Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 9/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2928/2017 Μεταξύ:
- . Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ
- Κ.Χ. Περατικός Λτδ, δια του Παραλήπτη και Διαχειριστή της . Λοϊζίδη Εναγόντων v.
- . Περατικού
- . Περατικού Εναγομένων Αιτήσεις παρακοής εναντίον των Εναγομένων ημ. 30.10.17 και 19.12.17 Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Δ. Βάκης με κ. Ν. Χ΄΄Γεωργίου για Pyrgou Vakis LLC Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Μελάς με κα Μ. Αριστοτέλους για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν δύο αιτήσεις παρακοής ημ. 30.10.17 και 19.12.17 εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης συμμόρφωσης τους με τα διατάγματα ημ. 16.10.17 και 23.10.17 (στην πρώτη αίτηση) και με τα διατάγματα ημ. 13.11.17 (στη δεύτερη αίτηση). Οι δύο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν με τη σύμφωνη γνώμη των μερών και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Η κάθε αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, ο οποίος αναφέρεται στην έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων και στο ιστορικό των γεγονότων, ισχυριζόμενος πως μετά την επίδοση των εν λόγω διαταγμάτων οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με αυτά μέσω συμπεριφοράς την οποία καταγράφει τις ένορκες του δηλώσεις. Ο Ενάγων 1 εκφράζει τη θέση πως οι Εναγόμενοι ηθελημένα παραβαίνουν τα διατάγματα και πως οι πράξεις τους συνιστούν κατάφωρη παραβίαση αυτών και περιφρόνηση του Δικαστηρίου η οποία επιβάλλει την τιμωρία τους από το Δικαστήριο. Οι λόγοι των δύο ενστάσεων είναι πανομοιότυποι ως ακολούθως: 1) Δεν υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή ούτε και πρόθεση ανυπακοής και προς τούτο οι Εναγόμενοι έλαβαν νομική συμβουλή. 2) Υπήρξε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τα διατάγματα. 3) Δεν υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με τα διατάγματα. 4) Τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι αιτήσεις δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Τα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα, το λεκτικό τους δεν εξειδικεύει τις πράξεις που απαγορεύουν και επιβάλλουν στους Εναγόμενους και αυτά συγκρούονται μεταξύ τους. 6) Οι Ενάγοντες καταχώρισαν τις αιτήσεις εκδικητικά, κακόπιστα, καταχρηστικά και με αλλότριους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων της ταλαιπωρίας των Εναγομένων, του διασυρμού του ονόματος τους και της αλιείας μαρτυρίας για χρήση σε άλλες διαδικασίες. 7) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η κάθε ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, συζύγου του Εναγομένου 1, και οι οποίοι είναι οι διευθυντές της Ενάγουσας 2 (εφεξής «η εταιρεία»). Σε αυτές η Εναγομένη 2 παραδέχεται την επίδοση των διαταγμάτων τόσο σε αυτή όσο και στον Εναγόμενο 1 προσωπικά και ισχυρίζεται πως αρχικώς δεν συνεργάστηκαν με τον Ενάγοντα 1 μέχρι να λάβουν νομική συμβουλή. Ακολούθως, κατόπιν νομικής συμβουλής οι Εναγόμενοι συνέχισαν να πωλούν προϊόντα της εταιρείας, ενέργεια την οποία θεωρούν καθόλα νόμιμη. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, οι Εναγόμενοι πίστευαν πως τα διατάγματα θα ακυρώνονταν στα πλαίσια καταχώρισης αιτήσεων για προνομιακά εντάλματα και έτσι διατήρησαν την κατοχή των καταστημάτων της εταιρείας στη Λεμεσό και στην Πάφο και δεν έδωσαν πληροφορίες στον Ενάγοντα 1, στα πλαίσια προστασίας της εταιρείας και των περιουσιακών της στοιχείων, καθότι οι ενέργειες του Ενάγοντος 1 είχαν ως μοναδικό στόχο την παράλυση και καταστροφή της εταιρείας. Η ακρόαση των αιτήσεων διεξήχθη με προφορική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Για τους Ενάγοντες - Αιτητές κατέθεσε ο Ενάγων 1 και για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Εναγομένη
- Η κυρίως εξέταση των δύο αυτών μαρτύρων κινήθηκε στα ίδια πλαίσια ως οι ένορκες δηλώσεις τους με αναφορά σε κάποια επιπρόσθετα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την καταχώριση των αιτήσεων, ενώ κατά την αντεξέταση τους αυτοί βασικά παρέμειναν στις ίδιες θέσεις. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι δύο πλευρές ουσιαστικά συμφωνούν ως προς τα γεγονότα και τις εκατέρωθεν ενέργειες τους και πως η βασική διαφωνία μεταξύ τους εστιάζεται στις προθέσεις του Ενάγοντος 1 σε σχέση με την εταιρεία και στους λόγους που ώθησαν την κάθε πλευρά να προβεί στις ενέργειες της. Στο στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και ανέπτυξαν κάποιες επιπλέον εισηγήσεις προφορικά. Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Οι αιτήσεις βασίζονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Ν.14/
- Η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες αιτήσεις είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική δίκη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κώστα v. Κώστα
(2003)1(A) Α.Α.Δ. 269 είναι αρκετά διαφωτιστικό: «Και, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης του κρινομένου συναρτάτο ευθέως προς την ίδια τη φύση της διαδικασίας ως οιωνοί ποινικής, ώστε να ήταν τονισμένη η ανάγκη αυστηρής απόδειξης των καταλογιζομένων. Όπως ελέχθη από τον Πική, Δ. (ως ήτο τότε), δίδοντας την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, υπόθεση με έντονες αναλογίες προς την προκειμένη, στη σ.314: "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." » Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα, πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με τον φάκελο της παρούσας Αγωγής και με βάση τη μαρτυρία και από τις δύο πλευρές προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα ή κοινώς παραδεκτά γεγονότα:
- Η εταιρεία διατηρεί επιχείρηση πώλησης οικοδομικών προϊόντων και μπογιών και διεξάγει τις εργασίες της από το κατάστημα της στην οδό ., Λεμεσός και από το κατάστημα της στην οδό ..., Πάφος.
- Οι Εναγόμενοι είναι οι μοναδικοί διευθυντές της εταιρείας.
- Στις 12.10.17 ο Ενάγων 1 διορίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου ως Παραλήπτης Διαχειριστής της εταιρείας δυνάμει δύο Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 5.5.06 και 13.3.08 για ποσό ΛΚ 350.000 (€598.101,50) πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες έκαστο, Τεκμήριο
- Στις 16.10.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή με την οποία ζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων 1 έχει νόμιμα διοριστεί ως Παραλήπτης Διαχειριστής της Ενάγουσας 2 από τις 12.10.17 σε σχέση με ολόκληρη την περιουσία της και Διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενοι να διατάσσονται να παραδώσουν στον Ενάγοντα 1 ολόκληρη την επιχείρηση, περιουσιακά στοιχεία, λογιστικά και άλλα βιβλία και μητρώα της εταιρείας.
- Στις 16.10.17, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης εκ μέρους των Εναγόντων, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα (εφεξής «τα διατάγματα ημ. 16.10.17»): «
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στους Διευθυντές, οποιοδήποτε εκκαθαριστή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ή και ήθελε επιδοθεί το παρόν διάταγμα, από το να ιδιοποιείται και/ή να εμπορεύεται και/ή να αποξενώνει και/ή επιβαρύνει και/ή άλλως, διαχειρίζεται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας αρ. 2, περιλαμβανομένης της επιχείρησης και περιουσίας της κάθε μορφής καθώς και οποιασδήποτε εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της και ειδικότερα τα δικαιώματα χρήσης, κατοχής, νομής και κάρπωσης των περιουσιακών στοιχείων της, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στους Διευθυντές, οποιοδήποτε εκκαθαριστή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ή και ήθελε επιδοθεί το παρόν διάταγμα, από το να εμποδίζουν κατά οποιοδήποτε τρόπο τον Ενάγοντα αρ. 1 να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις και/ή εργασίες του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Ενάγουσας 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στους Διευθυντές, οποιοδήποτε εκκαθαριστή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ή και ήθελε επιδοθεί το παρόν διάταγμα, να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε τιμολόγιο και ή παραγγελία εμπορευμάτων και/ή εμπορική επιστολή ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από την Ενάγουσα 2 και/ή πάνω στα οποία φαίνεται η επωνυμία της Ενάγουσας 2 χωρίς την ένδειξη ότι διορίστηκε παραλήπτης και διαχειριστής και χωρίς την γραπτή άδεια του Ενάγοντα 1, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα που απαγορεύει στους Διευθυντές, οποιοδήποτε εκκαθαριστή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ή και ήθελε επιδοθεί το παρόν διάταγμα, από το να προβούν και/ή προκαλέσουν και/ή επιτρέψουν την αποξένωση και/ή την επέμβαση και/ή απώλεια και/ή αλλοίωση και/ή απόκρυψη με οποιοδήποτε τρόπο επί λογιστικών ή οποιωνδήποτε άλλων βιβλίων, μητρώων, εγγράφων ή πληροφοριών της Ενάγουσας 2, περιλαμβανομένων πληροφοριών σε ηλεκτρονική ή άλλη μορφή, εξαιρουμένης της αναγκαίας ενημέρωσης τους για σκοπούς ετοιμασίας της κατάστασης περιουσιακών στοιχείων, με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.»
- Αποτελεί κοινό έδαφος πως τα διατάγματα ημ. 16.10.17 επιδόθηκαν προσωπικά στον Εναγόμενο 1 στις 16.10.17 και στην Εναγομένη 2 στις 17.10.
- Σχετικές είναι οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήρια Γ και Δ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 που συνοδεύει την αίτηση ημ. 30.10.
- Στις 23.10.17 στα πλαίσια ξεχωριστής μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, το Δικαστήριο (υπό την ίδια σύνθεση ως ανωτέρω) εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα (εφεξής «τα διατάγματα ημ. 23.10.17»): «
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι κ.κ. . Περατικός και . Περατικού, οποιοσδήποτε εκάστοτε αξιωματούχος της Ενάγουσας αρ. 2 και οποιαδήποτε πρόσωπα λαμβάνουν οδηγίες από αυτούς και τέτοια άλλα πρόσωπα που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ή και προς τα οποία ήθελε επιδοθεί το διάταγμα, όπως άμεσα επιτρέψουν, παρέχουν και συντελούν στο να επιτραπεί και παρασχεθεί στον Ενάγοντα αρ. 1 και σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο του, πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, μητρώα, βιβλία και άλλα έγγραφα και πληροφορίες, σε οποιαδήποτε μορφή περιλαμβανομένης ηλεκτρονικής, που αφορούν την Ενάγουσα αρ. 2, τις δραστηριότητες και τα περιουσιακά της στοιχεία ή και οποιαδήποτε δραστηριότητα που διεξάγεται στα ή από τα υποστατικά της Ενάγουσας αρ. 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Ενάγοντα αρ. 1 και σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να εισέρχονται απρόσκοπτα σε οποιοδήποτε κατάστημα, γραφείο ή άλλο υποστατικό της Ενάγουσας αρ. 2 και να έχουν πρόσβαση, να ελέγχουν και να λαμβάνουν αντίγραφα, σε οποιαδήποτε μορφή περιλαμβανομένης ηλεκτρονικής, οποιωνδήποτε αρχείων, μητρώων, βιβλίων και άλλων εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν την Ενάγουσα αρ. 2, τις δραστηριότητες και τα περιουσιακά της στοιχεία ή και οποιαδήποτε δραστηριότητα που διεξάγεται στα ή από τα υποστατικά της Ενάγουσας αρ. 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.»
- Αποτελεί κοινό έδαφος πως τα διατάγματα ημ. 23.10.17 επιδόθηκαν προσωπικά στον καθένα των Εναγομένων ξεχωριστά την ίδια ημερομηνία. Σχετικές είναι οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήρια Ε και Στ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 που συνοδεύει την αίτηση ημ. 30.10.
