← Κύπρος

Τάκη ν. Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 799/12, 11/6/2019

Τάκη ν. Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 799/12, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 799/12 Μεταξύ: xxxx Τάκη εκ Λεμεσού Ενάγοντας και xxxx Κυριάκου εκ Λεμεσού Εναγόμενος --------------------------- Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Στυλιανού Για Εναγόμενο: κ. Α. Νεοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο «γενικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση και δημόσια εξύβριση του. άνευ λόγου και/ή αφορμής όλος απρόκλητα, εν τη απουσία του ενάγοντα κατά / ή περί τις 21.10.2011, στην κατοικία του εναγομένου ενώπιον μαρτύρων κατά την διάρκεια ελέγχου των μηχανολογικών εγκαταστάσεων.» καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον εναγόμενο από «του να επαναλάβει την ως άνω ή άλλη δυσφήμηση του ενάγοντα». Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι περί το 2008, η εταιρεία του ενάγοντα, η οποία ασχολείται με μηχανολογικές εγκαταστάσεις και επεξεργασία νερού, ανέλαβε την εκτέλεση μηχανολογικών και υδραυλικών εργασιών στην υπό ανέγερση τότε κατοικία του εναγόμενου. Σε κάποιο στάδιο των εργασιών ηγέρθηκαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ της εταιρείας του ενάγοντα και του εναγόμενου, οι οποίες διαφωνίες είχαν προκύψει από την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει οποιαδήποτε χρήματα στους πρώτους ισχυριζόμενος την ύπαρξη σοβαρών κακοτεχνιών και παραπονούμενος για την ποιότητα και επάρκεια των εκτελεσθέντων εργασιών. Αναφορικά με αυτές τις διαφωνίες των μερών καταχωρήθηκε αργότερα η αγωγή 5596/11 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία εκδικάσθηκε και αναμένεται η έκδοση τελικής απόφασης. Συνιστά επίσης κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών ότι στα πλαίσια των προσπαθειών που γίνονταν τότε μεταξύ των διαδίκων για να εντοπιστούν και αν ήταν δυνατό να επιλυθούν φιλικά οι διαφορές τους, εφόσον η εταιρεία του ενάγοντα δέχτηκε να αναλάβει κάποια ευθύνη για προβλήματα που διαπιστώθηκαν στις εργασίες στην κατοικία του εναγόμενου, διευθετήθηκε συνάντηση στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής στις 21/10/

  1. Παρόντες στη συνάντηση ήταν εναγόμενος, οι μηχανολόγοι της εταιρείας του ενάγοντα, κκ. xxx. Κκολάς και xxx Αθανασίου και ο ανεξάρτητος μηχανικός xxx Κατσαμπάς, ο οποίος είχε διοριστεί από τον εναγόμενο. Ο ίδιος ο ενάγοντας δεν ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση εφόσον τον τότε καιρό νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται και ο εναγόμενος δέχεται ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, ο τελευταίος εκστόμισε ενώπιον των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω καθώς επίσης και ενώπιον κάποιων άλλων εργατών που εκτελούσαν εργασίες τη δεδομένη στιγμή στην κατοικία, κάποιους χαρακτηρισμούς και σχόλια σε σχέση με τον ενάγοντα και τις εργασίες που η εταιρεία του εκτέλεσε στην κατοικία του. Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι το ποιοι ακριβώς ήταν οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος στη συνάντηση της 21/10/11 για τον ενάγοντα, με τον τελευταίο να ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς και τον πρώτο να το απορρίπτει κατηγορηματικά. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η εκδοχή του ενάγοντα, την ουσία της οποίας προώθησε ενόρκως ο ίδιος με τη μαρτυρία του ως ΜΕ1, ήταν ότι όπως τον ενημέρωσαν οι υπαλλήλοι του, Κκολάς και Αθανασίου, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνάντηση της 21/10/2011: «Κατά την ως άνω συνάντηση ο Εναγόμενος, και στην απουσία εμένα του ιδίου, ενώπιον των ως άνω μηχανολόγων μηχανικών και άλλων εργατών οι οποίοι εργάζονταν στην κατοικία του για άλλες εργασίες, εντελώς απροκάλυπτα, αυθαίρετα και κακόβουλα ως μου έχουν αναφέρει τα ως άνω πρόσωπα άρχισε να με δυσφημεί με λόγια και να με εξυβρίζει με τις κάτωθι φράσεις/λέξεις: «γάιδαρος» , «βλάκας», «άχρηστος», «ανίδεος», «άσχετος», «δεν ξέρει τη δουλειά του», «δεν είναι επαγγελματίας», «εγώ θα του κλείσω τη δουλειά του» και άλλα.» Προσπάθησε δε ο ενάγοντας, ως ισχυρίστηκε, να διαμαρτυρηθεί προς τον εναγόμενο για τα όσα πληροφορήθηκε ότι ο τελευταίος είχε αναφέρει για το άτομο του στις 21/10/11 οπόταν και διευθέτησαν τηλεφωνικώς να συναντηθούν την επόμενη μέρα. Επειδή όμως ο εναγόμενος τελικά ακύρωσε τη συνάντηση την τελευταία στιγμή, ανέφερε ο ενάγοντας, αυτός του έστειλε email στις 26/10/2011 με το οποίο του επανέλαβε τις αξιώσεις της εταιρείας του και του εξέφρασε την ενόχληση του τόσο για την ακύρωση της συνάντησης όσο και για «όλα αυτά που ανέφερε για το πρόσωπο μου μπροστά σε τρίτα πρόσωπα.» (Τεκ. 3). Αν και ο εναγόμενος απάντησε στο εν λόγω email, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, εντούτοις καμία αναφορά έκαμε στο παράπονο του τελευταίου για τα όσα λέχθηκαν κατά τη συνάντηση της 21/11/10, ούτε και απολογήθηκε, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει με έντονο ύφος ότι δεν θα επέτρεπε πλέον στον ενάγοντα και στα μέλη της εταιρείας του την είσοδο στην οικία του και ότι θα μελετούσε το θέμα της απαίτησης της εταιρείας και θα του απαντούσε αναλόγως. Ενόψει της απάντησης αυτής του εναγόμενου, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του και οι τελευταίοι απέστειλαν στον εναγόμενο στις 27/10/11, επιστολή στην οποία αναφέρονταν σε όλα τα παράπονα που είχε ο ενάγοντας, περιλαμβανομένης και της κατ' ισχυρισμό δυσφήμησης στις 21/10/11 (Τεκ.5). Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, και συγκεκριμένα το πρωινό της 02/11/11: «.ο Εναγόμενος ήρθε από μόνος του χωρίς ραντεβού στο γραφείο και ζήτησε από την κα xxxx στον χώρο υποδοχής με τρόπο άπρεπη και απότομο να με δει. Εκεί βρισκόταν και ο γιός μου xxx Τάκη. Η κα xxx, που είναι η σύζυγος μου, γνώριζε την υπόθεση και τον ρώτησε εάν έχει ραντεβού και ζήτησε από τον Εναγόμενο να είναι προσεκτικός μαζί μου λόγο της υγείας μου. Ο Εναγόμενος αντί αυτού και χωρίς να ενημερωθώ προχώρησε γρήγορα στο γραφείο μου που βρίσκεται στο μεσοπάτωμα αγνοώντας την κα xxx. Όταν εισήλθε στο γραφείο μου, άρχισε την επιθετική του συμπεριφορά μιλώντας για το κατά ισχυρισμό πρόβλημα στην ψύξη. . του ζήτησα να μου πει τον λόγο για τα δυσφημιστικά λόγια που ανέφερε στην οικία του πριν από λίγες μέρες, ενώπιον των υπαλλήλων μου και άλλων. Αυτός αντί να ανακαλέσει και να μου δώσει κάποια δικαιολογία επέμενε στα όσα είπε επαναλαμβάνοντας τα αρκετές φορές και μπροστά μου, δείχνοντας και επιβεβαιώνοντας μου ότι όχι μόνο αυτά που μου μεταφέρθηκαν ίσχυαν αλλά και ότι ο Εναγόμενος δεν μετάνιωσε στιγμή για τους δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς που μου απέδιδε. Τότε προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου, διότι όπως είπα δεν μου το επέτρεπε και η υγεία μου, του ζήτησα εκ νέου να τα ανακαλέσει. Ο Εναγόμενος επέμενε και μάλιστα φωνάζοντας. Τότε επέμβηκε και η κα xxxxκαι του ζήτησε να φύγει και να σεβαστεί την υγεία μου..» Το ότι η πιο πάνω συνάντηση έλαβε χώρα μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου κλήθηκε να το επιβεβαιώσει η σύζυγος του πρώτου, xxx Χριστοδούλου (ΜΕ3). Η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι αν και όντως ο εναγόμενος προσήλθε στο γραφείο του ενάγοντα θυμωμένος στις 02/11/11 και ότι οι δύο τους είχαν κάποια θερμόαιμη συζήτηση, η ίδια δεν άκουσε τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ τους. Η μόνη εμπλοκή της ήταν να επέμβει για να διακόψει τη συζήτηση, φοβούμενη για την υγεία του συζύγου της. Τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως προς το τι έλαβε χώρα ση συνάντηση της 21/10/11 κλήθηκε να τους υποστηρίξει ο τότε υπάλληλος της εταιρείας του, xxx Αθανασίου (ΜΕ2), ο οποίος ήταν ένα από τα πρόσωπα που είναι αποδεκτό ότι ήταν παρόν κατά το επίδικο περιστατικό και που στη συνέχεια ενημέρωσαν σχετικά τον ενάγοντα. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προς το τέλος της συνάντησης, στη παρουσία του ιδίου, του Κκολά, του Κατσαμπά και μερικών άλλων εργατών που βρίσκονταν εκεί, ο εναγόμενος, ο οποίος του φάνηκε «δύσπιστος» και «αγανακτισμένος», άρχισε να εξυβρίζει τον ενάγοντα λέγοντας τον πρώτα γαϊδούρι, μετά βλάκα, ανίδεο, ότι δεν ξέρει να κάνει τη δουλειά του και ότι θα τον έκλεινε. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι σοκαρίστηκε όταν άκουσε ξαφνικά αυτούς τους χαρακτηρισμούς από τον εναγόμενο, όμως προτίμησε να μην εκφραστεί με οποιοδήποτε τρόπο και αποχώρησε και ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα. Απέρριψε ο μάρτυρας υποβολή της υπεράσπισης ότι διατηρεί φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με τον ενάγοντα και ότι η μαρτυρία του ήταν καθ' υπόδειξη του τελευταίου και ισχυρίστηκε ότι η εργοδότηση του στην εταιρεία του ενάγοντα τερματίστηκε λίγες μέρες μετά τη συνάντηση εφόσον παραιτήθηκε διότι είχε βρει καλύτερη δουλειά σε μια άλλη εταιρεία «μεγαλύτερου βεληνεκούς» και ότι στο Δικαστήριο ανέφερε αληθώς ότι ο ίδιος άκουσε και είδε κατά τη συνάντηση της 21/10/
  2. Ήταν τέλος η θέση του ενάγοντα ότι οι δυσφημιστικοί χαρακτηρισμοί του εναγόμενου προς το άτομο του, σκοπό είχαν να τον βλάψουν και να επηρεάσουν την υπόληψη του τόσο ως άτομο όσο και ως επαγγελματία και ότι συνεπεία αυτής της δυσφήμισης, η οποία κατά τον ενάγοντα έγινε γνωστή πολύ γρήγορα σε μεγάλο αριθμών προσώπων σχετικών και μη με το επάγγελμα του, προκλήθηκε αναστάτωση και αρνητικός σχολιασμός προς το άτομο και το επιτήδευμα του, με αποτέλεσμα να νιώθει έκτοτε προσβεβλημένος και κοινωνικά διασυρμένος. Στη αντίπερα όχθη η δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε ο εναγόμενος καταφέρθηκε με οποιοδήποτε δυσφημιστικό τρόπο εναντίον του ενάγοντα ως ο τελευταίος ισχυρίζεται και ότι καμία ειδική ή άλλως πώς ζημιά του έχει προκαλέσει ο εναγόμενος. Ο πραγματικός σκοπός της παρούσας αγωγής είναι, σύμφωνα με την υπεράσπιση, η άσκηση ψυχολογικής και άλλως πώς πίεσης στον εναγόμενο να διευθετήσει τις οικονομικές διαφορές των μερών και ειδικότερα την αξίωση που πρόβαλε η εταιρεία του ενάγοντα με την αγωγή 5596/
  3. Την πιο πάνω εκδοχή της υπεράσπισης την υποστήριξε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση (ΜΥ1). Σύμφωνα με τον εναγόμενο, όντως στις 21/10/11 έλαβε χώρα στην κατοικία του συνάντηση μεταξύ του ιδίου και των προσώπων που ισχυρίζεται ο ενάγοντας για να συζητηθούν και ίσως επιλυθούν οι διαφορές οικονομικής και τεχνικής φύσης που προέκυψαν με την εταιρεία του τελευταίου λόγω των σοβαρών προβλημάτων που διαπιστώθηκαν να υπάρχουν στο μηχανολογικό και υδραυλικό σύστημα ψύξης που εγκαταστάθηκε στην κατοικία του. Το εν λόγω σύστημα, σύμφωνα με τον μάρτυρα, το οποίο ήταν σουηδικής προέλευσης και το οποίο λειτουργούσε γεωθερμικά, του είχε προταθεί τότε από τον ενάγοντα ως ένα πρωτοποριακό σύστημα, καλύτερο από τα συνήθη συστήματα ψύξης και θέρμανσης που χρησιμοποιούνταν τον τότε καιρό. Αν και η μαρτυρία του εναγόμενου, όπως και του ενάγοντα, επεκτάθηκε και στα όσα συνιστούν τις τεχνικές και οικονομικές διαφωνίες των μερών σε σχέση με το σύστημα ψύξης που εγκατέστησε η εταιρεία του ενάγοντα, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτή την πτυχή της μαρτυρίας εφόσον αυτή είναι αφ' ενός άσχετη με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και αφ' ετέρου διότι αφορά σε αυτά ακριβώς τα θέματα που απασχόλησαν την ξεχωριστή αγωγή 5596/
  4. Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και των εδώ επιδίκων θεμάτων συνεπώς, θα περιοριστώ να παραθέσω αυτούσια κάποια αποσπάσματα από τη μαρτυρία του εναγόμενου ως προς το ποια ακριβώς ήταν κατ' εκείνον η κατάσταση πραγμάτων κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, περιλαμβανομένου και του χρόνου της επίδικης συνάντησης της 21/10/11: «.αμέσως μετά την εφαρμογή φάνηκε ότι (το σύστημα) είχε σοβαρότατα προβλήματα. το σπίτι επαραδόθηκε Μάιο του 2010 και το 2011 εκατοικήθηκε .επέρασε το κααλοκαίρι του 2010, του 2011, επαίρναμε υποσχέσεις ότι θα φτιάχνονταν όλα.καταλήξαμε να κάμνουμε ντους με βραστήρες.air condition δεν έχουμε.εβάλαμε ένα aircondition μέσα σε ένα δωμάτιο και ππέφτουμε εκεί ούλλοι και επλήρωσα πόσα επλήρωσα . όταν ππέφτω, όταν περάσετε τον Άουστο και τα σεντόνια γίνονται μούσσιεμα, όταν πιάνεις τα μαστραπούθκια πεντέξι για να κάμεις μπάνιο, τον ανεμιστήρα, όταν έχεις δύο ματράχαλους, οι γιοι μου, και πρέπει να τρυπώνουμε ούλλοι μες σε μια κάμαρη που έχει το μόνο aircondition, να γινούμαστε κούλουμακκα, εσείς μπορείτε να τζιμηθείτε.το τι βίωσα και το τι βιώνω και τα τσακώματα με τη γυναίκα μου, ξέρετε εν τζαι το μουρμουρκό στο κρεβάτι, είναι όπως, επειδή βρέθηκα εγώ, επειδή ήμουν ο άντρας τζιαι ο στύλλος του σπιθκιού τζιαι έφαα τα μούτρα μου, εφάμεν τα ούλλοι μαζί, αντρεπούμαστε να πούμε σε κόσμο να έρτει σπίτι μας, εν μπορούμε να κάτσουμε μέσα τζιαι έξω τρων μας οι κούνουποι.αυτό το πράγμα είναι από το 2010 και σήμερα είναι 2019 και λαγκοδέρνομαι, το σπίτι δεν το απόλαυσα και την Τράπεζα Κύπρου την πληρώνω.έχτισα ένα σπίτι και τα χαΐρκα μου είναι ότι ταλαιπωρούμαι, δεν έχω ψύξη, τα παιδιά μου δεν έχουν δωμάτια με aircondition και να κατηγορούμαι και ότι τον εξύβρισα .» Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι όταν διαπίστωσε στα πλαίσια της συνάντησης της 21/10/11 ότι τα πιο πάνω προβλήματα που αντιμετώπιζε δεν θα επιλύονταν, όντως αναφέρθηκε εναντίον του ενάγοντα, αρνήθηκε όμως ότι χρησιμοποίησε τους επίδικους χαρακτηρισμούς. Ήταν συγκεκριμένα η θέση του εναγόμενου ότι: «.Δεν είναι μέσα στο λεξιλόγιο το καθημερινό μου να πω κάποιου ότι είναι βλάκας και γάιδαρος.το τι του είχα πει συγκεκριμένα σε ένα ξέσπασμα ήταν ότι δεν συμπεριφέρθηκε καθόλου ως επαγγελματίας, ότι προφανώς πρέπει να ήμουν ο πρώτος ή οι πρώτοι που μάθαιναν πάνω τους αυτό το σύστημα και προφανώς μαθαίνει πάνω μου.είπα ότι δεν ήταν επαγγελματίας.και τώρα το λέω προφανώς δεν ήταν επαγγελματίας.δεν λέω ότι δεν είπα τίποτε..είπα ότι δεν εσυμπεριφέρθηκε επαγγελματικά και ότι εμάθαινε πάνω μου.δεν ήταν στο νου του να μου κάμει κακό ο άνθρωπος απλά εν εδούλευκε το μηχάνημα του» Καταλήγοντας ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αγωγή ήταν ξεκάθαρα καταχρηστική εφόσον μοναδικό σκοπό είχε να του ασκηθεί πίεση να ενδώσει στις οικονομικές απαιτήσεις της εταιρείας του ενάγοντα τις οποίες αυτός αμφισβητούσε στα πλαίσια της αγωγής 5596/11: «.σε τούτην ούλλη τη διαδρομή και ενώ υπέστηκα οικονομικό, ψυχολογικό και οικογενειακό λαγκοδερμό, ουδέποτε βγήκα εκτός γραμμής, ουδέποτε τον προσέβαλα (τον ενάγοντα).τούτη η αγωγή ήταν συνέχεια της πρώτης για να με τρομοκρατήσει (ο ενάγοντας) και να με εκβιάσει σαν εταιρεία και επειδή ήμουν μόνος μου να με γωνιάσει και να με υποτάξει να δεχτώ . προφορικά μου έκαμε πρόταση να τον ξοφλήσω και να σταματήσει την αγωγή.». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, υποστηρίζοντας αμφότεροι την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς καθώς και την ορθότητα και το βάσιμο των θέσεων τους τόσο επί της πραγματικής, όσο και επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Με δεδομένη την εκατέρωθεν αποδοχή των διαδίκων ως προς το ότι όντως έλαβε χώρα συνάντηση στις 21/10/11 στην κατοικία του εναγόμενου μεταξύ του ιδίου, του ΜΕ2, του Κκολά και του Κατσαμπά, ότι η εν λόγω συνάντηση έγινε με σκοπό να εντοπιστούν και αν ήταν δυνατό να επιλυθούν τα παράπονα που προέβαλε ο εναγόμενος αναφορικά με τα προβλήματα που είχαν προκύψει με το σύστημα ψύξης που η εταιρεία του ενάγοντα είχε εγκαταστήσει στην κατοικία του, ότι παρόντες στο χώρο τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν και κάποιοι άλλοι εργάτες και ότι ο εναγόμενος όντως αναφέρθηκε στην παρουσία των εν λόγω προσώπων εναντίον του ενάγοντα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος εκτέλεσε τις εργασίες του, γεγονότα για τα οποία κάμνω ανάλογα ευρήματα, αυτό που απομένει να εξεταστεί μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι το τι ακριβώς είπε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα και τι συνέπειες είχαν τα λόγια του εναγόμενου, αν είχαν, για τον τελευταίο. Είναι συνεπώς προφανές ότι η ουσιαστική μαρτυρία ως προς το τι ακριβώς λέχθηκε κατά τη συνάντηση της 21/10/11 προέρχεται αποκλειστικά από τους ΜΕ2 και τον εναγόμενο εφόσον αυτοί ήταν και οι μόνοι από τους μάρτυρες που ήταν παρόντες κατά την εν λόγω συνάντηση και είχαν άμεση και πρώτου βαθμού γνώση για το τι πραγματικά λέχθηκε. Άλλωστε, ούτε η ΜΕ3 αλλά ούτε ο ενάγοντας ήταν παρόντες κατά την εν λόγω συνάντηση και η μόνη πληροφόρηση που είχαν περί αυτής, προήλθε από το ΜΕ2 Επί της μαρτυρίας του ΜΕ2 και του εναγόμενου συνεπώς, παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, πέραν του ότι ο ίδιος ο εναγόμενος επιβεβαίωσε κατά τη μαρτυρία του ότι όντως τον διακατείχαν συναισθήματα «αγανάκτησης» και «δυσπιστίας» κατά την επίδικη συνάντηση ως ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε, το έκδηλο θυμωμένο ύφος και «δυνατό» λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος κατά την ακρόαση για να περιγράψει πώς ο ίδιος ένιωθε για την τότε κατάσταση πραγμάτων, ως αυτό εύκολα διαπιστώνεται από τα αποσπάσματα της μαρτυρίας του που παρέθεσα ανωτέρω, καταδεικνύουν χωρίς αμφιβολία ότι ο εναγόμενος είχε ξεπεράσει κατά πολύ το στάδιο της αγανάκτησης. Για εκείνον ουσιαστικά «το ποτήρι είχε πλέον ξεχειλίσει» σε σχέση με την εργασία που εκτέλεσε ο ενάγοντας στην κατοικία του και η αποκλειστική αιτία γι' αυτό, ήταν για τον εναγόμενο ο ενάγοντας. Η παραδοχή δε του εναγόμενου ότι τα όσα είπε για τον ενάγοντα κατά την εν λόγω συνάντηση τα είπε «.σε ένα ξέσπασμα.», επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Κατά δεύτερο, η ουσία του ισχυρισμού του ΜΕ2, ήτοι ότι κατά την επίδικη συνάντηση ο εναγόμενος καταφέρθηκε εναντίον του ενάγοντα και του επαγγέλματος του, επίσης επιβεβαιώθηκε από τον εναγόμενο κατά την ακρόαση, έστω και αν ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε διαφορετικούς και πιο ήπιους χαρακτηρισμούς απ' ότι ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 - «.δεν λέω ότι δεν είπα τίποτε.είπα δεν εσυμπεριφέρθηκε επαγγελματικά και ότι εμάθαινε πάνω μου .». Κατά τρίτο, η φιλαλήθεια του ΜΕ2 προκύπτει και από το ότι καμία ένδειξη υπήρξε καθ' όλη τη μαρτυρία του ότι επρόκειτο για «δασκαλεμένο» μάρτυρα ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση ή μάρτυρα ο οποίος απέβλεπε ν' αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τον ενάγοντα ώστε να καταθέσει καθ' υπόδειξη του. Αντιθέτως, η μαρτυρία του ΜΕ2 είχε και συνοχή και γνήσιο αυθορμητισμό αλλά και αμερόληπτη ήταν. Ο μάρτυρας άλλωστε είχε σταματήσει να είναι στην εργοδότηση του ενάγοντα πριν από 8½ χρόνια. Η αυθόρμητη και χαρακτηριστική απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο έφυγε από την εταιρεία του ενάγοντα για να εργοδοτηθεί στην εταιρεία Medochemie, στην οποία εργάζεται μέχρι και σήμερα, ήταν ενδεικτική της αμεροληψίας του - «συγκρίνεται τωρά η εταιρεία του κ. Μιχάλη με την Medochemie;» Τέλος, η χαρακτηριστικά έντονη και «δυνατή» εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία του εναγόμενου ως προς το πώς ένιωθε για τον ενάγοντα τη δεδομένη στιγμή, ουδόλως συνάδει με τους ήπιους και «ευγενικότερους» χαρακτηρισμούς που ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση ότι χρησιμοποίησε εναντίον του τελευταίου και δη στα πλαίσια ενός αγανακτισμένου ξεσπάσματος ως ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε. Δεν μπορεί θεωρώ να σταθεί στη βάσανο της λογικής ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι ήταν, «.επλήρωσε πόσα επλήρωσε.» τον ενάγοντα για να του εγκαταστήσει ένα πρωτοποριακό σύστημα ψύξης, ως του το παρουσίασε και ο οποίος κατέληξε να υπόκειται για δύο σχεδόν χρόνια ένα «οικονομικό, ψυχολογικό και οικογενειακό λαγκοδερμό» αφού αναγκαζόταν να κάνει μπάνιο με «τα μαστραπούθκια», να «τρυπώνει κούλουμακκα μες σε μια κάμαρη με τη γυναίκα και τους δύο ματράχαλους γιους του διότι μόνο εκεί υπάρχει aircondition, «αντρέπετουν να πει σε κόσμο να έρτει σπίτι του» και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, «βίωνε μουρμουρκό στο κρεβάτι» και «τσακώματα με τη γυναίκα του» λόγω όλης αυτής της κατάστασης, όταν τελικά ξέσπασε εναντίον της «αιτίας του κακού», ήτοι τον ενάγοντα, περιορίστηκε να πει απλά και ευγενικά ότι ο τελευταίος «δεν εσυμπεριφέρθηκε επαγγελματικά και ότι προφανώς εμάθαινε πάνω μου». Αντιθέτως, είναι πιο λογικό και πιθανόν κάποιος ο οποίος βρίσκει τον εαυτό του να φτάνει στο σημείο να ξεσπάσει υπό τις πιο πάνω συνθήκες και δη κάποιος ο οποίος νιώθει και εκφράζεται με τον συγκεκριμένο τρόπο που νιώθει και εκφράζεται ο εναγόμενος, να αποκάλεσε τον ενάγοντα «γάιδαρο», «βλάκα», «άχρηστο», «ανίδεο» και «άσχετο» αλλά και να προσθέσει ότι ο τελευταίος «δεν ξέρει τη δουλειά του», «δεν είναι επαγγελματίας» και ότι «εγώ θα του κλείσω τη δουλειά του». Το λέω τούτο βεβαίως χωρίς να υπονοώ ότι ο εναγόμενος δικαιολογημένα χρησιμοποίησε αυτούς τους χαρακτηρισμούς αλλά απλά για να καταδείξω το γιατί η πιο «ήπια» και «ευγενική» στάση που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι τήρησε, δεν συνάδει με το πώς ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ένιωθε τη δεδομένη στιγμή και γιατί δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η δική του εκδοχή. Σε κάθε περίπτωση όμως υπενθυμίζω ότι, η υπεράσπιση περιορίστηκε να αρνηθεί ότι λέχθηκαν οι κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικοί ισχυρισμοί και δεν δικογραφήθηκε οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που εφαρμόζονται σε υποθέσεις δυσφήμησης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, ως προς το θέμα του τι ακριβώς είναι που είπε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα και το επάγγελμα του κατά τη συνάντηση της 21/10/11, σε αντίθεση με την συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του εναγόμενου την οποία απορρίπτω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως πλήρως αξιόπιστη στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς τις συνέπειες που είχαν στο άτομο και στο επάγγελμα του τα όσα είπε ο εναγόμενος στις 21/10/
  1. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος ενήργησε με κακοβουλία και με σκοπό να τον βλάψει τόσο ως άτομο όσο και ως επαγγελματία, καθώς επίσης και ότι η δυσφήμηση στην οποία προέβη ο εναγόμενος έγινε γνωστή πολύ γρήγορα σε μεγάλο αριθμών προσώπων σχετικών και μη με το επάγγελμα του, προκαλώντας του έτσι αισθήματα προσβολής και κοινωνικού διασυρμού. Από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει καταδειχθεί ότι ο ενάγοντας έπαθε οποιαδήποτε ουσιαστική ή ειδική ζημιά από τα λεχθέντα του εναγόμενου και καμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι η κατ' ισχυρισμό δυσφήμηση επεκτάθηκε σε οποιαδήποτε πρόσωπα πέραν των μερικών προσώπων που ήταν παρόντα στη συνάντηση της 21/10/
  2. Οι δύο μάλιστα εξ' αυτών των προσώπων, ο ΜΕ2 και ο Κκολάς δηλαδή, ήταν υπάλληλοι του ενάγοντα με ενεργό εμπλοκή στις εργασίες για τις οποίες ο εναγόμενος παραπονείτο και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκτίμηση που τα συγκεκριμένα δύο πρόσωπα είχαν προς τον ενάγοντα εργοδότη τους καθώς και η αντίληψη που είχαν για το άτομο και το επιτήδευμα του, επηρεάστηκαν δυσμενώς από τα όσα άκουσαν από τον εναγόμενο. Ούτε όμως υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός από το ΜΕ2 ο οποίος άλλωστε ισχυρίστηκε ότι τα λεχθέντα του εναγόμενου απλά τον «σόκαραν» γιατί «δεν περίμενε ν' ακούσει κάτι τέτοιο» ενώ η αποχώρηση του από την εταιρεία του ενάγοντα λίγες μέρες μετά το συμβάν, καμία σχέση είχε με το περιστατικό της 21/10/
  3. Πρόσθετα τούτου όμως, αν και ο εναγόμενος δέχεται ότι δεν είναι άθελα του που καταφέρθηκε εναντίον του ενάγοντα, καμία ένδειξη υπάρχει ότι ενήργησε κακόβουλα. Μάλιστα δε, παρ' όλες τις διαφορές που έχει με τον ενάγοντα και την αγανάκτηση που νιώθει για την ποιότητα της εργασίας του, μέχρι και σήμερα θεωρεί ότι «. δεν ήταν στο νου του να μου κάμει κακό ο άνθρωπος απλά εν εδούλευκε το μηχάνημα του.», στοιχείο που καταδεικνύει ότι τα όσα ανέφερε κατά τη συνάντηση της 21/10/11 δεν υποκινούνταν από κακοβουλία αλλά προέκυψαν καθαρά στα πλαίσια ενός θυμωμένου ξεσπάσματος. Παρεμβάλλω εδώ τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος επανέλαβε τους δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του στις 02/11/
  4. Ο ισχυρισμός της ΜΕ3 ότι όντως έλαβε χώρα η εν λόγω συνάντηση δεν αντικρούστηκε από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία όμως της εν λόγω μάρτυρος, αν και αποδεχτή ως αξιόπιστη, είναι εντούτοις τυπικής και δευτερεύουσας σημασίας εφόσον ως και η ίδια ανέφερε, στην εν λόγω συνάντηση παρευρέθηκαν μόνο ο ενάγοντας και ο εναγόμενος και τα όσα εκεί λέχθηκαν μεταξύ τους, ούτε η ΜΕ3 τα άκουσε αλλά ούτε και ο οποιοσδήποτε τρίτος ώστε να τίθεται θέμα εκ νέου δυσφήμησης. Το ότι στη συνέχεια ο ίδιος ενάγοντας επέλεξε να αναφέρει στη ΜΕ3 τι του είπε ο εναγόμενος, σίγουρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του τελευταίου και προς όφελος του πρώτου. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη ότι η αγωγή περιορίζεται στα λεχθέντα της 21/10/11, ότι κατά την συνάντηση της 02/11/11, η οποία ήταν σε συνέχεια της συνάντησης της 21/10/11, εξακολουθούσε να επικρατεί το ίδιο έντονο κλίμα μεταξύ των μερών και ότι τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω συνάντηση δεν λέχθηκαν ενώπιον τρίτων και ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος τα επανέλαβε στη συνέχεια σε οποιοδήποτε τρίτο, δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση του ενάγοντα περί κακοβουλίας του εναγόμενου. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεπώς και πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, βρίσκω ότι κατά τη συνάντηση της 21/10/11 και ενώπιον των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω, σε ένα ξέσπασμα θυμού και αγανάκτησης το οποίο οφείλετο στις επαγγελματικές διαφωνίες που είχαν ως τότε προκύψει μεταξύ των μερών, ο εναγόμενος αποκάλεσε τον ενάγοντα «γάιδαρο», «βλάκα», «άχρηστο», «ανίδεο» και «άσχετο», ότι «δεν ξέρει τη δουλειά του», ότι «δεν είναι επαγγελματίας» και ανέφερε ότι «εγώ θα του κλείσω τη δουλειά του». Αν και ο εναγόμενος δεν απολογήθηκε για τις αναφορές του αυτές, εντούτοις δεν βρίσκω να ενήργησε με κακοβουλία ούτε και να έχει έκτοτε επαναλάβει τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Θεωρώ περιττό να επεκταθώ στο γιατί οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος είναι προσβλητικοί για τον ενάγοντα και το επάγγελμα του, εφόσον η προσβλητική τους φύση είναι αυτόδηλη. Αν και ο ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε ειδική ή ουσιαστική ζημιά συνεπεία αυτών των προσβλητικών χαρακτηρισμών, εφόσον χρησιμοποιώντας τους εν λόγω χαρακτηρισμούς, ο εναγόμενος ήθελε να θίξει την υπόληψη του ενάγοντα σε σχέση με το επάγγελμα και την εργασία του, αυτοί κρίνονται ως δυσφημιστικοί εν τη εννοία του αρ.17
(3)Κεφ.148[1]. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης προχωρώ να εξετάσω σε τι αποζημιώσεις δικαιούται ο ενάγοντας συνεπεία της πιο πάνω διαπιστωθείσας δυσφήμησης που υπέστη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Xατζηπαναγιώτου Aριστόδημος (Άρης) ν. Mακάριου Δρουσιώτη, εμπορευόμενου και υπό την εμπορική επωνυμία Εκδόσεις Aλφάδι και Άλλης,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1321: «Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφήμισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-258. Οι αποζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσεων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωσή του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψή του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος εξύβρισε τον ενάγοντα, διότι ουσιαστικά περί μιας απλής εξύβρισης πρόκειται και δη μιας εξύβρισης που προέκυψε στα πλαίσια ενός ξεσπάσματος θυμού και αγανάκτησης, τον πολύ μικρό αριθμό και ιδιότητα των προσώπων που ήταν παρόντες κατά την εξύβριση, το ότι αν και ο εναγόμενος δεν απολογήθηκε εντούτοις δεν συνέχισε και δεν επανέλαβε την εξύβριση ενώπιον άλλων τρίτων προσώπων, την απουσία κακοβουλίας από πλευράς εναγόμενου, και τέλος ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε ειδική ή ουσιαστική ζημιά ένεκα της δυσφήμισης, κρίνεται ορθό όπως μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις του επιδικασθούν (βλ. Τ.Μ.Ρ. Agents ν. Saba Co. (TMP),
(2007)1 Α.Α.Δ. 448) ενώ δεν διαπιστώνεται να δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διηνεκούς απαγορευτικού διατάγματος. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό το βάσιμο της αγωγής του και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, επιδικάζονται προς όφελος του και εναντίον του εναγόμενου μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις έχουν επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντα, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1083 και Χριστοφόρου Χαράλαμπος ν. Ευριπίδη Ρούμπα
(2010)1 ΑΑΔ 754). (Υπ.) ............ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] «17
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι-.(β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘..» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.