← Κύπρος

ΙΑΚΩΒΟΥ ν. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2743/2016, 11/6/2019

ΙΑΚΩΒΟΥ ν. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2743/2016, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A336 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2743/2016 XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ Ενάγοντας -ν-

  1. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ
  2. xxxxx ΤΣΙΛΙΔΗΣ Εναγόμενοι --------------------------------------------- (Αίτηση εναγομένων ημερομηνίας 26/02/19 για αναστολή της διαδικασίας) Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χατζησάββα για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Γαβριηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση συνοψίζονται στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 27 Ιουλίου 2018, στα πλαίσια αίτησης των εναγομένων για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων που ήγειραν με την Υπεράσπιση τους. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 26/09/16, το οποίο τροποποιήθηκε την ίδια μέρα δυνάμει της «νέας» Δ.25, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 16/06/13 στη Λεμεσό, με εμπλεκόμενα οχήματα το δικό του, με αρ. εγγραφής XXXXX45 και το όχημα του εναγόμενου 2, με αρ. εγγραφής XXXXX
  3. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα του εναγόμενου 2 ήταν ασφαλισμένο με την εναγόμενη 1 ασφαλιστική εταιρεία. Σύμφωνα με την Ε/Α, κατά το επίδικο ατύχημα, στο όχημα του ενάγοντα επέβαινε και ακόμη ένα άτομο, η xxx Κυριάκου, η οποία είχε επίσης παρόμοιες με τον ενάγοντα απαιτήσεις εναντίον των εναγομένων. Οι απαιτήσεις όμως της xxx Κυριάκου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, διευθετήθηκαν από την εναγόμενη 1 η οποία και αποδέχτηκε την ευθύνη του ασφαλισμένου της εναγόμενου
  4. Είναι τέλος η θέση του ενάγοντα ότι συνεπεία του ατυχήματος, για το οποίο θεωρεί ότι αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος 2, το όχημα του υπέστη ζημιές τις οποίες αναγκάστηκε να επιδιορθώσει, ενώ ο ίδιος υπέστη κάκωση στο αριστερό γόνατο για την οποία αναγκάστηκε να λάβει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη περιλαμβανομένων και χειρουργικών επεμβάσεων στις 23/08/13 και Φεβρουάριο 2014, κάτι που του προκάλεσε περαιτέρω ζημιές. Παραμένουν δε κατάλοιπα από τα τραύματα του, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, τα οποία εκτείνονται και σε οικονομικής φύσεως ζημιά, αφού επηρεάζουν τις μελλοντικές του απολαβές. Με την υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 04/09/17, οι εναγόμενοι δέχονται μεν ότι στις 16/6/13 επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα μεταξύ των εμπλεκόμενων οχημάτων, αρνούνται όμως ότι την ευθύνη γι' αυτό φέρει ο εναγόμενος 2 όπως επίσης αρνούνται και ότι έχουν εκ μέρους του εν λόγω εναγόμενου, αποδεχτεί την οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό απαιτήσεις της xxx Κυριάκου ή άλλως πως. Ισχυρίζονται δε ότι αποκλειστική ή τουλάχιστο συντρέχουσα, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνη για το ατύχημα, φέρει ο ενάγοντας. Απορρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι αυτός υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών του περί διενέργειας χειρουργικών επεμβάσεων στο γόνατο του. Θεωρούν τέλος ότι ο ενάγοντας κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή, λόγω της κατ' εκείνους αδικαιολόγητης καθυστέρησης που επέδειξε στην καταχώρηση της και αυτό κατ' εφαρμογή του σχετικού δόγματος της ολιγωρίας («laches»).» Πρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω για σκοπούς της παρούσας αίτησης ότι, στην Ε/Α ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αποκατάσταση του μετά τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη τον Φεβρουάριο 2014 διήρκησε ένα χρόνο και ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να φέρει κατάλοιπα από τους τραυματισμούς του και να παρακολουθεί εντατικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Σημειώνω επίσης ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας εξετάστηκε από δύο δικούς του γιατρούς, ήτοι το Δρ. Πετρίδη στις 17/06/13 και το Δρ. Παναγιώτου στις 19/08/13 και το Φεβρουάριο 2014, ενώ στις 26/06/14, μετά δηλαδή τη δεύτερη κατ' ισχυρισμό χειρουργική επέμβαση, εξετάστηκε και από γιατρό της επιλογής των εναγομένων, ήτοι το Δρ. Χριστοδούλου,. Συνοψίζω τα όσα ακολούθησαν της ολοκλήρωσης της δικογραφίας όταν και ο ενάγοντας εξέδωσε και επέδωσε την προβλεπόμενη κλήση με βάση τη Δ.30, ως τα εν λόγω γεγονότα προκύπτουν είτε από το φάκελο της υπόθεσης είτε από τις Ε/Δ που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν αμφισβητούνται. Στις 30/01/18, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως αμφότερες οι πλευρές προβούν σε Ε/Δ αποκάλυψης των όσων σχετικών με την υπόθεση εγγράφων έχουν στην κατοχή τους. Μέχρι και τις 27/09/18 καμία τέτοια αποκάλυψη έγινε εφόσον εκκρεμούσε η εκδίκαση του αιτήματος των εναγομένων για προδικαστική εκδίκαση του ισχυρισμού τους περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Μετά που το αίτημα των εναγομένων απορρίφθηκε ως πρόωρο για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση της 27/07/18, οι εναγόμενοι ζήτησαν με επιστολή που απέστειλαν στις 03/09/18 προς το δικηγόρο του ενάγοντα, όπως ο τελευταίος συγκατατεθεί να εξεταστεί για δεύτερη φορά, από άλλο ιατρό της επιλογής τους. Επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς ενάγοντα στην εν λόγω επιστολή, στάληκαν γραπτές υπενθυμίσεις στις 18/09/18, 26/10/18 και 04/12/18, οι οποίες όμως μέχρι και τις 17/12/18, δεν απαντήθηκαν. Λόγω τούτου, η πλευρά των εναγομένων αποφάσισε να προβεί σε Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων στις 17/12/18 και να δηλώσει ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την υπόθεση. Στις 07/01/19 όμως, ήτοι μετά την αποκάλυψη των εναγομένων, η πλευρά του ενάγοντα απάντησε στο αίτημα των εναγομένων για ιατρική εξέταση του, αναφέροντας ότι ο ενάγοντας ήταν διατεθειμένος να συγκατατεθεί σε μια τέτοια δεύτερη εξέταση, νοουμένου όμως ότι οι εναγόμενοι θα τον εφοδίαζαν με το πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου που είχε διενεργήσει εκ μέρους τους την πρώτη εξέταση του στις 26/06/14 και το οποίο πιστοποιητικό ουδέποτε του δόθηκε. Προτού απαντήσουν στην εν λόγω επιστολή του ενάγοντα, οι εναγόμενοι προέβηκαν σε συμπληρωματική Ε/Δ αποκάλυψης στις 14/01/19, αποκαλύπτοντας ότι τελικά έχουν στην κατοχή τους κάποιο σχετικό με την υπόθεση έγγραφο και συγκεκριμένα το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου ημερ. 07/07/14, για το οποίο όμως, επικαλούμενοι νομικό προνόμιο (legal privilege), δήλωσαν ότι δεν προτίθεντο να επιτρέψουν την επιθεώρηση του από τον ενάγοντα. Δικαιολόγησαν οι εναγόμενοι την μη αποκάλυψη του εγγράφου στην αρχική Ε/Δ αποκάλυψης τους, στη βάση του ότι κατά την καταχώρηση της εν λόγω Ε/Δ, ανέμεναν ακόμη τη νομική συμβουλή των δικηγόρων τους ως προς το θέμα του προνομίου του εν λόγω εγγράφου. Μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής Ε/Δ αποκάλυψης, οι εναγόμενοι έστειλαν εκ νέου επιστολή προς τον ενάγοντα την 01/02/19, ενημερώνοντας τον ότι αν εξακολουθούσε να παραλείπει να συγκατατεθεί στο αίτημα τους θα προέβαιναν σε καταχώρηση αίτησης για αναστολή της αγωγής του. Την ίδια μέρα, δηλαδή την 01/02/19, η πλευρά του ενάγοντα προέβη στη δική της Ε/Δ αποκάλυψης, στα πλαίσια της οποίας απεκάλυψε ότι έχει στην κατοχή της αριθμό εγγράφων, μεταξύ των οποίων ένα ιατρικό πιστοποιητικό από τον Δρ. Πετρίδη ημερ. 27/08/13 και δύο ιατρικών πιστοποιητικών από το Δρ. Παναγιώτου ημερ. 30/09/13 και Φεβρουαρίου
  5. Για τα εν λόγω τρία ιατρικά πιστοποιητικά, η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε ότι μόνο τα πρώτα δύο είναι διαθέσιμα για επιθεώρηση από την άλλη πλευρά, ενώ για το δεύτερο πιστοποιητικό του Δρ. Παναγιώτου, αυτό του Φεβρουαρίου 2014, επικαλούμενη και αυτή νομικό προνόμιο, δήλωσε ότι δεν θα το διαθέσει για επιθεώρηση. Της ολοκλήρωσης των Ε/Δ αποκάλυψης ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης από πλευράς των εναγομένων, με την οποία αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας (STAY OF PROCEEDINGS) στην αγωγή εκτός εάν και μέχρις ότου ο ενάγοντας αποδεχθεί και/ή συγκατατεθεί να υποβληθεί σε Ιατρική εξέταση από τον Δρ. xxx Γεωργίου, τα έξοδα του οποίου θα επωμιστούν οι ίδιοι. Κεντρικός άξονας του αιτήματος συνιστά, σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 5 χρόνια από τότε που ο ενάγοντας εξετάστηκε από τον πρώτο γιατρό που του υπέδειξαν, ήτοι το Δρ. Χριστοδούλου. Συνεπώς, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενόψει αφ' ενός του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι η αποκατάσταση του μετά την εγχείριση του Φεβρουαρίου 2014 διήρκησε ένα χρόνο και του ισχυρισμού του ότι τουλάχιστο μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής παρακολουθούσε εντατικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας λόγω κατ' ισχυρισμό καταλοίπων και αφ' ετέρου διότι δεν τους έχει δοθεί το μετεγχειρητικό ιατρικό πιστοποιητικό του γιατρού του ενάγοντα, ήτοι του Δρ. Παναγιώτου, δεν μπορούν να γνωρίζουν την πραγματική σημερινή κατάσταση της υγείας του. Είναι κατά τους εναγόμενους ιδιαίτερα σημαντικό για την προετοιμασία της υπεράσπισης τους να επανεξετάσουν τον ενάγοντα, εφόσον σύμφωνα με σχετική ιατρική βιβλιογραφία που έχουν υπόψη τους, μια δεύτερη σημερινή ιατρική εξέταση και δη μια εξέταση από ένα «.ειδικό χειρούργο ορθοπεδικό (που) εξειδικεύεται στο είδος του τραυματισμού τον οποίο ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη.», θα μπορέσει να καταδείξει με σαφήνεια «.αν ο εξετασθείς έχει πράγματι υποστεί τον ισχυριζόμενο τραυματισμό, το πιθανό διάστημα αποθεραπείας του, το αν η θεραπεία που του δόθηκε ήταν η ενδεικνυόμενη, το αν υπάρχει πιθανότητα οποιονδήποτε καταλοίπων στο μέλλων κλπ.» Στην αίτηση των εναγομένων η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένσταση, επικαλούμενη τρεις ουσιαστικά λόγους. Την κατάχρηση που συνεπάγεται η όλη συμπεριφορά των εναγομένων, την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και την ανυπαρξία οποιουδήποτε βάσιμου και επαρκούς λόγου που να καθιστά το αίτημα δικαιολογημένο ως επιβάλλει η σχετική νομολογία. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, η οποία Ε/Δ να σημειωθεί, γίνεται από δικηγορική υπάλληλο των δικηγόρων του ενάγοντα, το καταχρηστικό και αδικαιολόγητο του αιτήματος των εναγομένων προκύπτει από το ότι ενώ αυτοί ζήτησαν και πέτυχαν στις 26/06/14, ήτοι σύντομα μετά το ατύχημα, να εξεταστεί ο ενάγοντας από «αθλίατρο - φυσίατρο» που εκείνοι επέλεξαν, ισχυρίζονται σήμερα γενικά και αόριστα και χωρίς να έχουν ποτέ αποκαλύψει το περιεχόμενο του σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού, ότι έξι σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα και δυόμιση χρόνια μετά που καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, έχει προκύψει η ανάγκη για επανεξέταση του ενάγοντα, από άλλον, «πιο ειδικό» γιατρό. Είναι δε καταληκτικά η θέση του ενάγοντα ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον όχι μόνο είναι καταχρηστική αλλά και κανένα σκοπό θα εξυπηρετήσει εκτός από του να προκαλέσει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την προέβαλαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες ασχολήθηκαν κυρίως με τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστέλλει μία αγωγή για κατ' ισχυρισμό σωματικές και/ή υλικές ζημιές μέχρι να συγκατατεθεί ο ενάγοντας σε εξέταση των εν λόγω ζημιών από εμπειρογνώμονα του εναγόμενου. Σημειώνω εδώ ότι με παραπομπή σε νομολογία, η πλευρά των εναγομένων έθιξε και θέμα απόρριψης της ένστασης του ενάγοντα στη βάση του ότι αυτή υποστηρίζεται από Ε/Δ υπαλλήλου των δικηγόρων του ενάγοντα αντί του ιδίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι δύο πλευρές. Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση, σημειώνω τα εξής: Κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ πρώτα με τη θέση που προβλήθηκε από πλευράς εναγομένων επί του θέματος της όμνυσης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα, ήτοι από δικηγορική υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπεί, θέμα για το οποίο παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Aspinall v Sterling Mansell Ltd - [1981] 3 All ER 866, ο ενάγοντας έχει τη δυνατότητα να ενστεί μέσω των δικηγόρων του σε αιτήσεις αυτής της φύσης χωρίς ο ίδιος να δώσει μαρτυρία ως προς τους λόγους της άρνησης του[1]. Κατά δεύτερο, η πλευρά των εναγομένων, προσέγγισε το θέμα ως και αν η ομνύουσα επρόκειτο για δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη. Ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα, από τη στιγμή που η ομνύουσα δεν χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Παναγή Δ στην υπόθεση BUNKERNET LTD ν. PNO SHIPMANAGEMENT LTD κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ.: 9/2013, 11/11/2016, απαντά πλήρως θεωρώ στη θέση αυτή: «Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πέτρου Ζωγράφου κ.ά ν. Drosoneri Farm Limited, ECLI:CY:AD:2015:A362, Πολιτική Έφεση Αρ.379/2012, ημερομηνίας 21.5.2015 όπου επίσης προβλήθηκε ισχυρισμός για το παράτυπο ένορκης δήλωσης εκ μέρους δικηγόρου λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία απαντούν, κατά την άποψη μου, στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων επί του θέματος της όμνυσης της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο: «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva

(2010)1 A.A.Δ 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Λέχθηκε περαιτέρω στη Rybolovlev (ανωτέρω): «Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulai Dulai (ανωτέρω)...». Κατά τρίτο, η ομνύουσα στην Ε/Δ που υποστηριζει την ένσταση, κατονομάζει θεωρώ με σαφήνεια και την ιδιότητα της αλλά και την άμεση πηγή της γνώσης της για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και αυτή η προβαλλόμενη επάρκεια της συγκεκριμένης γνώσης της ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού καμία προσπάθεια αντεξέτασης ή άλλως πώς αμφισβήτησης της έγινε από πλευράς εναγομένων (βλ. BUNKERNET ανωτέρω) Σε κάθε περίπτωση όμως, τα επίδικα θέματα της αίτησης είναι ουσιαστικά νομικής φύσης εφόσον δεν υπάρχουν τέτοια «αμφισβητούμενα γεγονότα» που να απαιτούν την προσκόμιση «θετικής μαρτυρίας» προς απόδειξη τους οπόταν και η προέλευση της προσκομισθείσας μαρτυρία θα έχριζε αυστηρότερης εξέτασης. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, βασικά τα επικαλούνται και οι εναγόμενοι, εξ' άλλου προκύπτουν και από το φάκελο της υπόθεσης. Συνιστούν δηλαδή κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία δεν χρειάζεται να αποδειχτούν με μαρτυρία. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η επί του προκειμένου εισήγηση της πλευράς των εναγομένων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την νομική πτυχή της ουσίας του αιτήματος. ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση αίτημα είναι καλά γνωστές. Έχουν δε συνοψιστεί με περισσή σαφήνεια στην απόφαση της μειοψηφίας του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση Moore Janet ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2148. Σημειώνω εδώ ότι στην εν λόγω απόφαση, η διαφωνία των μελών του Εφετείου, δεν αφορούσε στις εφαρμοστέες γενικές αρχές για τις οποίες υπήρξε ομοφωνία, αλλά στο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους στα συγκεκριμένα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης. Παραθέτω τις σχετικές αρχές όπως αυτές αναδύονται από τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης του Ναθαναήλ Δ. Α. Προέλευση της συγκεκριμένης εξουσίας για αναστολή της διαδικασίας «Η δυνατότητα αναστολής διαδικασίας ώστε ο ενάγων να τύχει ιατρικής εξέτασης από ιατρό της επιλογής του αντιδίκου του, η δε διαδικασία να παραμείνει υπό αναστολή μέχρις ότου επιτευχθεί η εξέταση, έχει έρεισμα στη νομολογιακή ανάπτυξη του κοινοδικαίου. Για πρώτη φορά η δυνατότητα αυτή εξερευνήθηκε και αποφασίστηκε στην υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 Q.B. 67, όπου ο Λόρδος Denning διαπιστώνοντας την απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, εξέφρασε την άποψη ότι τέτοια νομοθεσία δεν ήταν αναγκαία, με δεδομένο το ότι το Δικαστήριο διατηρεί και έχει «ample jurisdiction to grant a stay whenever it is just and reasonable to do so». Η δυνατότητα αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε έκτοτε. Όπως το έθεσε ο Steyn L .J. στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd and another (The Times, 17th March 1994), το κοινοδίκαιο βρήκε τη λύση («but the common law has found a solution»), ότι, δηλαδή, ενυπάρχει σύμφυτη εξουσία να διαταχθεί αναστολή στις κατάλληλες περιπτώσεις. Κατά τη νομολογιακή εδραίωση των ορίων της σύμφυτης αυτής δικαιοδοσίας, αναγνωρίστηκε ότι η ιατρική εξέταση μπορεί να λάβει χώραν κατά δύο τρόπους: ο ένας είναι με άμεση διαταγή του Δικαστηρίου και ο άλλος με έμμεση, εκδίδοντας διάταγμα αναστολής εκτός εάν ο ενάγων, συγκατατεθεί να υποστεί την ιατρική εξέταση. Προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος υπό το φως του γεγονότος ότι ο πρώτος θα επέφερε δραστικές συνέπειες στον ενάγοντα, εφόσον αν αρνείτο να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση θα ήταν υπόλογος για καταφρόνηση διαταγής Δικαστηρίου (Edmeades - ανωτέρω - κατά τον Widgery L. J.).» Β. Σκοπός και τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης εξουσίας - δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων «Αναγνωρίστηκε όμως ταυτόχρονα ότι και η δεύτερη επιλογή οδηγεί σε έμμεσο εξαναγκασμό του ενάγοντα ο οποίος οφείλει πλέον να επιλέξει ανάμεσα στο δίλημμα να αποκλειστεί εφεξής από το δίκαιο της υπόθεσης του ή να αναγκαστεί να υποστεί την ιατρική εξέταση ενάντια στη θέληση του, παραβιαζομένης έτσι της ατομικής του ελευθερίας (Lane v . Willis [1972] 1 W.L.R. 326). Αυτή η παραβίαση της ελευθερίας απασχόλησε και την Κυπριακή νομολογία, (Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 και Χατζησάββα ν. Διονυσίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1301). Η νομολογία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων ο οποίος επιλέγει να εγείρει αγωγή, μη αφήνοντας στον εναγόμενο επιλογή από του να υπερασπιστεί τον εαυτό του, οφείλει να δώσει στον εναγόμενο τη λογική ευκαιρία να τον εξετάσει ιατρικώς, εφόσον επιλέγοντας την έγερση αγωγής, ο ενάγων «.. forgoes his right to protest at the invasion of his privacy which a medical examination involves.», (Hookham v. Wiggins Teape Fine Papers Limited [1995] PIQR 392). Συνυπολογίζεται όμως η επέμβαση στο σώμα και την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ένα στοιχείο υπέρ ή εναντίον της έκδοσης της διαταγής.» Γ. Κριτήρια που εφαρμόζονται «Το κριτήριο για την έκδοση διαταγής αναστολής για σκοπούς ιατρικής εξέτασης είναι κατά βάση αυτό του ευλόγου της αίτησης («reasonableness test»). Αυτό σημαίνει κατά την Edmeades - ανωτέρω - κατά πόσο «the defendant's request that the plaintiff submit to medical examination was reasonable» και κατά την Lane v. Wills - ανωτέρω - κατά πόσο: «...... In the circumstances was the defendant' s request for a further psychiatric examination reasonable; or was the plaintiff' s refusal to submit himself to it reasonable?» Σ' όλες τις υποθέσεις που μνημονεύονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και σ' όλες όσες κατάφερα να εντοπίσω κατά την έρευνα μου, ο ενάγων είχε ήδη δώσει μαρτυρία ή πρόκειτο να δώσει μαρτυρία ή είχε ήδη υποστεί τουλάχιστον μια ιατρική εξέταση, επιδιωκόταν δε η έκδοση εναντίον του διατάγματος για δεύτερη ή και τρίτη εξέταση. Το κριτήριο του ευλόγου («test of reasonableness»), τέθηκε σε εφαρμογή σε κάθε υπόθεση υπό το φως αυτών των δεδομένων.» Δ. Χρόνος υποβολής του αιτήματος «Στην Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 .... Η έφεση επετράπη διότι καθυστερημένα και μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα είχε καταχωρηθεί η αίτηση για εξέταση χωρίς βάσιμο λόγο για την καθυστέρηση, ώστε να παρίστατο ανάγκη για ανακοπή της διαδικασίας προς εκδίκαση της αγωγής του ενάγοντα. ... Και εδώ το αίτημα υπεβλήθη καθυστερημένα, ενώ κατά κανόνα, υποβάλλεται κατά την αρχή της υπόθεσης, στο προκαταρκτικό στάδιο και ή στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών.. Στην Χατζησάββα ν. Διονυσίου - ανωτέρω - ... Τονίσθηκε δε ότι αυτού του είδους οι ιατρικές εξετάσεις ζητούνται και ρυθμίζονται κατά την έκδοση οδηγιών συμφώνως της Δ.30, ώστε να μην παρακωλύεται, εκ των υστέρων, η προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντα. Στην υπόθεση Li Siu Lun v. Looi Kok Poh and another [2012] 5 GHCR 4, του High Court της Σιγκαπούρης, όπου έγινε ευρεία ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας και της νομολογίας της Σιγκαπούρης (όπου αντίθετα με την Κύπρο, υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την έκδοση διαταγής για ιατρική εξέταση), λέχθηκε επίσης ότι ο διάδικος που επιδιώκει την ιατρική εξέταση «... would do well to apply for such an order as soon as possible after they become aware of the new allegation, and should do so before trial dates have been set. This will promote proper and efficient administration of justice.».» Ε. Έκταση της ιατρικής εξέτασης «Όπως αποφασίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση, η ιατρική εξέταση δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις προσωπικών ζημιών, αλλά επεκτείνεται και σε υποθέσεις όπου η αξίωση είναι για μη προσωπικές ζημιές, όπως στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd ..., στην Lane v. Willis ... και στην ίδια την Li Siu Lun, ... Και στις τρεις αυτές υποθέσεις, ο ενάγων ήταν διαθέσιμος, αν και απρόθυμος, να υποστεί ιατρική ή ψυχιατρική εξέταση.» Για όλα τα πιο πάνω παραπέμπω επίσης στο Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, ηλεκτρονική έκδοση 2015, par.1043 - Stay under inherent jurisdiction; in general και Blackstone's Civil Practice 2013: The Commentary, par.52.35 - Medical Examination). Θεωρώ επίσης σκόπιμο να παρεμβάλλω εδώ σε ελεύθερη μετάφραση, και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην αγγλική αυθεντία Prescott v Bulldog Tools Ltd - [1981] 3 All ER 869: «Γενικά, η απόφαση για την αναστολή της διαδικασίας εν αναμονή της ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα, αφορά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για οποία είναι απαραίτητο όπως το Δικαστήριο, εξισορροπήσει το δικαίωμα του ενάγοντος στην προσωπική του ελευθερία έναντι του δικαιώματος του εναγομένου να αμυνθεί στη δίκη όπως θεωρεί σκόπιμο και δεν υπάρχει κανένας λόγος αρχής, γιατί το ένα δικαίωμα να θεωρείται σημαντικότερο από το άλλο. Για να αποφασιστεί κατά πόσο ο οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων ενεργεί εύλογα, το ζήτημα για το Δικαστήριο δεν είναι αν η άρνηση του ενάγοντα είναι αντικειμενικά εύλογη ούτε εάν το αίτημα του εναγομένου είναι αντικειμενικά εύλογο αλλά αν η ένσταση ή το αίτημα, είναι εύλογο υπό το φως των πληροφοριών ή των συμβουλών που αντίστοιχα τα μέρη έλαβαν από τους συμβούλους τους. Επιπλέον, όταν το αίτημα του εναγομένου για εξέταση είναι εύλογο, το Δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει την αναστολή, αν η άρνηση του ενάγοντα είναι τέτοια που εμποδίζει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και συνήθως το Δικαστήριο, θα θεωρήσει το γεγονός ότι ο εναγόμενος θα στερηθεί του εμπειρογνώμονα της επιλογής του, ως εμπόδιο στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Για να κριθεί αν η άρνηση του ενάγοντος να υποβληθεί στην υπό κρίση εξέταση είναι λογική, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ: α) εξέτασης που δεν συνιστά σοβαρή επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου αλλά μόνο παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή, β) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου, όπως ψηλάφηση, (γ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, χωρίς όμως να προκαλείται ενόχληση και κίνδυνος, (δ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, η οποία ενέχει επίσης δυσφορία και κίνδυνο και (ε) εξέτασης που ενέχει κίνδυνο τραυματισμού ή κίνδυνο στην υγεία. Όταν ο εναγόμενος πιστεύει πραγματικά ότι, εκτός αν ο ενάγοντας υποβληθεί σε εξέταση που ενέχει ένα πραγματικό αλλά ελάχιστο κίνδυνο βραχυπρόθεσμου τραυματισμού, δεν μπορεί να υπερασπιστεί μια υπόθεση που θα μπορούσε να του κοστίσει προσωπικά σε αποζημιώσεις πολύ περισσότερο από ό,τι αυτός αξίζει και συμφωνεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα για οποιαδήποτε τέτοια ζημία, το ζήτημα αν η άρνηση του ενάγοντα να υποβληθεί στην εξέταση αυτή είναι εύλογη, πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατόπιν αντικειμενικής εξέτασης της βαρύτητας του αιτήματος του εναγομένου ως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται και της βαρύτητας του εύλογου της άρνησης του ενάγοντα ως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται και να εξισορροπήσει το ένα έναντι του άλλου ώστε να διασφαλιστεί η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις εύλογες απαιτήσεις και αντιρρήσεις των δύο τους κατά το χρόνο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας.» Σημειώνω εδώ ότι, αυτό που οδήγησε στις διιστάμενες απόψεις στην Janet ν. Evagorou ανωτέρω, ήταν το κατά πόσο η εκεί προτιθέμενη εξέταση, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογα αναγκαία, ενόψει και της φύσης αλλά και του είδους της προσκομισθείσας μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Στην υπόθεση εκείνη, η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα της κατά την ακρόαση, συγκεκριμένο γιατρό προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της αναφορικά με τη φύση και έκταση των τραυμάτων της. Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια επέλεξε να μην καταθέσει ως μάρτυρας. Η πλειοψηφία του Εφετείου έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης, ήτοι «τραυματισμό τον οποίο αποδίδει σε αμέλεια ή έλλειψη προσοχής», η επιλογή της ενάγουσας να μην καταθέσει η ίδια δεν διαφοροποιούσε την αναγκαιότητα της ιατρικής της εξέτασης για σκοπούς προετοιμασίας της υπεράσπισης και αυτό παρά το ότι είχε ήδη αντεξεταστεί ο ιατρός της που είχε καταθέσει μάλιστα και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Η μειοψηφία του Εφετείου τήρησε αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την απόφαση του Ναθαναήλ Δ., «.από τη στιγμή που η ενάγουσα δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της και δεν θα ερχόταν η ίδια για να καταθέσει στο Δικαστήριο ... εξέλιπε το υπόβαθρο της ιατρικής εξέτασης. Δεν θα τίθετο η όποια ιατρική εξέταση ενώπιον της ίδιας της ενάγουσας-εφεσείουσας για να αντικρούσει τα όσα θα της τίθονταν σε αντεξέταση. Αντίθετα, η έκδοση διαταγής ιατρικής εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο επεμβαίνει υπό το φως του προαναφερθέντος δεδομένου, στο αναφαίρετο δικαίωμα της εφεσείουσας να μην καταθέσει. Εξαναγκάζεται στην ουσία η εφεσείουσα να υποστεί ιατρική εξέταση επί ποινή απώλειας ή απόρριψης της υπόθεσης της, .... η αίτηση δεν ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, ενώ η άρνηση της εφεσείουσας, ούσα στο εξωτερικό είτε μη δυνάμενη να δώσει μαρτυρία, είτε μη επιθυμούσα να το πράξει, δεν ήταν παράλογη.» Επισημαίνω τέλος ότι το περιεχόμενο ενός πορίσματος/πιστοποιητικού που συντάσσεται από ένα εμπειρογνώμονα για λογαριασμό της πλευράς που το διορίζει, καλύπτεται από προνόμιο (legal privilege). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Megarity v DJ Ryan & Sons Ltd [1980] 2 All ER 832, [1980] 1 WLR 1237 και στο σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω παρ. 52.37, «.it is never reasonable to insist that the defendant must disclose the report compiled after the examination as condition of consenting to an examination. This is because the report is protected by legal professional privilege, and would give the claimant an advantage not enjoyed by the defendant». Το πώς θα τύχει χειρισμού ένα τέτοιο προνομιούχο έγγραφο, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αποκάλυψης και της προσαγωγής του για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, άπτεται αποκλειστικά του τρόπου με τον οποίο θα επιλέξει να χειριστεί την υπόθεση της η πλευρά που έχει το έγγραφο, η δικαιούχος δηλαδή του προνομίου, με όλες βέβαια τις συνέπειες που η επιλογή της αυτή θα συνεπάγεται για την υπόθεση της. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση και υπόθεση. Η υπεράσπιση έχει ήδη υποβάλει τον ενάγοντα σε ιατρική εξέταση μέσω γιατρού που η ίδια έκρινε, ενόψει της φύσης των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του ενάγοντα, αρμόδιο και ειδικό για να διενεργήσει τέτοια εξέταση, ήτοι το Δρ. Χριστοδούλου. Η εν λόγω εξέταση φέρεται να έγινε σύντομα μετά το ατύχημα και μετά την δεύτερη κατ' ισχυρισμό χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας, ήτοι κατά το υποτιθέμενο μετεγχειρητικό στάδιο αποκατάστασης του. Από την εν λόγω ιατρική εξέταση του Δρ. Χριστοδούλου, κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό προέκυψε με ημερ. 07/07/
  1. Αν και αρχικά ούτε καν η ύπαρξη του εν λόγω πιστοποιητικού αποκαλύφθηκε από τους εναγόμενους, στη συνέχεια οι τελευταίοι, ασκώντας το δικαίωμα που έχουν λόγω του νομικού προνομίου που περιβάλλει το εν λόγω πιστοποιητικό, αποκάλυψαν μεν την ύπαρξη του όχι όμως και το περιεχόμενο του. Βεβαίως, κατά παράδοξο τρόπο ο ενάγοντας, επικαλούμενος και αυτός το δικό του δικαίωμα σε νομικό προνόμιο, αρνείται να τους εφοδιάσει με το ιατρικό πιστοποιητικό που εκείνος έχει, παρά το ότι αυτό αποτελεί τη βάση των δικών του ισχυρισμών. Μέχρι σήμερα, ούτε ο ενάγοντας ούτε οι εναγόμενοι γνωρίζουν ο ένας το περιεχόμενο του αντίστοιχου επίμαχου ιατρικού πιστοποιητικού του άλλου και ουδείς εκ των διαδίκων έχει εφοδιάσει το Δικαστήριο με οποιοδήποτε εξ' αυτών των πιστοποιητικών. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που οι εναγόμενοι σήμερα, επικαλούμενοι ουσιαστικά αποκλειστικά το χρόνο που παρήλθε από την εξέταση του Δρ. Χριστοδούλου, ζητούν όπως ο ενάγοντας υποβληθεί σε νέα ιατρική εξέταση, αυτή τη φορά από άλλο ιατρό και δη, όπως ισχυρίζονται, γιατρό «ειδικό» επί των κατ' ισχυρισμό τραυμάτων. Ισχυρίζονται δε ότι εφόσον η εξέταση από το Δρ. Χριστοδούλου έλαβε χώρα πριν την ολοκλήρωση της δήθεν αποκατάστασης του ενάγοντα, δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν τον τελευταίο σε μεταγενέστερο στάδιο και, ενόψει της απρόσμενης επίκλησης προνομίου από πλευράς του ενάγοντα, βρίσκονται σήμερα σε πλήρη άγνοια για την υπόθεση που αντιμετωπίζουν και δυσκολεύονται να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους. Εξακολουθούν όμως να επιμένουν να ασκούν το δικαίωμα τους όπως μην αποκαλύψουν το περιεχόμενο του πιστοποιητικού του Δρ. Χριστοδούλου και αυτό παρά το ότι ο ενάγοντας τους δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να δεχτεί να υποστεί μια τέτοια δεύτερη εξέταση αν τον εφοδιάσουν με το εν λόγω πιστοποιητικό. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγομένων, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, η παρούσα αίτηση τους, η οποία και αγγίζει θεωρώ, αν δεν έχει ξεπεράσει, τα όρια της κατάχρησης, δεν μπορεί να επιτύχει. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ζητούν να υποβάλουν τον ενάγοντα σε δεύτερη ιατρική εξέταση και μάλιστα από άλλο ιατρό τον οποίο ουσιαστικά παρουσιάζουν ως πιο ειδικό από τον πρώτο που υπέδειξαν, τους επιβάλλει, ως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία που παρέθεσα ανωτέρω, υψηλότερο καθήκον να αποδείξουν το δικαιολογημένο του αιτήματος τους. Επικαλέστηκαν συναφώς οι εναγόμενοι την πάροδο του χρόνου από την πρώτη εξέταση και την απροθυμία του ενάγοντα να τους εφοδιάσει με το δικό του πιστοποιητικό για τους ίδιους λόγους που και εκείνοι δήλωσαν απρόθυμοι να παρουσιάσουν το δικό τους. Επί αυτών των ισχυρισμών παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο υπενθυμίζω ότι η εξέταση και το πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου ημερ. 07/07/14 φέρονται να έλαβαν χώρα μετά την εξέταση και το πιστοποιητικό του γιατρού του ενάγοντα, το οποίο παρουσιάζεται να εκδόθηκε το Φεβρουάριο
  2. Οι εναγόμενοι συνεπώς εξέτασαν τον ενάγοντα σε αρκετά μεταγενέστερο στάδιο από τότε που τον εξέτασε ο δικός του γιατρός και συνεπώς ο ισχυρισμός που προβάλλουν εμμέσως πλην σαφώς σήμερα, ότι ο ενάγοντας βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση, δεν ευσταθεί. Κατά δεύτερο, μπορεί η απροθυμία των εναγομένων να παρουσιάσουν το πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου να συνιστά νόμιμο δικαίωμα τους, αυτό όμως δεν είναι χωρίς συνέπειες, αφού η άσκηση ενός δικαιώματος και δη ενός δικαιώματος που ουσιαστικά περιορίζει την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να επενεργήσει ώστε να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του διαδίκου που ασκεί το δικαίωμα και δη κατά τρόπο που να του επιφέρει άδικο πλεονέκτημα έναντι του αντιδίκου του. Το κριτήριο άλλωστε σε αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι η εξισορρόπηση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων ώστε να διασφαλιστεί η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Η επιλογή των εναγομένων να ασκήσουν το δικαίωμα τους να μην φανερώσουν το περιεχόμενο του πιστοποιητικού του Δρ. Χριστοδούλου, έστω και τώρα που το επικαλούνται για σκοπούς του παρόντος αιτήματος τους, καθιστά άγνωστο το τι ακριβώς διαπίστωσε ο Δρ. Χριστοδούλου κατά την εξέταση του στις 29/06/14 αν όντως διαπίστωσε κάτι, το κατά πόσο ο ίδιος έκρινε από ιατρικής πλευράς αναγκαίο να επανεξεταστεί ο ενάγοντας σε μελλοντικό στάδιο όπως και το γιατί κρίθηκε σήμερα αναγκαίο να διενεργηθεί νέα εξέταση από άλλο ιατρό και δη γιατρό που φέρεται να είναι πιο «ειδικός». Όλα αυτά αφ' ενός στερούν τη δυνατότητα από το Δικαστήριο να εξετάσει το κατά πόσο όντως προκύπτει εύλογη ανάγκη να υποβληθεί σε δεύτερη ιατρική εξέταση ο ενάγοντας και δη πέντε χρόνια αργότερα και αφ' ετέρου καθιστούν εύλογη την άρνηση του πρώτου να υποστεί σε μια τέτοια εξέταση χωρίς να του δοθεί πρώτα κάποια τεκμηριωμένη δικαιολογία. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι «.συνυπολογίζεται (όμως) η επέμβαση στο σώμα και την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ένα στοιχείο υπέρ ή εναντίον της έκδοσης της διαταγής.» Οι πιο πάνω συνέπειες από την επίκληση του προνομίου από πλευράς εναγομένων λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι, δύο χρόνια μετά την πρώτη εξέταση του ενάγοντα από τον γιατρό που επέλεξαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι, ήτοι το Δρ. Χριστοδούλου, οι τελευταίοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή με την οποία, όχι μόνο αρνήθηκαν ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιουσδήποτε τραυματισμούς από το επίδικο ατύχημα αλλά αρνήθηκαν και ότι αυτός υπεβλήθη στις χειρουργικές επεμβάσεις που ισχυρίζεται. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν και ότι οι σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπέστη «.είναι εξογκωμένες και/ή υπερβολικές και/ή προϋπήρχαν του ατυχήματος και/ή προήλθαν από άλλη αιτία.». (βλ. παρ.11 της υπεράσπισης). Είναι βέβαια δικαίωμα των εναγομένων να προβάλουν στο στάδιο της δικογραφίας διαζευκτικούς ισχυρισμούς γεγονότων, όμως κατά το στάδιο της ακρόασης θα πρέπει να επιλέξουν ποια εκδοχή θα προωθήσουν και λογικά, αν οι εναγόμενοι έχουν συμμορφωθεί με τους κανόνες δεοντολογίας και ορθής δικογράφησης, αμφότεροι οι πιο πάνω ισχυρισμοί τους εδράζονται επί κάποιου πραγματικού ερείσματος και δεν προβάλλονται απλά διότι φαντάζουν «νομικά βολικοί» υπό τις περιστάσεις. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα καθιστούσε τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς τους ενοχλητικούς, επιπόλαιους και δυσχερείς (embarrassing) - βλ. Annual Practice 1958 σελ.449- «.A defence is not embarrassing merely because it contains inconsistent averments, provided they are not fictitious (Re Morgan, 35 Oh. D. p. 496)...» (η υπεράσπιση δεν προκαλεί δυσχέρεια απλά επειδή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς νοουμένου ότι αυτοί δεν είναι πλασματικοί). Σύμφωνα με τις Ε/Δ αποκάλυψης που έκαμαν οι ίδιοι εναγόμενοι, το μόνο έγγραφο που έχουν στην κατοχή τους σχετικό με την υπόθεση και την υπεράσπιση τους, είναι το προνομιούχο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Χριστοδούλου. Λαμβανομένου τούτου υπόψη, όποιο και να είναι το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού, αυτό λογικά δεν μπορεί παρά να συνιστά και τη βάση επί της οποίας εδράζουν τους εξειδικευμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους ότι ο ενάγοντας ούτε τραύματα υπέστη από το ατύχημα, ούτε σε χειρουργικές επεμβάσεις υπεβλήθη, ούτε περίοδο μετεγχειρητικής αποκατάστασης διένυσε και ούτε πρόγραμμα εντατικής φυσιοθεραπείας παρακολουθεί, ενώ αν φέρει οποιουσδήποτε τραυματισμούς, αυτοί δεν είναι ως τους περιγράφει αλλά «.προϋπήρχαν του ατυχήματος και/ή προήλθαν από άλλη αιτία.». Δηλαδή, σύμφωνα με το δικόγραφο τους, μετά την εξέταση του Δρ. Χριστοδούλου, οι εναγόμενοι ήταν σε θέση και πλήρως έτοιμοι να υποστηρίξουν ότι ο ενάγοντας ούτε καν σε χειρουργικές επεμβάσεις υπεβλήθη, όπως επίσης και σε θέση να αποδείξουν ότι ο τελευταίος υπέφερε από άλλη προϋπάρχουσα αιτία. Είναι με αυτό τον τρόπο που επέλεξαν ρητά οι εναγόμενοι να περιορίσουν την υπεράσπιση τους και να καθορίσουν τα επίδικα ζητήματα και το αναφέρω τούτο χωρίς να αγνοώ ότι δεν παρέχονται και ούτε ζητήθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης «.άλλης αιτίας.» για τις όποιες βλάβες του ενάγοντα. Πού έγκειται λοιπόν η σημερινή αδυναμία των εναγομένων να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους ώστε να καθίσταται αναγκαία νέα ιατρική εξέταση του ενάγοντα; Το ότι οι εναγόμενοι επιθυμούν να εξετάσουν κατά πόσο «.ο εξετασθείς έχει πράγματι υποστεί τον ισχυριζόμενο τραυματισμό, το πιθανό διάστημα αποθεραπείας του, το αν η θεραπεία που του δόθηκε ήταν η ενδεικνυόμενη, το αν υπάρχει πιθανότητα οποιονδήποτε καταλοίπων στο μέλλον κλπ.», αυτό φαίνεται από το δικόγραφο τους ότι το έχουν ήδη εξετάσει μέσω του Δρ. Χριστοδούλου, το πιστοποιητικό του οποίου λογικά χρησιμοποίησαν κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης τους εφόσον ήταν ήδη στην κατοχή τους τρία χρόνια προηγουμένως. Σίγουρα, αν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ευσταθούν και φανεί ότι καμία εγχείρηση έκαμε ο ενάγοντας ή ότι τέτοια εγχείριση οφείλετο στην «άλλη αιτία» που επίσης ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν να προϋπήρχε, τότε αυτό θα καταρρίψει και τους όποιους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί μετεγχειρητικής αποκατάστασης και μετατραυματικών καταλοίπων. Δεν μπορούν επομένως οι εναγόμενοι να ζητούν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για ιατρική εξέταση του ενάγοντα πριν την αγωγή, να ικανοποιείται η επιθυμία τους και να συλλέγουν τις σχετικές πληροφορίες που θέλουν, να χρησιμοποιούν μετά τις εν λόγω πληροφορίες για να καθορίσουν μια ρητή και συγκεκριμένη δικογραφημένη γραμμή αλλά ταυτόχρονα να επικαλούνται άλλο δικαίωμα τους για να μη δώσουν σε κανένα πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες και στη συνέχεια, ισχυριζόμενοι σήμερα ανεπάρκεια των αρχικών τους πληροφοριών, τις οποίες εξακολουθούν να μην επιθυμούν να φανερώσουν, να ξαναζητούν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για ιατρική εξέταση του ενάγοντα ώστε να προετοιμάσουν μία υπερασπιστική εκδοχή την οποία όμως ουσιαστικά φαίνεται να έχουν ήδη διαμορφώσει και συγκεκριμενοποιήσει στη βάση των ιατρικών πληροφοριών που έχουν ήδη συλλέξει. Με άλλα λόγια, αυτό που προκύπτει από την όλη στάση των εναγομένων είναι ότι επικαλούνται επιλεκτικά διάφορα δικαιώματα και προνόμια ανάλογα με την περίπτωση και του τι συμφέρει την υπόθεση τους, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένοι να σεβαστούν τα δικαιώματα και τα προνόμια του αντιδίκου τους. Όπως ήδη ανέφερα, αυτού του είδους η επιλεκτική «δικονομική τακτική» αγγίζει, αν δεν ξεπερνά, τα όρια της κατάχρησης της διαδικασίας και σίγουρα δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για να εγκριθεί το υπό κρίση αίτημα, το οποίο, λαμβανομένου υπόψη όλων όσων αναφέρω ανωτέρω, κρίνεται και αδικαιολόγητο. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου δεν μπορώ παρά να εκφράσω τη δυσαρέσκεια μου ως προς τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να εξελίσσεται η παρούσα υπόθεση, τρόπος ο οποίος δυστυχώς φαίνεται να χαρακτηρίζει τις πλείστες των υποθέσεων που βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Κοντολογίς, αμφότερες οι πλευρές φαίνεται να προτιμούν να καταφεύγουν σε «δικονομικές τακτικές» απόκρυψης στοιχείων παρά να «παίξουν με ανοικτά χαρτιά», με αποτέλεσμα να οδηγούνται στο τέλος σε ακρόαση χωρίς ο ένας να γνωρίζει την υπόθεση του άλλου. Αυτό σίγουρα μόνο καθυστέρηση και εκτροχιασμό μπορεί να προκαλέσει στην όλη διαδικασία, κάτι όμως το οποίο δυστυχώς, όχι μόνο φαίνεται να μην ενοχλεί κανένα αλλά σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται ότι ίσως και να προτιμείται, πράγμα βέβαια ανεπίτρεπτο. Το σωστό είναι όπως με τη βοήθεια και τη νομική συμβουλή του δικηγόρου του, ο κάθε διάδικος, αξιολογώντας ορθά και ακριβοδίκαια τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του, χειρίζεται την υπόθεση του με τον πιο ενδεδειγμένο και όχι τον πιο «βολικό» τρόπο. Πώς άλλωστε είναι που αναμένουν οι δύο πλευρές να προωθήσουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους σε μια υπόθεση αυτής της φύσης, αν δεν άρουν τα προνόμια που επικαλούνται σήμερα; Πώς αναμένεται να καθοριστούν εξ' υπαρχής και να περιοριστούν τα επίδικα θέματα πριν την ακρόαση, αν δεν φανερωθούν τα «απόκρυφα» ιατρικά πιστοποιητικά; Πώς αναμένεται να προγραμματιστεί να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί απρόσκοπτα και εντός ευλόγου χρόνου η ακροαματική διαδικασία, όταν ενόψει της σημερινής αόριστης κατάστασης, πρόκειται να παρελάσουν σωρεία μαρτύρων ενώ όλα προφανώς θα αποκαλυφθούν ξαφνικά κατά τη διάρκεια της ακρόασης και προς έκπληξη αμφότερων των διαδίκων και του Δικαστηρίου; Και τέλος, πώς αναμένεται να λάβουν χώρα διαπραγματεύσεις προς εξέταση του ενδεχόμενου εξώδικης διευθέτησης όταν αντί για διαφάνεια προτιμούνται αυτού του είδους οι «τακτικές», οι οποίες να σημειωθεί, δεν έχουν κανένα νόημα ενόψει του απόλυτου προνομίου που περιβάλλει την άνευ βλάβης επικοινωνία που ανταλλάσσεται μεταξύ δύο αντιδίκων για σκοπούς διευθέτησης. Όλα αυτά, όπως και οι δυσμενείς συνέπειες που τέτοιου είδους τακτικές συνεπάγονται σε μια δικαστική διαδικασία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια κατά τ' άλλα, φαινομενικά απλή υπόθεση, θα πρέπει να προβληματίσουν όλους τους εμπλεκόμενους λειτουργούς της δικαιοσύνης. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αναστολή αγωγής για ιατρική εξέταση [1] Per Curiam. A plaintiff is entitled to instruct his legal advisers to contest an application by the defendant for a stay of proceedings pending medical examination of the plaintiff without himself giving evidence of his reasons for his objection to undergoing the examination cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.