- Κατόπιν ακρόασης των αιτήσεων ημ. 16.10.17 και 23.10.17, το Δικαστήριο (υπό την ίδια σύνθεση ως ανωτέρω) εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 13.11.17 με την οποία οριστικοποίησε τα διατάγματα ημ. 16.10.17 και 23.10.17 και επιπρόσθετα εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα (εφεξής «τα διατάγματα ημ. 13.11.17»): «
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι κ.κ. . Περατικός και . Περατικού (στη συνέχεια «οι Διευθυντές») και τέτοια άλλα πρόσωπα που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, όπως εντός 24 ωρών από την επίδοση σε καθένα από αυτούς του διατάγματος, παραδώσουν στον Ενάγοντα αρ. 1 και ή σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο του, την επιχείρηση και όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τα υποστατικά της Ενάγουσας αρ. 2, περιλαμβανομένου του ελέγχου και κατοχής οποιωνδήποτε υποστατικών επί των οποίων δραστηριοποιείται η Ενάγουσα αρ. 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Ενάγοντα αρ. 1 και στους αντιπροσώπους του, να εισέρχονται απρόσκοπτα σε οποιοδήποτε κατάστημα, γραφείο ή άλλο υποστατικό της Ενάγουσας αρ. 1 και να λαμβάνουν στη κατοχή και έλεγχο τους οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, περιλαμβανομένων βιβλίων, αρχείων και πληροφοριών σε οποιαδήποτε μορφή (περιλαμβανομένης ηλεκτρονικής) της Ενάγουσας αρ. 2 προς το σκοπό εκτέλεσης των καθηκόντων του Ενάγοντα ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Ενάγουσας αρ. 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Διευθυντές και τέτοια άλλα πρόσωπα που θα καθορίσει το Δικαστήριο, όπως προβούν στη σύνταξη και παράδοση προς τον Ενάγοντα αρ. 1, της έκθεσης στον καθορισμένο τύπο αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της Ενάγουσας αρ. 2 (Statement of affairs of the Company) στην οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται, χωρίς περιορισμό, στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν στα λογιστικά βιβλία, περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις (liabilities) και πιστωτές της Εταιρείας, καθώς και να παραδώσουν στον Ενάγοντα αρ. 1 όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στις επιστολές του Ενάγοντα αρ. 1 ημερ. 12.10.2017 και 13.10.2017 που επισυνάπτονται ως Παραρτήματα Α και Β αντίστοιχα στην Αίτηση, εντός 14 ημερών από την επίδοση του διατάγματος.»
- Αποτελεί κοινό έδαφος πως τα διατάγματα ημ. 13.11.17 επιδόθηκαν προσωπικά στον καθένα των Εναγομένων ξεχωριστά στις 14.11.
- Σχετικές είναι οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήρια Δ και Ε στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 που συνοδεύει την αίτηση ημ. 19.12.
- Αποτελεί αδιαμφισβήτητο ισχυρισμό του Ενάγοντος 1, ο οποίος επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια 21 και 22 (πρακτικά Δικαστηρίου), πως εναντίον της απόφασης ημ. 13.11.17 καταχωρίστηκε η Έφεση Ε20/17 και καταχωρίστηκε αίτηση για αναστολή των διαταγμάτων η οποία διατάχθηκε από το Εφετείο μέχρι και τις 19.6.18 μόνο.
- Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως, μετά τον διορισμό του ο Ενάγων 1 έλαβε κατοχή του καταστήματος των Εναγομένων στη Λευκωσία.
- Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές πως, μετά την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.17, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν τα καταστήματα της εταιρείας στη Λεμεσό και στην Πάφο και πως εξακολουθούν να τα λειτουργούν, να διεξάγουν εργασίες και να πωλούν εμπορεύματα έναντι της έκδοσης τιμολογίων και πληρωμής σε μετρητά. Ειδικότερα: · Στις 18.10.17 και γύρω στις 08:30, με οδηγίες του Ενάγοντος 1, ο ΣΧ μπήγε στο κατάστημα της εταιρείας στη Λεμεσό και αγόρασε μπογιές έναντι ποσού €23.94 και εκδόθηκε τιμολόγιο το οποίο συμπληρώθηκε χειρόγραφα και έφερε το όνομα της εταιρείας, Τεκμήριο Θ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 που συνοδεύει την αίτηση ημ. 30.10.17 · Στις 18.10.17 και γύρω στις 09:30, κατόπιν οδηγιών του, συνεργάτιδα του Ενάγοντος 1, η ΓΤ, πήγε στο κατάστημα και αγόρασε προϊόντα αξίας €5.26 και εκδόθηκε τιμολόγιο το οποίο δεν ονομάζει εκδότη, δεν φέρει ημερομηνία και δεν καθορίζει τον ΦΠΑ, Τεκμήριο Ι. Τα προϊόντα παραδόθηκαν σε σακούλα που έφερε την εμπορική επωνυμία της εταιρείας. · Την ίδια μέρα κατόπιν οδηγιών του ο συνεργάτης του Ενάγοντος 1, ΣΑ, πήγε στο κατάστημα στην Πάφο και αγόρασε προϊόντα αξίας €14.90 και εκδόθηκε τιμολόγιο το οποίο δεν ονομάζει εκδότη, δεν φέρει ημερομηνία και δεν καθορίζει ΦΠΑ, Τεκμήριο ΙΑ. Τα προϊόντα παραδόθηκαν σε σακούλα που έφερε την εμπορική επωνυμία της εταιρείας. Σε αυτή την περίπτωση ζητήθηκε από τον κ. Αντωνιάδη να αφήσει τηλέφωνο για να του αποσταλεί μεταγενέστερα σωστό τιμολόγιο και απόδειξη, κάτι το οποίο όμως δεν έγινε ποτέ. · Στις 20.10.17 κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντος 1, ο ΣΧ επισκέφθηκε ξανά το κατάστημα στη Λεμεσό και αγόρασε προϊόντα αξίας €2.68 και εκδόθηκε τιμολόγιο από την εταιρεία Y.C. Peraticos Trading Ltd (εφεξής «η YC»), Τεκμήριο ΙB. Εκεί ο Χ συνομίλησε με τον ΜΦ, ο οποίος του έδωσε την κάρτα του, στην οποία αναγράφεται ότι είναι ο Υπεύθυνος Αναμείξεως Χρωμάτων της εταιρείας, και η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο ΙΒ. Τα προϊόντα παραδόθηκαν σε σακούλα που έφερε την εμπορική επωνυμία της εταιρείας. · Την ίδια μέρα κατόπιν οδηγιών του ο συνεργάτης του Ενάγοντος 1, ΑΝ, πήγε στο κατάστημα στην Πάφο και αγόρασε μπογιές αξίας €39.78 και εκδόθηκε τιμολόγιο από την YC, Τεκμήριο ΙΓ. Τα προϊόντα έφεραν τη σήμανση της εταιρείας και παραδόθηκαν σε σακούλα που έφερε την εμπορική επωνυμία της εταιρείας. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγων 1 κατέθεσε με σταθερότητα, συνέπεια και συνοχή. Περιέγραψε όλα τα γεγονότα στα οποία ήταν άμεσα εμπλεκόμενος και έδωσε απαντήσεις και επεξηγήσεις σε όλα τα ζητήματα για τα οποία του ζητήθηκε. Ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική και σαφής η τοποθέτηση του ως προς τον ρόλο και τα καθήκοντα του ως Παραλήπτη Διαχειριστή, απορρίπτοντας με εμφαντικό και πειστικό τρόπο τις υποβολές περί πρόθεσης του να καταστρέψει την εταιρεία. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του διεφάνη να διακατέχεται από αρνητική και εχθρική στάση προς την εταιρεία με μοναδικό σκοπό την καταστροφή της. Αντιθέτως, σύμφωνα με το σύνολο της μαρτυρίας του φάνηκε πως ο πρωταρχικός του στόχος ήταν η κατοχή της περιουσίας της εταιρείας και η εξέταση της οικονομικής της κατάστασης, χωρίς να συνδέει τη θέση που εξέφρασε πως η εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα και άρα πως έπρεπε δίχως άλλο να κλείσει. Αντίθετα η Εναγομένη 2 δημιούργησε την εντύπωση πως όλη της η μαρτυρία αποσκοπούσε σε απόδοση παραπλανητικής και καταστροφικής διάθεσης και πρόθεσης του Ενάγοντος 1 προς την εταιρεία, βασιζόμενη σε κάποιες θέσεις οι οποίες τελικώς φάνηκαν ανυπόστατες και σε εικασίες. Επίσης, το Δικαστήριο διέκρινε την προσπάθεια της να καλυφθεί πίσω από έλλειψη νομικών γνώσεων των Εναγομένων και λήψη νομικής συμβουλής αναφορικά με την ερμηνεία των διαταγμάτων και τις ενέργειες τους, ενώ διαπιστώνεται πως ήταν σε θέση και είχε αντιληφθεί πλήρως τη φύση αυτών. Είναι δε αξιοσημείωτο πως αυτή αναφερόταν σε ενέργειες του Ενάγοντος 1 με τη χρήση απειλών και επιβλητικότητας, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα παντελώς τη στάση των ιδίων των Εναγομένων ως προς τη μη συνεργασία τους με αυτόν, τη μη αναγνώριση του διορισμού του και γενικότερα τις δικές τους αντιδράσεις και ενέργειες οι οποίες εύλογα προκάλεσαν σε κάποιο βαθμό την κλιμακωτή εξέλιξη της συμπεριφοράς του Ενάγοντος 1 η οποία σαφώς συναρτάτο με την επιδειχθείσα στάση των Εναγομένων. Κατά την κυρίως εξέταση του ήταν εξαρχής η θέση του Ενάγοντος 1 πως τα καθήκοντα και οι εξουσίες του ως Παραλήπτη Διαχειριστή, δυνάμει των όρων των Ομολόγων, είναι να λαμβάνει κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και να διεξάγει την επιχείρηση της και συνακόλουθα να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες της εταιρείας για να διαπιστώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, τις υποχρεώσεις της, τους υπαλλήλους, τους συνεργάτες και γενικά όλες τις πληροφορίες για την εταιρεία και την επιχείρηση της, χωρίς οποτεδήποτε να διασυνδέσει αυτή με πρόθεση του να κλείσει την εταιρεία, θέση στην οποία παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Όπως ανέφερε ο Ενάγων 1, κατά την ημερομηνία διορισμού του ενημέρωσε τους Εναγόμενους οι οποίοι εξέφρασαν την πρόθεση τους να μην συνεργαστούν μαζί του και να μην αναγνωρίσουν τον διορισμό του. Γι΄ αυτό και καταχωρίστηκε η παρούσα Αγωγή. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, μετά την επίδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.17, στις 17:30 επισκέφθηκε με τη συνάδελφο του ΠΓ το κατάστημα της εταιρείας στη Λεμεσό, προς εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων του και διαπίστωσε πως οι διευθυντές της συναλλάσσονταν με περιουσία της εταιρείας. Ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι δεν αποδέχεται τα εν λόγω διατάγματα και πως θα συνεχίσει να πωλεί εμπορεύματα και αρνήθηκε να του επιτρέψει πρόσβαση στον χώρο και ή σε οποιαδήποτε πληροφορία. Προς αποφυγή οξύνσεων ο Ενάγων 1 αποχώρησε. Οι θέσεις του ότι η εταιρεία πωλούσε προϊόντα και πως οι Εναγόμενοι δεν του επέτρεψαν να παραλάβει την εταιρεία επειδή ήθελαν πρώτα να λάβουν νομική συμβουλή επιβεβαιώθηκαν και από την Εναγομένη 2 κατά τη δική της μαρτυρία και έτσι γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Ο Ενάγων 1 επικαλείται πληροφόρηση του τηλεφωνικώς από τη δικηγόρο των Εναγομένων, XXXXX Χατζηξενοφώντος πως οι Εναγόμενοι δεν θα υπάκουαν στα διατάγματα και ηλεκτρονικό της μήνυμα ημ. 18.10.17, Τεκμήριο 2, στο οποίο ανέφερε πως οι Εναγόμενοι θα απαγόρευαν στον ίδιο την είσοδο του στο κατάστημα. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων 1 επέμενε στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης τηλεφωνικής επικοινωνίας, παρά τις αντίθετες υποβολές και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων εις αντίκρουση αυτού του ισχυρισμού του ο οποίος γίνεται δεκτός. Σε υποβολή πως από το εν λόγω μήνυμα δεν προκύπτει η μη συμμόρφωση των Εναγομένων με τα διατάγματα ημ. 16.10.17, ο Ενάγων 1 έδωσε τη βάσιμη και λογική απάντηση πως στο μήνυμα της κας Χατζηξενοφώντος αναφέρεται αφενός πως ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο η εταιρεία εμπορεύεται, γεγονός όμως το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος και επιβεβαιώνεται από τα τιμολόγια, και αφετέρου πως οι Εναγόμενοι θα απαγορεύσουν στον Ενάγοντα 1 την είσοδο του στα υποστατικά, πράξη η οποία, κατά τον Ενάγοντα 1, ισοδυναμούσε με παρεμπόδιση εκτέλεσης των καθηκόντων του σύμφωνα με τις πρόνοιες των διαταγμάτων αλλά και των Ομολόγων και ανεξαρτήτως του ότι εκεί η δικηγόρος εκφράζει τη θέση πως οι Εναγόμενοι δεν παραβαίνουν τα διατάγματα. Μάλιστα, ο Ενάγων 1 επεξήγησε με σαφήνεια και επάρκεια πως ακριβώς λόγω της άρνησης συνεργασίας των Εναγομένων, αναγκάστηκαν να αποταθούν για την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 23.10.17, αποδίδοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της εξέλιξης των γεγονότων. Η θέση του Ενάγοντος 1 ότι στις 17.10.17 οι Εναγόμενοι μετέφεραν τους λογαριασμούς της ΑΤΗΚ και τους αριθμούς τηλεφώνων και τηλεομοιότυπου στο όνομα της YC είναι παραδεκτή και από την Εναγομένη
- Ο ισχυρισμός της τελευταίας ως προς τη λειτουργία της YC και τους λόγους που ώθησαν στην εν λόγω μεταφορά θα τύχουν εξέτασης κατωτέρω. Ο δε ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 πως παρά τη μεταφορά των αριθμών, αυτοί συνεχίζουν να προβάλλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε διαφημιστικά ως οι αριθμοί επικοινωνίας της εταιρείας γίνεται δεκτός εφόσον δεν αμφισβητήθηκε και επιβεβαιώνεται από σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα Πολίτης ημ. 14.1.18, Τεκμήριο
- Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως στην εν λόγω δημοσίευση αναφέρεται ρητώς πως όλες οι πληρωμές από χρεώστες για να είναι νόμιμες θα πρέπει να γίνονται στην εταιρεία μέσα στα πλαίσια των καθημερινών της εργασιών ενώ σε άλλη δημοσίευση στην εφημερία Χαραυγή, ημ. 4.2.18, Τεκμήριο 20, αναφέρεται πως η εταιρεία είναι η μόνη αρμόδια να εισπράττει και συναλλάσσεται με τρίτους. Κατά τη μαρτυρία της η Εναγομένη 2 αναφέρθηκε σε κάποιες επαφές των Εναγομένων με κάποιον ΛΚ, νονό της κόρης τους, συγγενή του δικηγόρου του Ενάγοντος 1, κ. Βάκη, και φίλο του Ενάγοντος 1, ο οποίος προσφέρθηκε να τους βοηθήσει και συμβουλεύσει λέγοντας τους πως οι δικηγόροι τους δεν ήταν ικανοί και πως κινδύνευαν να πάνε φυλακή για παρακοή διατάγματος και έτσι αποφάσισαν να παραδώσουν την εταιρεία στον Ενάγοντα
- Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, συμβουλεύθηκαν τον δικηγόρο κ. Χριστοφόρου, ο οποίος τους είπε ότι για να κάνουν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να διασφάλιζαν πως δεν θα σταματούσαν οι συνήθεις εργασίες της εταιρείας και πως με την εξόφληση των Ομολόγων η διαχείριση θα σταματούσε. Η Εναγομένη 2 κατέθεσε γραπτά μηνύματα μέσω τηλεφώνου τα οποία ανταλλάγηκαν μεταξύ Κ, Ενάγοντος 1 και της ίδιας για το ζήτημα, Τεκμήριο
- Παρόλο που τέτοια αναφορά προσάχθηκε για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση της Εναγομένης 2 και δεν υπεβλήθη στον Ενάγοντα 1, εντούτοις το Τεκμήριο 41 δεν αμφισβητήθηκε και πράγματι καταγράφει την ανταλλαγείσα επικοινωνία. Θεωρώ πως η αναφορά της Εναγομένης 2 πως στα μηνύματα ο Ενάγων 1 είπε ότι θα έκλεινε την εταιρεία για κάποιες μέρες δεν βρίσκει έρεισμα στα καταγραφόμενα μηνύματα. Αντιθέτως εκεί φαίνεται μήνυμα της Εναγομένης 2 προς τον Ενάγοντα 1 με τη θέση ότι η εταιρεία θα κλείσει για πέντε μέρες και την οποία ο Ενάγων 1 σε μήνυμα του διαψεύδει, λέγοντας πως εκείνο που είπε είναι ότι πρέπει να λάβει και αξιολογήσει τις πληροφορίες που έχει ζητήσει τις οποίες αν λάμβανε από την πρώτη μέρα δεν θα είχαν αυτή τη συζήτηση, παροτρύνοντας τους να συνεργαστούν όσο το δυνατό το συντομότερο για να τελειώσει η αξιολόγηση. Σε αίτημα της Εναγομένης 2 να συναντηθούν, ο Ενάγων 1 δηλώνει την προσπάθεια του να φέρει τα πάντα στην ομαλότητα το συντομότερο δυνατό και πως θα τους έστελνε ηλεκτρονικό μήνυμα για όσα είχαν μιλήσει, προσβλέποντας σε μια εποικοδομητική συνεργασία. Η Εναγομένη 2 επανέρχεται επισημαίνοντας πως ήταν σημαντικό να μην κλείσει το κατάστημα ούτε για μια ώρα και ο Ενάγων 1 παραπέμπει στη συνομιλία και συμφωνία τους, καθησυχάζοντας τους. Η Εναγομένη 2 επανέρχεται ρωτώντας τον γιατί θέλει να κλείσει την εταιρεία και πως αν ο λόγος ήταν η έκδοση τιμολογίων από τη νέα εταιρεία, ήταν πρόθυμοι να επαναφέρουν το παλαιό σύστημα και να εκδίδουν τιμολόγια στο χέρι στο όνομα της εταιρείας. Ο Ενάγων 1 της απάντησε να ηρεμήσει, πως δεν ήθελε να βλάψει την επιχείρηση και πως θα πράξουν όπως πρέπει. Ακολουθεί άλλο μήνυμα της Εναγομένης 2 όπως έχουν γραπτή διαβεβαίωση ότι δεν θα γίνουν ενέργειες που θα οδηγήσουν την εταιρεία σε τερματισμό των δραστηριοτήτων της και σε κλείσιμο των καταστημάτων ούτε για μια μέρα και τότε αυτός απαντά πως παρατηρεί αλλαγή στη στάση τους, τους διαβεβαιώνει πως είναι επαγγελματίας και διεξάγει την εργασία του στα πλαίσια του Νόμου και πως ο σκοπός του είναι να συνεργαστεί με όλα τα μέρη για την ορθή διεξαγωγή της διαχείρισης. Ακολούθησε το ηλεκτρονικό του μήνυμα ημ. 23.10.17, Τεκμήριο 42, στο οποίο αναφέρεται στην ως άνω επικοινωνία τους και στο ότι δεν είναι αποδεκτό να θέτουν την παράδοση υπό όρους και μάλιστα με υπογραφή συμφωνίας. Επισημαίνει πως το κατάστημα θα πρέπει να μείνει κλειστό εκείνη τη μέρα για να μπορέσει να παραλάβει, να έχει πλήρη εικόνα και να αξιολογήσει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, τονίζοντας πως το κλείσιμο για μια μέρα δεν θα προκαλούσε περαιτέρω ζημιά αλλά αντιθέτως θα υποβοηθούσε στην ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Έτσι παρακάλεσε όπως μείνει κλειστό για μια μέρα μέχρι να γίνει η παράδοση και αποφασίσει ο ίδιος πότε θα ανοίξει, δηλώνοντας πως θα πήγαινε εκεί το μεσημέρι της ίδιας μέρας σε μια προσπάθεια παραλαβής σε φιλικό επίπεδο. Παρόλο που ο Ενάγων 1 δεν μπορούσε να δεσμευτεί στη χρονική διάρκεια κλεισίματος του καταστήματος και στην παράδοση υπό όρους, εντούτοις φαίνεται πως αυτός διατηρούσε μια καθόλα ευγενική, ήπια και καθησυχαστική στάση απέναντι στους Εναγόμενους ενώ ταυτόχρονα παρέμεινε αυστηρός και σταθερός στην εκτέλεση των καθηκόντων του όσον αφορά την παραλαβή και εκτίμηση της κατάστασης της εταιρείας. Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 2 πως αν τους έκλεινε για κάποιες μέρες θα έχαναν την πελατεία τους, πως ο Ενάγων 1 δεν τους καθησύχασε και πως τότε κατάλαβε ότι έπεσαν θύμα εκφοβισμού και εκβιασμού είναι μια καθόλα αβάσιμη, υπερβολική και αδικαιολόγητη αντίδραση η οποία δεν αντικατοπτρίζει την ανωτέρω περιγραφόμενη στάση του Ενάγοντος 1 προς αυτούς. Επομένως, αυτές οι τοποθετήσεις και εκτιμήσεις της Εναγομένης 2 δεν γίνονται δεκτές. Αντιθέτως οι απαντήσεις του Ενάγοντος 1 επί αυτού του θέματος στις σχετικές υποβολές πως από την πρώτη κιόλας μέρα ήθελε να κλείσει το κατάστημα για τρεις μέρες, συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 41 και 42 και την όλη αντιμετώπιση του ζητήματος. Συγκεκριμένα ο Ενάγων 1 είπε πως την πρώτη φορά που πήγε εκεί οι Εναγόμενοι τον κάλεσαν να φύγει επικαλούμενοι την αναζήτηση νομικής συμβουλής, ενώ αργότερα όταν η Εναγομένη 2 τον κάλεσε να συναντηθούν, προφανώς αναφερόμενος στην πιο πάνω επικοινωνία, αυτός είπε πως έπρεπε να αξιολογήσει την κατάσταση της εταιρείας και πως η διαδικασία ελέγχου θα μπορούσε να γίνει είτε Σαββατοκύριακο είτε το κατάστημα να έμενε κλειστό για μια-δυο μέρες. Θεωρώ εύλογη τη διαπίστωση του Ενάγοντος 1 πως το κλείσιμο του καταστήματος για μια-δυο μέρες δεν θα επέφερε την ολική καταστροφή και το τέλος της εταιρείας. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, μετά την επίδοση των διαταγμάτων ημ. 23.10.17, η ίδια στάση και τακτική ακολουθήθηκε και κατά την επίσκεψη του ιδίου την ίδια μέρα, μαζί με ομάδα του γραφείου αυτή τη φορά, προς τον σκοπό εισόδου στο κατάστημα, ελέγχου και λήψης αντιγράφων όλων των αρχείων, μητρώων, βιβλίων και πληροφοριών της εταιρείας. Οι Εναγόμενοι εμπόδισαν την είσοδο τους λέγοντας τους πως δεν θα συμμορφώνονταν με τα διατάγματα ενώ εκεί είχε φθάσει και η Αστυνομία η οποία κατέγραψε τα γεγονότα. Στα ίδια περίπου πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία της Εναγομένης 2 η οποία ανέφερε πως εκείνη τη μέρα ο Ενάγων 1 μετέβη στο κατάστημα με μπράβους και επιδότη, και μετά την επίδοση των διαταγμάτων ο Ενάγων 1 ζήτησε να του παραδώσουν την εταιρεία. Σύμφωνα πάντα με την Εναγομένη 2, αφού μίλησαν με τον δικηγόρο κ. Μελά, κάλεσαν τον δικηγόρο κ. Χριστοφόρου ο οποίος πήγε εκεί και τους συμβούλευσε να μην παραδώσουν την εταιρεία εκτός αν λάμβαναν διαβεβαίωση από τον Ενάγοντα 1 πως δεν θα έκλεινε την εταιρεία. Έτσι η Εναγομένη 2 δέχεται πως είπαν στον Ενάγοντα 1 να φύγει, πως δημιουργήθηκε αναστάτωση και πως κάλεσαν την Αστυνομία η οποία παρενέβη και του είπε ότι δεν μπορούσε να μπει στο κατάστημα δια της βίας. Με βάση τη μαρτυρία και των δύο πλευρών, προκύπτει πως στις 23.10.17 ο Ενάγων 1 μετέβη στο κατάστημα στη Λεμεσό, μαζί με άλλα άτομα, με σκοπό την παραλαβή της εταιρείας, πλην όμως λόγω της άρνησης των Εναγομένων να το πράξουν, κλήθηκε η Αστυνομία η οποία παρενέβη με αποτέλεσμα ο Ενάγων 1 να μην μπορέσει να εισέλθει στο κατάστημα. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 πως εκείνη τη μέρα τα προϊόντα στη βιτρίνα του καταστήματος έφεραν σήμανση με το όνομα της εταιρείας και οι Εναγόμενοι άνοιγαν την πόρτα για να εισέρχονται πελάτες και την κλείδωναν μόλις αυτοί έμπαιναν στο κατάστημα, καθώς επίσης και πως σε μια περίπτωση υπάλληλος της εταιρείας φόρτωσε προϊόντα σε αυτοκίνητο πελάτη που είχε σταθμεύσει έξω από το κατάστημα, παρέμεινε αναντίλεκτος και έτσι γίνεται δεκτός. Άλλωστε, όπως έχει ήδη λεχθεί, οι Εναγόμενοι δέχονται πως και μετά την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.17, συνέχισαν να γίνονταν πωλήσεις από το κατάστημα. Αδιαμφισβήτητος επίσης παρέμεινε και ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 πως την ίδια μέρα αντιπρόσωποι του μετέβησαν στο κατάστημα της εταιρείας στην Πάφο, πλην όμως ο υπεύθυνος του καταστήματος επικοινώνησε με το κατάστημα στη Λεμεσό και ανέφερε στους πιο πάνω αντιπροσώπους πως έλαβε οδηγίες να μην παραδώσει οποιαδήποτε πληροφόρηση ή έγγραφο σε αυτούς. Αποτελεί κοινό έδαφος πως στις 25.10.17 ο Ενάγων 1 μετέβη στην αποθήκη της εταιρείας στα . για να λάβει κατοχή αυτής και πως εκεί κατέφθασε η Εναγομένη 2 με φορτηγό και ακόμα δύο άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, παρά τις αρχικές αντιδράσεις της, τελικώς κατόπιν συνομιλίας της με τον δικηγόρο της, του επέτρεψε πρόσβαση σε αυτή. Σύμφωνα δε με την Εναγομένη 2, αυτή πήγε εκεί για να φορτώσει τα έγγραφα της εταιρείας που φυλάσσονταν στην αποθήκη όμως ο Ενάγων 1 τους εμπόδισε λαμβάνοντας αυτός την κατοχή τους. Παρά τη διαφωνία των δύο αυτών μαρτύρων ως προς το πώς ακριβώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, εντούτοις γεγονός παραμένει πως τελικώς ο Ενάγων 1 έλαβε κατοχή της αποθήκης. Η Εναγομένη 2 ενέταξε αυτή την ενέργεια στις ζημιογόνες για την εταιρεία ενέργειες του Ενάγοντος
- Όμως πέραν του ότι δεν έχει διαφανεί πώς αυτή η ενέργεια ήταν ζημιογόνα για την εταιρεία, η θέση της πως ο Ενάγων 1 παρέλαβε όλα τα έγγραφα της εταιρείας δεν γίνεται δεκτή εφόσον δεν υπεβλήθη στον ίδιο παρά μόνο προβλήθηκε στο στάδιο της μαρτυρίας της ίδιας και σαφώς δεν έχει διαφανεί πως οι Εναγόμενοι παρέδωσαν όλα τα αρχεία, μητρώα και έγγραφα της εταιρείας. Όπως ανέφερε ο Ενάγων 1 και αποτελεί κοινό έδαφος, από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου του 2017 όλες οι πωλήσεις των εμπορευμάτων της εταιρείας γίνονταν από την YC ενώ από τον Δεκέμβριο και μετέπειτα εκδίδονταν τιμολόγια της εταιρείας. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1 και όπως προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο, στις 27.10.17 ο Ενάγων 1 απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 8, στους Εναγόμενους επισημαίνοντας πως υπάρχουν οχήματα εγγεγραμμένα στην εταιρεία και τα οποία χρησιμοποιούνται συστηματικά για την αποξένωση της περιουσίας της και τους κάλεσε να του τα παραδώσουν. Δεν αμφισβητήθηκε και επομένως γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός του πως οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του και πως ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιεί το ένα εξ αυτών και για ιδιωτικούς σκοπούς. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου πως στις 30.10.17 ο Ενάγων 1 απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 9, στους Εναγόμενους καλώντας τους να υποβάλουν έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, στην οποία επισημαίνει την προσπάθεια των Εναγομένων αποξένωσης της περιουσίας της και μεταφοράς των δραστηριοτήτων της στην YC προβαίνοντας σε ενέργειες εξαπάτησης της εταιρείας και του ιδίου προς ζημιά και καταδολίευση της Τράπεζας, ως Ομολογιούχου, και των προνομιούχων πιστωτών της εταιρείας. Γίνεται επίσης δεκτό πως την 1.11.17, ο Ενάγων 1 απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 10, στους δικηγόρους των Εναγομένων ζητώντας πληροφόρηση σε σχέση με νομικές εκκρεμούσες υποθέσεις τις οποίες χειρίζονταν για την εταιρεία. Οι Εναγόμενοι απάντησαν και στις τρεις ως άνω επιστολές με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 1.11.17, Τεκμήριο 11, στο οποίο απορρίπτουν το περιεχόμενο τους και αποδίδουν στον Ενάγοντα 1 εκβιαστική και παραπλανητική συμπεριφορά. Δηλώνουν πως σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες τα συμφέροντα της εταιρείας είναι διασφαλισμένα και τον καλούν να τους παραδώσει όσα εμπορεύματα παρέλαβε ως παρανόμως κατακρατηθέντα και επεμβαίνοντα στη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της. Αποτελεί κοινό έδαφος πως μετά την έκδοση της απόφασης ημ. 13.11.17, ακολούθησαν προσπάθειες διευθέτησης συνάντησης μεταξύ των μερών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 17 και 24.11.17 ο Ενάγων 1 απέστειλε εκ νέου επιστολές, Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα, καλώντας τους Εναγόμενους να παραδώσουν την επιχείρηση, τα στοιχεία ενεργητικού της και τον έλεγχο και κατοχή των υποστατικών και να υποβάλουν περιουσιακή κατάσταση, χωρίς θετική ανταπόκριση. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως στις 8.11.17 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την Αίτηση 586/17 ΕΔ Λεμεσού με την οποία ζητούσαν διορισμό εξεταστή βάσει του άρθρου 202Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 10.1.
- Στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας καταχωρίστηκε έκθεση εμπειρογνώμονα, Τεκμήριο 15, του ΙΚ (εφεξής «ο ΙΚ») ελεγκτή της εταιρείας, στην οποία πράγματι αναφέρεται πως η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (σελ. 14). Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 πως στην εν λόγω έκθεση γίνεται αναφορά και σε δυνατότητα βιωσιμότητας της εταιρείας ευσταθεί, πλην όμως αυτός δεν παρουσιάστηκε με ακρίβεια από την ίδια εφόσον αυτή ισχυρίστηκε πως η βιωσιμότητα εξαρτάτο από διαγραφή η οποία αφορούσε σε υπερχρεώσεις της Τράπεζας για τις οποίες δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση. Αντιθέτως, όπως καταγράφεται στην έκθεση και ορθώς επισήμανε ο Ενάγων 1, αυτή εξαρτάται από νέα χρηματοδότηση της εταιρείας και διαγραφή σημαντικού ποσού από την Τράπεζα Κύπρου, κάτι το οποίο σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, η εν λόγω Τράπεζα δεν ήταν πρόθυμη να πράξει (σελ. 16-17). Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος 2017, τις οποίες ο Ενάγων 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Όπως δήλωσε, σε αυτές φαίνεται ότι στις 18.10.17 η εταιρεία είχε €25.114 σε μετρητά στο ταμείο και οι Εναγόμενοι χρωστούσαν σε αυτή €45.252, ενώ ένα μήνα αργότερα δεν υπήρχαν μετρητά και οι Εναγόμενοι χρωστούσαν στην εταιρεία €66.947, κάτι το οποίο υποδηλοί πως αυτοί έλαβαν το εν λόγω ποσό. Πέραν του ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 16, αυτές οι θέσεις γίνονται δεκτές υπό το πρίσμα της μαρτυρίας της Εναγομένης 2, πως από το συνολικό ποσό των μετρητών το ποσό των €20.035,99 βρίσκεται σε επιταγές τις οποίες κρατούν οι Εναγόμενοι (άρα δεν τις έχουν παραδώσει) και το υπόλοιπο το κρατεί ο Εναγόμενος 1 για ώρες έκτακτης ανάγκης (και επομένως πάλι είναι παραδεκτό πως ούτε και αυτό έχει παραδοθεί στον Παραλήπτη). Μετά την απόρριψη της Αίτησης 586/17, δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα ανακοίνωση, Τεκμήριο 18, από τον Ενάγοντα 1 πως η Αίτηση για διορισμό εξεταστή απορρίφθηκε και καλούσε όλους τους χρεώστες να καταβάλουν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά μόνο στον ίδιο ως το μόνο νόμιμο αρμόδιο πρόσωπο. Ακολούθησε η μια δημοσίευση των Εναγομένων εκ μέρους της εταιρείας, Τεκμήριο 19, και ακόμα δύο στις 3 και 4.2.18, Τεκμήριο 20, στις οποίες αναφέρεται πως δεν αναγνωρίζουν την εγκυρότητα του διορισμού του Παραλήπτη Διαχειριστή, η νομιμότητα του οποίου δεν έχει ακόμα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, και πως ο «δήθεν» Παραλήπτης προσπαθεί να καταστρέψει την εταιρεία και όποιος συνεργαστεί με αυτόν θα αντιμετωπίσει ποινική υπόθεση για συνέργεια σε παρακοή διατάγματος. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2018, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για πιθανή διευθέτηση μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγομένων, οι Εναγόμενοι έδωσαν κάποιες πληροφορίες στον Ενάγοντα 1, οι οποίες όμως δεν ήταν αυτές που ζήτησε και σίγουρα όχι αυτές που αναφέρονται στα διατάγματα ημ. 13.11.
- Πρόκειται για το «ageing analysis», Τεκμήριο
- Ο Ενάγων 1 πρόσθεσε στην αντεξέταση του πως τότε είχε ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με τη δανειοληπτική ικανότητα της εταιρείας και οι Εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση στην Τράπεζα, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή και έκτοτε σταμάτησαν κάθε συνεργασία μαζί του. Και αυτή η θέση δεν αντικρούστηκε και γίνεται πλήρως δεκτή. Όσον αφορά το ageing analysis, ο Ενάγων 1 ανέφερε πως σε αυτό φαίνεται πως στις 9.7.18 ο Εναγόμενος 1 χρωστούσε (προφανώς, όφειλε να καταβάλει) στην εταιρεία €172.156, ενώ σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις του 2017, στις 18.10.17 χρωστούσε €42.252, κάτι το οποίο καταδεικνύει πως μετά την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.17 αυτός έλαβε το ποσό των €129.
- Η Εναγομένη 2 παραδέχθηκε ευθαρσώς πως ο Ενάγων 1 γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 χρωστούσε στην εταιρεία και πως αυτοί λάμβαναν τα προσωπικά τους έξοδα, πλην όμως αναφέρει πως το ποσό των €42.252 αφορά ποσά τα οποία η ίδια, η πεθερά και η μητέρα της έβαλαν στην εταιρεία, ενώ φαίνεται πως μπήκαν επίσης συνολικά €107.000 και επομένως ο Εναγόμενος 1 έλαβε μόνο το ποσό των €6.
- Προς τούτο κατέθεσε πρόσφατη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι σαφές πως ο Ενάγων 1 βασίστηκε στα έγγραφα στη διάθεση του, ήτοι τα Τεκμήρια 16 και 17, ενώ η Εναγομένη 2 βασίστηκε και σε μεταγενέστερο έγγραφο το οποίο ετοίμασαν οι ίδιοι και δεν ήταν προφανώς υπόψιν του Ενάγοντος 1, ούτε και του υπεδείχθη κατά τη δική του μαρτυρία. Ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι στις 14.8.18 έλαβε κατοχή των καταστημάτων της εταιρείας στη Λεμεσό και στην Πάφο όμως κατόπιν παρέμβασης της Αστυνομίας τα εγκατέλειψε και αυτά παρέμειναν κλειστά μέχρι τις 28.8.
- Μάλιστα ο Ενάγων 1 αντιμετωπίζει ποινική υπόθεση για βίαιη είσοδο. Έκτοτε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, οι Εναγόμενοι είχαν δικό τους φρουρό και έσπασαν και παραβίασαν τις κλειδαριές που ο ίδιος είχε τοποθετήσει και έλαβαν παράνομα κατοχή αυτών και του εμποδίζουν κάθε είσοδο και πρόσβαση. Τις πρώτες μέρες μάλιστα κοιμούνταν στο κατάστημα. Η Εναγομένη 2 με τη σειρά της συμφώνησε πως εκείνη την ημερομηνία ο Ενάγων 1 πήγε για να καταλάβει το κατάστημα, το οποίο με την παρέμβαση της Αστυνομίας παρέμεινε κλειστό μέχρι τις 28.8.
- Η αρχική της θέση πως οι Εναγόμενοι παρέλαβαν ειρηνικά την κατοχή του καταστήματος τελικώς αναιρέθηκε από την ίδια κατά την αντεξέταση της όπου είπε πως ο Ενάγων 1 είχε φρουρούς έξω από το κατάστημα, έβαλε αλυσίδες και κλειδαριές και πως οι ίδιοι αναγκάστηκαν να σπάσουν τις κλειδαριές και τις αλυσίδες για να λάβουν κατοχή του καταστήματος. Επομένως κάθε άλλο παρά ειρηνική ήταν η κατοχή από αυτούς του καταστήματος. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων 1 δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως είχε περικυκλώσει το κατάστημα με οχήματα σε μια προσπάθεια παρεμπόδισης πελατών να εισέρχονται στο κατάστημα, θέση την οποία υιοθέτησε και η Εναγομένη 2 κατά τη δική της μαρτυρία και επομένως γίνεται δεκτή. Μάλιστα γίνεται επίσης δεκτή η αναφορά της Εναγομένης 2 ότι ενόψει τούτου, οι υπάλληλοι της εταιρείας αναγκάζονταν να μεταφέρουν εκτός καταστήματος ένα προς ένα τα κιβώτια με τα εμπορεύματα προς παράδοση (σε πελάτες). Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως ο Ενάγων 1 έκλεισε την πρόσβαση στον υποσταθμό της ΑΗΚ, παρόλο που η κάθε πλευρά αποδίδει σε διαφορετικό λόγο αυτή την ενέργεια. Ο Ενάγων 1 δήλωσε πως η κατάληψη έγινε για να αποτρέψει είσοδο στις αποθήκες κατόπιν συνεννόησης και σύμφωνα με τις υποδείξεις των αρμοδίων της ΑΗΚ και δεν τίθεται θέμα κινδύνου, ενώ η Εναγομένη 2 θεωρεί αυτή την κατάσταση επικίνδυνη καθότι ο Ενάγων 1 αδιαφορούσε για τις υποδείξεις και συστάσεις της ΑΗΚ. Προς υποστήριξη της θέση της η Εναγομένη 2 κατέθεσε επιστολή ημ. 14.12.18, Τεκμήριο 43, της ΑΗΚ προς την εταιρεία με την οποία αναφέρει ότι η παρεμπόδιση του δικαιώματος διάβασης στο κτίριο του υποσταθμού δημιουργεί προβλήματα στη διεξαγωγή εργασιών συντήρησης και στην απρόσκοπτη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ζητά άρση αυτής, πλην όμως σε αυτή δεν γίνεται αναφορά σε άμεσο κίνδυνο ή σε οποιοδήποτε πρόβλημα από τον Αύγουστο του 2018 όταν ο Ενάγων 1 κατέλαβε τον υποσταθμό. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία της Εναγομένης 2 επί τούτου. Η Εναγομένη 2 κατέθεσε επίσης επιστολή ημ. 5.10.18 του Δήμου Λευκωσίας, Τεκμήριο 44, στην οποία επισυνάπτεται επιστολή ημ. 12.9.18 της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με την οποία υποδεικνύεται η μη συμμόρφωση με τα μέσα διαφυγής και την πυροπροστασία του κτιρίου. Βασικά από αυτή συνάγεται πως οι έξοδοι ήταν μπλοκαρισμένες με ιδιωτικά οχήματα και πως οι κλειδαριές που τοποθετήθηκαν στην ανατολική θύρα δεν συστήνονται από απόψεως πυρασφάλειας. Η Εναγομένη 2 κατέθεσε ηλεκτρονική αλληλογραφία ημ. 15.10.18, Τεκμήριο 45, μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, προς υποστήριξη της θέση της ότι οι Εναγόμενοι ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να συνεργαστούν πλήρως με τον Ενάγοντα 1 ο οποίος (κατά την ίδια) παρουσιάζει μια παραπλανητική εικόνα γι΄ αυτούς στο Δικαστήριο. Θεωρώ πως το μήνυμα του δικηγόρου των Εναγομένων δεν επιβεβαιώνει τις θέσεις της Εναγομένης
- Σε εκείνο γίνεται αναφορά σε πρόθεση τους να καταχωρίσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις σε άλλες διαδικασίες, να αιτηθούν τροποποίηση των διαταγμάτων και επομένως πως δεν τίθεται θέμα παρακοής τους, και εκφράζεται μόνο η ετοιμότητα παροχής πρόσβασης στον Ενάγοντα 1 για καταγραφή του αποθέματος των εμπορευμάτων, παράδοση σε αυτόν περιουσιακής κατάστασης υπό τον όρο ότι αυτός δεν θα προβεί σε μετακίνηση ή ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Προφανώς αυτή η εισήγηση δεν είχε ανταπόκριση από τον δικηγόρο του Ενάγοντος 1 εφόσον και πάλι γινόταν μια πρόταση αποσπασματική, υπό την έννοια πως δεν περιλάμβανε παράδοση της περιουσίας και της επιχείρησης, αλλά και υπό όρους οι οποίοι εξαρχής δεν γίνονταν αποδεκτοί από τον Ενάγοντα
- Εξ ου και ο δικηγόρος δεν έκανε αναφορά σε αυτή την πρόταση και ασχολήθηκε μόνο με τα διαδικαστικά ζητήματα. Όπως ανέφερε ο Ενάγων 1 και είναι κοινώς αποδεκτό, από τις 12.10.17 ουδέν ποσό του έχει παραδοθεί από τους Εναγόμενους ή κατατεθεί στους λογαριασμούς της εταιρείας για πώληση των εμπορευμάτων της αλλά οι Εναγόμενοι εισπράττουν τα ποσά. Είναι επίσης κοινό έδαφος πως ο Ενάγων 1 ζήτησε την παράδοση σε αυτόν όλων των επιταγών, κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι αρνούνται να πράξουν, όπως ήδη έχει λεχθεί ανωτέρω, και γίνεται ακόμα δεκτή η θέση της Εναγομένης 2 πως οι Εναγόμενοι κατέχουν επιταγές για το συνολικό ποσό των €20.035,99, Τεκμήριο
- Ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι από τις 12.10.17 ενημέρωσε τις τράπεζες για τον διορισμό του και ότι όλοι οι λογαριασμοί της εταιρείας έχουν περιέλθει στον έλεγχο του και καμία τράπεζα δεν δέχεται να ανοίξει λογαριασμό της εταιρείας χωρίς τη συγκατάθεση και έλεγχο του. Σε υποβολή ότι ο Παραλήπτης έκλεισε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, αυτός ανέφερε πως απλώς έδωσε οδηγίες για παγοποίηση των λογαριασμών οι οποίοι όμως μπορούσαν να λειτουργούν μόνο με τις οδηγίες του, ενώ άφησε ανοικτό ένα λογαριασμό στην Ελληνική για να γίνονται οι καταθέσεις επιταγών και η κατάθεση εισπράξεων, πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Αυτές οι θέσεις του παρέμειναν αναντίλεκτες και επομένως γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Αναντίλεκτη και επομένως δεκτή είναι και η θέση του Ενάγοντος 1 ότι οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να πωλούν εμπορεύματα της εταιρείας, και προς τούτο εξέδωσαν τιμολόγια ημ. 2.8.18, 28.8.18, 29.818, 30.8.8 και 31.8.18 στο όνομα της εταιρείας, Τεκμήριο 23 και τιμολόγιο ημ. 21.1.19, πάλι στο όνομα της εταιρείας, Τεκμήριο
- Επανερχόμενη στο θέμα της YC, ο Ενάγων 1 εξέφρασε έντονα τη θέση πως αυτή χρησιμοποιήθηκε προς αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Αντίθετα, ήταν βασική και επίμονη θέση της Εναγομένης 2 πως λόγω της παγοποίησης όλων των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας από τον Ενάγοντα 1, οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να θέσουν σε λειτουργία από τις 18.10.17 την YC, η οποία είχε συσταθεί τον Ιούλιο του 2017 αλλά δεν είχε εγγραφεί στον ΦΠΑ με σκοπό την εφαρμογή της μελέτης βιωσιμότητας του Απριλίου του 2017, Τεκμήριο 25, του Παναγιώτη Ιακωβίδη, βάσει της οποίας η YC θα έκανε τις εισαγωγές, η εταιρεία το λιανικό εμπόριο, η δε τρίτη εταιρεία η οποία δεν είχε ακόμα συσταθεί, Peratikos Management, προοριζόταν να καλύπτει τα έξοδα του προσωπικού. Σκοπός της YC ήταν η εισαγωγή των εμπορευμάτων και η πώληση τους στην εταιρεία με 7,5% κέρδος για να καλύπτει τα έξοδα της. Έτσι αναγκάστηκαν να τη θέσουν σε λειτουργία πριν την εγγραφή της στον ΦΠΑ, εξ ου και αρχικά τα λιγοστά τιμολόγια που εκδόθηκαν δεν είχαν όνομα και ΦΠΑ, λόγω κάποιας λανθασμένης εγγραφής στο μητρώο ΦΠΑ. Διαβεβαίωσε πως τα εν λόγω τιμολόγια περάστηκαν κανονικά στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας, Τεκμήριο
- Ανέφερε πως τα εκδοθέντα τιμολόγια ήταν κανονικά και δεν υπήρχε λόγος έκδοσης άλλων, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 (αναφορικά με τον κ. Α). Πωλούσαν σε μετρητά λόγω του μπλοκαρίσματος των λογαριασμών. Τελικώς, σύμφωνα με την Εναγομένη 2, ο Ενάγων 1 κατάφερε να μπλοκάρει και την YC εφόσον αυτή η εταιρεία δεν μπόρεσε να ανοίξει λογαριασμό. Σε αυτή μάλιστα μετέφεραν τους υπαλλήλους της εταιρείας τους οποίους ο Ενάγων 1 θα απέλυε σίγουρα. Εξ ου και μετέφεραν τους λογαριασμούς τηλεφώνων κ.λπ. στη νέα εταιρεία, εφόσον ο Παραλήπτης θα μετέφερε αυτά στο όνομα του και αυτό θα σήμαινε το τέλος της εταιρείας. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων επί τούτου και ειδικότερα το περιεχόμενο της έκθεσης βιωσιμότητας, Τεκμήριο 25, προκαλεί όντως απορία η χρονική συγκυρία έναρξης λειτουργίας της YC ξαφνικά, χωρίς την πλήρη υλοποίηση του σχεδίου με τη σύσταση και λειτουργία και της τρίτης εταιρείας, αμέσως μετά την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.
- Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί ανωτέρω, κατ΄ εκείνη την ημερομηνία έκδοσης των πρώτων διαταγμάτων και μέχρι τουλάχιστον τις 23.10.17 όταν εκδόθηκαν τα δεύτερα διατάγματα (ούτε βεβαίως και σε οποιοδήποτε στάδιο μεταγενέστερα), δεν είχε διαφανεί οποιαδήποτε πρόθεση του Ενάγοντος 1 να παραλύσει και καταστρέψει την εταιρεία, πόσω μάλλον να απολύσει όλους τους υπαλλήλους της, επομένως οι φόβοι αυτοί ήταν αβάσιμοι. Συνακόλουθα οι λόγοι που προβάλλει η Εναγομένη 2 για τη λειτουργία της YC είναι αβάσιμοι και αποτελούν πρόσχημα για να μπορέσουν να συνεχίσουν να λειτουργούν την επιχείρηση της εταιρείας ανεξαρτήτως του Ενάγοντος
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν επίσης έρεισμα στο ότι ακόμα και με βάση το σχέδιο βιωσιμότητας, είναι η εταιρεία που θα συναλλασσόταν για τα εμπορεύματα και όχι η YC, υπήρχε λογαριασμός (στην Ελληνική) προς κατάθεση των εισπράξεων από τις πωλήσεις της εταιρείας τον οποίο οι Εναγόμενοι αγνόησαν παντελώς μιλώντας για παγοποίηση των λογαριασμών, και μάλιστα η YC χρησιμοποιήθηκε και για σκοπούς πέραν των όσων προβλεπόταν στο σχέδιο βιωσιμότητας, ήτοι τη μεταφορά των υπαλλήλων της εταιρείας σε αυτή. Μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το ότι τα τιμολόγια, Τεκμήριο 28, αφορούν ένα μεγάλο όγκο πωλήσεων στις 18 και 19.10.17 και η γενική και αόριστη θέση της Εναγομένης 2 πως αυτά περάστηκαν στο σύστημα, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες, εφόσον αυτά ήταν καθαρά στο όνομα της YC και όχι της εταιρείας. Με άλλα λόγια, προφανώς οι Εναγόμενοι δεν αποκρύβουν μεν τις πωλήσεις, πλην όμως παρότι αυτές αφορούν σαφώς πωλήσεις προϊόντων της εταιρείας εντούτοις γίνονται από ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και όχι την ίδια την εταιρεία. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός η αναφορά του Ενάγοντος 1 πως το κατάστημα της εταιρείας στη Λεμεσό ενοικιαζόταν στην YC, εταιρεία με μοναδική σύμβουλο τη θυγατέρα των Εναγομένων. Επομένως, δεν πρόκειται για εταιρεία η οποία είναι παντελώς ασύνδετη με τους Εναγόμενους. Η δε αναφορά της Εναγομένης 2 πως αν πρόθεση τους ήταν να ξεγελάσουν τον Ενάγοντα 1 δεν θα λειτουργούσαν εταιρεία με συγγενικά τους πρόσωπα, δεν κρίνεται βάσιμη. Και τούτο, καθότι η YC ήταν ήδη συστημένη εταιρεία πλην όμως δεν είχε τεθεί σε λειτουργία στα πλαίσια του σχεδίου βιωσιμότητας και επομένως συνάγεται ως εύλογο το συμπέρασμα πως η YC πρόσφερε την άμεση πρακτική λύση για την υλοποίηση των προθέσεων των Εναγομένων, ήτοι τη συνέχιση πώλησης εμπορευμάτων της εταιρείας μέσω άλλης οντότητας και παράκαμψη του Ενάγοντος
- Υπό το φως των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου για τη στάση και τις προθέσεις της κάθε πλευράς, θεωρώ επίσης πως οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 2 για καταστροφικές ενέργειες για την εταιρεία από πλευράς του Ενάγοντος 1 είναι ανεδαφικοί. Είναι κοινώς αποδεκτό πως ο Ενάγων 1 προέβη στις ακόλουθες ενέργειες, τις οποίες η Εναγομένη 2 θεωρεί καταστροφικές, για τις οποίες θα γίνεται και ο σχετικός σχολιασμός στο κατάλληλο σημείο: (i) Η ακύρωση των αδειών κυκλοφορίας και των ασφαλειών και η μη ανανέωση του ελέγχου καταλληλότητας των οχημάτων της εταιρείας. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, αυτός προέβη στην εν λόγω ενέργεια για να σταματήσει τη διεξαγωγή πωλήσεων από τους Εναγόμενους, ενέργεια η οποία είναι παραδεκτή. Αυτή η θέση κρίνεται λογική με βάση την εξέλιξη των γεγονότων. (ii) Η αποστολή επιστολών εκφοβισμού σε πελάτες. Η Εναγομένη 2 κατέθεσε επιστολή ημ. 29.8.18 προς πελάτη της εταιρείας, Τεκμήριο
- Σε αυτή γίνεται μια απλή πληροφόρηση για τον διορισμό του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή με προτροπή τη διευθέτηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων, εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων τους προς τον ίδιο ως το μόνο αρμόδιο πρόσωπο με τα στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού για έμβασμα πληρωμής. Θεωρώ λογικό το γεγονός πως η διαχείριση της εταιρείας πιθανόν να δημιουργήσει κάποια ανησυχία και αναστάτωση στους εμπορευόμενους με την εταιρεία ή έστω και κάποια αρνητική εικόνα για αυτή, παρόλο που όπως έχει ήδη λεχθεί το γεγονός της διαχείρισης δεν σφράγιζε και το τέλος λειτουργίας της εταιρείας. Σαφώς όμως σε αυτή την επιστολή δεν γίνεται εκφοβισμός και σίγουρα δεν τονίζεται πως τυχόν μη συμμόρφωση θα δημιουργήσει στον πελάτη πρόβλημα, όπως ισχυρίστηκε η Εναγομένη
- Θεωρώ πως αυτή η τοποθέτηση της εντάσσεται στην πρόθεση παρουσίασης μιας υπερβολικής και διογκωμένης εικόνας της συμπεριφοράς του Ενάγοντος 1 και έτσι δεν γίνεται δεκτή. Ούτε και η θέση της Εναγομένης 2 περί τηλεφωνημάτων του Ενάγοντος 1 προς τους πελάτες της εταιρείας κρίνεται βάσιμη εφόσον τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα 1 παρά μόνο αναφέρθηκε στο στάδιο της δικής της μαρτυρίας. Αντιθέτως οι ίδιοι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ενέργειες, και δη δημοσιεύσεις, οι οποίες ρητώς περιέχουν εκφοβιστικές δηλώσεις για τυχόν ενδεχόμενη συνέργεια σε ποινικά αδικήματα! (iii) Η εκτελώνιση προϊόντων από το λιμάνι και η πώληση τους σε δημοπρασία, Τεκμήριο 34, και η ανάγκη εκ νέου παραγγελίας τους από τους Εναγόμενους για πώληση. Επί τούτου η Εναγομένη 2 παραδέχθηκε πως είχαν ενημερωθεί από τον Ενάγοντα 1 γι΄ αυτή την εκτελώνιση και τους καλούσε να συνεργαστούν για παράδοση σε πελάτες σε περίπτωση που ήταν ειδική παραγγελία, επομένως συνάγεται πως αυτός τους πληροφόρησε γι΄ αυτή του την ενέργεια και έδειξε προθυμία συνεργασίας ως προς την παράδοση αυτών σε πελάτες. (iv) Η τοποθέτηση αλυσίδων στο κατάστημα στη Λευκωσία και η πώληση του εξοπλισμού σε πολύ χαμηλή τιμή. Η Εναγομένη 2 παρουσίασε επιστολή ημ. 12.11.18, Τεκμήριο 35, προς τους Εναγόμενους ως διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας με λογαριασμό εισπράξεων για την περίοδο 12.10.17-11.10.18, δυνάμει του οποίου ισχυρίστηκε πως ο εξοπλισμός πωλήθηκε στις €2.000 ενώ υπολογίζει την αξία τους στις €40.
- Τέτοια θέση δεν γίνεται δεκτή καθότι δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα 1, ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εκτίμηση ως προς τούτο. (v) Η παραλαβή με παραβίαση και η πώληση αυτοκινήτων και φορτηγών της εταιρείας ενόσω ήταν σταθμευμένα έξω από το κατάστημα της Λεμεσού σε δημοπρασία σε πολύ χαμηλές τιμές. Προς τούτο η Εναγομένη 2 κατέθεσε κατάλογο δημοπρασίας, Τεκμήριο
- Η θέση της για τις τιμές και πάλι αποτελεί απλή της εικασία χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μελέτη εκτίμησης και έτσι δεν γίνεται δεκτή. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί πως σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, αυτός είχε δικαίωμα να ρευστοποιήσει περιουσία της εταιρείας για ικανοποίηση των Ομολόγων. (vi) Η μεταβίβαση του καταστήματος στη Λευκωσία στην Τράπεζα ενώ υπήρχε αγοραστής. Παρέμεινε αναντίλεκτη η αναφορά του Ενάγοντος 1 πως έξω από το κατάστημα της Λευκωσίας υπήρχε πινακίδα με την επιγραφή πως το κατάστημα ήταν κλειστό και ήταν εμφανές πως δεν διεξαγόταν οποιαδήποτε επιχείρηση της εταιρείας εκεί. Είναι κοινώς αποδεκτό πως αυτό πωλήθηκε έναντι €1.6εκ. και στους λογαριασμούς διαχείρισης (Τεκμήριο 35) αναγράφεται ποσό €1.2εκ. Η αλληλογραφία που κατέθεσε η Εναγομένη 2 δεν υποστηρίζει πλήρως τους ισχυρισμούς της. Αρχικά η θέση της πως υπήρχε ενδιαφερόμενος αγοραστής για ποσό €2.3εκ (Τεκμήριο 37) καταδεικνύει συζητήσεις επί αυτής της βάσης χωρίς όμως να προκύπτει τελική του πρόθεση ή οριστική συμφωνία για αγορά σε αυτή την τιμή. Επιπλέον, το ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντος 1 ημ. 29.6.18, Τεκμήριο 38, αναφέρεται σε διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών και στο τέλος πως κατόπιν πώλησης του εν λόγω ακινήτου το υπόλοιπο στην Τράπεζα είναι περίπου €1.620.
- Μάλιστα σε υποβολή πως με την ανταλλαγή του ακίνητου στη Λευκωσία έναντι €1,2εκ. διεγράφη ποσό €400.000, η ίδια δεν το γνώριζε, επομένως συνάγεται πως η πώληση έγινε στα πλαίσια των τότε διαβουλεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Εδώ σημειώνεται πως η Εναγομένη 2 κατέθεσε έγγραφα και σχετική αλληλογραφία μεταξύ των δύο πλευρών προς εξεύρεση λύσης με την Τράπεζα, πλην όμως αυτή αφορά σε μεταγενέστερο χρόνο, Φεβρουάριο του 2019, και θεωρώ πως αυτές οι διαβουλεύσεις δεν έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας, Τεκμήρια 47-
- (vii) Η κατάληψη της αποθήκης όπου φυλάσσονται τα έγγραφα της εταιρείας. Αυτό το ζήτημα έχει τύχει ανάλυσης ανωτέρω. (viii) Η εξαργύρωση των ασφαλειών ζωής των Εναγομένων. Σύμφωνα με την επιστολή της Eurolife ημ. 5.10.18, Τεκμήριο 40, έχει γίνει η εξαργύρωση, πλην όμως σε υποβολή προς την Εναγομένη 2 πως αυτή έγινε από την Τράπεζα και όχι από τον Ενάγοντα 1, αυτή εξέφρασε άγνοια. Όντως στην επιστολή ουδεμία αναφορά γίνεται στον Παραλήπτη Διαχειριστή. (ix) Η λήψη ποσού €25.000 από την ασφάλεια του εργολάβου. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του Ενάγοντος 1 πως αυτός προέβη σε τερματισμό του συμβολαίου ενοικίασης του υποστατικού της εταιρείας από την YC. Ο λόγος που πρόβαλε είναι πως το ενοίκιο δεν ήταν το ορθό και λογικό αλλά πως η ενοικίαση έγινε προς αποφυγή των υποχρεώσεων της εταιρείας προς την Τράπεζα. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων 1 ισχυρίστηκε πως η εταιρεία υπόκειται σε ζημιά λόγω του ότι τα περιουσιακά στοιχεία αυτής διατίθενται χωρίς οι εισπράξεις μετρητών να παραδίδονται στον ίδιο και συνακόλουθα στην εταιρεία, αλλά καταλήγουν στους διευθυντές της. Αυτή η θέση του κρίνεται βάσιμη και λογική και γίνεται δεκτή. Η Εναγομένη 2 εξέφρασε τη θέση πως δεν αντιλαμβάνεται τα διατάγματα και πως οι δικηγόροι της εξήγησαν ότι υπάρχουν ασάφειες σε αυτά. Κατά την αντεξέταση της όμως αυτή η θέση της αναιρέθηκε από την ίδια όταν παραδέχθηκε ότι σε προηγούμενη της ένορκη δήλωση ημ. 2.2.18, στα πλαίσια αίτησης παρακοής εναντίον του Ενάγοντος 1, η οποία προηγήθηκε της καταχώρισης των ενστάσεων στις υπό κρίση αιτήσεις, ανέφερε τα ακόλουθα: «
- Παραθέτω αυτούσια τα απαγορευτικά διατάγματα που αναστάληκαν: Α) Απαγορευόταν σε μένα και στον σύζυγο μου, που είμαστε οι διευθυντές της εταιρείας, να αποξενώσουμε κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας και να εμπορευόμαστε οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο. Β) Μας απαγορευόταν να εμποδίζουμε τον Ενάγοντα 1, ο οποίος διορίστηκε στις 12/10/2017 ως Παραλήπτης/ Διαχειριστής της εταιρείας από την Τράπεζα Κύπρου, από το να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα του. Γ) Μας απαγορευόταν να χρησιμοποιούμε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή άλλο έγγραφο που εκδίδεται από την εταιρεία χωρίς την ένδειξη ότι ο Ενάγοντας 1 διορίστηκε Παραλήπτης/ Διαχειριστής. Δ) Μας απαγορευόταν να αποξενώσουμε ή να αλλοιώσουμε ή να αποκρύψουμε λογιστικά βιβλία, μητρώα ή πληροφορίες της εταιρείας.
- Αναστάληκαν και τα κάτωθι διατάγματα: Α) Είχαμε διαταχθεί να παραδώσουμε στον Ενάγοντα 1 την επιχείρηση και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και τα υποστατικά της εταιρείας, περιλαμβανόμενου του ελέγχου και κατοχής οποιονδήποτε υποστατικών επί των οποίων δραστηριοποιείται η εταιρεία. Β) Είχαμε διαταχθεί να επιτρέπουμε στον Ενάγοντα 1 να εισέρχεται απρόσκοπτα στα υποστατικά της εταιρείας. Γ) Είχαμε διαταχθεί να παραδώσουμε στον Ενάγοντα 1 έκθεση σε καθορισμένο τύπο αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας (Statement of affairs of the Company). Δ) Είχαμε διαταχθεί να επιτρέψουμε στον Ενάγοντα 1 να έχει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, μητρώα, βιβλία και έγγραφα της εταιρείας. Ε) Είχαμε διαταχθεί να επιτρέψουμε στον Ενάγοντα να εισέρχεται απρόσκοπτα στα υποστατικά της εταιρείας.» Σαφέστατα αυτές οι αναφορές της καταδεικνύουν πως αυτή ήταν σε θέση και είχε αντιληφθεί τη φύση των διαταγμάτων και τουλάχιστον πως γνώριζε ποιες ενέργειες απαγορευόταν από τους Εναγόμενους να πράξουν, όπως να εμπορεύονται περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας, να εκδίδουν τιμολόγια από την εταιρεία χωρίς την ένδειξη για διορισμό του Παραλήπτη Διαχειριστή, και ποιες διατάσσονταν να κάνουν, όπως να επιτρέψουν στον Ενάγοντα 1 απρόσκοπτη είσοδο στα υποστατικά της εταιρείας και να παραδώσουν περιουσιακή κατάσταση αυτής. Παραμένουν βεβαίως οι εκατέρωθεν θέσεις, του Ενάγοντος 1 πως οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τα διατάγματα, και της Εναγομένης 2 πως οι Εναγόμενοι δεν προβαίνουν σε αποξένωση της περιουσίας της εταιρείας αλλά απλά νόμιμη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της, ζητήματα τα οποία αφορούν σε νομικά ζητήματα και θα εξεταστούν κατά την νομική ανάλυση. ΙΙ. Έλλειψη locus standi Ενάγοντος 1 στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας Οι δικηγόροι των Εναγομένων εισηγήθηκαν ότι ο Ενάγων 1 δεν δικαιούται να καταχωρεί και προωθεί την υπό κρίση Αίτηση εφόσον αφενός η εταιρεία δεν έχει υποστεί ζημιά από την ισχυριζόμενη παρακοή και αφετέρου λόγω της συμπεριφοράς του ιδίου του Ενάγοντος 1 και ειδικότερα των ζημιογόνων ενεργειών του προς την εταιρεία. Οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων δεν βρίσκουν έρεισμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και επομένως το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση πως η συμπεριφορά του Ενάγοντος 1 είναι τέτοια και πως αυτός επιδεικνύει τέτοια ανεπίτρεπτη, αντικανονική ή καταχρηστική συμπεριφορά που να τον εμποδίζει από του να καταχωρίσει και προωθεί την παρούσα Αίτηση. Ούτε και έχει καταδειχθεί πως η παρούσα Αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση Το άρθρο 42 του Ν.14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την αντίκρυση του υπό εξέταση θέματος. Για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου πρέπει απαρέγκλιτα και με αυστηρότητα να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της Δ.42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στην οποία επίσης βασίζονται οι αιτήσεις, όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Πετράκη v. Petraki
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 911. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60 - βλ. Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 750. Οι νομικές αρχές που διέπουν τις αιτήσεις παρακοής εκτίθενται με γλαφυρότητα στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ι.Μ. v. Π.Μ., Έφ. αρ. 19/16, ημ. 12.11.18, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, όντας δικαιοδοτικό άρθρο, προσδιορίζει την τιμωρία των προσώπων που παραβαίνουν δικαστικά διατάγματα. Οι προϋποθέσεις για τεκμηρίωση αίτησης παρακοής ρυθμίζονται από τον Καν. 42Α των περί Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι, η ύπαρξη διατάγματος, η ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης, η προσωπική επίδοση του διατάγματος και τέλος, η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1 ΑΑΔ 293: "Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42 Α
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. (Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1145.)" Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής (βλ. Halin v. Timur
(2005)1(Α) A.A.Δ. 424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. Ύπαρξη διατάγματος. β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης. γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος. δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Bye
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 371.″ . Μετά τη διαπίστωση ύπαρξης των τεσσάρων πιο πάνω προϋποθέσεων, το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της καταφρόνησης του δικαστηρίου. Αναγνωρίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας, όντας οιονεί ποινική, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η παρακοή διατάγματος είναι ηθελημένη και να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Η απόδειξη της ηθελημένης ανυπακοής, είναι προαπαιτούμενο για στοιχειοθέτηση της καταφρόνησης σε διάταγμα δικαστηρίου (βλ. Mouzouris a.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. (Έφεση Αρ. 4/2014, Ιακώβου ν. Γεωργίου, ημερ. 2 Ιουνίου 2017). Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 256 τονίστηκε το εξής στη σελ. 369: ″Όσον αφορά το «mens rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης . Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη «διάνοια».″ Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιακώβου (ανωτέρω): "Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση του και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ΄ ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, σ.90.1, παρ. 6.18 και 6.19 και Μιχαηλίδης (ανωτέρω)).»″ Απαιτείται επομένως η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης συμμόρφωσης με το διάταγμα, η οποία δεν οφείλεται σε αδυναμία εκτέλεσης. Εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. (Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594). To βάρος απόδειξης της αδυναμίας αυτής βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της εν λόγω αδυναμίας. (Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Limited
(2009)1 A.A.Δ. 569). Στο σύγγραμμα The Law of Contempt, Borrie and Lowe, στη σελίδα 322 αναφέρεται ότι: "it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants".» ΙΙΙ.Α Ύπαρξη διατάγματος Η έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων ημ. 16.10.17, 23.10.17 και 3.11.17 είναι αδιαμφισβήτητη, πλην όμως αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων πως αυτά είναι ασαφή και αντιφατικά μεταξύ τους. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 356: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No. 2) [1988] 1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd [1932] All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others [1968] 1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: "Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant."» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Yugos Finance BV κ.ά. v. Halebay Holdings Ltd
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 569. Θεωρώ πως τα διατάγματα είναι διατυπωμένα με σαφήνεια και δεν δημιουργούν οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη φύση και ερμηνεία αυτών. Τα ερωτήματα που θέτουν οι δικηγόροι των Εναγομένων στην αγόρευση τους ως προς την ασάφεια της ερμηνείας των λέξεων και φράσεων «ιδιοποίηση», «εμπορεύεται», «περιουσιακό στοιχείο», «επιβαρυνθεί», «βιβλία, μητρώα, έγγραφα ή πληροφορίες» και «οποιαδήποτε δραστηριότητα», δεν κρίνονται εύλογα και βάσιμα, καθότι αυτές οι λέξεις είναι συνήθεις, απλές λέξεις της καθομιλουμένης οι οποίες δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε δυσκολία στη χρήση και ερμηνεία τους. Για παράδειγμα, η φράση «εμπορεύεται» σαφώς περιλαμβάνει την πώληση, η φράση «περιουσιακό στοιχείο» σαφώς περιλαμβάνει τα εμπορεύματα της εταιρείας. Η απορία των δικηγόρων κατά πόσο η λέξη «περιουσιακό στοιχείο» περιλαμβάνει και εμπιστευτικές πληροφορίες και ή το know-how ή κατά πόσο η φράση «βιβλία, μητρώα, έγγραφα ή πληροφορίες» περιλαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες για τους εργαζομένους τυγχάνει εύκολης απάντησης, ήτοι πως η μεν πρώτη αφορά οτιδήποτε ανήκει στην εταιρεία ενώ η δεύτερη αφορά σε όλες τις πληροφορίες οι οποίες είναι καταχωρήμενες στο σύστημα της εταιρείας και αφορά αυτή, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων της. Σε αυτή την εισήγηση οι δικηγόροι προβάλλουν και θέσεις οι οποίες παρερμηνεύουν παντελώς τα διατάγματα. Ενδεικτικά αναφέρω τη θέση πως με τη λέξη «απαγόρευση» οι δικηγόροι διερωτώνται πώς «ερμηνευτικά, είναι δυνατόν ένα διάταγμα Δικαστηρίου να έχει σκοπό να σταματήσει εντελώς μια εταιρεία λιανικού εμπορίου να «εμπορεύεται» για 5 χρόνια μέχρι να δικαστεί η αγωγή;». Μια ανάγνωση των διαταγμάτων καταδεικνύει χωρίς δυσκολία πως πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων της εταιρείας, αλλά σε απαγόρευση των ιδίων των Εναγομένων να πωλούν εμπορεύματα και να εμποδίζουν τον Ενάγοντα 1 στην άσκηση των καθηκόντων του ως Παραλήπτη Διαχειριστή, ο οποίος θα εκτελεί τα καθήκοντα του βάσει των όρων των Ομολόγων και εντός των νομικών πλαισίων, κάτι το οποίο δεν συνεπάγεται την παύση λειτουργίας της εταιρείας και πώλησης των εμπορευμάτων της. Αξίζει δε να σημειωθεί πως ανάμεσα στους όρους των Ομολόγων, η «επιχείρηση» περιλαμβάνει ρητώς και τη φήμη και πελατεία της εταιρείας (δίδοντας την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα) και παρέχεται η δυνατότητα στον Παραλήπτη να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες που ήθελε θεωρήσει αναγκαίες για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας (προνοώντας έτσι για τη συνέχιση άσκησης των εργασιών της εταιρείας). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν και την εισήγηση περί αντιφατικότητας των όρων των διαταγμάτων. Σαφώς αυτά απαγορεύουν στους Εναγόμενους να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, τους διατάσσουν να προβούν σε κάποιες ενέργειες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την απρόσκοπτη εκτέλεση των καθηκόντων του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικών ή αλληλοσυγκρουόμενων προνοιών στα υπό κρίση διατάγματα. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί βάσιμη η θέση των Εναγομένων πως τα Ομόλογα εξαιρούν την εκτέλεση των συνήθων εργασιών της εταιρείας, θεωρώ πως και πάλι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας των ίδιων των διαταγμάτων τα οποία σαφώς τους απαγορεύουν να τις εκτελούν. Με άλλα λόγια, ανεξαρτήτως των προνοιών των Ομολόγων, τα διατάγματα καθορίζουν με σαφήνεια τις πράξεις που απαγορεύεται και που διατάσσονται να κάνουν οι Εναγόμενοι, ούτως ώστε να μη τίθεται θέμα αμφιβολίας ως προς τη φύση και ερμηνεία των διαταγμάτων και τι αναμένεται από αυτούς. Εδώ είναι χρήσιμο να σημειωθεί πως προφανώς τα διατάγματα εκδόθηκαν και κατέστησαν οριστικά, λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων, με πρώτιστο σκοπό αφενός την προστασία της περιουσίας της εταιρείας και αφετέρου την απρόσκοπτη εκτέλεση των καθηκόντων του Ενάγοντος 1 μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής. Όσον δε αφορά την εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων για την εμβέλεια της εφαρμογής των καθηκόντων του Ενάγοντος 1, αυτό δεν αφορά την ερμηνεία αυτή καθ΄ εαυτή των διαταγμάτων αλλά ενδεχομένως τον τρόπο εκτέλεσης αυτών. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μη ορθής εκτέλεσης ή παράλειψης συμμόρφωσης του Ενάγοντος με τα διατάγματα ή εκτός των νομικών πλαισίων, παρέχονται διαβήματα στους Εναγόμενους, όπως η εκκρεμούσα αίτηση παρακοής εναντίον του και ακόμα η όποια διαδικασία ως προς τη μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, είναι πασιφανές και από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 ημ. 2.2.18, η οποία εκτίθεται ανωτέρω, πως τα διατάγματα καθορίζουν με σαφήνεια και πως αυτοί γνωρίζουν ακριβώς τι απαγορεύεται και τι διατάσσονται να πράξουν. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως τα διατάγματα εξειδικεύουν με ακρίβεια τι απαγορεύεται και τι διατάσσονται να πράξουν οι Εναγόμενοι οι οποίοι είναι σε θέση να γνωρίζουν και αντιλαμβάνονται πλήρως τις επιβαλλόμενες και απαγορευμένες ενέργειες ή παραλείψεις. ΙΙΙ.Β Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου όλα τα υπό κρίση διατάγματα φέρουν την αναγκαία οπισθογράφηση, εξ ου και προφανώς ούτε καν απασχόλησε την πλευρά των Εναγομένων οποιαδήποτε εισήγηση περί του αντιθέτου, ως ακολούθως: «Εάν εσείς οι πιο πάνω κ.κ. Κυριάκος Περατικός και Ζαχαρούλα Περατικού και οι Διευθυντές και τέτοια άλλα πρόσωπα που θα καθορίσει το Δικαστήριο, αμελήσετε να υπακούσετε στο αναφερόμενο διάταγμα εντός της πιο πάνω προθεσμίας, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» ΙΙΙ.Γ Προσωπική επίδοση του διατάγματος Η προσωπική επίδοση όλων των υπό κρίση διαταγμάτων αποτέλεσε κοινό έδαφος, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης. ΙΙΙ.Δ Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής Αυτό το ζήτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης από την πλευρά των Εναγομένων οι οποίοι άλλωστε καταχώρισαν ενστάσεις και είναι παρόντες στα πλαίσια των αιτήσεων παρακοής. ΙΙΙ.Ε Ενέργειες (Actus Reus) Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 1) (ανωτέρω), «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60.» Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι Εναγόμενοι μετά την παραλαβή των διαταγμάτων προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες, κατά παράβαση των υπό κρίση διαταγμάτων. Ειδικότερα: (α) Οι Εναγόμενοι εμπορεύονται, πωλούν και συνακόλουθα αποξενώνουν προϊόντα, ήτοι περιουσία, της εταιρείας και εισπράττουν το τίμημα πώλησης το οποίο κατακρατούν, κατά παράβαση της παρ. 1 του διατάγματος ημ. 16.10.
- (β) Οι Εναγόμενοι δεν παρέχουν είσοδο στον Ενάγοντα 1 στα καταστήματα της εταιρείας στη Λεμεσό και στην Πάφο, δεν του παρέχουν πρόσβαση στα μητρώα, αρχεία και βιβλία της εταιρείας, δεν του δίνουν οποιαδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με αυτή και γενικά τον εμποδίζουν να εκτελεί τα καθήκοντα του ως Παραλήπτης Διαχειριστής, κατά παράβαση της παρ. 2 του διατάγματος ημ. 16.10.
- (γ) Οι Εναγόμενοι εκδίδουν τιμολόγια της εταιρείας στο όνομα αυτής χωρίς ένδειξη ότι διορίστηκε Παραλήπτης Διαχειριστής και χωρίς τη γραπτή άδεια του, κατά παράβαση της παρ.
- του διατάγματος ημ. 16.10.
- (δ) Οι Εναγόμενοι έχουν δώσει κάποιες περιορισμένες μόνο πληροφορίες κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2018, όμως αρνούνται και δεν έχουν δώσει στον Ενάγοντα 1 πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, μητρώα, βιβλία και άλλα έγγραφα της εταιρείας ούτε και πληροφορίες ως προς τις δραστηριότητες και τα περιουσιακά της στοιχεία, κατά παράβαση της παρ. 1 του διατάγματος ημ. 23.10.
- (ε) Οι Εναγόμενοι δεν επιτρέπουν στον Ενάγοντα 1 να εισέρχεται απρόσκοπτα στα καταστήματα, γραφεία ή άλλα υποστατικά της εταιρείας και να έχει πρόσβαση, να ελέγχει και να λαμβάνει αντίγραφα των αρχείων, μητρώων, βιβλίων και άλλων εγγράφων και πληροφοριών της εταιρείας και των δραστηριοτήτων της, κατά παράβαση της παρ. 2 του διατάγματος ημ. 23.10.
- (στ) Οι Εναγόμενοι δεν έχουν παραδώσει ούτε εντός της καθορισμένης προθεσμίας ούτε και μέχρι σήμερα, στον Ενάγοντα 1 την επιχείρηση και όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τα υποστατικά της εταιρείας, κατά παράβαση της παρ. 1 του διατάγματος ημ. 13.11.
- (ζ) Οι Εναγόμενοι δεν επιτρέπουν στον Ενάγοντα 1 να εισέρχεται απρόσκοπτα στα καταστήματα, γραφεία ή άλλα υποστατικά της εταιρείας, να λάβει στην κατοχή και έλεγχο του οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, περιλαμβανομένων βιβλίων, αρχείων και πληροφοριών σε οποιαδήποτε μορφή της εταιρείας, προς τον σκοπό εκτέλεσης των καθηκόντων του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή, κατά παράβαση της παρ. 2 του διατάγματος ημ. 13.11.
- (η) Οι Εναγόμενοι δεν έχουν παραδώσει στον Ενάγοντα 1 έκθεση στον καθορισμένο τύπο αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, κατά παράβαση της παρ. 3 του διατάγματος ημ. 13.11.
- ΙΙΙ.Στ Ένοχη Διάνοια - Πρόθεση (Mens Rea) Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγομένης 2, διαφαίνεται πως οι Εναγόμενοι εξαρχής δεν ήταν διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα του διορισμού του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή και συνακόλουθα πως δεν είχαν πρόθεση να συνεργαστούν με οποιονδήποτε τρόπο μαζί του. Αυτή η στάση τους συνεχίστηκε ακόμα και μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Από την έκδοση των διαταγμάτων ημ. 16.10.17 οι Εναγόμενοι ευθαρσώς και ρητώς παραδέχθηκαν και εξέφρασαν και στον ίδιο τον Ενάγοντα 1 πως δεν ήταν πρόθυμοι ούτε να τον αναγνωρίσουν, ούτε να συνεργαστούν μαζί του και ακόμα και πως δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς συμμόρφωση με τα διατάγματα. Μάλιστα, οι Εναγόμενοι προχώρησαν και σε μέτρα τα οποία κατεδείκνυαν με τον πλέον εμφαντικό τρόπο πως δεν αναγνώριζαν και δεν συνεργάζονταν με τον Ενάγοντα 1 και πως δεν ήταν διατεθειμένοι να προβούν σε όσα αναφέροντο στα διατάγματα, όπως η αρχική παρεμπόδιση εισόδου του Ενάγοντος 1 στα καταστήματα, η κλήση της Αστυνομίας στον χώρο του καταστήματος της Λεμεσού στις 23.10.17 και η μεταγενέστερη ανάληψη κατοχής του καταστήματος της Λεμεσού τον Αύγουστο του 2018 με το σπάσιμο των αλυσίδων και κλειδαριών τις οποίες είχε τοποθετήσει ο Ενάγων 1, μέχρι και το να διανυκτερεύουν τα βράδια εκεί. Επίσης προέβησαν σε δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο με τη χρήση απειλών περί πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε όσους πελάτες τους συνεργάζονταν με τον Ενάγοντα 1 και προέβαιναν ακόμα και σε ενέργειες οι οποίες αναφέροντο στα διατάγματα, όπως η πληρωμή στον ίδιο οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου. Τόσο αυτές όσο και όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες αποτελούν περίτρανη απόδειξη της πλήρους επίγνωσης και συνείδησης των Εναγομένων για τις ενέργειες τους αλλά κυρίως και του εσκεμμένου και προσχεδιασμένου των ενεργειών τους. Σαφώς δεν πρόκειται για αυθόρμητες και απερίσκεπτες αντιδράσεις της στιγμής αλλά ενέργειες στα πλαίσια της θέσης τους περί μη αναγνώρισης του διορισμού του Ενάγοντος 1 και της μη συνεργασίας μαζί του, η οποία σαφώς παραγνώριζε πλήρως τα διατάγματα και καταδεικνύει την πρόθεση μη συμμόρφωσης τους με αυτά. Ουσιαστικά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι Εναγόμενοι είχαν πλήρη γνώση και συνείδηση ότι με τις πιο πάνω ενέργειες τους παραβίαζαν τα εκδοθέντα διατάγματα, αφού αυτό ήταν η άμεση συνέπεια των πράξεων τους, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί ακριβώς με ηθελημένη παρακοή. Η θέση των Εναγομένων πως υποχρεώθηκαν να προβούν στις εν λόγω ενέργειες τους λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντος 1 έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο ως παντελώς αβάσιμη στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Όσον δε αφορά την άλλη βασική τους θέση πως ενεργούσαν κατόπιν νομικής συμβουλής και επομένως θεωρούσαν ότι οι ενέργειες τους ήταν νόμιμες, αυτή δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση τους ούτε και αναιρεί με οποιονδήποτε τρόπο την πρόθεση τους. Αυτό το ζήτημα δεν αφορά στην απόδειξη της παρακοής αλλά είναι σχετικό μόνο στα πλαίσια μετριασμού. Όπως έχει λεχθεί στην Αγγλική υπόθεση Parker and another (t/a NBC Services) v. Rasalingham (t/a Microtec) and others
(2000)All ER (D) 912: «The fact that the defendants have acted on legal advice in pursuing conduct which is held to amount to a contempt does not excuse the contempt, but "may be relevant, and sometimes very important, as mitigation": Re Mileage Conference Group of the Tyre Manufacturers' Conference [I966] 1 WLR 1137, 1162. But in this case I do not consider that any significant weight should be attached to this factor, which is relevant both to penalties and to costs. This is because the advice, which (as I have said) is nowhere recorded, was based on instructions which had not factual foundation, and given by an adviser who did not have any knowledge of it, and did not make any enquiries about it. It is not a case of a defendant having a bona fide belief in the correctness of legal advice which later turns out to be untrue.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η θέση των δικηγόρων των Εναγομένων πως η προκειμένη περίπτωση διαφοροποιείται από την προαναφερόμενη υπόθεση καθότι εδώ υπάρχει μαρτυρία ως προς τη νομική συμβουλή των Εναγομένων αφορά καθαρά το θέμα μετριασμού και της ποινής, όπως προκύπτει από την εν λόγω υπόθεση. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία πως η συμπεριφορά των Εναγομένων, από τη στιγμή έκδοσης των διαταγμάτων ημ. 16.10.17 και ανεξαρτήτως της έκδοσης των μεταγενέστερων, είναι τέτοια που επέδειξαν συνειδητά και εν γνώσει τους παντελή αδιαφορία προς τα διατάγματα και πρόθεση καταστρατήγησης των όρων αυτών. IV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, την υπόθεση τους και καταλήγει πως οι Εναγόμενοι βρίσκονται σε παρακοή των υπό κρίση διαταγμάτων ως περιγράφεται ανωτέρω. Ενόψει της απόφασης του, το Δικαστήριο θα δώσει την ευκαιρία στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση να ακουστούν επί του θέματος των συνεπειών της στοιχειοθέτησης της παρακοής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο