ABOUSAFI ν. ΠΑΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής:391/12, 27/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:391/12 Μεταξύ: xxxx ABOUSAFI Ενάγουσα και xxxxx ΠΑΣΙΑΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Καλλής Για Εναγόμενο: κ. Ν. Θρασυβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 30/01/12, η ενάγουσα, η οποία κατάγεται από το Λίβανο, ισχυρίζεται τα εξής στην Έκθεση Απαίτησης της: «Η Ενάγουσα ήταν σύζυγος του Εναγόμενου και την 05/05/2004 εξεδόθηκε διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Κατά ή περί τις 4 Μάίου 2004, τα μέρη υπέγραψαν γραπτή συμφωνία με την οποία διευθέτησαν τις περιουσιακές και άλλες διαφορές τους (από τώρα και στο εξής καλούμενη Ή Συμφωνία'), η οποία συμφωνία κατατέθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού εις την αίτηση περιουσιακών διαφορών 23/2005 και εκδόθηκε απόφαση με την οποία αναγνωρίζετο ότι η συμφωνία διευθέτησης που έγινε μεταξύ της Ενάγουσας ως Καθ' ής η αίτησης και του Εναγομένου ως Αιτητή στις 4/05/2004 έχει ρυθμίσει τις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων και είναι δεσμευτική για αυτούς.Δυνάμει του όρου 10 της Συμφωνίας ο Εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση όπως καταβάλλει μηνιαίο επίδομα στην Ενάγουσα για το σκοπό συντήρησης της το ύψος του οποίο καθορίστηκε στο ποσό των £600, δηλαδή €1025,16 το μήνα. Η υποχρέωση καταβολής του ως άνω μηνιαίου επιδόματος άρχιζε άμεσα με την υπογραφή της Συμφωνίας και έληγε σε περίπτωση που η Ενάγουσα ξαναπαντρεύετο ή ζούσε με άλλο πρόσωπο. Η Ενάγουσα μέχρι και σήμερα δεν έχει ξαναπαντρευτεί και ούτε ζει με άλλο πρόσωπο. Κατά παράβαση της συμφωνίας ο Εναγόμενος αρνήθηκε και / ή αμέλησε να καταβάλει το ποσό των £600, δηλαδή € 1025,16 το μήνα εις την Ενάγουσα από το Νοέμβριο του έτους 2009 με αποτέλεσμα κατά τις 31/12/2011 να της οφείλει συνολικό ποσό £ 15,600, δηλαδή €26654.
- και.θα εξακολουθήσει να μην καταβάλλει το ποσό των Α.Κ£600.» Στη βάση των πιο πάνω η ενάγουσα αξιώνει «.Λ.Κ£ 16200, δηλαδή ποσό €27679.34 το οποίο αφορά τα επιδόματα από Νοέμβριο του έτους 2009 μέχρι Ιανουάριο του έτους 2012.» καθώς επίσης και «.διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο να καταβάλλει στην Ενάγουσα το ποσό των Α.Κ£600, δηλαδή €1025,16 το μήνα, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από Φεβρουάριο 2012 και ούτω καθ'έξής.». Με την υπεράσπιση που καταχώρησε στις 29/06/12, ο εναγόμενος δέχεται ότι μεταξύ του και της ενάγουσας υπεγράφη στις 04/05/04 συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων και η οποία «.με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών 23/2005 αναγνωρίστηκε ότι έχει ρυθμίσει τις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων και είναι δεσμευτική για τους διαδίκους.» και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία «.συντάχθηκε από τους Αντρέας Γιωρκάτζης & Σια με οδηγίες που δόθηκαν από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο στον xxxx Γιωρκάτζη που ενεργούσε για λογαριασμό αμφοτέρων.». Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος ότι «.βάση του όρου 10 της συμφωνίας ημερομηνίας 04/05/2004 μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου ο Εναγόμενος ανέλαβε όπως πληρώνει έναντι της διατροφής (maintenance) της Ενάγουσας μηνιαίο επίδομα (allowance) ύψους Λ.Κ 600 η πληρωμή του οποίου θα έπαυε σε περίπτωση που η Ενάγουσα θα συνήπτε νέο γάμο (remarry) ή θα συζούσε με άλλο πρόσωπο (lives with another person).» και ότι επειδή «.η Ενάγουσα που κατάγεται από τον Λίβανο επιθυμούσε όπως μετά την λύση του γάμου της με τον Εναγόμενο εγκατασταθεί στον Λίβανο συνοδευόμενη από το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και επειδή επιθυμία του Εναγόμενου ήταν όπως το ανήλικο τέκνο των διαδίκων παραμείνει στην Κύπρο συμφωνήθηκε όπως σε αντάλλαγμα της αποδοχής της Ενάγουσας όπως ο ανήλικος παραμείνει στην Κύπρο της καταβάλλεται μηναίο επίδομα για να μπορέσει να παραμείνει στην Κύπρο μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας/διευθέτησης που περιλάμβανε διευθέτηση των περιουσιακών των διαφορών ο Εναγόμενος συμφώνησε όπως καταβάλει τα έξοδα αγοράς διαμερίσματος όπου θα διέμενε η Ενάγουσα μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων.» Θέση του εναγόμενου είναι ότι ενώ αυτός εκπλήρωσε τις δικές του υποσχέσεις με βάση τη συμφωνία των διαδίκων και ότι αρχικά «.κατέβαλλε στην Ενάγουσα έναντι των εξόδων συντήρησης της το ποσό των Λ.Κ 600 μηνιαίως και επιπρόσθετα της κατέβαλλε μηνιαίως το ποσό των Λ.Κ400 έναντι των εξόδων συντήρησής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων ενώ κάλυπτε τα έξοδα μόρφωσης/εκπαίδευσής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων ως και άλλα έξοδα.», η ενάγουσα στην πορεία αποφάσισε όπως εγκαταλείψει την Κύπρο και εγκατασταθεί μόνιμα στο Λίβανο και όπως δημιουργήσει δεσμό με τρίτο πρόσωπο με το οποίο άρχισε να συζεί κατά ή περί τον Οκτώβριο του
- Λόγω τούτου, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αυτός και η ενάγουσα συμφώνησαν όπως από την 01/01/10 σταματήσει να της καταβάλλει οποιαδήποτε ποσό ως διατροφή, αναλάβει αυτός τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου τους και της εξοφλήσει μια συγκεκριμένη οφειλή που είχε τότε στη τράπεζα Marfin. Στη βάση αυτής της συνεννόησης, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, καταχωρήθηκε στη συνέχεια στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού η αίτηση 83/10, όπου στις 31/03/10, με τη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων και των δύο διαδίκων, ακυρώθηκαν τα προηγούμενα διατάγματα που ανέθεταν τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στην ενάγουσα και διατάχθηκε όπως ο εναγόμενος φυλάττει και φροντίζει πλέον το εν λόγω ανήλικο τέκνο ως η συνεννόηση τους. Η ενάγουσα δεν άφησε αναπάντητους τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου και με την Απάντηση που καταχώρησε στις 14/02/13, επανέλαβε τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Ε/Α της και αρνήθηκε οποιοδήποτε ισχυρισμό του εναγόμενου ο οποίος δεν συνάδει με τους δικούς της. Ειδικότερα όμως η ενάγουσα, σε απάντηση των όσων ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ισχυρίστηκε ότι είναι «.Ένεκα της κακής κατάστασης της υγείας της .(που) αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου υιού της στον Εναγόμενο και να μεταβεί στο Λίβανο με σκοπό να λάβει περαιτέρω θεραπεία (και όχι).. για να συζήσει ή να παντρευτεί τρίτο πρόσωπο.αλλά για να προβεί σε θεραπεία.(και ότι) πρόθεση της .είναι να επιστρέφει στη Κύπρο και να διαμείνει με τον ανήλικο υιό της αμέσως μόλις η υγεία της βελτιωθεί». Ισχυρίστηκε επίσης στην Απάντηση της η ενάγουσα ότι η «.εξόφληση από τον Εναγόμενο οφειλής της Ενάγουσας προς τη Marfin Laiki Bank τούτο έγινε από τον Εναγόμενο προς εξόφληση παλαιών καθυστερημένων διατροφών τις οποίες ο Εναγόμενος όφειλε προς την Ενάγουσα δυνάμει των όρων 9 και 10 της συμφωνίας η οποία τιτλοφορείται "Agreement of Settlement" ημερομηνίας 4 Μαΐου 2004.», ότι «.ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι ο Εναγόμενος θα έπαυε να πληρώνει τη διατροφή της Ενάγουσας.», ότι «.ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η αίτηση 83/2010, ουδέποτε έλαβε γνώση του περιεχομένου της αίτησης 83/2010 και ουδέποτε έδωσε οδηγίες στο κύριο xxxx Λυσάνδρου για την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που πράγματι διαφανεί ότι εκδόθηκε το οποιοδήποτε τέτοιο διάταγμα τούτο θα πρέπει να παραμεριστεί εφόσον ουδέποτε της έχει επιδοθεί» και ότι οι επιστολές που έστειλε μέσω του τότε προαναφερόμενου δικηγόρου της καταδεικνύουν ότι «.ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ο τερματισμός της πληρωμής της διατροφής της Ενάγουσας.». Τέλος η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στο βαθμό που ο εναγόμενος προσπαθεί να επικαλεσθεί τις πρόνοιες της συμφωνίας που απαγορεύουν τη σύναψη δεσμού και γάμου, «.αυτοί οι όροι αντιβαίνουν το Σύνταγμα, άρθρο 22 και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τούτο είναι ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο δεν απεμπολείται ή μπορεί κάποιος να παραιτηθεί αυτού». Υπό το πιο πάνω δικογραφημένο πλαίσιο και αφού ολοκληρώθηκαν όλα τα σχετικά διαδικαστικά θέματα, ξεκίνησε στις 20/05/19 η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας προσήλθε να καταθέσει η ίδια ως ΜΕ
- Η ουσία της κυρίως εξέτασης της ενάγουσας, η οποία κατέθεσε στην αγγλική γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στα ελληνικά, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α1 και Α2). Στη δήλωση της η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της περί σύναψης με τον εναγόμενο γραπτής συμφωνίας στις 04/05/04 «με την οποία διευθετήσαμε τις περιουσιακές και άλλες διαφορές μας» και ότι η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού με την αίτηση περιουσιακών διαφορών 23/2005 οπόταν και το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε στις 31/05/2005 απόφαση με την οποία αναγνωρίζετο ότι η εν λόγω συμφωνία έχει ρυθμίσει τις περιουσιακές διαφορές των διαδίκων και είναι δεσμευτική για αυτούς (Τεκ.2 και 3). Επαναλαμβάνει επίσης η ενάγουσα το δικογραφημένο της ισχυρισμό ότι «.δυνάμει του όρου 10 της Συμφωνίας ο πρώην σύζυγος μου ανέλαβε την υποχρέωση όπως καταβάλλει μηνιαίο επίδομα σ' εμένα το ύψος του οποίου καθορίστηκε στο ποσό των £600, δηλαδή €1025,16 το μήνα. Η υποχρέωση καταβολής του ως άνω μηνιαίου επιδόματος άρχιζε άμεσα με την υπογραφή της Συμφωνίας και έληγε σε περίπτωση που ξαναπαντρευόμουν ή ζούσα με άλλο πρόσωπο.». Είναι δε η θέση της ενάγουσας ότι αν και μέχρι και σήμερα η ίδια δεν έχει ξαναπαντρευτεί ούτε ζει με άλλο πρόσωπο, ο πρώην σύζυγος της, δηλαδή ο εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας αρνήθηκε και/ή αμέλησε από το Νοέμβριο 2009 να της καταβάλει το ποσό των £600, δηλαδή €1025,16 το μήνα και ως εκ τούτου, δικαιούται απόφαση εναντίον του τόσο για το συνολικό ποσό των £16,200 (€27679.34) που αφορά στα «.επιδόματα από Νοέμβριο του έτους 2009 μέχρι Ιανουάριο του έτους 2012 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων.» καθώς επίσης και «.διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον πρώην σύζυγο μου να καταβάλλει σ'εμενά το ποσό των Λ.Κ£600, δηλαδή €1025,16 το μήνα, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από Φεβρουάριο 2012 και ούτω καθ' εξής.». Η δήλωση της ενάγουσας δεν περιορίζεται μόνο στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης αλλά προχωρεί και αναπτύσσει και τις θέσεις που προβλήθηκαν στο δικόγραφο της Απάντησης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του. Ισχυρίζεται συναφώς η ενάγουσα ότι ο εναγόμενος «.δεν αναφέρει την αλήθεια όταν στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι εγώ επιθυμούσα όπως μετά τη λύση του γάμου μας εγκατασταθώ στο Λίβανο μαζί με το ανήλικο τέκνο μας και ότι επειδή επιθυμία του τέως συζύγου μου ήταν όπως το ανήλικο τέκνο μας παραμείνει στη Κύπρο συμφωνήθηκε όπως σε αντάλλαγμα της αποδοχής μου όπως ο ανήλικος παραμείνει στη Κύπρο μου καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα για να μπορέσω να παραμείνω στη Κύπρο μαζί με το ανήλικο τέκνο. (και).όταν στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης του αναφέρει ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας ότι σε περίπτωση που έπαυα να διαμένω στη Κύπρο θα έπαυε και η πληρωμή σε μένα του μηνιαίου επιδόματος που ο τέως σύζυγος μου συμφώνησε να καταβάλλει σε μένα και δεν αναφέρει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης του ότι πρόθεση μας κατά το χρόνο σύνταξης της Συμφωνίας ήταν όπως ο τέως σύζυγος μου καταβάλλει σε μένα μηνιαίο επίδομα μόνο στην περίπτωση εκείνη που εγώ θα παρέμεινα ή διέμενα στη Κύπρο..». Επαναλαμβάνει δε η ενάγουσα ότι «.ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ εμένα και του τέως συζύγου μου ότι ο τέως σύζυγος μου θα έπαυε να πληρώνει τη διατροφή μου και ότι καμία διευθέτηση δεν έλαβε χώρα μεταξύ εμένα και του τέως συζύγου μου περί τον Οκτώβριο του 2009.», ότι η ενέργεια του εναγόμενου να εξοφλήσει οφειλή της προς την Marfin ήταν «.προς εξόφληση παλαιών καθυστερημένων διατροφών τις οποίες ο τέως σύζυγος μου, όφειλε σ' εμένα, δυνάμει των όρων 9 και 10 της Συμφωνίας.» και ότι «.ουδέποτε έδωσα οδηγίες στο κύριο xxxx Λυσάνδρου για την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος με την οποία έπαυε η υποχρέωση του τέως συζύγου μου για πληρωμή διατροφής σ' εμένα.». Με την έναρξη της αντεξέτασης της ενάγουσας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου ρώτησε την τελευταία αν συμφωνεί μαζί του ότι με την παρούσα αγωγή, αυτό που ουσιαστικά διεκδικεί από τον εναγόμενο είναι οφειλόμενες διατροφές από πρώην σύζυγο προς πρώην σύζυγο καθώς επίσης και διάταγμα για καταβολή τέτοιων διατροφών από τούδε και στο εξής. Με το που η τελευταία απάντησε καταφατικά, ο συνήγορος του εναγόμενου ζήτησε όπως διακοπεί η αντεξέταση και εξεταστεί θέμα καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Κατόπιν όμως εισήγησης του Δικαστηρίου με την οποία αμφότεροι οι συνήγοροι συμφώνησαν, επειδή η ενάγουσα ήρθε στην Κύπρο από το εξωτερικό αποκλειστικά για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ορθότερο όπως συνεχιστεί και ολοκληρωθεί η αντεξέταση της υπό την επιφύλαξη του θέματος που ηγέρθη ως προς τη δικαιοδοσία, έτσι ώστε να μπορέσει να αποδεσμευτεί η μάρτυς και όπως το θέμα της δικαιοδοσίας εγερθεί εκ νέου και εξεταστεί μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της. Σημειώνω εδώ ότι κατά τη δεύτερη μέρα της αντεξέτασης της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ήθελε να διευκρινίσει ότι αυτό που στην πραγματικότητα διεκδικεί με την παρούσα αγωγή είναι ουσιαστικά τα επιδόματα («allowances») που με βάση τη συμφωνία της 04/05/04, ο εναγόμενος συμφώνησε να της καταβάλλει για σκοπούς συντήρησης της κατοικίας που θα έμενε με τον ανήλικο γιο τους στην Κύπρο. Ο κύριος Θρασυβούλου της υπέδειξε τότε διάφορες αναφορές στη δήλωση της αλλά και στο δικόγραφο της Απάντησης όπου γίνεται ρητή χρήση της λέξης «διατροφή» και σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς την χρήση των λέξεων «alimony» και «allowance» στο αγγλικό κείμενο της δήλωσης της, οι οποίες μεταφράστηκαν στο ελληνικό κείμενο τόσο ως «διατροφή» όσο και ως «επίδομα», η ενάγουσα ανέφερε ότι για εκείνη, οι όροι «alimony» και «allowance» σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας, ο κ. Θρασυβούλου, αγορεύοντας προφορικά για το θέμα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας, έθεσε την ένσταση του γύρω από τους εξής δύο άξονες: Α. Εφόσον από τα δικόγραφα αλλά και τη μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας προκύπτει ξεκάθαρα ότι η παρούσα αγωγή αφορά σε αξίωση διατροφής συζύγου, το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου και αυτό κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 1990 (Ν. 23/1990)και του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 1991 (Ν. 232/1991). Η θέση αυτή, κατά τον κύριο Θρασυβούλου ενισχύεται αφ' ενός από το γεγονός ότι στην επίδικη συμφωνία των μερών, η οποία είναι κοινώς αποδεχτό ότι υπεγράφη μεταξύ τους στις 04/05/04, αναφέρεται ρητά ότι αφορά σε «settlement of all financial and all other matters having relevance to their marriage» - «διευθέτηση όλων των οικονομικών και άλλων θεμάτων που σχετίζονται με το γάμο τους» και αφ' ετέρου διότι όπως και η ίδια η ενάγουσα δήλωσε και είναι επίσης παραδεχτό, η ίδια η ενάγουσα προχώρησε μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και με τη σύμφωνο γνώμη του εναγόμενου, αποτάθηκε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ώστε να δηλώσει την επίδικη συμφωνία και να την καταστήσει δεσμευτική για τα μέρη οπόταν και το Οικογενειακό Δικαστήριο, ασκώντας δικαιοδοσία επί της συμφωνίας, εξέδωσε ανάλογο διάταγμα (Τεκ.3). Β. Εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι τελικά η παρούσα αγωγή αφορά σε διαφορά που δύναται να εκδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, τότε η εν λόγω διαφορά, ενόψει και των όσων αναφέρονται στην επίδικη αλλά παραδεκτή συμφωνία της 04/05/04, η ουσία της οποίας επαναλαμβάνεται και στα δικόγραφα, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως «γαμική διαφορά» και κατ' επέκταση η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να θεωρηθεί ως αγωγή προς αποκατάσταση συζυγικών δικαιωμάτων. Συνεπώς, υποστήριξε ο συνήγορος, κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.22
(2)του Ν.14/1960, μόνο από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου μπορεί να εκδικαστεί[1] και επομένως τίθεται θέμα και με την καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, με την επίσης εμπεριστατωμένη αγόρευση του, υποστήριξε γραπτώς και προφορικά, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το κατά πόσο ένα Δικαστήριο έχει ή όχι δικαιοδοσία να επιληφθεί μιας υπόθεσης εξετάζεται με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε ο συνήγορος, το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση δεν θα πρέπει να το απασχολήσουν τα όσα αναφέρονται στην Απάντηση που καταχώρησε η ενάγουσα ή στη μαρτυρία της αλλά μόνο τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της απ' όπου και διαπιστώνεται ξεκάθαρα κατά το συνήγορο, ότι δεν τίθεται θέμα «γαμικής διαφοράς» ή αξίωσης διατροφών, αλλά αντιθέτως, ότι πρόκειται για μια συνηθισμένη αγωγή στη βάση παράβασης συμφωνίας (breach of contract) και τίποτε περισσότερο. Παρέχεται επομένως, υποστήριξε ο κ. Καλλής, πεδίο εφαρμογής της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και εφόσον λόγω της συμφωνίας δεν υπάρχει περιουσιακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων, το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα στο όλο θέμα. Το γεγονός ότι, ανέφερε ο συνήγορος, στην επίδικη συμφωνία «προβλεπόταν ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε μηνιαίο επίδομα Λ.Κ. 600 έναντι της διατροφής της Ενάγουσας, δεν είναι ικανό να μεταβάλει την Αιτία Αγωγής ως Αγωγή για διατροφή». Ο συνήγορος τέλος έθιξε και το θέμα καθυστέρησης στην προβολή οποιασδήποτε ένστασης ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι έστω και αν θέματα δικαιοδοσίας μπορούν να εγερθούν και να εξεταστούν σε οποιοδήποτε στάδιο, η συγκεκριμένη ένσταση στην παρούσα περίπτωση συνιστά καθαρά κατάχρηση της διαδικασίας. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι δύο πλευρές ως προς το ομολογουμένως ενδιαφέρον θέμα που έχει προκύψει, σημειώνοντας ότι κατά τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορά στην οποία κάνω πιο κάτω. Θα συμφωνήσω κατ' αρχή με τον κ. Καλλή ότι θα ήταν ορθότερο όπως το θέμα της δικαιοδοσίας εγείρετο στα αρχικά στάδια της υπόθεσης και δη κατά το στάδιο της δικογραφίας, αντί μετά πάροδο εφτά χρόνων και μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Ένα τέτοιο θέμα άλλωστε, επιβάλλεται, όπου παρέχεται η δυνατότητα, να εξετάζεται προδικαστικά ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625). Παρά ταύτα, όπως αναγνώρισε και ο κ. Καλλής στην αγόρευση του, η καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα το οποίο μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. μεταξύ άλλων Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Αυτό γιατί ούτε η καθυστέρηση στην αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης αλλά ούτε και συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε, εφόσον η διαδικασία θεωρείται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εξ' υπαρχής άκυρη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1 και Νικολαΐδη ανωτέρω). Το ότι επομένως η ένσταση ως προς τη δικαιοδοσία δεν ηγέρθη από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης αλλά ηγέρθη μετά πάροδο επτά χρόνων και μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της, εφόσον αν το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ καθ' ύλη δικαιοδοσία, δεν θα την αποκτήσει απλά και μόνο διότι η άλλη πλευρά καθυστέρησε ή παρέλειψε να θίξει το θέμα ενωρίτερα. Το υπό κρίση δικαιοδοτικό θέμα αφορά στη ρίζα της διαδικασίας («goes to the root of the proceedings») και μπορεί και πρέπει να εξεταστεί, όποτε εγερθεί. Με τα πιο πάνω είναι συνυφασμένη και η δεύτερη πτυχή της ένστασης του εναγόμενου, ήτοι αυτή που αφορά στην καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή Δικαστηρίου του οποίου η σύνθεση αποτελείται από Επαρχιακό Δικαστή. Αν κατ' εφαρμογή του αρ.22 Ν.14/60, το Δικαστήριο με τη παρούσα σύνθεση δεν είχε ποτέ καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης, το γεγονός ότι και αυτή η πτυχή της ένστασης προβάλλεται τώρα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν μπορεί να επενεργήσει κατά τρόπο ώστε να προσδώσει δικαιοδοσία για θέμα που ο νομοθέτης ρητά δεν έδωσε. Βεβαίως, σε αντίθεση με την ένσταση ως προς την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου όπου τυχόν επιτυχία τέτοιας ένστασης θα καταστήσει τη διαδικασία εξ' υπαρχής άκυρη, αν ήθελε διαφανεί ότι μόνο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου μπορεί να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης, τότε η όποια δικαστική κρίση έλαβε χώρα μέχρι σήμερα και πριν την έναρξη της ακρόασης, από Δικαστή άλλο από Πρόεδρο, αυτή παραμένει έγκυρη εφόσον δεν «διαγιγvώσκει τηv oυσίαv της αγωγής» (βλ.αρ.22
(4)(β) Ν.14/60). Η ακροαματική διαδικασία όμως θα πρέπει να ακυρωθεί και η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί σε Πρόεδρο για να εκδικαστεί εκ νέου (de novo). Στη βάση των πιο πάνω, στο βαθμό που η θέση της ενάγουσας περιστρέφεται γύρω από κατ' ισχυρισμό κατάχρηση και καθυστέρηση στην προβολή ένστασης για το θέμα της δικαιοδοσίας, αυτή απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα στην ουσία του εγειρόμενου ζητήματος. Ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, εδράζεται στα δικόγραφα και ιδιαιτέρως στην Έκθεση Απαίτησης, αντιπαραβαλλόμενος προς τις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες (βλ. GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480). Κατ' αρχή συμφωνώ με τον κ. Καλλή ως προς το ότι τα όσα ανέφερε η ενάγουσα στη μαρτυρία της δεν είναι σε αυτό το στάδιο που μπορούν να εξεταστούν σε σχέση με το υπό κρίση θέμα και ως εκ τούτου δεν θα τα λάβω υπόψη μου. Διαφωνώ όμως με την εισήγηση του συνηγόρου ότι θα πρέπει ουσιαστικά να αγνοηθούν και τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της Απάντησης. Το εν λόγω δικόγραφο, έστω και αν καταχωρείται προαιρετικά, δεν είναι υποδεέστερο της Έκθεσης Απαίτησης, ούτε και αγνοείται. Αντιθέτως, όπως και η Έκθεση Απαίτησης, η Απάντηση συνιστά δικόγραφο του ενάγοντα το οποίο τον δεσμεύει, αφού ουσιαστικά «ολοκληρώνει» την δικογραφημένη εκδοχή που συνθέτει την απαίτηση του. Εκεί όπου ο ενάγοντας κρίνει ότι θα πρέπει να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση ώστε να ενισχυθεί η απαίτηση του, οι ισχυρισμοί της Απάντησης διαβάζονται πλέον σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Ε/Α. Είναι γι' αυτό άλλωστε που όπως και στην παρούσα περίπτωση, το δικόγραφο της Απάντησης είναι διάχυτο από αναφορές για «υιοθέτηση και επανάληψη» των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Ε/Α. Αυτό λοιπόν που συνάγεται από την αναφορά της νομολογίας σε εξέταση των γεγονότων που προβάλλονται στην απαίτηση δεν είναι αυτό που εισηγείται ο συνήγορος της ενάγουσας, ότι δηλαδή μόνο όσα αναφέρονται στην Ε/Α θα πρέπει να εξεταστούν και ότι τα όσα αναφέρονται στην Απάντηση αγνοούνται. Αντιθέτως, η νομολογία απλά επισημαίνει ότι το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξεταστεί στη βάση γεγονότων που δεν επικαλείται ο ενάγοντας για να υποστηρίξει την απαίτηση του και τα οποία συνιστούν απλά ισχυρισμούς του εναγόμενου και αυτό γιατί το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση του ενάγοντα - «does the Court have jurisdiction to entertain the claim». Αυτό άλλωστε ήταν και το σχετικό μέρος του λόγου της Πετράκη ανωτέρω που με παρέπεμψε ο κ. Καλλής, όπου και απερρίφθη η θέση του εναγόμενου ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας εφόσον αυτή εδράζετο σε ισχυρισμούς που μόνο αυτός προέβαλλε στην υπεράσπιση του. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς και σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν, αυτό που πρέπει πρώτα να εξεταστεί για σκοπούς του υπό κρίση θέματος είναι το τι ακριβώς συνάγεται από τη σχετική δικογραφία να συνιστά το επίδικο αντικείμενο της απαίτησης της ενάγουσας (βλ. Λογγίνου και GURKINA ανωτέρω). Προκύπτει επομένως ερώτημα κατά πόσο η πραγματική φύση της απαίτησης της ενάγουσας για οφειλόμενα επιδόματα «για το σκοπό συντήρησης της», ως αναφέρεται στην Ε/Α (βλ.παρ.3), ή για «διατροφή», ως αναφέρεται στην Απάντηση (βλ. μεταξύ άλλων παρ.11(ε)), εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στα πλαίσια του ερωτήματος αυτού, θα πρέπει να εξεταστεί και το πώς επηρεάζει το θέμα της δικαιοδοσίας, αν το επηρεάζει, η ύπαρξη σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Με άλλα λόγια, η αξίωση επιδόματος συντήρησης/διατροφή (όπως οι εν λόγω όροι χρησιμοποιούνται στην Ε/Α και Απάντηση), συνιστά περιουσιακή διαφορά που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής σύμβασης ή είναι διαφορά που αν και αρχικά περιουσιακής φύσης, εντούτοις λόγω της μετέπειτα ένταξης της σε σύμβαση (reduced into a contract), τέθηκε εκτός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου και εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου; Ή μήπως είναι μια εντελώς διαφορετικής φύσης διαφορά, άλλη από περιουσιακή, ήτοι για διατροφή, η οποία είτε εντάχθηκε σε σύμβαση είτε όχι, συνιστά ανεξάρτητη και αυτοτελή διαφορά η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου; Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, αν το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη συγκεκριμένη αξίωση για επίδομα συντήρησης ή διατροφή, τότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο ευσταθεί η θέση του εναγόμενου ότι αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως ουσιαστικά γαμική διαφορά, δηλαδή προσπάθεια της ενάγουσας να αποκαταστήσει δικαιώματα που απέκτησε συνεπεία του γάμου της με τον εναγόμενο οπόταν και ενδεχομένως μόνο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου να μπορεί να την εκδικάσει. Έχω προβληματιστεί, προβληματισμό τον οποίο εξέφρασα και στους συνηγόρους κατά τις αγορεύσεις τους, ως προς το ποιο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί πρώτα, αυτό που αφορά τη γενικότερη καθ' ύλη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου λη την καθ' ύλη δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή; Όπως όμως θα προχωρήσω να εξηγήσω, το θέμα αυτό διαπιστώνεται στην ουσία να είναι άνευ σημασίας. Κατ' αρχή, όπως ανέφερα ανωτέρω, εφόσον η καθ' ύλη δικαιοδοσία ενός Προέδρου και ενός Επαρχιακού δικαστή αφορά στην εκδίκαση και επίλυση της ουσίας της διαφοράς, ο Επαρχιακός Δικαστής δύναται να ασκήσει δικαστική κρίση και να εκδώσει απόφαση ή διάταγμα «μη διαγιγνώσκον την ουσίαν της αγωγής» σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, ανεξαρτήτως του αν η εκδίκαση της ουσίας δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του (βλ. αρ. 22
(4)(β). Σίγουρα είναι προτιμότερο όπως ο Δικαστής που αποφασίζει όλα τα θέματα που εγείρονται μεταξύ της καταχώρησης της υπόθεσης και της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, είναι αυτός που θα εκδικάσει και την ουσία εφόσον τέτοιες αποφάσεις δεσμεύουν την υπόθεση. Από τη στιγμή όμως που ο Νόμος δίνει δικαιοδοσία σε Δικαστή «χαμηλότερης» δικαιοδοσίας να εξετάσει τα εν λόγω θέματα, τότε εφόσον αυτά αχθούν ενώπιον του, ο εν λόγω Δικαστής είναι υποχρεωμένος να τ' αποφασίσει εκτός βέβαια αν κρίνει ότι με την απόφαση του ενδέχεται να «διαγνώσει την ουσία της αγωγής (βλ. Νικολαΐδη ανωτέρω). Λαμβάνοντας τώρα υπόψη ότι από το 2009, με την εισαγωγή του αρ.64Α στο Ν.14/60(Τροποποιητικός Ν. 138(Ι)/2009), δεν απορρίπτεται πλέον αγωγή για το λόγο ότι αφορά σε διαφορά που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία ειδικού Δικαστηρίου, αλλά απλά η υπόθεση παραπέμπεται σε εκείνο το αρμόδιο Δικαστήριο, η απόφαση ενός Δικαστή επί της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου «δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» και επομένως δεν απαιτείται θεωρώ, όπως το θέμα αποφασιστεί μόνο από το Δικαστή που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω και σε κάθε περίπτωση, η νομολογιακή ανάλυση που έτυχε το αρ. 22
(2)και ο όρος «γαμική διαφορά» για σκοπούς διάκρισης μεταξύ δικαιοδοσίας Προέδρου και Επαρχιακού Δικαστή, καταδεικνύει ότι το θέμα πλέον είναι ακαδημαϊκό. Εξηγώ. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 22
(2)του Νόμου, «εξαιρoυμέvης διαφoράς η oπoία εμπίπτει στη δικαιoδoσία oικoγεvειακoύ δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv Νόμoυ και τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμoυ..», oπoιαδήπoτε άλλη γαμική διαφoρά που δύναται να καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίoυ. Ο όρος γαμική διαφορά ερμηνεύεται στο αρ. 2 του Ν.14/60 να συνιστά «oιαvδήπoτε αγωγήv διαζυγίoυ, δι' ακυρότητα γάμoυ, διά δικαστικόv χωρισμόv, επί δoλία επικλήσει υπάρξεως γάμoυ ή δι' απoκατάστασιv τωv συζυγικώv δικαιωμάτωv». Η γενικότερη όμως δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων να αποφασίζουν επί «γαμικών διαφορών» προέρχεται από το προηγούμενο άρθρο του Νόμου και συγκεκριμένα το αρ.21(1Α) του Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής «1)Α. Οσάκις η αγωγή αφoρά εις γαμικήv διαφoράv διά τηv oπoίαv ήσκει δικαιoδoσίαv τo Αvώτατov Δικαστήριov δυvάμει τoυ άρθρoυ 19 πρo της καταργήσεως και αvτικαταστάσεως αυτoύ υπό τoυ άρθρoυ 2 τoυ Νόμoυ 96 τoυ 1986 αύτη εισάγεται εv τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας όπoυ εκάτερoς τωv διαδίκωv έχει τηv διαμovήv αυτoύ ή είχε τηv τελευταίαv αυτoύ διαμovήv ή εv περιπτώσει καθ' ηv oυδεμίαv τoιαύτηv διαμovήv είχε τότε εv oιωδήπoτε Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επιλoγής τoυ εvάγovτoς. Διά τoυς σκoπoύς της παραγράφoυ αυτής o όρoς "γαμική διαφoρά" περιλαμβάvει και oιαvδήπoτε διαφoράv αφoρώσαv εις διατρoφήv συζύγωv ή αvηλίκωv τέκvωv η επιμέλειαv αvηλίκωv» Είναι γεγονός ότι σε αρκετές από τις υποθέσεις όπου εξετάστηκε το θέμα της διάκρισης της γενικότερης δικαιοδοσίας μεταξύ Επαρχιακού και Οικογενειακού Δικαστηρίου, γινόταν αναφορά στη δικαιοδοσία Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Λογγίνου ανωτέρω (Πλήρες Επαρχιακού Δικαστηρίου), Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1643 (Πρόεδρος), Holubova Svetlana ν. Soner Mehmet Ali
(2003)1 ΑΑΔ 643 (Πρόεδρος), GURKINA ανωτέρω (Πρόεδρος). Το συγκεκριμένο όμως θέμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της συζήτησης σε καμία από τις εν λόγω υποθέσεις ενώ είναι άγνωστο κατά πόσο σε εκείνες τις υποθέσεις έγινε αναφορά στη δικαιοδοσία του Προέδρου λόγω της κλίμακας της υπόθεσης ή κάποιας άλλης ρητής νομοθετικής πρόνοιας όπως είναι π.χ. ο Ν. 120(Ι)/2003. Οι πιο πάνω πρόνοιες των αρ. 21 και 22 του Ν14/60, καθώς επίσης και το πώς αυτές επηρεάστηκαν από τις διάφορες τροποποιήσεις αναφορικά με τη σύσταση και δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων, έτυχαν εκτενούς εξέτασης στην Holubova Svetlana ν. Soner Mehmet Ali
(2003)1 ΑΑΔ 643. Στην εν λόγω υπόθεση, αφού γίνεται μια ιστορική αναδρομή στο σχετικό δίκαιο, το Ανώτατο Δικαστήριο καταλήγει ως εξής: Είναι προφανής η πρόθεση του νομοθέτου να επεκτείνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Αποτελεί γεγονός πως με τη θέσπιση του νέου άρθρου 11 ο νομοθέτης καθόρισε πλαίσιο δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, μεταφέροντας σ' αυτά δικαιοδοσία που προηγούμενα είχαν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Ο Νόμος 26
(1)/98 τέθηκε σε ισχύ στις 16.4.1998. Την ίδια ημέρα τέθηκε σε ισχύ και ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικός) Νόμος 25
(1)/98 που μετέφερε τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Κατά συνέπεια η δικαιοδοσία του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που προηγούμενα ανατίθετο στο Ανώτατο Δικαστήριο, για τη λύση γάμου μεταφέρθηκε στα Οικογενειακά Δικαστήρια.». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι κάθε «γαμική διαφορά» η οποία πριν την ίδρυση των Οικογενειακών Δικαστηρίων επιλύετο στο Επαρχιακό Δικαστήριο από Πρόεδρο, εκδικάζεται πλέον αποκλειστικά από το Οικογενειακό Δικαστήριο ως το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να της επιληφθεί. Εφόσον λοιπόν για να τεθεί θέμα δικαιοδοσίας Προέδρου ή Επαρχιακού πλέον, θα πρώτα να διαπιστωθεί κατά πόσο η διαφορά είναι τέτοιας φύσης που μπορεί να εκδικαστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, συνεπάγεται ότι, για να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η διαφορά δεν συνιστά «γαμική διαφορά» εν τη εννοία των αρ. 21 και 22 του Ν.14/60. Στο βαθμό επομένως που το θέμα δικαιοδοσίας Προέδρου - Επαρχιακού εδράζεται αποκλειστικά στη φύση της απαίτησης, η απόφαση επί της καθ' ύλη δικαιοδοσίας Επαρχιακού - Οικογενειακού Δικαστηρίου το επιλύει και αυτό. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω αυτή την πτυχή της ένστασης του εναγόμενου. Η επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων περιστράφηκε γύρω από το πώς και αν η επίδικη ρυθμιστική συμφωνία των διαδίκων επηρέασε την πραγματική φύση της αξίωσης και κατ' επέκταση τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ο κ. Καλλής, προς υποστήριξη της δικής του θέσης, παρέπεμψε στη νομολογία που αφορά στο πότε οι περιουσιακές διαφορές συζύγων εκφεύγουν της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου και εντάσσονται στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού ενώ ο κ. Θρασυβούλου υποστήριξε ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον η παρούσα περίπτωση αφορά ουσιαστικά σε διατροφή. Σημειώνω εδώ ότι ούτε από τη δική μου έρευνα αλλά ούτε και από την έρευνα των συνηγόρων φαίνεται να εντοπίζεται οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να αφορά ακριβώς στα συγκεκριμένα θέματα της παρούσας, ήτοι σε αξίωση για καταβολή ποσού από πρώην σύζυγο σε πρώην σύζυγο μετά και τη σύναψη σχετικής συμφωνίας. Οι αποφάσεις που εντοπίστηκαν δε, ασχολούνται με το θέμα της δικαιοδοσίας είτε υπό τη σκοπιά της αξίωσης σε διατροφή αποκλειστικά, είτε μόνο υπό τη σκοπιά των περιουσιακών διαφορών σε σχέση με κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Επιβάλλεται συνεπώς κατά την άποψη μου όπως γίνει μια εκτενής αναφορά στη νομολογία που αφορά στο κάθε θέμα, ιδιαίτερα ενόψει του ότι οι δύο πλευρές επιχειρηματολόγησαν τις θέσεις τους επί διαφορετικής βάσης ως προς τη φύση της παρούσας αξίωσης. Επί αυτών των θέσεων παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, η διατροφή συζύγων, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διαζυγίου, είναι θέμα που προκύπτει από τις πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου Ν.232/1991, στον οποίο γίνεται αναφορά και στον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της διατροφής των συζύγων αλλά και στο θέμα των περιουσιακών διαφορών, σε χωριστά όμως Μέρη του Νόμου (βλ. Μέρη ΙΙ και ΙΙΙ αντίστοιχα). Σύμφωνα με τα δικόγραφα της, η ενάγουσα εδράζει όλες τις αξιώσεις της στη συμφωνία που είναι παραδεκτό ότι υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων στις 04/05/2004 και ισχυρίζεται ότι είναι αποκλειστικά από την εν λόγω συμφωνία που πηγάζει το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα της. Στην αγόρευση του ο κ. Καλλής έκαμε αναφορά μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μασούρας Ανδρέας ν. Χρυσταλλένης Παπαμάρκου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 385, ώστε να υποστηρίξει γιατί δικαιολογείται η διεκδίκηση της υπό κρίση αξίωσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όντως, από την απόφαση Μασούρας , αλλά και τις υποθέσεις στις οποίες η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει (βλ. μεταξύ άλλων Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Κοζάκη Σοφία ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, όταν οι σύζυγοι επιλέξουν να διευθετήσουν τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές με γραπτή συμφωνία, τότε οι εν λόγω διαφορές, μεταφέρονται εκτός των προνοιών του Νόμου 232/91, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου και καθίστανται πλέον συμβατικές διαφορές και εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Πουθενά όμως στις εν λόγω αποφάσεις αλλά και στον ίδιο τον Ν. 232/91, ο οποίος να σημειωθεί κάνει ειδική αναφορά στο αρ.18 για την εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να αποδίδει τις θεραπείες που μπορεί να αποδώσει το Οικογενειακό Δικαστήριο αποκλειστικά σε σχέση με τα «ιδιοκτησιακά δικαιώματα» των συζύγων επί της οικογενειακής περιουσίας, δεν αναφέρεται ότι η διατροφή συζύγων συνιστά περιουσιακή διαφορά, η οποία μπορεί να καταστεί αντικείμενο σύμβασης (contract). Αυτό προφανώς διότι η καταβολή διατροφής μεταξύ συζύγων, συνιστά ξεχωριστό και ανεξάρτητο δικαίωμα και αμοιβαία υποχρέωση που πηγάζουν από Νόμο (statutory right/obligation) (βλ. αρ. 3 Ν. 232/91)και όχι δικαίωμα ή υποχρέωση που δεν υπήρχε αλλά δημιουργήθηκε στα πλαίσια σύμβασης με βάση το Κεφ. 149 (contractual right) (βλ. κατ' αναλογία Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 ΑΑΔ 168: «.Το αντικείμενο του Άρθρου 14 είναι αποκλειστικά η ρύθμιση της συμμετοχής των συζύγων στην αύξηση περιουσίας που επέρχεται μετά το γάμο. Με το Άρθρο 14 προσδίδεται μορφή νομικού δικαιώματος (statutory right) σε πτυχές του δικαιώματος που κτάται κατά το δίκαιο της επιείκειας (Equity) για συμμετοχή σε αύξηση περιουσίας η οποία συντελείται και με τη συνεισφορά προσώπου που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου ή της ακίνητης περιουσίας [βλ. Miltiadous v. Miltiadous
(1982)1 C.L.R. 797]. Το Άρθρο 14 αναφέρεται αποκλειστικά στα θέματα τα οποία πραγματεύεται και δεν περιορίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 17 του Ν. 23/
- Η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων εξάλλου, η οποία διακηρύσσεται με το Άρθρο 13 του Ν. 232/91, αφήνει και πάλι αμετάβλητη τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 17 του Ν. 23/90.» Μια συμφωνία επομένως μεταξύ συζύγων που ρυθμίζει την αμοιβαία υποχρέωση και δικαίωμα τους σε διατροφή, δεν ανάγεται, άνευ ετέρου, σε σύμβαση εν τη εννοία του Κεφ.
- Σίγουρα οι σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν να ρυθμίσουν το ύψος ή τη συχνότητα της καταβαλλόμενης διατροφής και κατ' εφαρμογή των αρχών της επιείκειας (equity) να δεσμευτούν από τη μεταξύ τους συνεννόηση, όμως μια τέτοια συμφωνία δεν μεταβάλλει τη φύση του δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης σε διατροφή, από θέσμια σε συμβατική. Διαφορετική βέβαια ίσως να είναι η περίπτωση όπου το δικαίωμα σε διατροφή χρησιμοποιείται σε μια σύμβαση ως το αντάλλαγμα για την εξασφάλιση άλλων δικαιωμάτων. Ενδεικτικό παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης είναι η περίπτωση όπου ο/η σύζυγος αποποιείται του δικαιώματος του/της σε διατροφή με αντάλλαγμα διάφορα άλλα περιουσιακά στοιχεία όπως π.χ. την οικογενειακή κατοικία. Σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον υπάρχει η απαιτούμενη ικανοποιητική αντιπαροχή, η συμφωνία των συζύγων μπορεί να θεωρηθεί ως νομικά έγκυρη και εκτελεστή σύμβαση. Αυτό άλλωστε είναι που προκύπτει από τις αποφάσεις Κοζάκη, και Μασούρας ανωτέρω, όπου έστω και αν αφορούσαν αποκλειστικά σε περιουσιακές διαφορές συζύγων και όχι σε διατροφή, εντούτοις κρίθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, λόγω της ειδική μνείας που υπήρχε στα εκεί συμφωνηθέντα ως προς το αντάλλαγμα της συμφωνίας των διαδίκων, αντάλλαγμα το οποίο μεταβάλλει μια κατά τ' άλλα οικογενειακή διαφορά σε συμβατική. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει εδώ και στην κλασική αγγλική απόφαση Meritt v Meritt [1970] 1 WLR 1121, η οποία αφορούσε σε πανομοιότυπα θέματα, ήτοι συμφωνία για την παροχή διατροφής από σύζυγο σε σύζυγο μετά από κλονισμό της σχέσης τους. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι λόγω της ύπαρξης ρητού συμφωνηθέντος ανταλλάγματος στην συμφωνία καταβολής διατροφής, ήτοι η εξόφληση της συζυγικής οικίας και στη συνέχεια η μεταβίβαση της, δεν επρόκειτο πλέον για μια άτυπη συμφωνία μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας στη βάση φυσικής αγάπης και στοργής, στοιχεία βέβαια που απουσίαζαν λόγω του κλονισμού της σχέσης των διαδίκων, αλλά για μια καθαρά έγκυρη και νομικά δεσμευτική σύμβαση. Των πιο πάνω λεχθέντων, υπενθυμίζω ότι για την οποιαδήποτε μορφή διεκδίκησης διατροφής, αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Ιωάννου ν. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 186 : «Στην υπόθεση Myrianthi C.C. Tyllirou v. Charalambos C. Tylliros, 3 R.S.C.C. 21, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο όρος "αστική διαφορά αφορώσα εις τον προσωπικόν θεσμόν" περιλαμβάνει διατροφή και άλλα συναφή θέματα, τα οποία έπρεπε να εκδικάζονται από Κοινοτικά Δικαστήρια και όχι από τα Επαρχιακά Δικαστήρια που ιδρύθηκαν με τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, (Αρ. 14/60).. Ο περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμος του 1965, (Αρ. 12/65), πρόβλεψε στο Άρθρο 11 ότι κάθε αρμοδιότητα που ασκείτο από τα πρωτοβάθμια Ελληνικά Κοινοτικά Δικαστήρια μεταβιβάζεται και ασκείται από τα τοπικά αρμόδια Επαρχιακά Δικαστήρια, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Αρ. 14/60), και του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, (Αρ. 33/64). Ο περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1989, (Αρ. 95/89), τροποποίησε το Άρθρο 111 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, με την προσθήκη νέων παραγράφων. Η παράγραφος 2 - Α έχει:- "
- - Α. Παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν, σχέσιν έχον προς το διαζύγιον, τον χωρισμόν από κοίτης και τραπέζης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακάς σχέσεις διαγιγνώσκεται υπό οικογενειακών δικαστηρίων έκαστον των οποίων σύγκειται:" Τα Οικογενειακά Δικαστήρια ιδρύθηκαν με :τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990, (Αρ. 23/90), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου,
- Με βάση το Άρθρο 11 του Νόμου τούτου "τα Οικογενειακά Δικαστήρια θα ασκούν τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου". Ο όρος "οικογενειακές σχέσεις" έχει ερμηνευθεί στην πρόσφατη απόφαση Ίων Δαδακαρίδη ν. Σούζαν Δαδακαρίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8111, (Απόφαση δόθηκε στις 13 Ιουλίου, 1990). Στην υπόθεση Δαδακαρίδη, που αφορούσε την παράνομη και αντικανονική μετακίνηση ανηλίκου από τη δικαιοδοσία, ειπώθηκε:- "Έχουμε τη γνώμη πως στις λέξεις 'οικογενειακές σχέσεις' πρέπει να δοθεί η συνήθης γραμματική ερμηνεία, προσθέτοντας ταυτόχρονα πως τέτοια ερμηνεία συνάδει και με το σκοπό του νομοθέτη, που χρησιμοποίησε νομίζουμε σκόπιμα τη φράση, όπως αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα στη νομική επιστήμη. Στη φράση 'οικογενειακές σχέσεις' εμπεριέχονται, κατά τη γνώμη μας, όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στον κλάδο του δικαίου γνωστού ως 'Οικογενειακό Δίκαιο', τμήμα του Αστικού Δικαίου στην Ελλάδα, που επιλαμβάνεται όλων των ζητημάτων που αφορούν στον προσωπικό θεσμό, όπως μνηστεία, γάμος, διαζύγιο, διατροφή, επιμέλεια του προσώπου και περιουσίας ανηλίκων..." Οι διαφορές σε οικογενειακές σχέσεις εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 761, «οι Αποφάσεις, τις οποίες παρέθεσε το κατώτερο Δικαστήριο στην ελεγχόμενη απόφασή του (Δαδακαρίδου, Ιωάννου και Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153), αναφέρονται στη διεκδίκηση διατροφής.». Άκρως κατατοπιστικό όμως είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Δαδακαρίδου ανωτέρω: «Το πρώτο ζήτημα που αποφασίζεται στην υπόθεση Τύλληρου, και που διατυπώνει γενική αρχή δικαίου, είναι πως η αίτηση για διατροφή δεν εδράζεται απλώς σε μια οικονομική υποχρέωση, αλλά ενέχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, γιατί είναι στενά συνυφασμένη, λόγω της φύσης της, με θέματα προσωπικού θεσμού. Επομένως, αποτελεί αστική διαφορά άμεσα σχετιζόμενη με τον προσωπικό θεσμό μέσα στην έννοια των άρθρων 87, 152 και 160 του Συντάγματος.. Με βάση αυτά τα δεδομένα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η φράση "οικογενειακές σχέσεις" στο άρθρο 111 του Συντάγματος, δεν περιελάμβανε και αιτήσεις διατροφής, που ήσαν επομένως εκτός της δικαιοδοσίας των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Ποιοι, λοιπόν, είναι οι σκοποί της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπως εκδηλώνονται στο κείμενο του νόμου 95/89, που τροποποιεί το άρθρο 111. Σαφώς οι αντίθετοι με αυτούς των συντακτών του αρχικού άρθρου. Η τροποποίηση του άρθρου αυτού σκοπεί στην αφαίρεση από τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια της δικαιοδοσίας για την επίλυση οικογενειακών διαφορών για να ανατεθεί στα ιδρυθέντα πολιτικά Οικογενειακά Δικαστήρια. Σαν αποτέλεσμα δε της τροποποίησης του άρθρου 111 του Συντάγματος, θεσπίστηκε και ο νόμος 23/90 που προβλέπει για την ίδρυση των Οικογενειακών Δικαστηρίων, τις εξουσίες, δικαιοδοσία και την εν γένει λειτουργία τους. Το συμπέρασμά μας επομένως είναι ότι η φράση "οικογενειακές σχέσεις" που απαντάται στο τροποποιημένο άρθρο 111 του Συντάγματος, περιλαμβάνει τις οικογενειακές αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου. Η δε επίλυσή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Όλοι επομένως οι νόμοι που αφορούν στα ζητήματα αυτά, στη διαδικασία και δικαιοδοσία των δικαστηρίων πρέπει να ερμηνεύονται και εφαρμόζονται βάσει των προνοιών του Άρθρου 111 του Συντάγματος, όπως αυτό ερμηνεύεται στην κρινόμενη έφεση.». Δεν θα μπορούσε τέλος να μη γίνει αναφορά στην υπόθεση Κτωρίδης (Αρ.2)
(1990)1 ΑΑΔ 859, όπου τόσο το διάταγμα διατροφής συζύγου που εκδόθηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο όσο και οι διαδικασίες που ακολούθησαν για την είσπραξη της εν λόγω διατροφής, ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο λόγω εξ' υπαρχής έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αυτό στη βάση των λεχθέντων της Δαδακαρίδου ανωτέρω. Κατά δεύτερο, η νομολογία ως προς το πότε περιουσιακές διαφορές εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού και πότε του Επαρχιακού δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη. Τούτο συνιστά πρόσθετο λόγο που επιβάλλει όπως γίνει μια κάπως εκτενή αναφορά στο τρόπο που η νομολογία κατά καιρούς προσέγγισε το θέμα: Α. Στην Λογγίνου του 2000, η οποία συνιστά απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου (Νικολαϊδης, Νικολάου, Καλλής) και μια από τις αρχικές αυθεντίες επί των θεμάτων που περιβάλλουν το υπό κρίση θέμα, ο Καλλής Δ. ως ήταν τότε, εξετάζοντας το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των σχετικών με την δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου νομοθετικών προνοιών, ήτοι του αρ.11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 1990 (Ν. 23/1990)και του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 1991 (Ν. 232/1991, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως προς την αναρμοδιότητα του, με το εξής σκεπτικό: «Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/91. Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Επεται πως η παρούσα αγωγή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσείων στήριξε την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Αυτά διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) (βλ. άρθρο 16 του Νόμου 23/90 και άρθρο 31 του Νόμου 14/60). Ακολουθεί πως η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.»(έμφαση δική μου). Β. Ένα χρόνο αργότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αρτεμίδης, Κωνσταντινίδης, Ηλιάδης, Γαβριηλίδης, Χατζηχαμπής) κλήθηκε στα πλαίσια της αναθεωρητικής της δικαιοδοσίας στην υπόθεση Γιάγκου ανωτέρω να επανεξετάσει τα όσα λέχθηκαν στη Λογγίνου ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών και της ζητήθηκε όπως αποκλίνει από το λόγο της εν λόγω απόφασης. Σε εκείνη την υπόθεση, η εφεσείουσα είχε εγείρει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση παράβασης συμφωνίας ή καταπιστεύματος και αδικαιολόγητο πλουτισμό σε σχέση με το συμφέρον της στη συζυγική κατοικία, η ανέγερση της οποίας αν και είχε πληρωθεί και από τους δύο συζύγους εντούτοις εγγράφηκε μόνο επ' ονόματι του πρώην συζύγου της. Ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ήχθη η αγωγή, εξετάζοντας θέμα δικαιοδοσίας, αποφάσισε ότι, καθ' όσον η αγωγή δεν εβασίζετο στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, Ν. 232/91, αλλά στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της Επιείκειας, το Επαρχιακό και όχι το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία. Αντίθετη όμως ήταν η άποψη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία, ο οποίος, ακολουθώντας το λόγο της Λογγίνου, εξέδωσε ένταλμα Prohibition στη βάση ότι αποκλειστική δικαιοδοσία είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο εφ' όσον επρόκειτο για περιουσιακές σχέσεις των συζύγων που περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τον Ν. 23/90 (στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου και καλύπτονται από την αναφορά του Άρθρου ΙΙΙ του Συντάγματος στις οικογενειακές σχέσεις. Εκδίδοντας την ομόφωνη επικυρωτική απόφαση της Ολομέλειας, ο Χατζηχαμπής Δ ως ήταν τότε, υπενθυμίζοντας την παρατήρηση του Κωνσταντινίδη, Δ. ως ήταν τότε, στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461, ήτοι ότι η Λογγίνου πρέπει να είναι το εναρκτήριο σημείο, ανέφερε ότι «ακολουθεί από το λόγο της ότι η επίδικη στην προκείμενη έφεση διαφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως αφορώσα περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.» Προχώρησε όμως ο έντιμος Δικαστής και τόνισε ότι «Σύμφωνα με τη Λογγίνου ν. Λογγίνου, όλες οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91. Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου ν. Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου 23/90 και του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Τούτο, εξ άλλου, εξυπακούεται και από την αυτοτέλεια του κάθε συζύγου, που και συνταγματικά κατοχυρώνεται και αναγνωρίζεται στο άρθρο 13 του Νόμου 232/91. Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91.» Γ. Ένα χρόνο αργότερα, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο εξέτασε παρόμοιο θέμα δικαιοδοσίας στην «πρώτη» υπόθεση Κοζάκη
(2002). Σε εκείνη την υπόθεση, οι περιουσιακές διαφορές των εκεί διαδίκων συζύγων είχαν αποτελέσει το αντικείμενο ρυθμιστικής σύμβασης. Καταχωρήθηκαν όμως δύο διαδικασίες για τα ίδια θέματα, ήτοι μια αίτηση για επίλυση περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και μια αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Υπό αυτά τα δεδομένα και χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στη Λογγίνου ή στην Γιάγκου, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο (υπό Κρονίδη Δ, Ηλιάδη Δ και Κραμβή Δ) απεφάνθη ότι η διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας καθώς επίσης και ότι με την συμβατική ρύθμιση των διαφορών των διαδίκων, οι εν λόγω διαφορές μεταφέρθηκαν εκτός των προνοιών του Νόμου 232/91 και επομένως το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Δ. Ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 14/07/2003, το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε στη «δεύτερη» υπόθεση Κοζάκη
