← Κύπρος

PROGRESSIVE INSURANCE CO. LTD ν. ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5969/12, 20/6/2019

PROGRESSIVE INSURANCE CO. LTD ν. ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5969/12, 20/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5969/12 Μεταξύ: PROGRESSIVE INSURANCE CO. LTD Ενάγουσας και ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΤΔ XXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ XXX ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Εναγόμενων ------------------------- Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2019 Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κ. Χρ. Oνουφρίου Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντίνου E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.05.17 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Ενάγουσας (στο εξής «Καθ' ης αίτηση») και εναντίον του Εναγόμενου 3 (στο εξής «Αιτητή»). Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 15.03.19, ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται ουσιαστικά η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 23.05.17 (στο εξής «απόφαση»). Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 είναι πρωτοφειλέτρια βάσει γραμματίου προς την Καθ' ης η αίτηση και ο ίδιος μαζί με την Εναγόμενη 2 εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του εν λόγω γραμματίου. Στις 22.02.13 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και η Καθ' ης η αίτηση επιχείρησε να εκτελέσει την απόφαση μέσω ενταλμάτων εκποίησης κινητής περιουσίας. Από έρευνα που διενήργησε στον φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε ότι η προσπάθεια για εκτέλεση του εντάλματος εναντίον της Εναγόμενης 1 παρέμεινε ημιτελής, εφόσον η Καθ' ης η αίτηση δεν εφοδίασε τον δικαστικό επιδότη με την ορθή διεύθυνση για εκτέλεση του εντάλματος (Τεκμήριο 2 της αίτησης). Μετά την απαίτηση του δικαστικού επιδότη για να δοθεί νέα διεύθυνση για την εκτέλεση του εντάλματος εναντίον της Εναγόμενης 1, ο επιδότης επιχείρησε να εκτελέσει το ένταλμα εναντίον της Εναγόμενης 2 χωρίς όμως τούτο να καταστεί δυνατό με αποτέλεσμα το ένταλμα να επιστραφεί ανεκτέλεστο όσον αφορά την Εναγόμενη

  1. Η απόφαση, με βάση τη συνεννόηση που είχε με την Καθ' ης η αίτηση, δεν θα εκτελείτο εναντίον του πριν εξαντληθούν όλα τα νόμιμα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της Εναγόμενης
  2. Αποτελούσε επίσης προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του η εκποίηση της υποθήκης με αρ. ΥXXX6/11 την οποία εκτέλεσε προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση η Εναγόμενη
  3. Ο Αιτητής επισυνάπτει ως Τεκμήρια 5 - 8 αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του ιδίου και των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση και ισχυρίζεται ότι η τελευταία κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς της στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης εναντίον του, αφού αφενός δεν έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα εναντίον της Εναγόμενης 1 και αφετέρου δεν επιχειρήθηκε η εκποίηση της υποθήκης με αρ. ΥXXX6/
  4. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εναντίον της Εναγόμενης 1 δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της, αλλά διαγράφηκε το όνομα της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών λόγω της παράλειψης της στην καταβολή του νενομισμένου τέλους ή και της καταχώρισης ετήσιων οικονομικών εκθέσεων. Εξ όσων γνωρίζει η Εναγόμενη 1 είναι οικονομικά εύρωστη, καθώς μέχρι τη διαγραφή του ονόματος της είχε συνάψει συμφωνίες για εξασφάλιση προμηθειών από τη διαπραγμάτευση και σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων (Τεκμήριο 11). Η Καθ' ης η αίτηση προκλητικά και καταχρηστικά καταχώρισε εναντίον του την υπ' αρ. 29/18 αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, ενώ όφειλε να εξετάσει και να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Σε περίπτωση έγκρισης της επίδικης αίτησης τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση δεν θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο σε αντίθεση με τα δικά του. Ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στις 23.05.19 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρει τους ακόλουθους 4 λόγους ένστασης: Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθώς ουδεμία έφεση εκκρεμεί. Η αίτηση αποσκοπεί στην κατάχρηση του δικαστικού χρόνου. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Η αίτηση είναι παράτυπη. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, καθώς ουδεμία έφεση καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης ούτε και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμό στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Το ένταλμα εκποίησης κινητών εναντίον της Εναγόμενης 1, καθώς επίσης και τα εντάλματα εκποίησης κινητών εναντίον της Εναγόμενης 2 και του Αιτητή επιστράφηκαν ανεκτέλεστα (Τεκμήρια 4, 5 και 7). Η Καθ' ης η αίτηση έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, χωρίς όμως να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η Εναγόμενη 1 είναι οικονομικά εύρωστη, η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 είναι διαγραμμένη από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Περαιτέρω, η συμφωνία - Τεκμήριο 11 της αίτησης καταρτίστηκε στις 15.11.12, δηλαδή πριν την έκδοση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 η οποία έλαβε χώρα στις 22.02.
  5. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Έχω λάβει υπόψη μου το πλήρες περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, καθώς επίσης και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Συγκεκριμένες αναφορές στις αγορεύσεις των συνηγόρων θα γίνουν μόνον εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική πτυχή Η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 9 και 10 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής «Ν.197(Ι)/2003»). Θεωρώ χρήσιμη την παράθεση των εν λόγω άρθρων προς ευκολότερη παρακολούθηση των όσων θα καταγραφούν πιο κάτω. «
  6. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου

(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση· (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7. 10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την οφειλή που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εγγύησης αν ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει- (ί) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει- (
  1. i)ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (iϊί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δύνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (
  2. i)ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο πιστωτής δεν δύναται να αιτηθεί την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε με καταχώριση αίτησης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του εγγυητή προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(2)Για τους σκοπούς των άρθρων 9 και 10: (α) ακρόαση αγωγής και απόφαση δικαστηρίου περιλαμβάνει διαδικασία και διαιτητική απόφαση με βάση τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου· και (β) εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου περιλαμβάνει και πτώχευση.» Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το ακόλουθο ζήτημα που εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευση του. Ο κ. Ονουφρίου υποστηρίζει ότι η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί ως παράτυπη και άκυρη, καθώς σε αυτήν δεν μνημονεύεται ο Ν.197(Ι)/
  1. Πρόκειται, κατά τον συνήγορο του Αιτητή, για παρατυπία η οποία δεν δύναται να θεραπευθεί ούτε δυνάμει της Δ.64 και ως εκ τούτου η ένσταση και οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Είναι γεγονός ότι στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης και συγκεκριμένα στη νομική βάση της ένστασης δεν περιλαμβάνεται ο Ν.197(Ι)/
  2. Αυτή η διαπίστωση ωστόσο δεν καθιστά, κατά την κρίση μου, την ένσταση παράτυπη και άκυρη ως η σχετική εισήγηση του κ. Ονουφρίου. Τούτο διότι η ένσταση συντάχθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 και τον Τύπο 47, καθώς αναφέρει τα άρθρα επί των οποίων εδράζεται και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παρατυπίας ή ακυρότητας, αφού από δικονομικής απόψεως συνάδει με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 θ.4 (Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α
(2002)1 Α.Α.Δ 92). H μη συμπερίληψη του Ν.197(Ι)/2003 δεν άπτεται της δικονομικής εγκυρότητας της ένστασης, αλλά της ουσίας της. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας του επιχειρήματος του κ. Ονουφρίου η υπό κρίση αίτηση δεν επιτυγχάνει αυτομάτως, αλλά ο Αιτητής εξακολουθεί να φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης. Μετά την επίλυση του πιο πάνω προκαταρκτικού ζητήματος, θεωρώ ότι το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει κατά λογική προτεραιότητα να εξεταστεί αφορά τον 1ο λόγο ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, ήτοι ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθώς δεν εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εναντίον της απόφασης δεν εκκρεμεί έφεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ξεκαθάρισε το εν λόγω ζήτημα κατά την ακρόαση της αίτησης δηλώνοντας ότι εκ λάθους συμπεριλήφθηκε στο αιτητικό υπ' αρ. Α η φράση: «και/ή μέχρι τελείας εκδικάσεως και αποπερατώσεως της Έφεσης που καταχωρίστηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 1.8.2016 εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 Αιτητών». Περαιτέρω, ο κ. Ονουφρίου διευκρίνισε ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται μόνο επί των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/
  1. Το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να επιτύχει. Παρά το ότι στο αιτητικό υπ' αρ. Α περιλαμβάνεται η φράση «..μέχρι τελείας εκδικάσεως και αποπερατώσεως της Έφεσης...», εντούτοις είναι φανερό από το συνολικό περιεχόμενο της αίτησης ότι η καταχώριση έφεσης δεν αποτελεί τη μοναδική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Καταρχάς, επισημαίνω ότι η προαναφερόμενη φράση τίθεται κατά τρόπο διαζευκτικό στο αιτητικό υπ' αρ. Α, πράγμα που από μόνο του καθιστά σαφές ότι δεν αποτελεί τη μοναδική βάση της αίτησης. Τούτο καθίσταται ευδιάκριτο από το όλο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα στη νομική βάση μνημονεύονται τα άρθρα 9 και 10 του Ν.197(Ι)/2003, ενώ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλονται ισχυρισμοί περί παράλειψης της Καθ΄ ης η αίτηση να προχωρήσει στη λήψη ολοκληρωμένων μέτρων εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτριας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί τέθηκαν, προφανώς, προς απόδειξη των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/
  2. Η θέση του κ. Κωνσταντίνου θα είχε ουσιαστικό αντίκρισμα αν η αίτηση βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στην καταχώρηση έφεσης. Όπως ωστόσο προκύπτει από όσα έχουν παρατεθεί πιο πάνω, η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε στη βάση των προνοιών του Ν.197(Ι)/
  3. Δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνο ούτε και η εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική διότι δεν αναφέρεται ξεκάθαρα ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Είναι μεν γεγονός ότι η συμπερίληψη της επίμαχης φράσης περί καταχώρησης έφεσης στο αιτητικό υπ' αρ. Α μπορεί να προκαλέσει αρχικά μία σύγχυση, ωστόσο, ως ήδη αναφέρθηκε, το συνολικό περιεχόμενο της αίτησης καθιστά σαφές ότι το παράπονο του Αιτητή αφορά τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτριας. Τούτων λεχθέντων προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Εν πρώτοις θεωρώ ότι η παρούσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.197(Ι)/
  4. Οι παράγραφοι 3 και 4 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή γίνονται παραδεκτές από την Καθ' ης η αίτηση (βλ. παράγραφος 4 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Συνεπώς, εφόσον ο Αιτητής εγγυήθηκε οφειλή της πρωτοφειλέτριας που προκύπτει από γραμμάτιο προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.197(Ι)/2003 (βλ. άρθρα 2 και 3). Στα άρθρα 9 και 10 καταγράφονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον εγγυητή. Εν προκειμένω η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης και επομένως θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 10
(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που η Καθ' ης η αίτηση δεν αποδείξει μία εκ των προϋποθέσεων που καταγράφονται στην τρίτη επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003, τότε, νοείται ότι η πρωτοφειλέτρια διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος και ως τούτου η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει δίχως άλλο να επιτύχει. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, θεωρώ ότι η προσέγγιση του βρίσκεται σε διάσταση με το γράμμα και το πνεύμα του Ν.197(Ι)/2003. Η προαναφερόμενη θέση παραγνωρίζει, κατά την άποψη μου, μία βασική υποχρέωση που εναποθέτει το άρθρο 10
(1)(γ) στους ώμους του Αιτητή. Συγκεκριμένα ο Αιτητής οφείλει να δείξει ότι υπάρχει οικονομική δυνατότητα ή περιουσία της πρωτοφειλέτριας η οποία εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Εφόσον προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία, τότε έρχονται στο προσκήνιο οι επιφυλάξεις του άρθρου 10
(1)(γ) με το βάρος να μετατίθεται πλέον στον πιστωτή προκειμένου να αποδείξει ότι συντρέχει μία εκ των προαναφερόμενων επιφυλάξεων. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, θεωρώ ότι καθιστά τον Ν.197(Ι)/2003 ανεφάρμοστο εφόσον έρχεται σε σύγκρουση με άλλες πρόνοιες του. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, στην πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ) ορίζεται ρητά ότι το Δικαστήριο στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος αναστολής στη βάση των διατάξεων του υπό αναφορά άρθρου θα πρέπει να προσδιορίσει τα οικονομικά στοιχεία ή την περιουσία για την οποία έκρινε ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Καθίσταται επομένως σαφές ότι, εάν γίνει δεκτή η προσέγγιση του κ. Ονουφρίου, η συγκεκριμένη υποχρέωση του Δικαστηρίου δεν θα μπορεί να τηρηθεί. Για παράδειγμα στην προκείμενη περίπτωση ο κ. Ονουφρίου εισηγείται ότι από τη στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση δεν απέδειξε ότι εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της πρωτοφειλέτριας, τούτο συνεπάγεται ότι η τελευταία διαθέτει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Δημιουργείται όμως το εξής ερώτημα σε αυτήν την περίπτωση. Ποια είναι τα οικονομικά στοιχεία ή η περιουσία που θα καταγραφούν στο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης και τα οποία θα απαγορεύεται να αποξενώσει η πρωτοφειλέτρια (πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ)); Το λανθασμένο της όλης συλλογιστικής του Αιτητή επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 11 του Ν.197(Ι)/2003. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι το διάταγμα αναστολής παύει όταν προκύψει κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ότι τα οικονομικά στοιχεία ή περιουσία που προσδιορίστηκε στο διάταγμα αναστολής δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης. Επομένως, για να μετατεθεί το βάρος στον πιστωτή και να εφαρμοστούν οι επιφυλάξεις του άρθρου 10
(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003 θα πρέπει απαραιτήτως να προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικών στοιχείων ή περιουσίας του πρωτοφειλέτη τα οποία θα καταγραφούν στο σχετικό διάταγμα αναστολής. Αφού προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία από τον εγγυητή, θα πρέπει στη συνέχεια ο πιστωτής να αποδείξει μία εκ των επιφυλάξεων του άρθρου 10
(1)(γ) του Ν.197(Ι)/2003. Σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν αποδείξει μία εκ των εν λόγω επιφυλάξεων, το Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, δύναται να ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει τη δυνατότητα ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία συνιστά, κατά την άποψη μου, αποσπασματική προσέγγιση του Ν.197(Ι)/2003 η οποία έρχεται σε σύγκρουση με διατάξεις που προηγούνται και έπονται της τρίτης επιφύλαξης του άρθρου 10
(1)(γ). Εν προκειμένω μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία της πρωτοφειλέτριας δεν έχει προσκομιστεί από τον Αιτητή. Η συμφωνία που επικαλείται ο Αιτητής (Τεκμήριο 11 της αίτησης) δεν οδηγεί σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα περί ύπαρξης οικονομικής δυνατότητας ή περιουσίας προς ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής. Πρόκειται απλά για μία συμφωνία ασφαλιστικού πράκτορα η οποία καταρτίστηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της απόφασης και σε κάθε περίπτωση έχουν παρέλθει 6 ½ έτη από την υπογραφή της μέχρι σήμερα. Δεν παρατίθεται ίχνος μαρτυρίας η οποία να υποστηρίζει ότι η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε και ότι η πρωτοφειλέτρια αποκόμισε οικονομικά οφέλη από αυτήν τέτοιας αξίας μάλιστα που να μπορούν να ικανοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος. Σε όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η πρωτοφειλέτρια έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο λόγος διαγραφής της συνίσταται στην παράλειψη της να καταβάλει το νενομισμένο τέλος και τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της. Σημειώνω ότι από το Τεκμήριο 10 της αίτησης δεν προκύπτουν οι πληροφορίες που αναφέρει ο Αιτητής, ο οποίος στην ένορκη του δήλωση δεν αποκαλύπτει από πού άντλησε τις εν λόγω πληροφορίες αφήνοντας έτσι μετέωρο και έκθετο σε απόρριψη τον ισχυρισμό του. Από την άλλη, εύλογα δημιουργείται η απορία πώς μία εύρωστη και οικονομικά ενεργή εταιρεία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως διαγραμμένη και δεν έχει λάβει η ίδια μέτρα προς αποκατάσταση; Aκόμα όμως και αν θεωρηθεί ορθή η προαναφερόμενη προσέγγιση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10
(1)(γ), το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιείται. Τούτο διότι με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η Καθ' ης η αίτηση έλαβε ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι η πρωτοφειλέτρια στερείται κινητής περιουσίας (Τεκμήριο 2 και 4 της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα) και επομένως πληρούται η επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ)(i). Η θέση που εκφράζει ο Αιτητής ότι το ένταλμα παραμένει σε εκκρεμότητα διότι ο δικαστικός επιδότης ζήτησε να του υποδειχθεί άλλη κινητή περιουσία ή να του δοθεί άλλη διεύθυνση δεν είναι ορθή. Καταρχάς ο δικαστικός επιδότης, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα Τεκμήρια, δεν ζήτησε να του δοθεί άλλη διεύθυνση, ούτε και κατέγραψε ότι ήταν λανθασμένη η δοθείσα διεύθυνση. Περαιτέρω, η εισήγηση του Αιτητή περιορίστηκε μόνο στη σημείωση του δικαστικού επιδότη που περιλαμβάνεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 06.08.13 (Τεκμήριο 2 και 4 της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα), παραγνωρίζοντας τη μεταγενέστερη σημείωση ημερομηνίας 22.08.13 (σελ.2 του Τεκμηρίου 2 της αίτησης) στην οποία υπάρχει σφραγίδα με την ένδειξη: «Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Στερείται κινητής περιουσίας» και αμέσως δίπλα η χειρόγραφη σημείωση: «Αρ.1». Επομένως, μετά τις 06.08.13 υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά του δικαστικού επιδότη ότι η πρωτοφειλέτρια στερείται κινητής περιουσίας. Ολοκληρώνοντας την αναφορά στο ζήτημα του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας σημειώνω ότι η πρωτόδικη απόφαση στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Ονουφρίου, αποφασίστηκε στη βάση των δικών της δεδομένων τα οποία διαφοροποιούνται από αυτά της παρούσας. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε τα άρθρα 211(ε) και 212(β) του Κεφ.113, η διατύπωση των οποίων διαφέρει από την επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ)(i) του Ν.197(Ι)/
  1. Σε μια άλλη εισήγηση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει στην αγόρευση του ότι η Καθ' ης η αίτηση επέδειξε καταχρηστική συμπεριφορά έναντι του Αιτητή. Τούτο διότι κατά την έκδοση της απόφασης συμφώνησε ότι δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του, πριν την εξάντληση όλων των μέτρων εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτριας περιλαμβανομένης και της εκποίησης της υποθήκης με αρ. ΥXXX6/11 η οποία εκτελέστηκε προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση από την Εναγόμενη
  2. Ο κ. Ονουφρίου προς υποστήριξη της θέσης του παραπέμπει στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του Αιτητή και των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση - Τεκμήρια 5 - 8 της αίτησης. Οι επιστολές που στάλθηκαν από τον Αιτητή προς τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση πριν την έκδοση της απόφασης εντοπίζονται στα Τεκμήρια 5 και 6 της αίτησης και καλύπτουν την περίοδο 19.05.17 - 23.05.
  3. Από την μελέτη των εν λόγω επιστολών προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβαλε αρχικά τη θέση ότι δεν θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του παρά μόνο στην περίπτωση που αποτύχουν τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 (Τεκμήριο 5 - επιστολή 19.05.17). Στην επιστολή ημερ. 22.05.17 (μέρος του Τεκμηρίου 6) η θέση του Αιτητή όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης διαφοροποιήθηκε σε σύγκριση με την αρχική του θέση όπως εκφράζεται στο Τεκμήριο
  4. Συγκεκριμένα δεν θέτει πλέον ως προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του το να προηγηθούν μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλλά το να ληφθούν ταυτόχρονα μέτρα εκτέλεσης εναντίον όλων των Εναγομένων. Στην τελευταία τώρα επιστολή του η οποία στάλθηκε κατά την ημέρα έκδοσης της απόφασης, δηλαδή στις 23.05.17 (μέρος του Τεκμηρίου 6), εμφανίζεται νέα διαφοροποίηση στη θέση του Αιτητή. Πιο συγκεκριμένα δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε προϋπόθεση όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης, παρά μόνο αναφέρεται ότι αποδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον του με αναστολή εκτέλεσης για περίοδο 6 μηνών. Ουδεμία αναφορά υπάρχει σε σχέση με τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι στο κείμενο της απόφασης δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια σε σχέση με το ότι θα έπρεπε να προηγηθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, πριν η Καθ' ης η αίτηση προχωρήσει στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον του Αιτητή. Ούτε και παρουσιάστηκε εκ μέρους του Αιτητή πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο να καταγράφεται η ισχυριζόμενη συμφωνία του με την Καθ' ης η αίτηση. Το αναμενόμενο θα ήταν, κατά την άποψη μου, η εν λόγω συμφωνία να καταγραφεί και ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια μαρτυρία ωστόσο, όπως ανέφερα πιο πάνω, δεν έχει προσκομιστεί. Όσον αφορά τώρα τη θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν προχώρησε στη λήψη μέτρων για εκποίηση της υποθήκης με αρ. ΥXXX6/11, περιορίζομαι να αναφέρω ότι δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο Ν.197(Ι)/2003περιορίζεται μόνο στους πρωτοφειλέτες και η εφαρμογή του δεν επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ συνεγγυητών. Επομένως, η υποθήκη θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στην παρούσα περίπτωση μόνο εάν αυτή επιβάρυνε ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης
  5. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Ιnterim Αναφορά: Αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.