← Κύπρος

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΣΕΔΙΠΕΣ), Αρ. Αγωγής: 1210/2019, 27/6/2019

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΣΕΔΙΠΕΣ), Αρ. Αγωγής: 1210/2019, 27/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1210/2019 Μεταξύ: *** ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Ενάγουσας -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΣΕΔΙΠΕΣ) ως έχει μετονομαστεί η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ., ως έχει μετονομαστεί η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ., η οποία έχει διαδεχθεί το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ., και την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιδιών Εναγομένης Αίτηση ημερ. 13.6.19 υπό Ενάγουσας για Απαγορευτικά Διατάγματα 27 Ιουνίου 2019 Για Ενάγουσα: κ. Ν. Καλλής Για Εναγόμενη: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αρχικώς μονομερή αίτηση της η Ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διά των οποίων:

  1. Να απαγορεύεται η εκποίηση των ακινήτων υπ' αρ. εγγρ. .957 και .937 βάσει της υποθήκης Υ.
  2. Να διατάσσεται ή δηλώνεται η ακυρότητα των Ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. Το αιτητικό υπ' αρ. 3 είναι ουσιαστικά ταυτόσημο με το αιτητικό υπ' αρ.1 ανωτέρω και δεν απαιτείται η επανάληψη του. Στην αίτηση παρατίθενται αχρείαστα «λόγοι επί των οποίων βασίζεται η παρούσα Αίτηση», στους οποίους δεν θα γίνει οποιαδήποτε αναφορά δεδομένου ότι δεν προνοείται κάτι τέτοιο στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και η ορθή πρακτική είναι η υποστήριξη της αίτησης με την ένορκη δήλωση, στην οποία να παρατίθεται το σχετικό υπόβαθρο γεγονότων. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα αναφέρεται στο ιστορικό σύναψης του επίδικου δανείου, στη σύσταση της υποθήκης, στην παραλαβή των Ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ για εκποίηση στις 27.6.19 και στη συνέχεια προβάλλει εννέα λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη δεν δύναται να προχωρήσει, με κυριότερους το ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση 22 ετών, η ίδια δεν γνώριζε τι υπέγραφε και ότι η Εναγόμενη αξιώνει πέραν του διπλασίου του αρχικού δανείου, χωρίς να δικαιούται. Περαιτέρω προσθέτει πως στις 18.12.18 ζήτησε συνάντηση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση, χωρίς όμως ανταπόκριση και προσθέτει ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό επειδή δεν είχε εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη, δεν δικαιούτο καταστατικά να παραχωρεί δάνεια και επειδή οι υπάλληλοι της ενήργησαν δολίως και με ψευδείς παραστάσεις για τις οποίες παραθέτει λεπτομέρειες. Συνεχίζει προβάλλοντας ότι ο σχετικός νόμος είναι αντισυνταγματικός καθότι στερεί το δικαίωμα περιουσίας, το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο (υπεράσπισης) και παραβιάζει τον εύλογο χρόνο διάγνωσης δικαιωμάτων. Τέλος προβάλλει ότι η εκποίηση προχωρεί χωρίς να έχουν ληφθεί άλλα νομικά μέτρα για να διαγνωσθεί αν η ίδια οφείλει κάποιο ποσό, ότι τα ακίνητα θα πωληθούν σε τιμή χαμηλότερη από την πραγματική αξία τους (€102.000 αντί €600.000 συνολικά) και ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε μέτρα περί το 2009 όταν η τιμή ήταν €814.000 ή το 2013 όταν η τιμή ήταν €311.
  3. Τα ακίνητα «αποτελούν σοβαρούς συναισθηματικούς δεσμούς» για την ίδια και η αξία τους σήμερα υπολογίζεται στις €600.000 (Τεκμήρια Α και Β). Ένσταση Η Εναγόμενη προέβαλε 24 λόγους για την απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι δύνανται να συνοψιστούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων, δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, δεν τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, υπήρξε καθυστέρηση στην προβολή τους, η Ενάγουσα ορκίστηκε σε γλώσσα που δεν κατανοεί, δεν τεκμηριώνεται η σχέση της Ενάγουσας με τα ακίνητα, έχει ήδη εκδοθεί διαιτητική απόφαση περί το 2002 και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για συνταγματικό έλεγχο. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της (εξ 22 σελίδων) η υπάλληλος της Εναγόμενης απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και μεταξύ άλλων αναφέρεται στο ιστορικό της δανειοδότησης, στη σύσταση υποθηκών (Τεκμήρια 1-5), στην επίδοση των Ειδοποιήσεων (Τεκμήρια 6-12), στην έκδοση διαιτητικής απόφασης, η οποία ενεγράφη (Τεκμήριο 13) σε εκδοθέν διάταγμα παραλαβής ημερ. 21.2.02 και πτώχευσης της ημερ. 10.4.03 (Τεκμήρια 14-16), στο ότι από τον Φεβρουάριο του 2019 που επιδόθηκαν οι ΙΑ και ΙΒ δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο ακύρωσης του πλειστηριασμού και στο ότι υπήρξαν επίσημες εκτιμήσεις το 2019 βάσει των οποίων δεν διαπιστώνεται ότι οι αξίες είναι αυτές τις οποίες ισχυρίζεται η Ενάγουσα (Τεκμήριο 17). Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Στην παρούσα περίπτωση η έκθεση απαίτησης οπισθογραφείται στο κλητήριο ένταλμα. Από το περιεχόμενο της διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα προβάλλει ζητήματα δόλου κατά τη σύναψη του δανείου, καθυστέρησης στη διεκδίκηση πληρωμής, ζητήματα που αφορούν το ύψος του οφειλομένου ποσού, καθώς και την εγκυρότητα της υποθήκης. Στις αξιώσεις της έχει συμπεριλάβει τέσσερις αναγνωριστικές αποφάσεις με τις οποίες ζητά να δηλωθεί (
  1. i)ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, (
  2. ii)ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό, (iii) ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει παραγραφεί και (
  3. iv)ότι η υποθήκη είναι άκυρη ενώ ζητά και διάταγμα απαγορεύον την εκποίηση. Σαφώς τα πιο πάνω αποτελούν αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και αν η Ενάγουσα επιτύχει σε κάποια από αυτές θα δικαιούται σε ανάλογη ουσιαστική θεραπεία. Συνεπώς πληρούται η πρώτη προϋπόθεση. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι στις 17.9.97 η Ενάγουσα αιτήθηκε και έλαβε δάνειο ύψους Λ.Κ.28.000 με τόκο 8% ετησίως, από κοινού με τον κ. Κακαθύμη ο οποίος απεβίωσε το
  1. Η ίδια δέχεται την υποθήκευση των δύο επίδικων ακινήτων 957 και
  2. Αντίγραφο της Υ.5759 παρουσίασε η Εναγόμενη με τους τίτλους εγγραφής, στους οποίους η Ενάγουσα φαίνεται ως η ιδιοκτήτρια των ακινήτων τα οποία περιγράφονται ως χωράφι στην Πάχνα και αμπέλι στον Άγιο Αμβρόσιο. Η Ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει οτιδήποτε μεσολάβησε μεταξύ σύναψης του δανείου το 1997 και λήψης των επίμαχων Ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. Τα όσα παρέθεσε η Εναγόμενη επί του θέματος αυτού παρέμειναν αναντίλεκτα στα πλαίσια και για σκοπούς της αίτησης αυτής. Τέτοια γεγονότα είναι το ότι κατόπιν κατάλληλης ειδοποίησης των συνοφειλετών διεξήχθη διαιτητική διαδικασία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση διαιτητικής απόφασης στις 23.1.02 (Τεκμήριο 13) για ποσό Λ.Κ.39.885 συν τόκο προς 9.25% μέχρι εξόφλησης. Λίγο αργότερα, ήτοι στις 21.2.02 σε αίτηση άλλου δανειστή υπ' αρ. 306/01 (δηλαδή που είχε καταχωριστεί από το προηγούμενο έτος) εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής εις βάρος της Ενάγουσας και τον επόμενο χρόνο, ήτοι στις 10.4.03 εκδόθηκε και Διάταγμα Πτώχευσης για την ίδια. Στην ετοιμασθείσα Κατάσταση Περιουσίας το εξασφαλισμένο χρέος ανέρχετο στις 16.9.08 σε €80.304 (Τεκμήριο 14). Στην ίδια Κατάσταση ο Επίσημος Παραλήπτης καταγράφει τα όσα δήλωσε η Ενάγουσα στην προκαταρκτική της Κατάθεση για σκοπούς προετοιμασίας της Πρώτης Συνεδρίασης των πιστωτών της, στις 22.10.08 (ήτοι ότι εργαζόταν σε ψησταριά και ότι τα χρέη της οφείλοντο σε δάνεια για το χρυσοχοείο του συζύγου της και σε εγγύηση προς όφελος τρίτου). Ενόψει των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας των θέσεων περί δόλου, απάτης ή ψευδών παραστάσεων αφού αν υπήρχε βάση σε αυτά θα αναμενόταν να εγερθούν τότε ή σε ένδικα μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης. Άλλωστε η Ενάγουσα δεν προβάλλει στην ένορκη δήλωση οποιαδήποτε δήλωση ή ενέργεια οποιουδήποτε προσώπου κατά τη σύναψη, η οποία θα μπορούσε δυνητικά στο τέλος να αξιολογηθεί και γίνει δεκτή ως δόλια και απατηλή. Ούτε βέβαια έχει προοπτικές επιτυχίας η θέση ότι η Εναγόμενη καθυστέρησε υπερβολικά να απαιτήσει πληρωμή. Πέραν της διαιτητικής απόφασης η οποία εκδόθηκε κατά τον Ιανουάριο του 2002, δεν έχει αμφισβητηθεί πως αυτή ενεγράφη για σκοπούς εκτέλεσης ενώ διαφαίνεται πως η Ενάγουσα επαλήθευσε το χρέος ως ασφαλισμένος πιστωτής στη διαδικασία πτώχευσης, στην οποίαν επίσης φέρεται να εμφανίστηκε η Ενάγουσα χωρίς να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς. Να σημειωθεί σχετικά με την πτώχευση πως η Ενάγουσα δεν προέβαλε οτιδήποτε περί αποκατάστασης της. Προφανώς θα μπορούσε να επέλθει αυτοδίκαιη αποκατάσταση της βάσει του άρθρου 27Α του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ήτοι έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος του Ν.61(Ι)/15 (στις 7.5.15) υπό τον όρο ότι υπέβαλε την απαραίτητη Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας της και διατηρουμένης της δικής της υποχρέωσης βάσει του άρθρου 27Α
(5)να συνεργάζεται με τον διαχειριστή σχετικά με την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει. Δεν υπήρξε τέτοια αναφορά της Ενάγουσας. Αντιθέτως προωθείται η παρούσα για απαγόρευση της εκποίησης. Ούτε ως προς το ύψος των ποσών υπάρχει οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ενόψει του ότι το οφειλόμενο έχει διαπιστωθεί στη διαιτητική διαδικασία και η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε έφεσης εντός της προθεσμίας του ισχύοντος τότε Νόμου (Ν.22/85)ή έστω και μεταγενέστερης αίτησης ακύρωσης της απόφασης. Παρέλκει να λεχθεί πως η αναφερόμενη ΣΠΕ είχε την εξουσία να παραχωρεί δάνεια προς τα μέλη της και ότι δεν έχει υποδειχθεί διάταξη περί υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης κατά τον επίδικο χρόνο. Η Ενάγουσα εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας του σχετικού με την εκποίηση Νόμου. Σε καμία περίπτωση δεν προσδιορίζει τη σχετική διάταξη ή τα επιχειρήματα της (Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196). Είναι γνωστή η αρχή πως ένα τέτοιο θέμα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν (βλ. Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590). Εν πάση περιπτώσει, σε όποιο βαθμό η Ενάγουσα αναφέρεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος αρκεί να λεχθεί πως βάσει του εδ.3 η άσκηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας δύναται να υποβληθεί σε περιορισμούς ή δεσμεύσεις, μεταξύ άλλων, προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, στους οποίους αναμφίβολα συμπεριλαμβάνεται ο ενυπόθηκος δανειστής. Σε όποιο βαθμό αναφέρεται στο άρθρο 30 για το δικαίωμα υπεράσπισης υπενθυμίζεται πως είχε το δικαίωμα να λάβει μέρος στη διαιτητική διαδικασία. Για το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο θα πρέπει να λεχθεί πως αυτό είναι επίσης απολύτως σεβαστό. Αυτό φαίνεται τόσο από την καταχώριση της παρούσας αγωγής και αίτησης όσο και από τα δικαιώματα τα οποία δίδει ο Ν.9/65και τα οποία είχε κάθε ευκαιρία να ασκήσει εάν επιθυμούσε. Η ίδια δεν έχει επισυνάψει τις σχετικές Ειδοποιήσεις πλην όμως το έχει πράξει η Εναγόμενη. Μάλιστα συνοδεύονται και από ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Ειδικά οι Ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ της έχουν επιδοθεί στις 14.2.19 και στις 20.2.19 αντίστοιχα (Τεκμήρια 6 και 7). Η ίδια επέλεξε να μην ασκήσει το δικαίωμα έφεσης, το οποίο της παρέχει ο Νόμος. Άφησε την 30ήμερη προθεσμία να παρέλθει άπρακτη και μόνο μετά από τέσσερις μήνες και πολύ λίγες μέρες πριν τον πλειστηριασμό έσπευσε να καταχωρίσει την αγωγή ζητώντας μονομερώς διάταγμα. Παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως δεν μπορεί βάσιμα να προβάλλει με την αγωγή θέματα τα οποία είχε από τον Νόμο το δικαίωμα να προβάλει με την έφεση εναντίον των ειδοποιήσεων. Μεταξύ των δικαιωμάτων της ήταν και το να διορίσει δικό της εκτιμητή στη βάση της Ειδοποίησης ΙΒ, πλην όμως και πάλι δεν το άσκησε. Αντί τούτου αποδίδει δολιότητα στην Εναγομένη και ως προς αυτό το θέμα και παρουσιάζει παλαιές εκτιμήσεις του 2009 οι οποίες αναφέρονται σε συνολική αγοραία αξία €677.000 και αξία καταναγκαστικής πώλησης €540.000 (Τεκμήρια Α και Β). Από την άλλη πλευρά η Εναγόμενη παρουσιάζει δύο πολύ πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, του Μαρτίου του 2019, βάσει των οποίων οι αγοραίες αξίες είναι €141.000 και €133.000 συνολικά ενώ οι αξίες καταναγκαστικής πώλησης είναι €98.700 και €100.000. Η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει κάτι το οποίο να υποστηρίζει τη θέση της ότι η Εναγόμενη θα είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την πτώση των αξιών, σε σημείο που ενδεχομένως να μην καλύπτουν το λαβείν της. Στην βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται πως δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας για κάποια από τις αιτίες αγωγής τις οποίες προώθησε η Ενάγουσα. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία να λεχθεί πως εάν πωληθούν τα χωράφια σε καλόπιστο τρίτο θα ήταν μελλοντικά δύσκολο έως αδύνατο να αποδοθούν στην Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας στη θέση της πως δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Κατάληξη Στη βάση όμως των προαναφερθέντων και συγκεκριμένα λόγω μη συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €800 συν Φ.Π.Α υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος της Ενάγουσας. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Απαγορευτικά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.