(2003)να αποφασίσει ξανά τη διαφωνία ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας. Αυτή τη φορά όμως το θέμα είχε προκύψει στα πλαίσια της αγωγής των διαδίκων, όπου το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε στη βάση της Λογγίνου ότι αποκλειστική δικαιοδοσία είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό Αρτεμίδη Δ, Νικολάου Δ, Χατζηχαμπή Δ), με απόφαση του Νικολάου Δ ως ήταν τότε, έκρινε ότι η Λογγίνου είχε αποφασιστεί υπό την ιδιαιτερότητα του ότι η εκεί διαφορά ήταν σε εκκρεμότητα όταν είχαν τροποποιηθεί οι δικαιοδοτικές πρόνοιες των νομοθετημάτων που αφορούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αναφέρθηκαν συναφώς τα εξής: «Να πούμε, με εκτίμηση, πως το Επαρχιακό Δικαστήριο παρερμήνευσε το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης (Λογγίνου). Η απόφαση εκείνη λάμβανε ως δεδομένη την εκκρεμότητα της μεταξύ των συζύγων περιουσιακής διαφοράς. Και ακολούθως επεσήμανε ότι δεν είχε σημασία η λεπτομέρεια της προέλευσης των αντίστοιχων αξιώσεων, δηλαδή η αιτία αγωγής του όποιου επικαλούμενου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ως ειδοποιό διαφορά το ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Ε. Σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά την «δεύτερη» Κοζάκη, και συγκεκριμένα στις 06/10/2003, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1343, εξέτασε και πάλι θέμα δικαιοδοσίας Επαρχιακού - Οικογενειακού, αυτή τη φορά στη βάση αξίωσης που ηγέρθη ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου για περιουσιακές διαφορές συζύγων που προέκυπταν από συμφωνία εμπιστεύματος. Η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό Γαβριηλίδη Δ και Χατζηχαμπή Δ ως ήταν τότε, υιοθετώντας τις αρχές που καθιερώθηκαν στη Λογγίνου και Γρηγορίου ανωτέρω, αναγνώρισε αποκλειστική δικαιοδοσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Αναφέρθηκαν δε τα εξής από την πλειοψηφία: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 A.A.Δ. 1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643» Στ.Το 2005, το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό Αρτεμίδη, Κραμβή, Νικολάτο), κλήθηκε στα πλαίσια έφεσης από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Μασούρας, να εξετάσει το θέμα της δικαιοδοσίας υπό το πρίσμα αγωγής που ηγέρθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο για κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας περιουσιακών διαφορών. Σε εκείνη την υπόθεση, λόγω ρυθμιστικής συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ως προς κάποιες πτυχές μόνο των περιουσιακών τους σχέσεων, υπήρχε παράλληλη διαδικασία και στο Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά και στο Οικογενειακό. Κάμνοντας αναφορά στην Κοζάκης και Λογγίνου, το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη συμφωνίας του έδιδε δικαιοδοσία να εκδικάσει την διαφορά. Εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου, ο Νικολάτος Δ ως ήταν τότε, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση με το εξής σκεπτικό: «Είναι προφανές ότι η οικογενειακή διαφορά των διαδίκων, αναφορικά με την προαναφερόμενη κατοικία τους, είχε διευθετηθεί με την προαναφερόμενη ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι η αξίωση της εφεσίβλητης βασίζεται εξολοκλήρου στην προαναφερόμενη συμφωνία και συγκεκριμένα σε ισχυριζόμενη αθέτηση της προαναφερόμενης συμφωνίας από τον εφεσείοντα. Άρα πρόκειται καθαρά για συμβατική και όχι οικογενειακή διαφορά, για την οποία δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Το γεγονός ότι με την προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων δεν επιλύθηκαν όλες οι μεταξύ τους οικογενειακές διαφορές αλλά μόνον η διαφορά ως προς την κατοικία τους και το γεγονός ότι εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου αίτηση για επίλυση των μεταξύ τους οικογενειακών διαφορών που δεν διευθετήθηκαν με συμφωνία, δεν επηρεάζει την παρούσα απόφαση. Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει οτιδήποτε το αντινομικό στην ύπαρξη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που είναι κατά τόπο αρμόδιο, για την επίλυση των διαφορών των πρώην συζύγων που απορρέουν από τη μεταξύ τους συμφωνία με την οποία ρυθμίζονταν κάποιες από τις οικογενειακές τους διαφορές και την ταυτόχρονη ύπαρξη δικαιοδοσίας του κατά τόπο αρμόδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου για την επίλυση των εκκρεμουσών οικογενειακών διαφορών οι οποίες δεν ρυθμίστηκαν ή δεν επιλύθηκαν μεταξύ των πρώην συζύγων.» Ζ. Στις 03/07/18, στην υπόθεση GURKINA ανωτέρω, τέθηκε ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού και πάλι θέμα δικαιοδοσίας Οικογενειακού- Επαρχιακού, υπό μια ιδιόμορφη όμως σκοπιά. Σε εκείνη την υπόθεση, αμέσως μετά το γάμο τους οι διάδικοι σύναψαν συμφωνία με την οποία προσδιόρισαν την κατανομή και διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων που ήδη απέκτησαν ή που θα αποκτούσαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Όταν στην πορεία αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με διαζύγιο, η πρώην σύζυγος καταχώρησε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο ζητώντας συνεισφορά στην περιουσία του συζύγου της και όπως προκύπτει από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού, δεν επικαλέστηκε τη συμφωνία των μερών ως βάση για την αξίωση της. Κατόπιν αίτησης του πρώην συζύγου, το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο έκρινε, με αναφορά στις υποθέσεις Κοζάκη, ότι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων έθετε την υπόθεση εκτός της δικαιοδοσίας του και εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού. Το Δευτεροβάθμιο όμως Δικαστήριο διαφώνησε για τους εξής λόγους: «Το Άρθρο 11 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90), προσδιορίζει ότι αποκλειστική δικαιοδοσία επίλυσης περιουσιακών διαφορών συζύγων έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Εντάσσοντας στο πλαίσιο αυτό τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως φαίνονται στα δικόγραφα και είναι αποδεκτά από τους διαδίκους, η συμφωνία γάμου που υπογράφτηκε δεν είχε σκοπό την επίλυση των περιουσιακών διαφορών των συζύγων και ούτε έγινε είτε μετά τη διάσταση, είτε μετά τη λύση του γάμου τους. Έγινε ενώ ο γάμος ήταν σε ισχύ. Αυτά τα γεγονότα διαφοροποιούν το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδικάστηκαν και αποφασίστηκαν οι υποθέσεις τις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο έχει επικαλεστεί για να στηρίξει την τελική του απόφαση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στις υποθέσεις Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710 και Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1047, η συμφωνία που είχε υπογραφτεί μεταξύ των διαδίκων σκοπό είχε τη διευθέτηση των μεταξύ τους περιουσιακών διαφορών οι οποίες προήλθαν μετά τη διάσταση. Στη δεύτερη απόφαση Κοζάκη αναφέρθηκε στη σελ. 1050 το εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ως ειδοποιό διαφορά το ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Επίσης, στην υπόθεση Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1347, υποδείχθηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται σε όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση αγωγής που αφορά το οποιοδήποτε υπό διαφορά περιουσιακό στοιχείο. Ανάλογου περιεχομένου είναι και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1643 όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, επεκτεινόμενη σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων, δεν αντιστρατεύεται ούτε την αυτοτέλεια τους ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91. Τέλος, στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1343 επιβεβαιώθηκε η πρόθεση του νομοθέτη να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία, η οποία αποκτήθηκε πριν το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή οτιδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν. 232/91).. Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει, κατ' ισχυρισμό, περιουσιακή διαφορά. Η εφεσείουσα διεκδικεί συνεισφορά στην περιουσία του εφεσιβλήτου, η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Τούτου δοθέντος, αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσει τη μεταξύ τους υφιστάμενη διαφορά, εφόσον πρόκειται περί «περιουσιακής διαφοράς», έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Πρόσθετα των πιο πάνω βλ. επίσης ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΚΟΥΡΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΞΕΝΗ ΚΟΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2014:A764, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, 10/10/2014 Κοντολογίς, ενόψει όλων των πιο πάνω και ιδιαίτερα του σκεπτικού της πιο πρόσφατης απόφασης της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι της Gurkina ανωτέρω, όπου εξετάστηκε αλλά και επιβεβαιώθηκε τόσο ο λόγος των Κοζάκη όσο και ο λόγος των Λογγίνου, Γιάγκου και Φιλίππου, συνάγεται ότι ενώ είναι αποδεκτό ότι η συμφωνία που γίνεται μεταξύ συζύγων με σκοπό την επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών, είτε μετά τη διάσταση, είτε μετά τη λύση του γάμου τους, δύναται να επηρεάσει το θέμα της δικαιοδοσίας και δη της κατά τ' άλλα εκ του Νόμου αποκλειστικής δικαιοδοσίας που έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο σε σχέση με περιουσιακές διαφορές, εντούτοις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες συνθήκες και γεγονότα που περιβάλλουν την εν λόγω συμφωνία καθώς επίσης και το αντικείμενο της. Επισημαίνω εδώ ότι τόσο στην GURKINA όσο και στις Κοζάκη
(2003)και Μασούρας ανωτέρω, το Εφετείο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο αντικείμενο της συμφωνίας των διαδίκων αλλά και στα όσα εκεί συμφωνήθηκαν να συνιστούν την πρόθεση των μερών ως προς αυτό το αντικείμενο. Κατά τρίτο, οι εκ της δικογραφίας παραδεκτοί όροι της σύμβασης των διαδίκων περί υποχρέωσης του εναγόμενου για καταβολή ποσού για «συντήρηση» της ενάγουσας και περί τερματισμού τέτοιας υποχρέωσης σε περίπτωση που η τελευταία ξαναπαντρευτεί ή συζήσει μόνιμα με κάποιο άλλο πρόσωπο, συνάδουν πλήρως με το σκοπό και το πνεύμα των προνοιών του Ν.232/1991 που αφορούν σε θέματα διατροφής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στον εν λόγω Νόμο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «το μέτρο διατροφής . περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου.» (βλ. αρ.7) και ότι η υποχρέωση καταβολής διατροφής προς σύζυγο «.παύει να ισχύει.αν ο σύζυγος. ξαναπαντρευτεί ή αν συζεί μόνιμα με κάποιο άλλο πρόσωπο σε ελεύθερη ένωση.» (αρ.11). Πρόσθετα τούτου, η τυχόν αντισυνταγματικότητα των εν λόγω συμβατικών όρων που η ίδια η ενάγουσα εγείρει στην Απάντηση της, λόγω της φύσης της επίδικης συμφωνίας, θα πρέπει να εξεταστεί με ταυτόχρονη αντιπαραβολή των επίδικων όρων με τις προαναφερόμενες πανομοιότυπες νομοθετικές πρόνοιες. Κατά τέταρτο, σύμφωνα με τις παραδεκτές δικογραφημένες θέσεις των μερών, η επίδικη συμφωνία έχει ήδη, κατ' επιθυμία και της ενάγουσας, αποτελέσει αντικείμενο άσκησης της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου με την έκδοση σχετικού Διατάγματος στις 31/05/05 στα πλαίσια της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών 23/2005. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, παρατηρώ τα εξής. Από τη δικογραφία της ενάγουσας, ιδιαίτερα ενόψει της ρητής χρήσης που εκεί γίνεται του όρου «διατροφή» και της αναφοράς σε μόνη προϋπόθεση καταβολής τέτοιας διατροφής ή επιδόματος συντήρησης, όπως η τελευταία μην ξαναπαντρευτεί ή συζήσει μόνιμα με κάποιο άλλο πρόσωπο, ήτοι ως προνοεί και ο Ν.232/91για θέματα διατροφών, αναδύεται έντονα η εικόνα ότι η παρούσα αγωγή μάλλον σε αξίωση διατροφής αφορά και όχι σε «περιουσιακή διαφορά». Αυτό, σε συνδυασμό με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι αυτή καθ' αυτή η υποχρέωση καταβολής του επίδικου ποσού δεν συνιστούσε συμβατικό αντάλλαγμα (consideration), καταδεικνύει ότι τα επίδικα δικαιώματα και η παρούσα αξίωση ουδέποτε μεταφέρθηκαν εκτός της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου και συνεπώς είναι το εν λόγω Δικαστήριο που θα πρέπει να τα εξετάσει. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι από τη δικογραφία της ενάγουσας προκύπτει ότι παρά την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, οι πρόνοιες του Ν. 232/91 ως προς τα θέματα διατροφής ή καταβολής κάποιου ποσού για σκοπούς συντήρησης ενός πρώην συζύγου, εξακολουθούν να παραμένουν θέμα που είναι αναγκαίο να εξεταστεί ώστε να επιλυθεί η παρούσα διαφορά Ακόμη όμως και να ήθελε θεωρηθεί η αξίωση της ενάγουσας ως περιουσιακή διαφορά, εφόσον μέσω των δικογράφων της αφ' ενός η ίδια η ενάγουσα δεν δέχεται ότι το δικαίωμα της σε πληρωμή διατροφής ή επιδόματος συντήρησης συνιστούσε ανταλλαχθείσα συμβατική αντιπαροχή (consideration) και αφ' ετέρου η ίδια προσβάλλει την εγκυρότητα των ουσιωδών επίδικων συμβατικών όρων που δέχεται ότι συμφώνησε (βλ. παρ.11 Απάντησης), έχει η ίδια ουσιαστικά θέσει την επίδικη συμφωνία «εκτός συζήτησης», διαφοροποιώντας έτσι την περίπτωση της από τα γεγονότα της Μασούρας στα οποία έδωσε έμφαση ο κ. Καλλής κατά την αγόρευση του. Επαναλαμβάνω βέβαια εδώ ότι κατά την κρίση μου, η Μασούρας ούτως η άλλως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση εφόσον εκείνη η υπόθεση αφορούσε σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα και όχι σε καταβολή ποσού διατροφής ή επιδόματος συντήρησης. Και πάλι συνεπώς αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αξίωση είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ούτε όμως και υπό το φως της επίδικης σύμβασης, η παρούσα αξίωση της ενάγουσας θα μπορούσε να εκδικαστεί από Δικαστήριο άλλο από το Οικογενειακό. Αυτό γιατί αφ' ενός αφορά σε διατροφή και αφ' ετέρου γιατί όπως είναι παραδεκτό από τα δικόγραφα, κατ' επιλογή και της ενάγουσας, η επίδικη συμφωνία η οποία ρύθμισε όλες τις πτυχές των διαφορών των διαδίκων τόσο σε σχέση με τα ιδιοκτησιακά θέματα όσο και σε σχέση με την καταβολή ποσού προς την ενάγουσα για τη συντήρηση της ιδίας και του ανήλικου γιου των διαδίκων, ήδη τέθηκε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο και αποδέχτηκε αλλά και άσκησε δικαιοδοσία (assumed jurisdiction) επί όλων των πτυχών της συμφωνίας. Το εν λόγω Δικαστήριο μάλιστα, εξέδωσε και σχετικό διάταγμα καθολικής εφαρμογής επί όλων των συμβατικών όρων, το οποίο διάταγμα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει και το οποίο το έχει η ίδια η ενάγουσα επικαλεστεί στην Έκθεση Απαίτησης της για να ενισχύσει τη θέση της περί δεσμευτικότητας της επίδικης συμφωνίας και να υποστηρίξει την απαίτηση της εναντίον του εναγόμενου (βλ. παρ.2 Ε/Α). Δεν παραγνωρίζω ότι στην Μασούρας λέχθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν «υπάρχει οτιδήποτε το αντινομικό στην ύπαρξη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου . και την ταυτόχρονη ύπαρξη δικαιοδοσίας του κατά τόπο αρμόδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου», σε εκείνη την υπόθεση όμως, σε αντίθεση με την παρούσα, ήταν καθοριστικής σημασίας το γεγονός ότι δεν ήταν όλες οι πτυχές των περιουσιακών σχέσεων των μερών που ρυθμίστηκαν με τη συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση, αφού η επίδικη συμφωνία ρύθμισε όλα τα θέματα των διαδίκων, αμφότεροι οι τελευταίοι αποτάθηκαν στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου για να την επικυρώσουν και το εν λόγω Δικαστήριο ενέκρινε το κοινό αίτημα τους. Η επιχειρηματολογία του κ. Καλλή συνεπώς, και η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος, η οποία υποστηρίζει τη θέση ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς, δεν συνάδει ούτε με το εκ της δικογραφίας παραδεκτό γεγονός ότι κατ' επιθυμία και της ενάγουσας, το Οικογενειακό Δικαστήριο ήδη άσκησε αποκλειστική δικαιοδοσία επί όλων των πτυχών της επίδικης συμφωνίας και ότι η ίδια η ενάγουσα επικαλείται το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έκθεση Απαίτησης της ως ουσιαστική πτυχή της αξίωσης της. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, όπως και να ήθελε ιδωθεί η παρούσα αξίωση της ενάγουσας, αποκλειστική αρμοδιότητα να την εκδικάσει έχει το Οικογενειακό και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. Gurkina ανωτέρω). Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου περί έλλειψης καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η ακροαματική διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει ενώπιον μου διακόπτεται και η αγωγή παραπέμπεται δυνάμει του αρ.64Α για εκδίκαση εκ νέου από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δίδονται επίσης ανάλογες οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως θέσει την υπόθεση ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, ώστε να δοθούν οι προβλεπόμενες από το αρ.64Α οδηγίες. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, οι μέχρι σήμερα σχετικές διαταγές που έχουν εκδοθεί προφανώς ακυρώνονται λόγω του ότι εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας. Όσον αφορά όμως τα έξοδα που προέκυψαν για σκοπούς εκδίκασης της ένστασης ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας, ενόψει του ότι η πλευρά του εναγόμενου δεν είχε ποτέ προηγουμένως εγείρει το εν λόγω θέμα συμβάλλοντας έτσι στην δημιουργία και αύξηση των εξόδων της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ.22
(2)Εξαιρoυμέvης διαφoράς η oπoία εμπίπτει στη δικαιoδoσία oικoγεvειακoύ δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv Νόμoυ και τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμoυ, o Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και απoφασίζει για oπoιαδήπoτε άλλη γαμική διαφoρά η oπoία εμπίπτει στηv τoπική τoυ δικαιoδoσία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο