη δήλωση του ΓΘ, και κατόπιν αναφοράς στον ΓΘ, αυτός προέβη σε διόρθωση των τιμολογίων και αποστολή των προϊόντων. Ειδικότερα, όπως φαίνεται στο τιμολόγιο ημ. 22.3.16, έγινε διόρθωση στην ποσότητα για τα χαρτομάντηλα, από είκοσι σε δύο και μείωση της ποσότητας των tortillas από δεκαέξι σε οκτώ. Αναφορικά με το τιμολόγιο ημ. 2.6.16, έγινε επιστροφή των μπισκότων, των τυριών Blue Cheese και Philadelfia (κατόπιν διόρθωσης της ποσότητας του πρώτου) και του μηλόξυδου καθώς επίσης και μείωση της ποσότητας των tortillas από δεκαέξι σε οκτώ. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, το αρχικό τιμολόγιο ακυρώθηκε αφού αναγράφονταν οι διορθώσεις, εκδόθηκαν νέα τιμολόγια και τα οποία φέρουν υπογραφή εκ μέρους της Καθ΄ ης. 6. Η Καθ΄ ης απέστειλε επιστολή ημ. 6.8.16 στην Αιτήτρια στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: · Αναφορικά με το τιμολόγιο ημ. 22.3.16 εντοπίστηκαν λάθη, ήτοι τιμολόγηση για είκοσι χαρτοπετσέτες ενώ παραδόθηκαν δύο και τιμολόγηση για δεκαέξι tortillas ενώ παραδόθηκαν οκτώ. Αφού η Αιτήτρια πληροφορήθηκε γι΄ αυτά τα λάθη, δύο μέρες αργότερα απέστειλε τα ορθά τιμολόγια και επομένως αναγνώρισε την ελλιπή παράδοση. Σε συνάντηση, ο ΓΘ απολογήθηκε και διαβεβαίωσε πως δεν θα γινόταν ξανά κάτι τέτοιο. · Αναφορικά με το τιμολόγιο ημ. 2.6.16 εντοπίστηκαν λάθη, ήτοι η τιμολόγηση δεκαέξι tortillas ενώ παραδόθηκαν οκτώ, η τιμολόγηση Blue Cheese σε εικοσιοκτώ ενώ παραδόθηκαν δεκαεννέα και επιστράφηκαν, η παράδοση μπισκότων τα οποία ουδέποτε παραγγέλθηκαν και επιστράφηκαν, η παράδοση τυριού όχι Philadelfia και επομένως επιστράφηκε και η παράδοση μηλόξυδου σε πολύ ακριβή τιμή, εκτός της συμφωνηθείσας, και επομένως επιστράφηκε. Και πάλι στάληκε διορθωμένο τιμολόγιο και παρά τις προειδοποιήσεις ο ΓΘ υποσχέθηκε πως δεν θα επαναλαμβάνονταν τέτοια λάθη. · Η Καθ΄ ης έχει ενημερωθεί από το προσωπικό της πως τέτοια λάθη που οδηγούσαν είτε στη μειωμένη ποσότητα είτε σε λανθασμένα είδη γίνονταν συχνά κατά την παράδοση και παρόλο που λάμβανε προϊόντα στη βάση εμπιστοσύνης, σε κάθε έλεγχο διεφάνη μειωμένη παράδοση κατά 60%. · Σε συνάντηση μεταξύ των μερών στις 28.7.16 για συζήτηση του θέματος και πληρωμή του όποιου υπολοίπου, η Καθ΄ ης εξέφρασε την αντίρρηση της και ο ΓΘ εξέφρασε την πρόθεση του να σταματήσει τη συνεργασία τους. Η Καθ΄ ης θεωρεί πως η Αιτήτρια επανειλημμένα την έχει «κλέψει» και μόλις η πρώτη το αντιλήφθηκε, ο ΓΘ τερμάτισε τη συνεργασία τους. · Λόγω των μειωμένων παραδόσεων κατά 60%, η Καθ΄ ης ζητά αποζημιώσεις για το 2016 εφόσον η μειωμένη παράδοση δημιούργησε προβλήματα κατά την εξυπηρέτηση πελατών και επομένως έχει απαίτηση για αποζημιώσεις ύψους €13.756,64. 7. Η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή ημ. 10.10.16, Τεκμήριο 2 στην απαντητική ένορκη δήλωση του ΓΘ, στην οποία ζητά για τελευταία φορά την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Σε αυτή γίνεται αναφορά στο ιστορικό της διαφωνίας αναφορικά με τα δύο τιμολόγια και συγκεκριμένα πως ενώ έγινε προφορική παραγγελία του Blue Cheese, όταν παραδόθηκε ζητήθηκε η επιστροφή του και έγινε αφαίρεση από το τιμολόγιο, ενώ αργότερα ο υπεύθυνος κουζίνας το παράγγειλε εκ νέου και παραδόθηκε με το τιμολόγιο 9.6.16 το οποίο υπεγράφη από την Καθ΄ ης. Της δόθηκε τρίμηνη παράταση χρόνου πληρωμής και ενώ η Καθ΄ ης συνέχιζε να παραγγέλλει προϊόντα, δεν έχει πληρώσει γι΄ αυτά και με τη λήξη της τρίμηνης περιόδου, η Καθ΄ ης έστειλε την επιστολή ημ. 6.8.16. Η Αιτήτρια θεωρεί κακόπιστη αυτή την ενέργεια της Καθ΄ ης και ως προσπάθεια αποφυγής πληρωμής των οφειλόμενων ποσών. Η Αιτήτρια αναφέρει πως η αξίωση της Καθ΄ ης είναι παράλογη και πως είναι πρόθυμη να παραπέμψουν το ζήτημα για επίλυση από τον ΚΟΤ, επισημαίνοντας πως η Καθ΄ ης αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την οφειλή της και υπέγραψε όλα τα τιμολόγια. 8. Σε επιστολή της δικηγόρου της ημ. 25.11.16, η Καθ΄ ης αναφέρεται σε επιστολή της Αιτήτριας ημ. 17.10.16, απορρίπτει τις θέσεις της Αιτήτριας, θεωρεί πως αξιώνει ένα λογικό ποσό αποζημίωσης για την ταλαιπωρία και τις ζημιές που υπέστη λόγω των επανειλημμένων παραλείψεων και ή λαθών στην εκτέλεση των παραγγελιών και για την απότομη και άνευ προειδοποίησης άρση της συνεργασίας τους κατά την τουριστική περίοδο. Ως εκ τούτου ζητά όπως η Αιτήτρια επικοινωνήσει για διευθέτηση του όλου θέματος. 9. Η Καθ΄ ης απέστειλε επιστολή ημ. 8.5.17, στην οποία αναφέρεται στις απαιτήσεις των δύο πλευρών, ισχυρίζεται πως το τιμολόγιο για το υπό κρίση ποσό είναι απατηλό (fraudulent) και θεωρεί πως είναι καλύτερα όπως το ζήτημα επιλυθεί από το Δικαστήριο. Προς τον σκοπό αποφυγής δικαστικών διαδικασιών, η Καθ΄ ης υποβάλλει την τελική της πρόταση για πληρωμή ποσού €10.000 με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων. Οι επιστολές της Καθ΄ ης επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του AG. 10. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του ΓΘ που συνοδεύει την Αίτηση, στις 4.5.17 ιδιώτης επιδότης επέδωσε τη γραπτή απαίτηση ημ. 29.12.16 αφήνοντας την κάτω από την πόρτα του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ΄ ης. Η απαίτηση αφορούσε την πληρωμή του συνολικού ποσού των €21.010,87 «προερχόμενης από υπογραμμένα τιμολόγια» δυνάμει του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. 11. Η Καθ΄ ης δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια. 12. Στις 15.6.17 καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση. ΙΙ. Νομική Πτυχή Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της Αίτησης, αυτή ουσιαστικά βασίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) του Κεφ. 113. Σύμφωνα με το άρθρο 211(ε), εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Στο άρθρο 212(α) προνοείται πως εταιρεία λογίζεται ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της αν: (
- i)πιστωτής στον οποίο η εταιρεία οφείλει πέραν του ποσού των €5.000, (
- ii)επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της απαίτηση υπογεγραμμένη από αυτόν με την οποία απαιτεί την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, και (iii) η εταιρεία εντός των επόμενων τριών εβδομάδων αμέλησε να καταβάλει, διευθετήσει ή εξασφαλίσει το ποσό προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113 έτυχαν ερμηνείας στην υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, στην οποία αποφασίστηκε ότι το άρθρο 211(ε) θέτει το γενικό πλαίσιο της εξέτασης του θέματος κατά πόσο η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της ενώ το άρθρο 212 εξειδικεύει τις περιπτώσεις όπου η συνδρομή των προϋποθέσεων του οδηγεί από μόνη της στο νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών, χωρίς να περιορίζεται η γενικότητα του άρθρου 211. Η ορθότητα της εν λόγω απόφασης επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση M. Moulettaris Machinery Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε δυσκολία. Στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του ΓΘ, επισυνάπτεται η γραπτή απαίτηση της Αιτήτριας ημ. 29.12.16 για την πληρωμή του ποσού των €21.010,87 δυνάμει του άρθρου 212(α) του Κεφ.
- Η απαίτηση φέρει υπογραφή και σφραγίδα της Αιτήτριας εταιρείας στο σημείο όπου αναγράφεται το όνομα της εταιρείας. Η θέση της Καθ΄ ης πως η απαίτηση δεν είναι υπογεγραμμένη από την εταιρεία ως προνοείται από το άρθρο 212(α), λόγω του ότι δεν φαίνεται το όνομα του υπογράφοντος δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το άρθρο 212(α) προνοεί όπως η απαίτηση υπογράφεται από τον ίδιο τον πιστωτή, και εδώ υπογράφεται από και εκ μέρους της εταιρείας, ανεξαρτήτως του ότι δεν φαίνεται το όνομα του ατόμου που υπογράφει και η ιδιότητα του. Σαφώς ο υπογράφων έθεσε την υπογραφή του για λογαριασμό της εταιρείας. Μάλιστα, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΓΘ, αυτός υπέγραψε την απαίτηση ως διευθυντής και εκ μέρους της εταιρείας. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με την πάγια και τόσο παλιά όσο και η ιστορία του κοινοδικαίου, γενική αρχή του κοινοδικαίου, ένα πρόσωπο θεωρείται ότι υπέγραψε δεόντως ένα έγγραφο αν το υπέγραψε το ίδιο προσωπικά, ή αν το έγγραφο υπεγράφη εκ μέρους και για λογαριασμό του, από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, οπόταν και η υπογραφή του αντιπροσώπου του θεωρείται ως δική του υπογραφή. (R. v. Kent JJ. [1873] L.R. 8 Q.B. 305, R. v. Cowper [1890] 24 Q.B.D. 533, France v. Dutton [1891] 2 Q.B.D. 208, Goodman v. J. Eban Ltd. [1954] 1 All E.R. 763, London County Council v. Vitamins Ltd. [1955] 2 All E.R. 229 και In Re Horne (a bankrupt) [2000] 4 All E.R. 550). Από την άλλη όμως, αν κανόνας δικαίου ή νομοθέτημα απαιτούν την υπογραφή του εγγράφου προσωπικά, τότε η εξουσία υπογραφής του εν λόγω εγγράφου από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή απαιτείται, δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε τρίτο. (Βλ. Re Prince Blucher, Ex. P. Debtor [1931] 2 Ch. 70 και Hyde v. Johnson 1
(2)Digest (2nd Reissue)). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι η προτιθέμενη για επίδοση ειδοποίηση απαίτησης ήταν υπογραμμένη όχι από τον εξ αποφάσεως πιστωτή προσωπικά, αλλά από το δικηγόρο του, το ζητούμενο είναι κατά πόσο οι λέξεις «υπογραμμένη από αυτόν» ή κατά το αγγλικό κείμενο «under his hand», στο άρθρο 212(α) του Κεφ. 113, απαιτούν προσωπική υπογραφή και συγκεκριμένα απαιτούν όπως η προνοούμενη από το συγκεκριμένο άρθρο ειδοποίηση απαίτησης φέρει την προσωπική υπογραφή του πιστωτή και όχι οποιουδήποτε αντιπροσώπου του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης διαφοροποιούνται από την παρούσα καθότι σε εκείνη η απαίτηση υπεγράφη από δικηγόρο ο οποίος σαφώς ήταν άλλο πρόσωπο από τον πιστωτή και γι΄ αυτό εκεί κρίθηκε πως η απαίτηση δεν ήταν υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον πιστωτή. Επίσης η απαίτηση επιδόθηκε δεόντως στην Καθ΄ ης μέσω ιδιώτη επιδότη στις 4.5.17 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Παρά την παρέλευση της προθεσμίας των 21 ημερών, η Καθ΄ ης παρέλειψε να καταβάλει, διευθετήσει ή εξασφαλίσει το υπό κρίση ποσό προς ικανοποίηση της Αιτήτριας. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, εκείνο το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον η Αιτήτρια θεωρείται πιστωτής της Καθ΄ ης εν τη εννοία του Νόμου. Στο σύγγραμμα Η Εκκαθάριση Εταιρειών του Δρος Α. Π. Ποιητή, 2η έκδοση, σελ. 44, δίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «πιστωτής» ούτως ώστε να περιλαμβάνει «οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει να λαμβάνει από την εταιρεία οποιοδήποτε ποσό που υπερβαίνει το εκάστοτε καθορισμένο σαν ελάχιστο, για δημιουργία δικαιώματος προς όφελός του». Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, στην οποία υιοθετήθηκε η αρχή από την υπόθεση Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315, πως πιστωτής δεν μπορεί να θεωρηθεί το πρόσωπο το οποίο έχει μεν βέβαιη απαίτηση για αποζημίωση εναντίον της εταιρείας αλλά το ποσό της αποζημίωσης δεν είναι εκκαθαρισμένο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), αν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, τότε δεν πρέπει να υποβάλλεται αίτηση εκκαθάρισης. Περαιτέρω στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2226, αποφασίστηκε πως εκείνο το οποίο ουσιαστικά απαιτείται είναι όπως η οφειλή προς τον πιστωτή είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Το τι συνιστά καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους αναλύεται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, σελ. 1366-1367, το οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω): «Bona Fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. "Substantial" here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding. In considering the matter the court will take into account the following factors: (i) the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based; and
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained by fraud. However, none of these factors is conclusive.» Κατ΄ αρχάς είναι κοινώς παραδεκτή η συνεργασία μεταξύ των μερών και η παράδοση προϊόντων από την Αιτήτρια προς την Καθ΄ ης στη βάση εκδιδόμενων τιμολογίων. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, προέκυψε ζήτημα μόνο με τα δύο ως άνω τιμολόγια και πως μόλις έγινε υπόδειξη από την Καθ΄ ης, η Αιτήτρια προχώρησε άμεσα στη διόρθωση αυτών. Ο ΓΘ ανέφερε ακόμα πως αν παρουσιάστηκε ξανά οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, αυτό οφείλεται καθαρά σε ανθρώπινο λάθος για το οποίο η Αιτήτρια είχε πάντοτε τη διάθεση να διορθώσει. Αντίθετα, η Καθ΄ ης προβάλλει τη θέση πως η τακτική παράδοσης λανθασμένων ή μειωμένων ποσοτήτων παρουσιάστηκε αρκετές φορές, η Αιτήτρια ενημερωνόταν σχετικά και υποσχόταν πως δεν θα συνέβαινε ξανά κάτι τέτοιο, ενώ τα ζητήματα με τα δύο τιμολόγια προέκυψαν μόνο όταν τελικώς ο SG εκ μέρους της διεύθυνσης προέβη σε έλεγχο. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως και η πλευρά της Αιτήτριας αναγνωρίζει πως έγιναν κάποια λάθη ως προς τις ποσότητες και τα είδη προϊόντων που παραδόθηκαν στην Καθ΄ ης στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, εξ ου και η Αιτήτρια προέβη σε σχετική ρύθμιση του θέματος και στην έκδοση εκ νέου των ορθών τιμολογίων. Παρόλο που η πλευρά της Καθ΄ ης δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την ισχυριζόμενη γενικότερη τακτική της Αιτήτριας για λανθασμένη παράδοση, πέραν των δύο τιμολογίων, εντούτοις ήταν σαφής και σταθερή η θέση του SG πως είχαν συνεχή πληροφόρηση και ενημέρωση από το προσωπικό σύμφωνα με το οποίο υπήρχαν λανθασμένες ή μειωμένες παραδόσεις, όπως π.χ. μειωμένες παραδόσεις που δεν ήταν επαρκείς να καλύψουν τις ημέρες για τις οποίες προορίζονταν. Όπως έχει λεχθεί στην Αγγλική υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green
(1894)70 LT 271, η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η κατάδειξη ουσιαστικής και καλόπιστης αμφισβήτησης της οφειλής. Ο SG προβάλλει ως εξήγηση για την παράλειψη διαμαρτυρίας ή και τερματισμού της συνεργασίας τους ενωρίτερα, πως κατά το 2015 που είχαν αντιληφθεί το ζήτημα, στηρίχθηκαν στις διαβεβαιώσεις του ΓΘ πως δεν θα επαναλαμβανόταν κάτι τέτοιο, ενώ κατά το 2016 βρίσκονταν στο μέσο της τουριστικής περιόδου και δεν ήταν εύκολο να αλλάξουν και βρουν προμηθευτές, ειδικότερα λόγω και της απομακρυσμένης τοποθεσίας του ξενοδοχείου. Θεωρώ πως αυτή η δικαιολογία είναι βάσιμη και λογική και εν πάση περιπτώσει ο χρόνος δεν μπορεί να επηρεάσει ουσιωδώς το κατά πόσον η οφειλή είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Επίσης, ο SG φαίνεται να κατέθετε με ειλικρίνεια, εφόσον δεν δίστασε να δηλώσει πως αποτελεί εκτίμηση του βασιζόμενη στον έλεγχο που προέκυψε από τα δύο τιμολόγια, ότι οι λανθασμένες παραδόσεις έφθαναν στο 60%. Με άλλα λόγια, αυτός παρέμεινε σταθερός στο ότι αυτή η απόκλιση είναι μεγάλη και βασιζόμενος στην πληροφόρηση πως αυτή η τακτική των λανθασμένων παραδόσεων είχε εντοπιστεί από τους υπαλλήλους προγενέστερα, είναι βάσιμη η θέση του πως δεν πρόκειται για απλές μικρές λανθασμένες και αμελητέες αποκλίσεις αλλά για σημαντικό αριθμό προϊόντων και συνακόλουθα σημαντική διαφορά στην τιμή. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ πως οι θέσεις των μαρτύρων της Καθ΄ ης είναι βάσιμες και προβάλλονται στα πλαίσια της γνήσιας αντίληψης και πεποίθησης τους για την τακτική της Αιτήτριας και τις λανθασμένες παραδόσεις καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει ο SG, η θέση του ΓΘ ότι η αναφορά στα χαρτομάντιλα στο τιμολόγιο ημ. 22.3.16 αφορούσε μόνο τον τρόπο τιμολόγησης ενώ η ποσότητα ήταν η ίδια, δεν βρίσκει έρεισμα στα αναγραφόμενα στο ίδιο το τιμολόγιο, εφόσον με τη διόρθωση της ποσότητας μειώθηκε και η τιμή. Το γεγονός της αποδοχής των προϊόντων και κυρίως η υπογραφή των τιμολογίων δεν αποδεικνύει δίχως άλλο οριστική και αμετάκλητη αποδοχή των προϊόντων και της αξίας αυτών. O SG έδωσε βάσιμη και πειστική εξήγηση γιατί οι υπάλληλοι υπέγραφαν τα τιμολόγια, ήτοι χωρίς έλεγχο και βιαστικά, ενώ τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, αλλά συνεκτιμούνται στο σύνολο της μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Palatino Developments Ltd v Telectronics Communication Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 962, και στα συγγράμματα Chitty on Contracts, 24η έκδοση, σελ. 739, και Phipson on Evidence, 12η έκδοση, σελ.
- Είναι επίσης καθιερωμένη η νομική αρχή πως τα τιμολόγια δεν αποτελούν δεσμευτική συμφωνία και επομένως προφορική μαρτυρία δύναται να προσαχθεί περί του αντιθέτου, όπως λέχθηκε στα συγγράμματα Chitty on Contracts, 25η έκδοση, σελ. 439 και Bowstead on Agency, 15η έκδοση, σελ.
- Παραπέμπω επίσης στην Αγγλική υπόθεση Holdings v. Elliot
(1890)5 H. & N. 117, σύμφωνα με την οποία τα τιμολόγια δεν αποτελούν αφ΄ εαυτών σύμβαση, αλλά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την ύπαρξη σύμβασης. Άλλωστε και στην παρούσα έχει καταδειχθεί πως υπήρξαν σφάλματα και βάσιμες υποδείξεις που οδήγησαν σε διορθώσεις ενώ και η ίδια η Αιτήτρια δέχεται την πιθανότητα ύπαρξης ανθρωπίνων λαθών. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας απέδωσε σημασία στην παράλειψη προγενέστερης διαμαρτυρίας της Καθ΄ ης ως προς τις λανθασμένες παραδόσεις. Πέραν της αναφοράς των μαρτύρων της Καθ΄ ης για προγενέστερες προφορικές διαμαρτυρίες και διαβεβαιώσεις του ΓΘ, η γραπτή επικοινωνία φαίνεται να ξεκίνησε μετά τη συνάντηση της 28.7.16 κατά την οποία εκεί φαίνεται να προέκυψε πλέον οριστικά η διαφωνία μεταξύ των μερών. Θεωρώ βάσιμη τη θέση του SG πως η πρόταση για αποπληρωμή ποσού €10.000 δεν αποτελούσε ανεπιφύλακτη αποδοχή της οφειλής αλλά αφορούσε μια άνευ βλάβης δικαιωμάτων πρόταση για εξώδικη διευθέτηση, αφού μάλιστα λήφθηκε υπόψιν και το γεγονός πως η Καθ΄ ης έχει ανταπαίτηση. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, συνάγεται πως η Καθ΄ ης αμφισβητεί την απαίτηση της Αιτήτριας και απαιτεί αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς της Αιτήτριας στα πλαίσια της συνεργασίας τους. Αυτή η θέση της Καθ΄ ης οδηγεί χωρίς δυσκολία στη διαπίστωση πως η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, σελ. 679: «. if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding-up petition when he has obtained judgement against it. The company will then be estopped by the judgement from disputing the petitioner's claim on its merits.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι πως η απαίτηση της Αιτήτριας βασιζόμενη σε παραδοθέντα προϊόντα έναντι της υπογραφής τιμολογίων δεν οδηγεί δίχως άλλο σε αδιαμφισβήτητη και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Αντιθέτως, προκύπτει πως η Καθ΄ ης γνήσια και καλόπιστα αμφισβητεί αυτή και, βασιζόμενη σε έλεγχο από τον διευθυντή και πληροφορίες από το προσωπικό που παραλάμβανε τα προϊόντα, ισχυρίζεται πως έγιναν λανθασμένες και μειωμένες παραδόσεις με υπερχρεώσεις και κατά τη γνώμη της το αιτούμενο ποσό δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική οφειλή της Καθ΄ ης προς την Αιτήτρια. ΙΙΙ. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω, καταλήγω πως δεν έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο και ειδικότερα το άρθρο 212(α). Επομένως η Αίτηση δεν δύναται να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο