CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Μελετίου κ.α., Αρ. Αγωγής:3099/11, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3099/11 Μεταξύ: CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και
- xxxxx Μελετίου
- xxxxx Τσιάτταλου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα. Κ. Αρκάδη Για Εναγόμενους: κα. Ε. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, τραπεζικός οργανισμός ο οποίος έχει από τις 29/03/2013 δυνάμει νομοθεσίας αντικατασταθεί και υποκατασταθεί στα περιουσιακά του στοιχεία και τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του έναντι τρίτων με τρίτους από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, επίσης τραπεζικό οργανισμό (βλ. ειδοποίηση 09/10/2013), αξιώνουν στη βάση συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 17/02/2010, από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή, το ποσό των €9649.66 με νόμιμο τόκο επί ποσού €7209,98 από 16/09/2018 και €1679,26 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 7,5% επί ποσού €1078,90 από 26/09/218, ως αμφότερα τα εν λόγω ποσά περιορίστηκαν κατά την ακρόαση. Πρόσθετα των πιο πάνω χρηματικών αποζημιώσεων, οι ενάγοντες αιτούνται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του αντικειμένου της επίδικης συμφωνίας, ήτοι ενός αυτοκινήτου μάρκας MAZDA RX-8 COUPE με αρ. εγγραφής XXXXX44, με δημόσιο πλειστηριασμό και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς εξόφληση της ανωτέρω κατ' ισχυρισμό οφειλής των εναγομένων. Σημειώνω εδώ ότι όταν καταχωρήθηκε η αγωγή στις 30/06/2011, το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν ακόμη, κατ' ισχυρισμό των εναγόντων στην κατοχή του εναγόμενου 1 εξ' ου και με την αγωγή ζητήθηκε και σχετικό διάταγμα επιστροφής του. Μετά την καταχώρηση της αγωγής όμως και συγκεκριμένα στις 09/09/2016, το εν λόγω όχημα βρέθηκε εγκαταλελειμμένο από την αστυνομία και παραλήφθηκε από τους ενάγοντες εξ' και ζητείται πλέον μόνο διάταγμα πώλησης του. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων, η ουσία της οποίας υποστηρίχθηκε ενόρκως από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών, xxx Γρηγορίου (ΜΕ1) είναι η εξής: « Στις 17.02.2010 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 στην Λεμεσό, υπεγράφη συμφωνία ενοικιαγοράς υπ' αριθμόν XXXXX2-202 με βάση την οποία οι Ενάγοντες ενοικίασαν στον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση του Εναγόμενου 2 ο οποίος υπέγραψε εγγύηση η οποία είναι ενσωματωμένη στην συμφωνία ενοικιαγοράς, με τους όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς (with option to purchase), το αναφερόμενο όχημα και ο Εναγόμενος 1 έλαβε κατοχή αυτού έναντι του ποσού συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς €12.000, πλέον €18,66 τέλη χαρτοσήμων και €2.096,84 δικαιώματα ενοικιαγοράς, δηλαδή συνολικά το ποσό των €14.115,50 πληρωτέο ως ακολούθως: €3.000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο εκ €11.115,50 με 60 μηνιαίες δόσεις από €185,26 η κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 17.03.2010 και κάθε επόμενης την 17η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Σχετικό είναι το Τιμολόγιο αγοράς με αρ. 0456 ημερομηνίας 17.02.2010 .Το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX44 μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Εναγομένου 1 στις 17.02.2010 και σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμό 1961085 εκδόθηκε επ' ονόματι του Εναγομένου 1 XXXXX Μελετίου όπου αναγράφεται ότι κύριος του οχήματος είναι οι Ενάγοντες. . Ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των €1.700.00 ως ακολούθως: 09/04/2010 €200, 06/05/2010 €200, 10/06/2010 €200, 05/07/2010 €200, 18/08/2010 €400 και 28/02/2011 €500, εξοφλώντας έτσι τις δόσεις από 17.03.2010 μέχρι 17.11.2010, δηλαδή 9 δόσεις προς €185,26, σύνολο €1.667,34 και καταβάλλοντας €32,66 από την δόση της 17.12.2010, αλλά κανένα άλλο ποσό καταβλήθηκε έναντι της σχετικής οφειλής του, οφείλοντας μέρος της δόσης 17.12.2010 καθώς και όλες τις δόσεις από 17.01.2011 μέχρι και τις 03.06.2011 ανερχόμενες στο ποσό των €9.483,33 πλέον τόκους και έξοδα.. Λόγω παράβασης της συμφωνίας ενοικιαγοράς, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 20.04.2011 στον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2, με την οποία τους καλούσαν όπως εντός εικοσιμία
(21)ημερών επανορθώσουν την παράβαση και πληρώσουν όλες τις μέχρι τότε καθυστερημένες μηνιαίες δόσεις πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, η αναφερόμενη επιστολή ανέφερε ότι σε περίπτωση παράλειψης του Εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί στην ταχθείσα προθεσμία θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Το πρωτότυπο της πιο πάνω αναφερόμενης επιστολής στάλθηκε στους Εναγόμενους με το σύνηθες ταχυδρομείο και είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ότι μετά από έρευνα την οποία διεξήγαγα εγώ ο ίδιος στο φάκελο της υπόθεσης των Εναγόντων, δεν έχουν επιστραφεί. Λόγω μη ανταπόκρισης και πληρωμής των καθυστερημένων δόσεων, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 03.06.2011 τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία ενοικιαγοράς και απέστειλαν την σχετική ειδοποίηση στον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 καλώντας τους όπως αμέσως πληρώσουν όλα τα καθυστερημένα ενοίκια και παραδώσουν σ' αυτούς το αναφερόμενο όχημα αλλά οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και αρνήθηκαν μέχρι σήμερα να ανταποκριθούν. . Το πρωτότυπο της πιο πάνω αναφερόμενης επιστολής στάλθηκε στους Εναγόμενους με το σύνηθες ταχυδρομείο και είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ότι μετά από έρευνα την οποία διεξήγαγα εγώ ο ίδιος στο φάκελο της υπόθεσης των Εναγόντων, δεν έχουν επιστραφεί.» Προς επίρρωση των πιο πάνω, κατατέθηκε η πρωτότυπη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 17/02/2010 καθώς επίσης και αντίγραφο αυτής (Τεκ.3 και 14), το πρωτότυπο τιμολόγιο αγοράς του επίδικου οχήματος με αρ. 0456 (Τεκ.4), το πιστοποιητικό εγγραφής του (Τεκ.5) και οι επιστολές 20/04/2011 και 03/06/2011, οι οποίες παρουσιάζονται να αποστέλλονται στον μεν εναγόμενο 1 στη διεύθυνση XXXXX 26, XXXXX XXXXX Λεμεσός, στο δε εναγόμενο 2 στην διεύθυνση XXXXX 6, XXXXX XXXXX, Λεμεσός (Τεκ.8 και 9). Είναι η θέση των εναγόντων και του ΜΕ1 ότι η όλη εικόνα που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός ως προς τις εκάστοτε χρεοπιστώσεις που γίνονταν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, ήτοι ο λογαριασμός χρηματοδότησης με αρ. XXXXX2-202 (νυν XXXXX9368), αποτυπώνεται και αντικατοπτρίζεται πλήρως και επακριβώς στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που τηρούνται ως μέρος του τραπεζικού βιβλίου και αρχείου των εναγόντων. Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν κατά την ακρόαση ως Τεκ.10, συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του αρ. 35 Κεφ.
- Παρά το ότι το τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι πιο πάνω καταστάσεις είναι ψηλότερο από το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, εντούτοις οι ενάγοντες επέλεξαν κατά την ακρόαση όπως μην αξιώσουν οποιουσδήποτε τόκους υπερημερίας που χρέωσαν κατά τη λειτουργία του λογαριασμού και όπως περιορίσουν από την ημερομηνία τερματισμού, το συνολικό επιτόκιο τους στο 7,5% και αυτό παρά το ότι κατ' εκείνους η συμφωνία επέτρεπε και την χρέωση τόκου υπερημερίας αλλά και τη χρέωση συνολικού τόκου προς 14%. Εφαρμόζοντας αναδρομικά τους προαναφερόμενους περιορισμούς των τόκων στον επίδικο λογαριασμό για σκοπούς της ακρόασης, οι ενάγοντες ετοίμασαν σχετικές αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες κατέθεσαν ως Τεκ.11 και οι οποίες καταστάσεις καταλήγουν στα περιορισμένα ποσά που αξιώνονται πλέον με την παρούσα αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση οι ενάγοντες κάλεσαν και δεύτερο μάρτυρα ήτοι τον xxx Κοσμά, λειτουργό τότε στην Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων μέχρι τον Αύγουστο του 2013 και τότε υπεύθυνο για το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας περιορίστηκε να καταθέσει το πρωτότυπο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκ.14) και δεν επεκτάθηκε σε οποιοδήποτε άλλο θέμα εξ' ου και δεν έτυχε ουσιαστικής αντεξέτασης. Η μαρτυρία του συνεπώς είναι άνευ σημασίας. Η κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι περιλάμβανε σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι περιστρέφονταν γύρω από ισχυρισμούς περί εικονικής ενοικιαγοράς, ανύπαρκτων αντικειμένων, ψευδών παραστάσεων και άσκησης πίεσης από πλευράς εναγόντων, προσπάθεια των τελευταίων να συγκαλύψουν και να βοηθήσουν τις δανειοδοτήσεις άγνωστων προς τους εναγόμενους τρίτους καθώς επίσης και παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Την ίδια στιγμή οι εναγόμενοι ήγειραν και ανταπαίτηση, με την οποία ζητούσαν αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική και συνεπώς εξ' υπαρχής άκυρη. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι οι πελάτες της δεν επιθυμούσαν πλέον να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους και ως εκ τούτου την απέσυρε. Η αντεξέταση που έγινε στον ΜΕ1, ο οποίος ήταν και ο κύριος μάρτυρας για τους ενάγοντες, περιστράφηκε γύρω από την αμφισβήτηση των υπογραφών που παρουσιάζονται στη συμφωνία να ανήκουν στον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και στον εναγόμενο 2 ως εγγυητή, στο ότι το όποιο έγγραφο και να υπέγραψε ο εναγόμενος 2 δεν συνιστούσε συμφωνία εγγύησης ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και τέλος στο ότι οι επιστολές που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έστειλαν στον εναγόμενο 1 δεν στάληκαν στην ορθή διεύθυνση του και ως εκ τούτου ουδέποτε παραλήφθηκαν. Ήταν δε η θέση της συνηγόρου ως προς το τελευταίο αυτό σημείο ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε γνώση για την παρούσα αγωγή μέσω του εναγομένου 2 και μόνο μετά που αυτή επιδόθηκε στον τελευταίο. Υπέβαλε συναφώς η συνήγορος ότι η επίδικη συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και νομότυπα και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στις αξιώσεις τους. Ήταν επίσης θέση της συνηγόρου ότι στην πραγματικότητα, τα όποια έγγραφα υπέγραψε ο εναγόμενος 2, αυτά αφορούσαν σε πιστωτικές διευκολύνσεις τρίτου, άλλου από τον εναγόμενο 1 και συνεπώς οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αξιώσεις τους και γι' αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο. Τις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης ο ΜΕ1 τις απέρριψε κατηγορηματικά, επαναλαμβάνοντας ότι επρόκειτο για μια γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 1 με την ελεύθερη βούληση του, η οποία συμφωνία είχε ενσωματωμένη και σχετική συμφωνία εγγύησης την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 2 επίσης με την ελεύθερη βούληση του. Όσον αφορά την διεύθυνση στην οποία στάληκαν οι επιστολές της τράπεζας, περιλαμβανομένης και της επιστολής τερματισμού ημερ. 03/06/2011, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι για τον μεν εναγόμενο 2 οι επιστολές στάληκαν στην διεύθυνση που ο ίδιος δήλωσε στην επίδικη συμφωνία ενώ για τον εναγόμενο 1, αν και στάληκαν σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που καταγράφηκε στη συμφωνία, εντούτοις επρόκειτο για διεύθυνση για την οποία ο τελευταίος ενημέρωσε την τράπεζα μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο μάρτυρας παρέπεμψε στην απόδειξη επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο 1, η οποία επίδοση φέρεται να έγινε στην ίδια διεύθυνση που στάληκαν οι εν λόγω επιστολές, ήτοι στην οδό Ίμβρου, όπου σύμφωνα με τον επιδότη, την αγωγή την παρέλαβε η μητέρα του εναγόμενου 1 ως συγκάτοικος του (Τεκ.12 και 13). Μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης έδωσε μόνο ο εναγόμενος 1 ως ΜΥ
- Η μαρτυρία του ήταν λιτή και περιορίστηκε στο ισχυρισμό ότι κατά τον Ιούνιο του 2011 αυτός διέμενε στη διεύθυνση που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, ήτοι στην οδός XXXXX στην Αγία Ζώνη και ότι στην οδό XXXXX που φέρεται να επιδόθηκε η αγωγή και η επιστολή τερματισμού Τεκ.9, έμενε πάντοτε και εξακολουθεί να μένει μόνη της η μητέρα του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο εναγόμενος 1 κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό από τον κοινοτάρχη της Αγ. Ζώνης και αντίγραφο του λογαριασμού του Σ.Α.Λ που απευθύνεται στον ίδιο στη διεύθυνση της οδού XXXXX (Τεκ.15 και 16). Ο ίδιος, ως ισχυρίστηκε, δεν ειδοποίησε ποτέ την τράπεζα ότι άλλαξε διεύθυνση, δεν έλαβε ποτέ την κατ' ισχυρισμό επιστολή της τράπεζας (Τεκ.9) ενώ για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής ενημερώθηκε από τον εναγόμενο 2 μόνο μετά που η αγωγή επιδόθηκε σε εκείνον τον εναγόμενο. Ειδικότερα, ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι έμαθε για την αγωγή: «.Από τον xxxxx Τσιάτταλο ο οποίος βρέθηκε να είναι και εγγυητής ο άνθρωπος. Βρέθηκε να του επιδώσουν τζίνου χωρίς να ξέρω ούτε εγώ τον λόγο και μέχρι σήμερα ήμαστε σε ψυχρή κατάσταση γιατί μιλήσαμε έντονα στο τηλέφωνο εκείνο τον καιρό και που τζιαμέ κατάλαβα ότι είχε πρόβλημα αυτή η κατάσταση . Όσον αφορά την αγοραπωλησία, τζίνο που υπέγραψα εγώ πως βρέθηκε ο xxxxx Τσιάτταλος πάνω και τζίνος;.». Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες αφ' ενός υποστήριξαν την φιλαλήθεια και το αξιόπιστο των ισχυρισμών των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς και αφ' ετέρου επιχειρηματολόγησαν ως προς τις νομικές αρχές που κατ' εκείνους καταδεικνύουν το βάσιμο της υπόθεσης των πελατών τους. Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε ότι η επίδικη εγγύηση του εναγομένου 2 δεν είναι έγκυρη, εφόσον απουσιάζουν από αυτήν διάφορα απαραίτητα, κατά τη συνήγορο, στοιχεία που να την συνδέουν με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς όπως π.χ. η ημερομηνία της εγγύησης και ο αριθμός της ενοικιαγοράς, ότι δεν αποδείχθηκε ως γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 ή ότι υπέγραψε ποτέ την συμφωνία ενοικιαγοράς και αυτό ενόψει της δικογραφημένης θέση του ότι η μόνη εγγύηση που υπέγραψε ήταν για την δανειοδότηση κάποιου τρίτου, ενώ όσον αφορά τον εναγόμενο 1, η συνήγορος υποστήριξε ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον δεν αποδείχθηκε με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η συμφωνία τερματίστηκε πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως επιβάλλουν οι όροι της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 17/02/2010, ήτοι το Τεκ.
- Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Παρατηρώ τα εξής: ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Παρά το ότι εκ της δικογραφίας προέβαλλαν σωρεία θεμάτων να συνιστούν επίδικα θέματα, εντούτοις κατά την ακρόαση, ενόψει και του τρόπου που επέλεξε η υπεράσπιση να προωθήσει την εκδοχή της, αυτά περιορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό. Η ορθότητα και ακρίβεια του περιεχόμενου των καταστάσεων λογαριασμού Τεκ.10, το οποίο να σημειωθεί κατατέθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.35 του Κεφ.9, δεν αμφισβητήθηκε όπως και δεν αμφισβητήθηκαν οι χρεοπιστώσεις που εκεί καταγράφονται να έγιναν, περιλαμβανομένων και των πληρωμών που παρουσιάζεται να έκανε ο εναγόμενος
- Δεν αμφισβητείται επίσης ούτε το επιτόκιο και τα όποια έξοδα με το οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός αλλά ούτε και το ποια ενοίκια είναι που καταβλήθηκαν και ποια είναι που παρέμειναν οφειλόμενα και από πότε. Αντιθέτως, αυτά που αμφισβήτησε η υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, ήταν τα εξής: Α) Η επίδικη συμφωνία εγγύησης του εναγόμενου 2 δεν ήταν ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο επί του προκειμένου ισχυρισμός καταρρίπτεται σαφέστατα από το πρωτότυπο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, Τεκ.14 εφόσον πρόκειται για ένα ενιαίο έγγραφο, το οποίο είναι εκτυπωμένο «μπρος - πίσω», σε ένα μόνο φύλο χαρτιού, το οποίο είναι διπλωμένο στη μέση και χωρίζεται σε τέσσερα ενωμένα μέρη και το οποίο περιέχει, στα δύο συνεχόμενα μέρη του την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς με αρ.6929702-02-202 και την επίδικη συμφωνία εγγύησης με τους όρους της και στα άλλα δύο μέρη, τους «όρους συμφωνίας ενοικιαγοράς» και τις «διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις εμπόρου». Καμία αμφιβολία δημιουργείται συνεπώς ως προς το ότι η συμφωνία εγγύησης που περιέχεται στο ένα μέρος του ενιαίου αυτού εγγράφου αφορά, σχετίζεται και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμφωνία ενοικιαγοράς που βρίσκεται στο διπλανό μέρος. Κατ' επέκταση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ξεκάθαρα αντιληπτό στο πρόσωπο που υπογράφει στο χώρο όπου το έγγραφο τιτλοφορείται ως «ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ» ότι πρόκειται για εγγύηση που αφορά τη συγκεκριμένη «Συμφωνία Ενοικιαγοράς» που αναφέρεται δίπλα. Β) Ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης αλλά ότι τα τραπεζικά έγγραφα που υπέγραψε αφορούσαν την δανειοδότηση κάποιου τρίτου. Πέραν του ότι η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την περί του αντιθέτου εκδοχή των εναγόντων περιορίστηκε ουσιαστικά σε απλές υποβολές περί άρνησης της υπογραφής της συμφωνίας από τον εναγόμενο 2, η εν λόγω θέση της υπεράσπισης παρέμεινε ουσιαστικά άνευ προώθησης, αφού ο εναγόμενος 2 ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει ή να προωθήσει τον συγκεκριμένο θετικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ μέρους του κατά την αντεξέταση του ΜΕ
- Δεν αγνοώ ότι η υποχρέωση απόδειξης της υπογραφής παραμένει στους ώμους των εναγόντων, όμως υπό το φως του δικογράφου της υπεράσπισης προκύπτει ότι δεν επρόκειτο για ένα απλό ισχυρισμό περί άρνησης υπογραφής αλλά όπως εξηγώ πιο κάτω, επρόκειτο για ένα πιο εξειδικευμένο ισχυρισμό που σίγουρα έχριζε προώθησης από πλευράς εναγομένων. Η όλη εκδοχή που προέβαλαν με το κοινό δικόγραφο τους οι εναγόμενοι ήταν ότι όντως υπέγραψαν κάποια τραπεζικά έγγραφα στις 17/02/10 πλην όμως αυτά αφορούσαν, κατ' εκείνους, σε εγγύηση της δανειοδότησης κάποιου τρίτου προσώπου (βλ. παρ. 5 Υπεράσπισης). Τον εν λόγω ισχυρισμό τους οι εναγόμενοι τον εξειδίκευσαν στην παρ.6 της Υπεράσπισης όπου ρητά αναφέρουν ότι «.αρνούνται την εγκυρότητα της επίδικης ισχυριζόμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς με αρ. XXXXX2-202 ημερ.17.02.2010 δια το λόγο ότι εξ' όσων εφάνη εκ των υστέρων ήτο εικονική, το αντικείμενο τους δηλαδή το αυτοκίνητο XXXXX44 ήτο ανύπαρκτο και η αναφορά στην ενοικίαση του εν λόγω αυτοκινήτου προς τον εναγόμενο αρ.1 ήταν επινόηση των εναγόντων για να συγκαλύψουν τους σκοπούς χρηματοδότησης που συνίστατο στην παροχή δανείου προς τον (αναφέρεται το όνομα τρίτου) με όρους ενοικιαγοράς .». Η πιο πάνω δικογραφημένη εξειδίκευση, ρητά παραπέμπει στην επίδικη συμφωνία και μάλιστα στο ότι είναι αυτή τη συμφωνία που υπέγραψαν οι εναγόμενοι και η οποία ως «.εφάνη εκ των υστέρων ήτο εικονική .» εφόσον αφορούσε τη δανειοδότηση τρίτου προσώπου (βλ. επίσης παρ.12 της υπεράσπισης και σχετική υποβολή προς τον ΜΕ1). Εφόσον λοιπόν ο πιο πάνω ισχυρισμός των εναγομένων έφερε ως δεδομένο ότι και οι δύο υπέγραψαν την συμφωνία ενοικιαγοράς με αρ. XXXXX2-202 και ο εναγόμενος 2 ουδέποτε παρουσιάστηκε για να προωθήσει τον ισχυρισμό του ότι η συμφωνία που εκείνος ισχυρίζεται ότι υπέγραψε τον έφερε να δεσμεύεται ως εγγυητής τρίτου προσώπου και όχι του εναγόμενου 1 όπως τον παρουσιάζει το Τεκ.14, η θέση ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης, όπως και να ήθελε ιδωθεί, δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως στερούμενη κάθε ερείσματος. Γ) Η αποτυχία απόδειξης αποστολής των επιστολών τερματισμού της συμφωνίας και κατ' επέκταση η μη εκπλήρωση της αντίστοιχης συμβατικής προϋπόθεσης από τους ενάγοντες. Όσον αφορά την επί του προκειμένου αμφισβήτηση της υπεράσπισης, υπενθυμίζω ότι η συγκεκριμένη θέση προβλήθηκε να αφορά μόνο στον εναγόμενο 1, ο οποίος άλλωστε ήταν και ο μόνος εκ των εναγομένων που επέλεξε να δώσει μαρτυρία και να προωθήσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Παρόμοια θέση δεν προωθήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου 2, αφήνοντας έτσι αναντίλεκτη τη θέση του ΜΕ1 ότι όσον αφορά εκείνον τον εναγόμενο, η τράπεζα έστειλε στη διεύθυνση του την επιστολή τερματισμού της 03/06/11 και εφόσον αυτή δεν επιστράφηκε, συνεπάγεται ότι την παρέλαβε. Πραγματικό έρεισμα για τη θέση αυτή του εναγόμενου 1 αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι αυτός δήλωσε στη συμφωνία ως διεύθυνση την οδός Πλάτωνος, ήτοι τη μόνιμη διεύθυνση του, ενώ οι φερόμενες επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στην οδό Ίμβρου, όπου διαμένει η άρρωστη μητέρα του καθώς επίσης και το ότι πληροφορήθηκε για την αγωγή η οποία επιδόθηκε στη μητέρα του, μόνο κατά τη διάρκεια της κατ' ισχυρισμό έντονης συνομιλίας που είχε με τον εναγόμενο 2 όταν επιδόθηκε σε εκείνον η αγωγή. Η συγκεκριμένη θέση του εναγόμενου 1 αποτέλεσε τη βάση για να υποστηριχθεί ότι η αποστολή επιστολής τερματισμού ήταν συμβατική υποχρέωση των εναγόντων και προϋπόθεση για την έγερση αγωγής και ως εκ τούτου, η αποστολή τέτοιας επιστολής σε διεύθυνση άλλη από αυτήν που καταγράφηκε στην επίδικη συμφωνία σε σχέση με τον εναγόμενο 1, συνιστά παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης, ιδιαίτερα ενόψει του όρου 12 της συμφωνίας Τεκ.
- Ως προς τη πιο πάνω εκδοχή του εναγόμενου 1 παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο ο κοινός δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγομένων ήταν ότι και οι δύο τους συμμετείχαν ως εγγυητές στη «.συμφωνία ενοικιαγοράς με αρ. XXXXX2-202», η οποία όμως όπως «.εφάνη εκ των υστέρων ήτο εικονική.» εφόσον αφορούσε στη δανειοδότηση τρίτου προσώπου (βλ. παρ. 5 αι 6 Υπεράσπισης). Η θέση περί εικονικότητας της συμφωνίας υποβλήθηκε και στο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Κατά δεύτερο, στη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία που υπέγραψε εκείνος, δεν είχε καμία σχέση με τον εναγόμενο 2 ο οποίος ουδέποτε την υπέγραψε υπό οποιαδήποτε ιδιότητα - «.Όσον αφορά την αγοραπωλησία, τζίνο που υπέγραψα εγώ πώς βρέθηκε ο xxxx Τσιάτταλος πάνω και τζίνος;.». Κατά τρίτο, για να υποστηρίξει τη θέση του περί αναγκαιότητας τερματισμού της συμφωνίας πριν την καταχώρηση αγωγής, η πλευρά του εναγόμενου 1 επικαλέστηκε τους όρους της συμφωνίας του Τεκ.14, ήτοι της συμφωνίας που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι συνήφθει μεταξύ τους και των εναγομένων και η οποία συμφωνία φέρει τον εναγόμενο 1 να είναι ο πρωτοφειλέτης ενοικιαγοραστής και τον εναγόμενο 2 ο εγγυητής. Με άλλα λόγια, για ένα τόσο ουσιώδες γεγονός, ο εναγόμενος 1 όχι μόνο καμία σταθερότητα επέδειξε στους ισχυρισμούς του αλλά μετέβαλλε την όλη εκδοχή του κατά το δοκούν και αναλόγως του τι του σύμφερε υπό τις περιστάσεις. Ξεκίνησε με τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι συμμετείχε ως εγγυητής με τον εναγόμενο 2 σε μία άκυρη και παράνομη συμφωνία ενοικιαγοράς που κανένας όρος της δεν ήταν δεσμευτικός για τα μέρη της και ως εκ τούτου έπρεπε να απαλλαγεί από αυτή, προχώρησε στον ισχυρισμό ότι τελικά μόνο αυτός συμμετείχε στην εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς, διατηρώντας όμως παράλληλα και τη θέση του περί εικονικότητας και ακυρότητας της συμφωνίας και κατέληξε να δέχεται ότι υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης τη συμφωνία που εξ' υπαρχής ισχυρίζονταν οι ενάγοντες, ώστε να μπορέσει να επικαλεστεί τους όρους της ως έγκυρους και δεσμευτικούς για την τράπεζα και να απαλλαγεί από τις δικές του υποχρεώσεις ως αντισυμβαλλόμενος. Με κάθε σεβασμό δεν μπορεί να γίνεται επίκληση συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη μια και από την άλλη να προωθείται η θέση ότι η ίδια σύμβαση είναι εικονική και κατ' επέκταση εξ' υπαρχής άκυρη. Είτε είναι αποδεκτό ότι η συμφωνία είναι πραγματική και έγκυρη και συνεπώς παράγει έννομα αποτελέσματα και υποχρεώσεις για τους αντισυμβαλλόμενους, είτε όχι. Και τα δύο δεν μπορούν να ευσταθούν. Είναι λοιπόν προφανές ότι η θέση του εναγόμενου 1 ότι δεν έλαβε γνώση για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας επειδή η σχετική ειδοποίηση στάληκε σε διεύθυνση άλλη από αυτή που καταγράφηκε στη συμφωνία, συνιστά εκ των υστέρων σκέψεις του οι οποίος μόνο σκοπό έχουν να του επιτρέψουν να επιχειρήσει να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω και πέραν του ότι κατέστη εκ της δικογραφίας παραδεχτό, ότι ο εναγόμενος 1 παρέλαβε την αγωγή μετά που αυτή επιδόθηκε στις 07/07/11 στην οδό XXXXX, ήτοι στην οδό που στάληκε και η επιστολή τερματισμού, γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό του περί άγνοιας του τι αποστέλλετο στην εν λόγω διεύθυνση, η επί του προκειμένου εκδοχή του εναγόμενου 1 δεν στέκει ούτε στη βάσανο της λογικής. Εξηγώ. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι αν και η αγωγή επιδόθηκε στη μητέρα του στην ίδια διεύθυνση που στάληκε και η επιστολή τερματισμού, ο ίδιος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της μόνο όταν του τηλεφώνησε ο εναγόμενος
- Μάλιστα δε ο τελευταίος, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1, αντέδρασε έντονα για το πώς «.βρέθηκε να είναι και εγγυητής ο άνθρωπος.». Παρόμοιος δε ισχυρισμός προβάλλεται και στην παρ. 5 της κοινής υπεράσπισης των εναγομένων όπου αναφέρεται ότι οι τελευταίοι «.πραγματικά εξεπλάγηκαν όταν παρέλαβαν την παρούσα αγωγή.». Δεν έχει όμως αμφισβητηθεί ότι ο εναγόμενος 2, στον οποίο η αγωγή επιδόθηκε στις 03/08/11, λάμβανε από τις 20/04/11 ειδοποιήσεις από την Τράπεζα για την ευθύνη που είχε ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε την επιστολή τερματισμού της 03/06/11 με την οποία, πέραν από την ειδοποίηση για τον τερματισμό της συμφωνίας που είχε εγγυηθεί, του δόθηκε και ρητή προειδοποίηση για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του εντός δέκα ημερών αν δεν κατέβαλλε ως εγγυητής του εναγόμενου 1, το τότε οφειλόμενο ποσό των €9500 περίπου. Πώς μπορεί συνεπώς να σταθεί λογικά η θέση ότι ο εναγόμενος 2 εκπλάγηκε και αντέδρασε μόνο μετά που του επιδόθηκε η αγωγή στις 03/08/11 οπόταν και αποφάσισε να παραπονεθεί έντονα στον εναγόμενο 1 ο οποίος μέχρι τότε τελούσε υπό πλήρη άγνοια για το λάμβανε χώρα; Αν όντως ο εναγόμενος 2 ένιωθε τόσο έντονα για το όλο θέμα ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1, τότε το εύλογα αναμενόμενο είναι ότι και στις 20/04/11 αντέδρασε αλλά και στις 03/06/11, όταν είχε πλέον λάβει το τελεσίγραφο της Τράπεζας. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, η αντίδραση του εναγόμενου 2 ήταν προς τον ίδιο, δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε καμία γνώση για τον τερματισμό της συμφωνίας στις 03/06/11 ή για τις ειδοποιήσεις που στέλλονταν τόσο στον ίδιο όσο και στον εναγόμενο
- Τα πιο πάνω καταδεικνύουν θεωρώ το αβάσιμο της επί του προκειμένου θέσης του εναγόμενου 1 ενώ επιβεβαιώνουν το βάσιμο και αξιόπιστο της μαρτυρίας του ΜΕ1 ως προς το ότι με την αποστολή της επιστολής της 03/06/11 τόσο στην οδό Ίμβρου όσο και στην διεύθυνση του εναγόμενου 2, αμφότεροι οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν δεόντως για τον τερματισμό της συμφωνίας. Στη βάση όλης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, στο σύνολο της ως πλήρως αξιόπιστη. Βρίσκω συνεπώς ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και την επισυνημμένη σε αυτή συμφωνία εγγύησης, από τη συνομολόγηση τους στις 17/02/10 μέχρι και τον νόμιμο τερματισμό στις 03/06/11, είναι ως τα περιέγραψε ο ΜΕ1 και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα και ακρίβεια του περιεχομένου των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως μέρος του τραπεζικού αρχείου των εναγόντων, βρίσκω επίσης ότι παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό για το οποίο ευθύνονται από κοινού ο εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης και ο εναγόμενος 2 ως εγγυητής, το ποσό των €9649.66 και το ποσό των €1679,26 ως καθυστερημένα ενοίκια, πλέον τόκους ως αυτοί έχουν περιοριστεί κατά την ακρόαση. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €9649.66 με νόμιμο τόκο επί ποσού €7209,98 από 16/09/2018 μέχρι εξόφλησης και για το ποσό των €1679,26 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 7,5% επί ποσού €1078,90 από 26/09/218 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του αυτοκινήτου μάρκας MAZDA RX-8 COUPE με αρ. εγγραφής XXXXX44 με δημόσιο πλειστηριασμό και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της ανωτέρω οφειλής και σε περίπτωση που ήθελε προκύψει οποιοδήποτε πλεόνασμα αυτό να επιστραφεί στον εναγόμενο
- Επιδικάζονται τέλος έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο