← Κύπρος

X.N INTERLINK HOLDINGS LTD ν. LUCIDSKY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 416/19, 6/5/2019

X.N INTERLINK HOLDINGS LTD ν. LUCIDSKY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 416/19, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 416/19 X.N INTERLINK HOLDINGS LTD, από τη Λεμεσό Ενάγοντες -ν-

  1. LUCIDSKY LTD, από τη Λάρνακα
  2. MAXIFLEX GOBAL INVESTMENTS CORP LTD, από τη Λεμεσό
  3. Xxxx ALMAGOR από το Ισραήλ και τώρα Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 28/02/19 για προσωρινό διάταγμα) Ημερομηνία: 06 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες Αιτητές: κ. Π. Κλεοβούλου με κα Νεοφύτου Για Εναγόμενους Καθ' ων η Αϊτηση: κ. Α. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση που καταχώρησαν ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγοντες αιτητές ζητούν ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα να απαγορεύει στους εναγόμενους καθ' ων η αίτηση, «.ως ενοίκων των γραφείων 101Α, 101Β, 102 και 301Α, του κτηρίου Interlink Hermes Plaza . να προκαλούν οχληρία και/ή να χρησιμοποιούν μουσική κατά τρόπο ώστε να προκαλείται ενόχληση και/ή οχληρία στους υπόλοιπους ενοίκους και κατόχους του εν λόγω κτηρίου». Αρχικά οι ενάγοντες επεχείρησαν να εξασφαλίσουν μονομερώς το εν λόγω διάταγμα, όμως το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, έκρινε ότι αυτή θα έπρεπε να επιδοθεί στους εναγόμενους και έδωσε ανάλογες οδηγίες. Με την αγωγή οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση παρόμοιου διατάγματος εναντίον των εναγομένων, με διηνεκή όμως ισχύ καθώς επίσης και γενικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Σε συντομία, η εκδοχή των εναγόντων, όπως αυτή αναδύεται από την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση είναι ότι, μεταξύ 12/11/16 και 01/01/19, αυτοί, ως ιδιοκτήτες του προαναφερόμενου κτηρίου, σύναψαν με τους εναγόμενους 1 και 2, εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται ως ενιαία επιχείρηση στο τομέα του FOREX, τέσσερις χωριστές συμφωνίες ενοικίασης αντίστοιχων γραφείων στον 1ο και 3ο όροφο του κτηρίου (Τεκ.Α). Στις εν λόγω συμφωνίες με τους εναγομένους 1 και 2, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε είτε ως ένας εκ των εκπροσώπων των εναγομένων 1 και 2, είτε ως ένας εκ των εγγυητών και είτε ως ένας εκ των μαρτύρων. Στο 2ο όροφο του κτηρίου και μεταξύ των γραφείων που ενοικιάζουν οι εναγόμενοι 1 και 2, δύο αλλοδαπές εταιρείες (εφ' εξής η ΑΚΑ και η Sevnor) επίσης ενοικιάζουν γραφεία ενώ οι ίδιοι οι ενάγοντες διατηρούν καταστήματα και γραφεία στο ισόγειο του κτηρίου. Περί τον Οκτώβριο του 2018, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, η Sevnor άρχισε να τους υποβάλλει παράπονα μέσω emails, αναφορικά με το ότι εκπέμπεται δυνατή μουσική καθ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας από γραφείο που ενοικιάζουν οι εναγόμενοι και μέχρι αργά, η οποία μουσική παρενοχλεί τους υπαλλήλους της και δεν τους επιτρέπει να εργάζονται. Ειδικότερα και σύμφωνα με το σχετικό email της Sevnor ημερ. 04/10/18 και ώρας 19:34, η τελευταία παραπονέθηκε για «.συνεχή αφύσικο θόρυβο κατά τη διάρκεια ωρών εργασίας . που προέρχεται από το γραφείο που είναι από πάνω μας. Η μουσική «παίζει» όλη μέρα και τόσο δυνατά που επηρεάζει την ακοή και είναι πέραν των υγιεινών ορίων! Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες το ιδανικό επίπεδο (θορύβου) σε γραφείο πρέπει να είναι 35-55 dB. Είμαι τώρα στο γραφείο και το μετρώ (το επίπεδο θορύβου) να είναι αρκετά περισσότερο από αυτό και η μουσική εξακολουθεί να «παίζει».Παρακαλούμε όπως λάβετε μέτρα.» (Τεκ.Β σε ελεύθερη μετάφραση). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προέβηκαν αμέσως σε υποδείξεις προς τους εναγόμενους, οι οποίοι, αν και αρχικά τους ανέφεραν ότι η δυνατή μουσική τους ήταν απαραίτητη γιατί αυξάνει τους ρυθμούς και την αποδοτικότητα των υπαλλήλων τους εφόσον τους «οδηγεί σε έκσταση» εντούτοις έδειξαν να αντιλαμβάνονται το πρόβλημα εξ' ου και μέχρι τα τέλη Νοεμβριου έδειξαν να συμμορφώνονται και κανένα παράπονο υπήρξε ξανά. Μάλιστα δε, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, λόγω της κατανόησης που έδειξαν τότε οι εναγόμενοι και της υπόσχεσης τους ότι δεν θα ξαναδημιουργούσαν οχληρία, ανανέωσαν τις τότε υφιστάμενες συμφωνίες ενοικίασης που είχαν και προχώρησαν και στη σύναψη περαιτέρω συμφωνιών για άλλα γραφεία. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2018 όμως, σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, τα προβλήματα με τη μουσική των εναγομένων επανήλθαν, αφού αυτή τη φορά, άλλη ένοικος του κτιρίου, ήτοι η εταιρεία ΑΚΑ, υπέβαλε και αυτή παράπονο στους ενάγοντες για εκπομπή ενοχλητικής μουσικής από γραφείο των εναγομένων το οποίο βρίσκεται κάτω από το δικό της. Μάλιστα δε, ισχυρίζονται οι ενάγοντες παραπέμποντας στο σχετικό email της ΑΚΑ ημερ. 30/11/18, η τελευταία τους ανέφερε ότι εφόσον δεν μπορούσε να απολαύσει ειρηνική (peaceful) και ήσυχη κατοχή του γραφείου που ενοικίαζε, δεν ήταν διατεθειμένη να δεχτεί την αύξηση του ενοικίου που προνοούσε το συμβόλαιο της με τους ενάγοντες - «.λόγω της ενόχλησης που δημιουργείται από τη μουσική που «παίζεται» συνεχώς από το γραφείο που βρίσκεται κάτω μας (101Β) δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε ειρηνική κατοχή εφόσον στο τέλος της εργάσιμης μέρας έχουμε όλοι πονοκεφάλους, για να μην αναφέρω ότι η μουσική είναι ενοχλητική καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Παρά την σωρεία παραπόνων, όχι μόνο από εμάς αλλά και από άλλα γραφεία επίσης, δεν φαίνεται να γίνεται τίποτα . ο όρος 8 (της συμφωνίας ενοικίασης) αναφέρει ότι δεν θα πρέπει να κάνουμε οτιδήποτε στο υποστατικό που ενδέχεται να προκαλέσει οχληρία, ενόχληση ή δυσφορία στους άλλους ενοικιαστές. Διερωτόμαστε κατά πόσο το γραφείο από κάτω μας (101Β) έχει τον ίδιο όρο ενσωματωμένο στο συμβόλαιο τους; Ή είναι απαλλαγμένοι από τέτοια υποχρέωση κάτι το οποίο θα ήταν σίγουρα άδικο. Κατανοούμε ότι η αύξηση του ενοικίου είναι όρος της σύμβασης ωστόσο αδυνατούμε να εργαστούμε ήρεμα με τη συνεχή ενόχληση που προέρχεται από το γραφείο που βρίσκεται από κάτω επομένως θα σας θέλαμε να αναθεωρήσετε την αύξηση του ενοικίου λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης και σας παροτρύνουμε να κάνετε κάτι για το γραφείο 101Β. έχουμε υποχρέωση να πληρώνουμε ενοίκιο όμως και ο ιδιοκτήτης έχει υποχρέωση να μας παρέχει υποστατικό σε κατάσταση όπου μπορούμε να εργαστούμε» (Τεκ.Γ σε ελεύθερη μετάφραση). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προέβησαν σε νέα παράπονα προς τους εναγόμενους, στέλνοντας τους μάλιστα και επιστολή μέσω δικηγόρου στις 03/12/18 (Τεκ.Δ) οπόταν και οι τελευταίοι αφού τους υποσχέθηκαν ότι θα μετακινούσαν την επιχείρηση του forex σε άλλο κτίριο, τους ζήτησαν να επεκτείνουν το ενοικιαζόμενο γραφείο 101Β ενοικιάζοντας και το 101Α. Αν και οι ενάγοντες έδειξαν πίστη στις υποσχέσεις των εναγομένων και τους ενοικίασαν και το 101Α εντούτοις οι τελευταίοι δεν έδειξαν να συμμορφώνονται και συνέχισαν να ενοχλούν με τη δυνατή μουσική τους προκαλώντας νέο κύμα παραπόνων από τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας. Μάλιστα δε η Sevnor, σύμφωνα με νέα emails που έστειλε στις 04/02/19 και 08/02/19, εισηγήθηκε όπως σταλεί υπογεγραμμένη από όλους τους ενοίκους επιστολή-παράπονο και προς τον Ισραηλινό πρέσβη (Τεκ.Ε). Ισχυρίζονται περαιτέρω οι ενάγοντες ότι πρόσθετα των πάνω, και οι ίδιοι ως ένοικοι του κτηρίου ενοχλούνται από τη δυνατή μουσική που εκπέμπουν οι εναγόμενοι και ότι έφτασαν σε σημείο να ζητήσουν και την επέμβαση της αστυνομίας χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λόγω τούτου και μη έχοντας άλλη επιλογή αφού κινδυνεύουν να «χάσουν» τους άλλους ενοικιαστές τους, οι ενάγοντες έστειλαν επιστολές προς στους εναγόμενους στις 15/02/19 με τις οποίες τους ενημέρωσαν ότι τερμάτιζαν τις ενοικιάσεις τους και απαίτησαν από αυτούς όπως εγκαταλείψουν το κτήριο μέχρι 1η Απριλίου 2019 (Τεκ.Στ). Ούτε όμως αυτό φαίνεται να πτόησε τους εναγόμενους οι οποίοι μετά τις επιστολές τερματισμού παρέμειναν στο κτήριο και συνέχισαν να ενοχλούν τους άλλους ενοίκους γεγονός που δημιούργησε πέραν από ορατό κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημιάς στους ενάγοντες και επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης πέραν και ανεξάρτητα των άλλων διαδικασιών που προτίθεντο να ακολουθήσουν οι ενάγοντες για ποινική δίωξη και έξωση των εναγομένων. Στη βάση όλων των πιο πάνω οι ενάγοντες θεωρούν ότι επιβάλλεται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εφόσον οι εναγόμενοι και παραβαίνουν τους συμβατικούς όρους που τους επιβάλλουν την αποφυγή πρόκλησης οχληρίας στους άλλους ενοίκους του κτηρίου και διότι διαπράττουν το σχετικό αστικό αδίκημα του αρ.46 Κεφ.148 και το σχετικό ποινικό αδίκημα του αρ. 186 Κεφ.
  4. Στην αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι, με την ένσταση που καταχώρησαν η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ ενός εκ των διευθυντών της εναγομένης 2 ο οποίος δηλώνει γνώστης των επίδικων θεμάτων και εξουσιοδοτημένος από όλους τους εναγόμενους να υποστηρίξει την ένσταση τους, αν και δέχονται ότι ενοικίαζαν από τους εναγόμενους γραφεία στο κτήριο και ότι ο εναγόμενος 3 συμμετέχει στην εταιρική δομή των εναγομένων 1 και 2, αρνούνται ότι διεξάγουν εργασίες forex ή ότι συνιστούν ενιαία επιχείρηση ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ενώ προβάλλουν το εταιρικό πέπλο των εναγομένων 1 και 2 ως κώλυμα των τελευταίων να ενάγουν και τον εναγόμενο
  5. Η ένσταση των εναγομένων συνίσταται ουσιαστικά σε άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων περί πρόκλησης οχληρίας ή οποιουδήποτε προβλήματος λόγω εκπομπής μουσικής από τα γραφεία τους ενώ θεωρούν τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγόντων ανυπόστατους, ψευδείς, κατασκευάσματα της φαντασίας τους και καθαρά κακόπιστους ισχυρισμούς που μόνο σκοπό έχουν να εξαναγκάσουν τους εναγόμενους να ικανοποιήσουν τις προσωπικές απαιτήσεις και/ή περίεργες και/ή παράλογες επιθυμίες των εναγόντων, καταστρατηγώντας παράλληλα τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Προς επίρρωση της εν λόγω θέσης τους, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι παρέλαβαν ποτέ οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες, περιλαμβανομένης και της κατ' ισχυρισμό επιστολής τερματισμού των ενοικιάσεων και προβάλλουν διάφορους προβληματισμούς και ερωτηματικά που τους δημιουργούνται από τα όσα ισχυρίζονται οι τελευταίοι και οι οποίοι προβληματισμοί και ερωτηματικά καταδεικνύουν, κατ' εκείνους, το αντιφατικό και αβάσιμο των θέσεων των εναγόντων. Τέτοια ερωτηματικά και προβληματισμοί αφορούν, μεταξύ άλλων, στο γιατί καθυστέρησαν οι ενάγοντες να αποταθούν στο Δικαστήριο, στην «αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά» των εναγόντων να ισχυρίζονται από τη μια ότι γίνεται οχληρία από τον Οκτώβριο 2018 και από την άλλη ότι από το 2016 δεν υπάρχει οχληρία και συνάπτονταν περαιτέρω συμφωνίες ενοικίασης ή ανανεώνονταν οι υφιστάμενες (παρ. 12, 17, 34 και 35 της Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση). Ερωτηματικά επίσης τους δημιουργούνται ως προς το γιατί οι φερόμενοι ως παραπονούμενοι ένοικοι «.δεν μπορούν να θυσιάσουν μία ώρα ώστε να δοθεί ένα τέλος στην κατάσταση αυτή.» και ως προς το γιατί δεν κάμνουν αναφορά οι ενάγοντες και στο ότι η αστυνομία είχε εισέλθει στο κτήριο και για να ερευνήσει κατά πόσο υπήρχε εκρηκτικός μηχανισμός στην είσοδο άλλου γραφείου (παρ. 19 και 26β της Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση). Θέση τέλος των εναγομένων είναι ότι οι ενάγοντες δεν κατέδειξαν ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει το αρ.32 και η σχετική νομολογία για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ως εκ τούτου η αίτηση τους θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνω εδώ ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης δεν είχε παρέλθει ακόμη η προθεσμία που οι ενάγοντες έδωσαν στους εναγόμενους για να εγκαταλείψουν το κτήριο ενώ δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί η οποιαδήποτε ποινική δίωξη. Κατά την ακρόαση της αίτησης όμως, αν και η κατ' ισχυρισμό προθεσμία των εναγομένων έληξε και ουδείς εκ των μερών αναφέρθηκε στην υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, από τις εκατέρωθεν θέσεις και την προώθηση της αίτησης και της ένστασης συνάγεται ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν τα επίμαχα υποστατικά. Μετά που απερρίφθη αίτημα της πλευράς των εναγόντων να αντεξετάσουν τον ομνύοντα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω απλά στο παρόν στάδιο ότι αμφότεροι ασχολήθηκαν με τις προϋποθέσεις του αρ.32 κάνοντας ειδική αναφορά στην συγκεκριμένη φύση της αγωγής, ήτοι για κατ' ισχυρισμό πρόκληση οχληρίας. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας κατά νου και τις σχετικές αρχές που αφορούν στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του αρ.32 Ν.14/
  6. Τα αποσπάσματα που παραθέτω πιο κάτω από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου εξετάστηκαν παρόμοιας φύσης ζητήματα, συνοψίζουν επαρκώς θεωρώ τη νομική πτυχή του όλου θέματος. Highgate Primary School Ltd και Άλλοι ν. Στέλιου Φυλακτίδη και Άλλης,

(2009)1 Α.Α.Δ. 317 «Το πρωτόδικο δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 7.7.2006, ενέκρινε αίτηση των εναγόντων-εφεσιβλήτων ημερ. 2.12.2005 και εξέδωσε παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα απαγορεύοντας στους εναγόμενους, υπαλλήλους ή αντιπροσώπους τους να χρησιμοποιούν ή να επιτρέπουν τη χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο, για οποιοδήποτε σκοπό, του γηπέδου το οποίο βρίσκεται εντός των τεμαχίων 180 και 181 του Φυλ./Σχ. 21/46, τμήμα Β, Άγιος Ανδρέας, Λευκωσία, πριν από τις 8.30 π.μ. και μετά τη 1.00 μ.μ. καθημερινά και καθ' οιανδήποτε ώρα την Κυριακή. Επίσης απαγόρευσε στους εναγόμενους-εφεσείοντες, τους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους τους να χρησιμοποιούν ή να επιτρέπουν τη χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο, για οποιοδήποτε σκοπό, της διόδου προς το τεμάχιο 179, από την είσοδο του σχολείου στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, κατά μήκος του διαχωριστικού φράκτη μεταξύ των τεμαχίων 161 και 180 του προαναφερόμενου Φυλ./Σχ., κατά τις προαναφερόμενες ημέρες και ώρες.. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και αφού ανέλυσε τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται σ' αυτό και βρήκε ότι ικανοποιούνται, απεφάσισε ότι ήταν ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των εναγόντων-εφεσιβλήτων. Παρατήρησε ότι στην αγωγή αποκαλύπτονταν διάφορες βάσεις αγωγής, η κυριότερη από τις οποίες ήταν η πρόκληση οχληρίας από τους εναγόμενους στους ενάγοντες. Έκρινε ότι από την ενώπιον του μαρτυρία τεκμηριωνόταν επαρκώς ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, σ' αυτή τη βάση αγωγής, και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι με βάση την ενώπιον του μαρτυρία οι ενάγοντες-αιτητές είχαν πετύχει να δείξουν ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Κατά την κρίση του διαφαινόταν, εκ πρώτης όψεως, ότι η χρήση του ακινήτου που είχε αποκτηθεί πρόσφατα από τους εναγόμενους, με τον τρόπο και στην έκταση που γίνεται αυτή η χρήση και ιδιαίτερα με τη χρήση του γηπέδου, επηρέαζε τη δυνατότητα των εναγόντων να απολαύσουν το δικό τους ακίνητο. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η οποία συνίσταται στο ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα, το πρωτόδικο δικαστήριο παρατήρησε ότι η προϋπόθεση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί όχι μόνον αν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Έκανε αναφορά στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, όπου τονίστηκε πως η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την απλή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Και το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Στην περίπτωση, λόγω της φύσης των δικαιωμάτων που προσπαθούν να προστατεύσουν οι ενάγοντες, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.» Το επόμενο ερώτημα που απασχόλησε το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνταν, ήταν το κατά πόσο στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο της διαδικασίας, η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ήταν μέτρο πρόσφορο και δίκαιο. Έλαβε υπόψη του ότι σύμφωνα με τους εναγόμενους-εφεσείοντες η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες σ' αυτούς, που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και μέχρι το κλείσιμο του σχολείου τους. Έλαβε όμως υπόψη του και το ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τις πράξεις και παραλείψεις τους, οι οποίες, κατά την άλλη πλευρά, στοιχειοθετούν παρανομία, . στοιχείο που δεν μπορούσε να παραγνωριστεί από το δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για προσωρινό διάταγμα και μάλιστα ότι αποτελούσε σοβαρό θέμα που μπορούσε να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του αιτητή. Αφού έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έκρινε ότι ήταν ορθό και δίκαιο να εκδώσει τα ζητούμενα διατάγματα και μάλιστα εκτίμησε ότι αν στα ζητούμενα διατάγματα προστίθετο, στην απαγόρευση, και η προϋπόθεση ότι η χρήση δεν θα γινόταν «κατά τρόπο που να δημιουργεί οχληρία» τα διατάγματα θα καθίσταντο γενικά και αόριστα και συνεπώς ανεφάρμοστα. Ως εκ τούτου εξέδωσε τα προαναφερθέντα παρεμπίπτοντα διατάγματα, με το προαναφερόμενο λεκτικό, με το οποίο καθορίζονται συγκεκριμένες μέρες και ώρες απαγόρευσης της χρήσης των προαναφερόμενων ακινήτων.. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, θεωρούμε ορθή την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία στο κριτήριο του κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσον ο αιτητής, αν επιτύχει, θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του. Αναφορικά με τα κατά πόσον η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ήταν μέτρο πρόσφορο και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, και πάλι συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στάθμισε όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένης και της κατ' ισχυρισμό παρανομίας των εφεσειόντων, η οποία ορθά συνεκτιμήθηκε, ως σχετικός παράγοντας, και της κατ' ισχυρισμό οχληρίας την οποία υφίσταντο οι εφεσίβλητοι εξαιτίας των κατ' ισχυρισμό ενεργειών των εφεσειόντων. Η επέμβαση στην απόλαυση της ησυχίας κάποιου ατόμου συνιστά μια από τις αναγνωρισμένες κατηγορίες οχληρίας. Σε τέτοια περίπτωση σταθμίζεται από τη μια το δικαίωμα του κατόχου περιουσίας-εναγόμενου να χρησιμοποιεί την περιουσία του για τη δική του νόμιμη απόλαυση και από την άλλη το δικαίωμα του ενάγοντα στη, χωρίς παρεμβάσεις, απόλαυση της δικής του περιουσίας. Είναι θεμελιωμένο ότι τόσο διηνεκή όσο και παρεμπίπτοντα διατάγματα εκδίδονται από τα δικαστήρια, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με σκοπό την παρεμπόδιση ή την άρση οχληρίας (Δέστε: Kerr on Injunctions, έκτη έκδοση, Κεφ. VI, σελ. 131 κ.επ.). Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα, εφόσον οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι πρόσφεραν επαρκή μαρτυρία ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η απόλαυση της δικής τους περιουσίας από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις και ενέργειες των εναγομένων-εφεσειόντων, οι οποίες μάλιστα ήταν και παράνομες. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο προέβηκε σε λανθασμένα ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα ως προς τη χρήση της προαναφερόμενης διόδου, θεωρούμε και πάλι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε τα ενώπιον του στοιχεία και ορθά εξέδωσε και το παρεμπίπτον διάταγμα αναφορικά με τη μη χρήση της διόδου προς το τεμάχιο 179. Παρατηρούμε ότι για το τεμάχιο 179 υπήρχε μαρτυρία, εκ μέρους των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ότι θόρυβος που γίνεται στο τεμάχιο εκείνο αναγκάζει τους εφεσίβλητους να μετακινηθούν σε άλλο μέρος του σπιτιού τους και τους στερεί το δικαίωμα απόλαυσης της αυλής του σπιτιού τους. Σε σχέση με το λεκτικό των εκδοθέντων διαταγμάτων θεωρούμε ότι όταν το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρεται σε εναγόμενους, υπάλληλους ή αντιπρόσωπους τους, εννοεί ουσιαστικά τους εναγόμενους ενεργούντες προσωπικά και/ή δια των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους και επομένως ότι με τα διατάγματα είναι μόνο οι εναγόμενοι που επηρεάζονται και όχι τρίτα πρόσωπα. Κατά την κρίση μας ορθά επίσης το πρωτόδικο δικαστήριο απαγόρευσε τη χρήση των προαναφερόμενων τεμαχίων κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ωρών, ώστε τα διατάγματα να είναι σαφή και συγκεκριμένα και επομένως να μπορούν να εφαρμοστούν. Το μόνο που παρέλειψε το πρωτόδικο δικαστήριο να πράξει είναι το να επιβάλει εγγύηση στους εφεσίβλητους για τυχόν ζημιές που μπορεί να προκληθούν εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ' αυτούς των δύο διαταγμάτων.» Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, ως το τρίτο κριτήριο του Αρθρου 32, αποτελεί ουσιαστικά τον μόνο άξονα γύρω από τον οποίο επικεντρώθηκαν οι επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ (παρ. 29), κατεγράφη απλώς ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όμως στην παρ. 30, η δυσκολία αυτή συνδέθηκε με την κατ' ισχυρισμόν συνέχιση της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας που κατά τη θέση της εφεσείουσας δημιουργήθηκαν από την εφεσίβλητη. Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκιζή κ.ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκιζή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οdysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o.
(1982)1 C.L.R.
  1. Στην υπόθεση Κυρισάββα, επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή να προχωρήσει που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix κλπ.. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του, ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το Δικαστήριο αποτελεί τον θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμοδία αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.» Και σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν ασύνδετο της ποινικής δίωξης που η αρμοδία αρχή θα μπορούσε να εγείρει, με την αστική διαφορά: «Το κράτος δικαίου περιλαμβάνει και συσχετίζει ενιαίες έννοιες και δεν μπορεί μια διαφορά η οποία ενδεχομένως να έχει και αστική και ποινική πτυχή να διαχωρίζεται πλασματικά και μόνο.» Σε παρόμοιες ουσιαστικά συνθήκες στην υπό κρίση έφεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε στην ουσία αυτή ταύτη την ενέργεια που έγινε από την εφεσίβλητη, που κατά τη θέση της εφεσείουσας συνιστούσε επέμβαση στα δικά της δικαιώματα. Πρόσθετα, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, η εφεσίβλητη δεν είχε εξασφαλίσει την έγκριση της χρήσης για το χώρο έκτασης 7 τ.μ. από την αρμόδια αρχή, ως ρητά περιελάμβανε ο όρος 4 του Τεκμ.
  2. Αυτό μάλιστα, και, πρέπει να σημειωθεί, σε εμφανή αναντιστοιχία της ταυτόχρονης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ικανοποιούνταν στα δεδομένα της υπόθεσης τα δύο πρώτα κριτήρια του Αρθρου 32, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Κριτήρια βεβαίως που ως σημείωσε το Δικαστήριο, συναρτώνταν προς τη βάση της αγωγής της εφεσείουσας που ήταν η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία και η οχληρία. Προκύπτει ότι δεν ήταν αδήριτη ανάγκη η περαιτέρω εξήγηση της καταγραφείσας στην παρ. 29 της ένορκης δήλωσης της Κάνθερ, ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αρκούσε, υπό τις συνθήκες, η καταγραφείσα στην παρ. 30 σύνδεση των ενεργειών της εφεσίβλητης με το παράνομο της ενέργειας της, παρανομία που έχει τη δική της καταλυτική σημασία εφόσον ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου. Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του από την εφεσείουσα που περιελάμβανε αρχιτεκτονικά σχέδια και φωτογραφίες, Τεκμ. 8(α)-(δ) στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ, που εμφανώς έδειχναν την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη μονομερή ενέργεια της εφεσίβλητης. Οι φωτογραφίες είναι αυτόδηλες και εμφανίζουν σωρεία τραπεζιών, καρέκλων και ανθώνων ακριβώς έξω από την ανατολική είσοδο του κτιρίου. Το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσο οι ένοικοι ή οι πελάτες αυτών έχουν πρόσβαση έστω με δυσκολία στο κτίριο, ούτε και χρειαζόταν συγκεκριμένη μαρτυρία προς τούτο εφόσον η παράνομη επέμβαση της εφεσίβλητης εμφανώς αλλοίωσε το χώρο έμπροσθεν της ανατολικής εισόδου με όλα τα συνεπακόλουθα. . Σημασία είχε να διατηρηθεί στο status quo ante πριν δηλαδή την επέμβαση της εφεσίβλητης στον αμφισβητούμενο χώρο. Και αυτό όφειλε να διασφαλίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ιδιαιτέρως εφόσον ορθά έκρινε ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (δέστε Κυρισάββα v. Κύζη - ανωτέρω - σελ. 1256-1257).» ΧΑΡΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε 68/2013, 24/3/2015 «Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 και τις σχετικές αρχές της νομολογίας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον προηγουμένως κρίνει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τηρείτο η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα θα έπρεπε να είχε λήξει εκεί, χωρίς να παρίστατο ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη μη έκδοσή του (Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27.2.2015, σ.16). Βεβαίως και προς άρση οποιασδήποτε παρανόησης σημειώνουμε ότι από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο Δικαστήριο για την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτουμένου προστακτικού διατάγματος (Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 και Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2010, 31.1.2013). Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης και εδώ έγκειται και η ουσία του πράγματος. Εύκολα μπορούμε να συμμεριστούμε τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων θα αποτελεί για τους εφεσείοντες επαρκή θεραπεία, αν αυτοί τελικά επιτύχουν με την αγωγή τους. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο στηριζόμενο αποκλειστικά στο λόγο της Ηighgate Primany Schools κ.α. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, στο ικανοποιητικό του μέτρου των αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσειόντων σε τελικό στάδιο, αγνόησε και την άλλη παράμετρο όπως τέθηκε υπό το φως της Μ. & Ch. Mitsingas κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary Schools (ανωτέρω). Το γεγονός όμως ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει την πληρότητα εκείνη που απαιτείται από τις περιστάσεις, υπό την έννοια ότι δεν εξετάστηκαν και άλλοι παράμετροι του σχετικού αδικήματος της οχληρίας με τις ιδιαιτερότητες που αυτό φέρει ως εκ της φύσης του, θεραπεία της επιείκειας, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα (Γιαβρή ν. Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125). Αν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής η χορήγηση τελικού διατάγματος, που ανάγεται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, με κύριο έρεισμα τον σκοπό για τον οποίο επιζητείται θεραπεία, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, όπως οι αποζημιώσεις, μπορούν να το αποκαταστήσουν, πόσο μάλλον στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Εκείνο όμως που είναι σημαντικό να τονιστεί, είναι ότι εδώ, δεν πρόκειται για παράνομη πράξη ή ενέργεια, όπως την έθεσαν οι εφεσείοντες, εφόσον οι εφεσίβλητοι νομίμως έλαβαν την εν λόγω απόφαση όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Συμβουλίου, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων μερών. Η συμπεριφορά των εφεσιβλήτων δεν μπορούσε κατ΄ ουδένα λόγο να χαρακτηριστεί ως παράνομη, περιφρονητική ή τέτοια που να αγνοεί τα δικαιώματα των εφεσειόντων ούτως ώστε να εμπίπτει κάτω από το λόγο της Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245. Ο κίνδυνος δυστυχήματος τον οποίο προτάσσουν οι εφεσείοντες από την έξοδο οχημάτων δεν αλλάζει τα πράγματα. Η εκδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία. Οι διαφορές που υπήρχαν στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, και ιδιαιτέρως ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να τους προσδώσει κάποιος, εφόσον δεν επιτρέπεται σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, ορθά οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι το έργο αυτό θα πρέπει να αφεθεί στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Aβερκίου (ανωτέρω)). Εκ της φύσεως του ένα τέτοιο διάταγμα δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων, αλλά την απόδοση θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Άλλωστε, ένα συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης και όχι σε ικανοποίηση του ουσιαστικού της αιτήματος (Goodies Εvagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) ν. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1 Α.Α.Δ. 157 και Τσιερκέτζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα περιστατικά της παρούσα υπόθεσης παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, στις αδιαμφισβήτητες συμφωνίες ενοικίασης των μερών, καθώς επίσης και στους κοινώς αποδεκτούς και υπογεγραμμένους Κανονισμούς του κτηρίου που συνοδεύουν τις εν λόγω συμφωνίες (Τεκ.Α), επιβάλλεται η ρητή υποχρέωση προς τους ενοικιαστές, ήτοι τους εναγόμενους 1 και/ή 2 αναλόγως της περίπτωσης, όπως μην πράξουν ή επιτρέψουν να γίνει οτιδήποτε εντός του ενοικιαζόμενου υποστατικού το οποίο θα προκαλέσει οχληρία ή ενόχληση ή δυσφορία στους άλλους ενοίκους (βλ. όρο 8 και κανονισμό 5). Δέσμευση ότι ο ενοικιαστής θα τηρεί πιστά την εν λόγω υποχρέωση του όπως και τους υπόλοιπους συμβατικούς και Κανονισμούς ανέλαβε απέναντι στους ενάγοντες και ο εναγόμενος 3, σε κάποιες συμφωνίες ως εκπρόσωπος του ενοικιαστή και σε άλλες προσωπικά ως εγγυητής. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν τη θέση των εναγομένων περί ύπαρξης οποιουδήποτε κωλύματος, είτε κατ' εφαρμογή των αρχών του εταιρικού πέπλου είτε άλλως πώς, στην προώθηση της αγωγής και της αίτησης εναντίον και του εναγόμενου 3 προσωπικά και ως εταιρικού εκπροσώπου, καθώς επίσης και τη θέση περί ασυμβίβαστου της προτιθέμενης παράλληλης ποινικής δίωξης, θέματα τα οποία απαντούνται πλήρως από το απόσπασμα της Highgate ανωτέρω. Κατά δεύτερο, για να υποστηρίξουν τις θέσεις και την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγοντες δεν περιορίστηκαν μόνο στους δικούς τους ισχυρισμούς περί πρόκλησης οχληρίας από τους εναγόμενους ώστε να τίθεται εντονότερο το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν πιο κατάλληλο, ενόψει της άρνησης που προβάλλουν οι εναγόμενοι, όπως το όλο θέμα αφεθεί να εξεταστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Αντιθέτως, οι ενάγοντες προσκόμισαν και τη γραπτή μαρτυρία ανεξάρτητων τρίτων, ήτοι άλλων ενοίκων του κτηρίου, οι οποίοι φέρονται να έχουν το ίδιο παράπονο από τους εναγόμενους και οι οποίοι μάλιστα φέρονται να έφτασαν και σε σημείο να σκεφτούν να ζητήσουν την εμπλοκή του Ισραηλινού πρέσβη προς επίλυση του κατ' ισχυρισμό προβλήματος. Σε σχέση με αυτά τα παράπονα, οι εναγόμενοι στην ένσταση τους περιορίστηκαν απλά στο να τα απορρίψουν ως αβάσιμα και αναληθή, κατά γενικό και αόριστο τρόπο όμως, εφόσον δεν παρουσιάστηκε ούτε η παραμικρή μαρτυρία ή εξήγηση ως προς το γιατί κάποιοι άλλοι ένοικοι του κτηρίου να έχουν αποφασίσει ξαφνικά, να προφασιστούν την ίδια ενόχληση και να παραπονεθούν για την ίδια οχληρία που κατ' ισχυρισμό προκαλείται από τα γραφεία των εναγομένων, επικαλούμενοι μάλιστα τους ίδιους συμβατικούς όρους και κανονισμούς που επικαλούνται και οι ενάγοντες. Επισημαίνω εδώ ότι καμία μαρτυρία ή στοιχείο προσκόμισαν οι εναγόμενοι που να υποδηλοί έστω ως υποψία, ότι οι εν λόγω τρίτοι ένοικοι στην πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητοι αλλά υποκινούνται από αλλότρια κίνητρα ή ότι τους παροτρύνουν οι ενάγοντες να υποβάλουν ψευδή παράπονα εναντίον τους. Η εν λόγω μαρτυρία των εναγόντων συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου που εξετάζεται η μαρτυρία για σκοπούς αιτήσεων αυτής της φύσης, συνιστά επαρκή μαρτυρία ότι υπό τις περιστάσεις, φαίνεται να επηρεάζεται δυσμενώς η απόλαυση της περιουσίας των εναγόντων και των άλλων ενοίκων του κτηρίου από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις και ενέργειες των εναγομένων, οι οποίες φέρονται να συνιστούν και παραβίαση των συμβατικών όρων καθώς και των κοινώς αποδεκτών Κανονισμών του κτηρίου. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση των εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι η εν λόγω θέση δεν ευσταθεί εφόσον είναι απόλυτα κατανοητό όπως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η οποία αφορά στις σχέσεις μεταξύ ενοίκων μιας πολυκατοικίας, κάποιος χρόνος θα αναλωθεί στο να επιχειρηθεί πρώτα μια φιλική επίλυση του όλου θέματος ώστε να αποφευχθεί η δικαστική οδός. Αυτή άλλωστε είναι και η επιθυμητή πρακτική, ιδιαίτερα όταν κατά τ' αρχικά στάδια του προβλήματος, ουδείς εκ των μερών επιθυμεί την πλήρη ρήξη των συμβατικών και των άλλων σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί από την συνύπαρξη σε μια κοινόκτητη οικοδομή. Η μαρτυρία δε που προσκόμισαν οι ενάγοντες, φανερώνει, εκ πρώτης όψεως, ότι για πέντε μήνες, ήτοι από τον Οκτώβριο 2018 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2019, όντως έγιναν προσπάθειες για να επιδειχθεί κατανόηση και να επιτευχθεί κάποια φιλική διευθέτηση πλην όμως «.the situation did not change.» (βλ. email Sevnor ημερ. 08/02/19 Τεκ. Ε στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση). Απ' εκεί και πέρα, η αντίδραση των εναγόντων ήταν άμεση εφόσον μία εβδομάδα αργότερα, ήτοι στις 15/02/19, τερμάτισαν τις συμφωνίες τους με τους εναγόμενους και δύο εβδομάδες μετά, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και αίτηση. Καμία επομένως αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεν διαπιστώνεται να υπάρχει από πλευράς εναγόντων ενώ το θέμα του κατεπείγοντος, ως νομικά δικαιοδοτική προϋπόθεση, έπαυσε να ισχύει όταν δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους (βλ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΕΣΠΩ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση Αρ. 354/13, 4/12/2015 και Αναφορικά με τη Γαβριέλλα Βαλεντίνα Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ 1943). Κατά τρίτο, λόγω της φύσης των επηρεαζόμενων δικαιωμάτων που επιχειρούνται να προστατευτούν στα πλαίσια υποθέσεων που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό οχληρία, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να ικανοποιηθεί για το θέμα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές, όχι μόνον αν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Ο χρηματικός παράγοντας για σκοπούς αποζημίωσης λαμβάνεται μεν υπόψη στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, όμως λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες εφόσον το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου. Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες αναφορικά με τα παράπονα που και άλλοι ενοικιαστές υπέβαλαν προς αυτούς σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά των εναγομένων, φανερώνει, τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως, όχι μόνο συμπεριφορά από μέρους των εναγομένων η οποία επηρεάζει δυσμενώς το δικαίωμα των εναγόντων για νόμιμη απόλαυση και εκμετάλλευση, χωρίς παρεμβάσεις, της δικής τους περιουσίας αλλά και αντισυμβατική συμπεριφορά η οποία καταδεικνύει έναν πέραν από ορατό κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς εφόσον φαίνεται να απειλείται ακόμη και αυτή καθ' αυτή η ισχύς των συμφωνιών που οι ενάγοντες έχουν με τους άλλους ενοικιαστές τους. Τυχόν τερματισμός ή περιορισμός των εν λόγω συμφωνιών από τους ενοικιαστές λόγω αδυναμίας απόλαυσης ειρηνικής και απρόσκοπτης ενοικίασης, κάτι που συνιστά συμβατικό όρο και υποχρέωση των εναγόντων ως ιδιοκτητών, σίγουρα θα επιφέρει ζημιά στους τελευταίους, η οποία ζημιά, εκ της φύσης της θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί πόσο μάλλον να μπορέσει επανορθωθεί στο μέλλον. Δεν παραγνωρίζω τέλος ότι το αιτούμενο προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία παρόμοια θεραπεία με αυτή που επιδιώκεται με την αγωγή και ότι κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί, όπως εξ' άλλου ισχυρίζονται και οι εναγόμενοι στην ένσταση τους, ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος θα επέφερε ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής. Παρά ταύτα, όπως επισημαίνει και η σχετική νομολογία, το Δικαστήριο έχει εξουσία σε κατάλληλη περίπτωση, όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης το επιβάλλει, να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής ιδιαίτερα όταν εκείνο που επιδιώκεται με το απαγορευτικό διάταγμα είναι ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, στην οποία παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, το παράπονο των εναγόντων αλλά και των υπόλοιπων ενοίκων του κτηρίου, όπως αυτό αναδύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αφορά ουσιαστικά στο ότι οι εναγόμενοι δεν σέβονται τους υπόλοιπους ενοίκους του κτιρίου και δεν συμμορφώνονται με τη συμβατική τους υποχρέωση να χρησιμοποιούν τα υποστατικά που ενοικιάζουν κατά τρόπο ώστε να μην επηρεάζεται η ειρηνική και απρόσκοπτη απόλαυση του ίδιου δικαιώματος που έχουν οι άλλοι ένοικοι σε σχέση με τα δικά τους υποστατικά. Δεν ζητείται η απομάκρυνση των εναγομένων από το κτήριο ούτε και οποιοσδήποτε δυσανάλογος περιορισμός τους ώστε να τίθεται θέμα ικανοποίησης της αγωγής από αυτό το ενδιάμεσο στάδιο με την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Αντιθέτως, με την παρούσα αίτηση ζητείται απλά η παροχή προσωρινής θεραπείας μέχρι να εξεταστεί και να αποφασιστεί τελεσίδικα η ακριβής έκταση και συνέπειες της κατάστασης που έχουν κατ' ισχυρισμό δημιουργήσει οι εναγόμενοι με τη συμπεριφορά τους, η οποία όμως εξέταση δεν μπορεί αντικειμενικά να διεξαχθεί άμεσα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω και το ότι δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και ο κατ' ισχυρισμό τερματισμός των συμφωνιών με τους εναγόμενους από πλευράς εναγόντων, ο οποίος φέρεται να κοινοποιήθηκε στους πρώτους με τις επιστολές της 15/02/
  1. Αν και οι εναγόμενοι περιορίστηκαν απλά να αρνηθούν την παραλαβή των εν λόγω επιστολών, η σχετική αναφορά που γίνεται στην ένσταση καταδεικνύει ότι με την επίδοση της παρούσας αίτησης στις 07/03/19, στην οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια οι εν λόγω επιστολές, περιήλθε σε γνώση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούν πλέον τη συνέχιση της ενοικίασης και ότι απαιτούσαν όπως μέχρι την 01/04/19 τους παραδοθεί κενή και ελεύθερη κατοχή των γραφείων. Παρά ταύτα οι εναγόμενοι φαίνεται να εξακολουθούν να παραμένουν στα υποστατικά χωρίς όμως να επικαλούνται οποιοδήποτε συγκεκριμένο δικαίωμα ή νόμιμο λόγο προς τούτο. Χωρίς να αποφαίνομαι επί του θέματος τούτου, αυτή είναι σίγουρα μία παράμετρος η οποία αφορά άμεσα στο κατά πόσο μπορούν πλέον οι εναγόμενοι να προβάλλουν ως υπεράσπιση το δικαίωμα τους να απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα επίμαχα γραφεία ως ενοικιαστές και η οποία παράμετρος δεν μπορεί να αγνοηθεί για σκοπούς της παρούσας αίτησης, ιδιαίτερα αναφορικά με το θέμα του status quo ante. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του αρ.32 και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα το οποίο θα ισχύει μέχρι της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Η αίτηση συνεπώς θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Τούτου λεχθέντος, έχω προβληματιστεί ως προς το λεκτικό που ένα τέτοιο προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να έχει και αυτό ώστε να μην καθίσταται γενικό και αόριστο και η συμμόρφωση με αυτό να μπορεί επαρκώς να ελεγχθεί δικαστικά (βλ Highgate ανωτέρω). Ως εκ τούτου και λαμβανομένων υπόψη όλων των συγκεκριμένων περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μέχρι και σήμερα, δεν θεωρώ ορθό να εκδοθεί διάταγμα με το λεκτικό που ζητούν οι ενάγοντες αλλά διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους προσωπικά και/ή ενεργούντες δια των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους, από του να χρησιμοποιούν ή να εκπέμπουν μουσική καθ' οιανδήποτε ώρα της ημέρας, κατά τρόπο που να ακούγεται στους κοινόχρηστους χώρους του κτηρίου Interlink Hermes Plaza στη Λεμεσό και/ή στα υποστατικά των άλλων ενοίκων του κτηρίου. Ενόψει των πιο πάνω συνεπώς. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα που θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3, προσωπικά και/ή ενεργούντες δια των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους, από του να χρησιμοποιούν ή να εκπέμπουν μουσική καθ' οιανδήποτε ώρα, κατά τρόπο που να ακούγεται στους κοινόχρηστους χώρους του κτηρίου Interlink Hermes Plaza στη Λεμεσό και/ή στα υποστατικά των άλλων ενοίκων του κτηρίου. Το διάταγμα θα τελεί υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες, μέσα σε πέντε μέρες από σήμερα, θα υπογράψουν εγγύηση για τυχόν ζημιές τις οποίες θα υποστούν οι εναγόμενοι εξαιτίας της λανθασμένης έκδοσης του προαναφερόμενου διαταγμάτων, ύψους €5.
  2. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, οι ενάγοντες, ως επιτυχόντες διάδικοι, τα δικαιούνται. Έχουν όμως δημιουργηθεί και έξοδα στη διαδικασία συνεπεία της αίτησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες για αντεξέταση του ομνύοντα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων και η οποία απερρίφθη κατόπιν ακρόασης. Τα εν λόγω έξοδα έκρινα ορθό όπως τα αποφασίσω αναλόγως της έκβασης της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, από τα οποία όμως να αφαιρεθούν τα έξοδα που θα υπολογιστούν να έχουν προκύψει σε σχέση με την αίτηση των εναγόντων για αντεξέταση του ομνύοντα των εναγομένων. Τα επιδικασθέντα έξοδα να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Οχληρία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.