BOSTON ν. SAVESTATES LIMITED, Γενική Αίτηση Αρ.: 175/18, 27/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A367 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 175/18 Μεταξύ: xxxxx BOSTON Αιτητής και SAVESTATES LIMITED Καθ' ων η αίτηση --------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Φ. Πιτσιορλούνγκ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Στυλιανού Για Κτηματολόγιο: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση, ο αιτητής, Άγγλος υπήκοος ο οποίος διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αιτείται στη βάση του Αρ. 43 (
- g)και 55
(1)του Κεφ. 193, καθώς επίσης και του κανόνα της Saunders v Vautier [1841] EWHC J82,
(1841)4 Beav 115, την έκδοση των εξής δύο διαταγμάτων, ως αυτά περιορίστηκαν πριν την ακρόαση της αίτησης: «α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου (Vesting Order) που να κατοχυρώνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6XX4, Φ/Σ LIV 28, Τεμάχιο 3X4 στον Αιτητή. β) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την μεταβίβαση και/ή εγγραφή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6XX4, Φ/Σ LIV 28, Τεμάχιο 3X4 στο όνομα του στον Αιτητή.» Η θέση του αιτητή, η οποία προβάλλεται μέσω Ε/Δ ενός εκ των δικηγόρων του λόγω απουσίας του ιδίου στο εξωτερικό με προβλήματα υγείας, ο οποίος δικηγόρος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα επίδικα θέματα, είναι η εξής, Περί το Μάρτιο του 1972 ο αιτητής βρισκόταν στην Κύπρο ως Υπολοχαγός της Αγγλικής Αεροπορίας. Είχε αποφασίσει τότε όπως αγοράσει ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο και συγκεκριμένα το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6XX4, Φ/Σ LIV 28, Τεμάχιο 3X4, στα Φοινικάρια στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας τότε των καθ' ων η αίτηση. Επειδή όμως θεωρείτο τότε «αλλοδαπός», υπόκειτο στους αυστηρούς νομοθετικούς περιορισμούς του περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμου (Κεφ.109), οι πρόνοιες του οποίου επέβαλλαν όπως για να μπορέσει ο αιτητής ως αλλοδαπός να αποκτήσει ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο, έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου. Επειδή όμως ο αιτητής είχε ήδη συμφωνήσει με τους καθ' ων η αίτηση την αγορά του ακινήτου και είχε ήδη καταβάλει στους τελευταίους το τίμημα αγοράς (4.500Λ.Κ.) και επειδή εκκρεμούσε τότε η τροποποίηση του Κεφ. 109, συνήφθη μεταξύ του ιδίου και των καθ' ων η αίτηση στις 23/03/72 γραπτή συμφωνία καταπιστεύματος/εμπιστεύματος (Trust) στην αγγλική γλώσσα, η οποία πιστοποιήθηκε δεόντως από πιστοποιών υπάλληλο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 193 (βλ. Παράρτημα 1), και στην οποία γινόταν αναφορά στην προηγούμενη αγορά και εξόφληση του ακινήτου από τον αιτητή. Σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος, το ακίνητο θα παρέμενε στην κατοχή των καθ' ων η αίτηση ως εμπιστευματοδόχοι του δικαιούχου του, ήτοι του αιτητή, μέχρι αυτός να ορίσει διαφορετικά. Παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την επίδικη συμφωνία εμπιστεύματος: «Ο εμπιστευματοδόχος δηλώνει ότι κατέχει και θα κατέχει το εν λόγω ακίνητο και οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτό και όλα τα χρήματα ή άλλα οφέλη, πλεονεκτήματα ή συμφέροντα που αποκτήθηκαν ή που θα αποκτηθούν στη συνέχεια από πώληση ή διάθεση του ακινήτου ως εμπίστευμα ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για λογαριασμό του κ. Boston και ΣΥΜΦΩΝΕΙ ότι οπότε του ζητηθεί και με έξοδα του κ. Boston θα πράξει όλα τα απαραίτητα για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου ή οποιουδήποτε μέρους αυτού σε τέτοιο πρόσωπο ή πρόσωπα και με τέτοιο τρόπο ως ήθελε ορίσει ή διορίσει ο κ. Boston ή θα χειριστεί το ακίνητο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ως ήθελε ορίσει ή διορίσει ο κ. Boston και δια της παρούσας ΣΥΜΦΩΝΕΙ ότι κατόπιν απαίτησης και με έξοδα του κ. Boston θα πληρώσει ή άλλως πως θα χειριστεί όλα και όποια χρήματα ή συμφέροντα που προέκυψαν ή θα προκύψουν από την πώληση ή διάθεση του εν λόγω ακινήτου ή οποιουδήποτε μέρους του ως ο κ. Boston θα ορίσει και θα διορίσει.». Στις 07/07/72 το Κεφ. 105 τροποποιήθηκε με τον Ν.55/72 οπόταν και επετράπη η απόκτηση δικαιωμάτων από αλλοδαπό σε ακίνητη ιδιοκτησία μέσω εμπιστεύματος που δημιουργήθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου νοουμένου όμως ότι τέτοιο εμπίστευμα θα προσκομίζονταν στον Υπουργό Εσωτερικών μέχρι τις 09/09/72. Σύμφωνα με τη σφραγίδα που τοποθέτησε ο τότε Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών επί του επίδικου εμπιστεύματος, αυτό προσήχθη στον Υπουργό Εσωτερικών στις 05/09/72, ήτοι εντός της προθεσμίας του Νόμου. Ακολούθως το επίδικο εμπίστευμα κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού (Β130/85) οπόταν και εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση με την σημείωση του Κτηματολογίου ότι: «This property is held upon trust in favour of Flight Lieutenant xxxx Boston of U.K. as per the terms of the declaration of trust Deed dated 25.3.72 in B130/85». Το 1997, με το ακίνητο να εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση υπό την πιο πάνω σημείωση ως προς την κατοχή του από του τελευταίους ως εμπιστευματοδόχους του πραγματικού δικαιούχου του, ήτοι του αιτητή, ο τελευταίος σύναψε συμφωνία με κάποια xxx Λεμή από τη Λεμεσό για πώληση του ακινήτου για το ποσό των 16.000 Λ.Κ. Ως εκ τούτου, ο αιτητής ζήτησε μέσω των δικηγόρων του γραπτώς από τους καθ' ων η αίτηση στις 08/03/01, όπως εντός δέκα ημερών συνεννοηθούν για να παρουσιαστούν ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου προς την Λεμή. Οι καθ' ων η αίτηση όμως παρέλειψαν να εμφανιστούν στο Κτηματολόγιο με αποτέλεσμα η πώληση προς τη Λεμή να μην ολοκληρωθεί. Παρόμοια αιτήματα προς τους καθ' ων η αίτηση για να παρουσιαστούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και να εγγράψουν, επ' ονόματι του πλέον, το ακίνητο, ο αιτητής έστειλε και μετά τις 08/03/01 χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από τους πρώτους. Το τελευταίο δε γραπτό αίτημα που απέστειλε ο αιτητής προς τους καθ' ων η αίτηση, ήταν στις 20/01/18 μέσω του νυν δικηγόρου του (βλ. Παραρτήματα 3, 4 και 5) και στο οποίο και πάλι οι καθ' ων η αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν θετικά. Ενόψει και της τελευταίας παράλειψης των καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του, ο αιτητής, μη έχοντας άλλη επιλογή ως ισχυρίζεται, αναγκάστηκε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ώστε να εξασφαλίσει με δικαστικό διάταγμα τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος του. Μετά που η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση και στο Κτηματολόγιο, μόνο οι πρώτοι εμφανίστηκαν και καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Με την ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση δέχονται τη σύναψη του επίδικου εμπιστεύματος της 23/03/72 και τα όσα εκεί αναφέρονται όπως και δέχονται ότι «.ο Αιτητής μας εκάλεσε να προβούμε σε μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το trust deed ημερομηνίας 23/03/1972» όταν έγινε η συμφωνία με τη Λεμή καθώς επίσης και με επιστολή του ημερ. 05/02/15 (Τεκ.Α). Ισχυρίζονται όμως ότι δικαιολογημένα αρνήθηκαν να εγγράψουν το ακίνητο επ' ονόματι του αιτητή εφόσον κατ' εκείνους, ο τελευταίος δεν ήταν έτοιμος και/ή αδυνατούσε να τους καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα τους για τις υπηρεσίες που του προσέφεραν ως εμπιστευματοδόχοι του καθώς επίσης και τις δαπάνες στις οποίες προέβηκαν εκ μέρους του. Ισχυρίζονται δε οι καθ' ων η αίτηση ότι τα εν λόγω έξοδα και αμοιβή τους ανέρχονται, σύμφωνα με σχετική κατάσταση που απέστειλαν στον αιτητή στις 07/05/15, στο συνολικό ποσό των €113.780,27 (σήμερα 124.230,94) (Τεκ.Β). Το εν λόγω ποσό, σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση, καλύπτει την περίοδο 1970 - 2018 και περιλαμβάνει τόσο έξοδα που αφορούν στο ακίνητο πριν και μετά την αγορά του από τον αιτητή και τη σύναψη του επίδικου εμπιστεύματος (π.χ προσωπικά έξοδα του μετέπειτα διευθυντή των καθ' ων η αίτηση για να αγοράσει και να διαφημίσει το ακίνητο πριν τη σύσταση των καθ' ων η αίτηση, χωρικοί φόροι και φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας) όσο και έξοδα δημιουργίας και διαχείρισης της εταιρείας τους (π.χ. έξοδα σύστασης εταιρείας, μισθοί, τέλη Εφόρου Εταιρειών και εταιρικές και λογιστικές υπηρεσίες). Ο αιτητής, ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, αρνήθηκε να πληρώσει τα εν λόγω ποσά ισχυριζόμενος ότι είναι αδικαιολόγητα και ότι δεν καλύπτονται από τους όρους του εμπιστεύματος και συγκεκριμένα, ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, αν και με επιστολές του ημερ. 28/05/15 και 11/06/15 (Τεκ. Γ και Δ), τους ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένος να πληρώσει μόνο οποιαδήποτε έξοδα ή δαπάνες δικαιολογούνται να έγιναν άμεσα σε σχέση με το ακίνητο, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουν μαζί του σε ένα τελικό ποσό. Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αντικανονική και ως κατά νόμο και ουσία αβάσιμη. Εφόσον τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση δεν αμφισβητούνται, η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι όμως εδώ να επισημάνω ότι με την αγόρευση του ο κ. Στυλιανού υποστήριξε αφ' ενός ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο αιτητής δεν δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος περιέλευσης ακίνητης ιδιοκτησίας (vesting order) στη βάση του αρ. 43(g) του Κεφ.193 και αφ' ετέρου ότι αν δικαιολογείται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, με δεδομένο το δικαίωμα ενός trustee να λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες του, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που του παρέχει το αρ.43(g) και να επιβάλει τέτοιο όρο στο διάταγμα ώστε να διαφυλάξει ότι η αμοιβή των καθ' ων η αίτηση θα πληρωθεί - «the Court may make an order (in this Law called a vesting order) vesting the immovable property or interest therein in any such person in any such manner and for any such interest as the Court may direct.». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν την δημιουργία και διαχείριση εμπιστευμάτων στην Κύπρο περιέχονται τόσο στο Κεφ.193 όσο και στο δίκαιο της επιείκειας από το οποίο και προέρχεται η ιδιόμορφη αυτή σχέση. Όπως δε προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του αρ.2 Κεφ.193 «Οι εξουσίες που χορηγούνται από το Νόμο αυτό στους επιτρόπους εμπιστευμάτων, είναι επιπρόσθετες των εξουσιών που χορηγούνται από το έγγραφο, αν υπάρχει, που δημιουργεί το εμπίστευμα, αλλά οι εξουσίες αυτές, εκτός αν διαφορετικά αναφέρεται, εφαρμόζονται μόνο άνκαι κατά την έκταση που δεν εκφράζεται ρητή αντίθετη πρόθεση στο έγγραφο, αν υπάρχει, που δημιουργεί το εμπίστευμα, και ισχύουν τηρουμένων των όρων του εγγράφου αυτού. Πρωταρχικής επομένως σημασίας είναι τα όσα αναφέρονται στο έγγραφο του εμπιστεύματος να συνιστούν τις υποχρεώσεις και δικαιώματα του δικαιούχου και του εμπιστευματοδόχου αντίστοιχα. Πρόσθετα τούτων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, οι αρχές της επιείκειας και το κοινοδίκαιο έχουν αναγνωρίσει ότι σε όλα σχεδόν τα εμπιστεύματα δύναται να εφαρμοστεί και ο κανόνας γνωστός ως ο «κανόνας του Saunders v Vautier», ο οποίος προέρχεται από την ομώνυμη αγγλική αυθεντία Saunders v Vautier [1841] EWHC J82,
(1841)4 Beav 115 και ο οποίος επίσης αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, όταν ο δικαιούχος ενός εμπιστεύματος έχει απόλυτο και αναφαίρετο συμφέρον στο εμπίστευμα και είναι ενήλικας με σώας τας φρένας, τότε μπορεί, ως μοναδικός δικαιούχος, να απαιτήσει όποτε θέλει όπως ο εμπιστευματοδόχος του μεταβιβάσει την περιουσία που υπόκειται στο εμπίστευμα και κατ' επέκταση να το τερματίσει, έστω και αν δεν παρήλθε η ημερομηνία λήξης που αυτό ορίζει ή έστω και αν αυτό είναι αντίθετο με της προθέσεις του αρχικού δημιουργού του εμπιστεύματος (settlor). Όταν δε ο δημιουργός (settlor) και ο δικαιούχος (beneficiary) είναι το ίδιο άτομο, το θέμα είναι πολύ πιο απλό. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην καναδέζικη υπόθεση Buschau v. Rogers Communications Inc., [2006] 1 SCR 973: «"The common law rule in Saunders v. Vautier can be concisely stated as allowing beneficiaries of a trust to depart from the settlor's original intentions provided that they are of full legal capacity and are together entitled to all the rights of beneficial ownership in the trust property. More formally, the rule is stated as follows in Underhill and Hayton: Law of Trusts and Trustees (14th ed. 1987), at p. 628: If there is only one beneficiary, or if there are several (whether entitled concurrently or successively) and they are all of one mind, and he or they are not under any disability, the specific performance of the trust may be arrested, and the trust modified or extinguished by him or them without reference to the wishes of the settlor or trustees."» Τέλος, το Κεφ.193, υπό την επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στο αρ. 2 ανωτέρω, προνοεί και για τις εξής σχετικές με την παρούσα αίτηση επιπρόσθετες εξουσίες: Αρ. 30
(2)- «Επίτροπος εμπιστευμάτων δύναται να επανακτήσει ή να καταβάλει ή εξοφλήσει από τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος όλα τα έξοδα που προέκυψαν κατά ή για την εκτέλεση των εμπιστευμάτων ή εξουσιών. Αρ. 41 - «Το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε οποιοδήποτε επίτροπο εμπιστευμάτων άλλον από τον Επίσημο Επίτροπο, τέτοια αμοιβή για τις υπηρεσίες του ως επιτρόπου εμπιστευμάτων όπως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό». Αρ.49(
- g)- «όταν επίτροπος εμπιστευμάτων από κοινού ή μόνος του δικαιούται ή κατέχει οποιοδήποτε συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία, ή δικαιούται σε δικαίωμα υπό αίρεση σε αυτή, έχει ζητηθεί, από ή εκ μέρους προσώπου που δικαιούται να απαιτήσει μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας ή του δικαιώματος ή παραίτηση από το δικαίωμα, να μεταβιβάσει την ακίνητη ιδιοκτησία ή το συμφέρον ή να παραιτηθεί από το δικαίωμα, και εσκεμμένα αρνείται ή αμελεί να μεταβιβάσει την ακίνητη ιδιοκτησία ή το συμφέρον ή να παραιτηθεί από το δικαίωμα για είκοσι οκτώ ημέρες μετά την ημερομηνία της απαίτησης.· το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα (στο Νόμο αυτό που αναφέρεται ως διάταγμα παραχώρησης) το οποίο παραχωρεί την ακίνητη ιδιοκτησία ή συμφέρον σε αυτή σε οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο και για οποιοδήποτε τέτοιο τρόπο και για οποιοδήποτε τέτοιο συμφέρον όπως το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει, σε τέτοιο πρόσωπο όπως το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει.» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Είναι κατ' αρχήν παραδεκτό από αμφότερα τα μέρη ότι στις 23/03/72, ήτοι μετά που ο αιτητής αγόρασε από τους καθ' ων η αίτηση το επίμαχο ακίνητο και εξόφλησε πλήρως το τίμημα πώλησης του, συνήφθη μεταξύ τους το επίδικο εμπίστευμα. Είναι επίσης παραδεκτό ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου του επίδικου εμπιστεύματος, οι καθ' ων η αίτηση ορίστηκαν ως εμπιστευματοδόχοι και ο αιτητής ως ο δημιουργός και ο μοναδικός δικαιούχος της περιουσίας που υπόκειτο στο εμπίστευμα, ήτοι το επίμαχο ακίνητο. Δεν αμφισβητείται ότι σύμφωνα με το επίδικο εμπίστευμα, οι καθ' ων η αίτηση, ως εμπιστευματοδόχοι πλέον, διατήρησαν κατοχή του ακινήτου υπό τον όρο ότι θα «κατέχει το εν λόγω ακίνητο. ως εμπίστευμα ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για λογαριασμό του κ. Boston και ΣΥΜΦΩΝΕΙ ότι οπότε του ζητηθεί και με έξοδα του κ. Boston θα πράξει όλα τα απαραίτητα για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου. σε τέτοιο πρόσωπο ή πρόσωπα και με τέτοιο τρόπο ως ήθελε ορίσει ή διορίσει ο κ. Boston και . ΣΥΜΦΩΝΕΙ ότι κατόπιν απαίτησης και με έξοδα του κ. Boston θα πληρώσει ή άλλως πως θα χειριστεί όλα και όποια χρήματα ή συμφέροντα που προέκυψαν ή θα προκύψουν από την πώληση ή διάθεση του εν λόγω ακινήτου .ως ο κ. Boston θα ορίσει και θα διορίσει» Αν και οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι ο αιτητής τους ζήτησε να του μεταβιβάσουν το ακίνητο και στις 20/01/18, εντούτοις δέχονται ότι παρέλαβαν παρόμοια αιτήματα του τελευταίου τόσο κατά τη σύναψη της συμφωνίας με τη Λεμή όσο και αργότερα στις 05/02/15 και ότι αυτοί ηθελημένα δεν εκτέλεσαν τις οδηγίες του και στις δύο περιπτώσεις, για τους λόγους που αυτοί ισχυρίζονται. Δεν αμφισβητείται δηλαδή ότι ο αιτητής, επικαλούμενος τους όρους του εμπιστεύματος, ζήτησε από τους καθ' ων η αίτηση πέραν της μιας φοράς και γραπτώς, όπως προβούν στα αναγκαία μέτρα για τη μεταβίβαση του ακινήτου σε πρόσωπο που αυτός όρισε και ότι οι τελευταίοι δεν το έπραξαν. Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων συνεπώς, κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και ο «κανόνας του Saunders v Vautier» αλλά και τα όσα προνοούνται από το άρθρο 43 (
- g)του Κεφ. 193, αφού ο αιτητής, ως ο μοναδικός δικαιούχος του εμπιστεύματος, ζήτησε από τους καθ' ων η αίτηση όπως μεταβιβάσουν τη μοναδική περιουσία που υπόκειτο στο εμπίστευμα, ήτοι το επίμαχο ακίνητο, σε πρόσωπο που καθόρισε ρητά και αυτοί δεν το έπραξαν για περίοδο πέραν των είκοσι οκτώ ημερών. Όπως επομένως και να ήθελε προσεγγιστεί το υπό κρίση αίτημα του αιτητή, είτε δηλαδή ως αίτημα από το μοναδικό δικαιούχο ενός εμπιστεύματος για μεταβίβαση της επίμαχης περιουσίας και κατ' επέκταση τερματισμό του εμπιστεύματος, είτε ως αίτημα που υποβάλλεται στη βάση των όσων ρητά συμφωνήθηκαν με το παραδεκτό έγγραφο εμπιστεύματος, είτε ως αίτημα στη βάση του αρ. 43 (
- g)Κεφ.193, το αίτημα του κρίνεται δικαιολογημένο. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίμαχου ακινήτου ρητά αναφέρει, οι καθ' ων η αίτηση κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα έχουν επί του ακινήτου ενώ οποιοδήποτε δικαίωμα και αν έχουν, αυτό περιορίζεται στα όσα δικαιώματα τους παρέχει το έγγραφο του εμπιστεύματος, ήτοι μόνο στο δικαίωμα μεταβίβασης του ακινήτου σε όποιο πρόσωπο ήθελε ορίσει ο αιτητής. Τίποτα συνεπώς δεν δικαιολογεί τους καθ' ων η αίτηση να κατακρατούν την περιουσία που υπόκειται στο εμπίστευμα κατά παράβαση των ρητών οδηγιών του αιτητή και η οποιαδήποτε τυχόν χρηματική απαίτηση έχουν εναντίον του τελευταίου σε σχέση με τις υπηρεσίες τους, δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοια επαρκή δικαιολογία. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι η όποια τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου σύμφωνα με τις οδηγίες του αιτητή, δεν συνεπάγεται και απαλλαγή του να πληρώσει στους καθ' ων η αίτηση τυχόν έξοδα που δικαιούνται σε σχέση με τις υπηρεσίες που του προσέφεραν ως εμπιστευματοδόχοι του. Αυτό προκύπτει τόσο από τις αρχές του κοινοδικαίου όπως αυτές καταγράφονται στις παραγράφους 732 - 736 του συγγράμματος Trusts and Trustees 3η έκδοση, 1984 των Maudsley and Burn στο οποίο με παρέπεμψε ο κ. Στυλιανού, όσο και από τις πρόνοιες των αρ. 30
(2)και 41 του Κεφ. 193 που κωδικοποιούν στο Κυπριακό Δίκαιο τις εν λόγω αρχές. Αυτό δε το δικαίωμα ενός εμπιστευματοδόχου να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν το έγγραφο του εμπιστεύματος προνοεί για τέτοια αμοιβή ή όχι (βλ. Re Duke of Norfolk's Settlement Trusts [1982] Ch 61) και στην παρούσα περίπτωση, έστω και αν το επίδικο εμπίστευμα δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό, ο αιτητής δεν έχει αρνηθεί να πληρώσει για τέτοιες υπηρεσίες. Αυτό που έχει αρνηθεί να πράξει ο αιτητής είναι να ικανοποιήσει την απαίτηση των καθ' ων να πληρωθούν για όλα τα έξοδα και δαπάνες που δεν παρουσιάζονται να αφορούν άμεσα στη διαχείριση του ακινήτου, ήτοι τα διάφορα προσωπικά και επαγγελματικά έξοδα των καθ' ων η αίτηση, όπως είναι για παράδειγμα τα έξοδα που ισχυρίζονται ότι έκαμαν πριν καν του πωλήσουν το ακίνητο ή τα έξοδα που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία της εταιρείας τους για όλα αυτά τα χρόνια. Σημειώνω εδώ ότι πουθενά στο παραδεκτό έγγραφο του εμπιστεύματος δεν αναφέρεται ότι οι καθ' ων η αίτηση θα ιδρύονταν ή θα λειτουργούσαν αποκλειστικά για σκοπούς του εμπιστεύματος ώστε να δικαιολογούνται τέτοιες χρεώσεις. Διαπιστώνεται από την «κατάσταση λογαριασμού» των καθ' ων η αίτηση συνεπώς, ότι αρκετά από τα έξοδα που απαιτούν οι τελευταίοι και τα οποία θεωρούν ότι θα πρέπει να τους καταβάλει ο αιτητής, δεν φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με τις υπηρεσίες τους ως εμπιστευματοδόχοι, ιδιαίτερα ενόψει του ότι αρκετά από αυτά τα έξοδα παρουσιάζονται να δημιουργήθηκαν πριν καν δημιουργηθεί το επίδικο εμπίστευμα και να αφορούν σε πρόσωπα άλλα από τους άμεσα εμπλεκόμενους. Πρόσθετα τούτου όμως, καμία απόδειξη ή άλλο δικαιολογητικό έγγραφο έχει προσκομιστεί από πλευράς καθ' ων η αίτηση ώστε να μπορεί το Δικαστήριο, έστω και τώρα, να εισάξει κάποιο όρο στο διάταγμα που ζητά ο αιτητής, ως εισηγήθηκαν οι πρώτοι, για πληρωμή κάποιου ποσού προς αυτούς ως αμοιβή. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κ. Στυλιανού εισηγήθηκε ότι εφόσον τα όσα αναφέρονται στην ένσταση αναφορικά με το θέμα αυτό δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς αιτητή μέσω αντεξέτασης ή άλλως πως, θα πρέπει να θεωρηθούν ως παραδεκτά από μέρος του τελευταίου. Αυτή η εισήγηση όμως του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν ευσταθεί. Αυτό αφενός γιατί τόσο στα έγγραφα που επεσύναψε ο αιτητής όσο και στα έγγραφα που παρουσίασαν οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο πρώτος αμφισβητεί το δικαιολογημένο των απαιτούμενων εξόδων και ζητά όπως του παρουσιαστούν τα σχετικά δικαιολογητικά και αφετέρου διότι, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καθορίσει με βάση το αρ. 41 του Κεφ. 193 κάποια εύλογη αμοιβή για τον εμπιστευματοδόχο, θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά στοιχεία που δικαιολογούν τέτοια αμοιβή. Όπως όμως ανέφερα πιο πάνω, τα μόνα στοιχεία που έχει παρουσιάσει ενώπιον μου η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ως προς το θέμα αυτό, δεν φαίνεται να δικαιολογούν την επί του προκειμένου απαίτηση τους, τουλάχιστον σε σχέση με ένα μεγάλο μέρος των εν λόγω εξόδων. Αφ' ης στιγμή λοιπόν οι καθ' ων η αίτηση δεν επιθυμούν να περιορίσουν τα έξοδα τους σε αυτά που και ο αιτητής ίσως να δέχεται ότι δικαιούνται, όπως είναι για παράδειγμα τα ποσά που πληρώθηκαν ως χωρικοί φόροι και φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορούν, αν επιθυμούν, να υποβάλουν οι ίδιοι αίτηση στο Δικαστήριο με βάση το αρ.41 για καθορισμό της αμοιβής τους προσκομίζοντας όλα τα σχετικά δικαιολογητικά που κατ' εκείνους καταδεικνύουν το βάσιμο του συνόλου των εξόδων που ζητούν, κρίνω ότι προς το παρόν δεν παρέχεται ασφαλές πεδίο για να μπορέσει να καθορίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ποια μπορεί να είναι η εύλογη αμοιβή των καθ' ων η αίτηση για τις υπηρεσίες που προσέφεραν ως εμπιστευματοδόχοι του αιτητή. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται τα εξής διατάγματα: Α) Διάταγμα με το οποίο, η ακίνητη περιουσία που υπόκειται στο εμπίστευμα της 23/03/72, ήτοι το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6XX4, Φ/Σ LIV 28, Τεμάχιο 3X4, που βρίσκεται στο χωριό Φοινικάρια στη Λεμεσό, παραχωρηθεί στον Αιτητή. Β) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και οι καθ' ων η αίτηση όπως εντός 15 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος, μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν το προαναφερόμενο ακίνητο στο όνομα του αιτητή. Νοείται ότι όλα τα σχετικά με την μεταβίβαση κυβερνητικά τέλη και έξοδα που τυχόν χρειάζεται να καταβληθούν, θα τα επωμιστεί ο αιτητής. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ αιτητή και εναντίον καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο