← Κύπρος

Σοφοκλέους κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ), Αρ. Αγωγής: 569/2019, 26/6/20

Σοφοκλέους κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ), Αρ. Αγωγής: 569/2019, 26/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A361 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 569/2019 Μεταξύ:

  1. XXXX Σοφοκλέους, από τη Λευκωσία
  2. XXXX Σαρμαλλής, από τη Λεμεσό Εναγόντων/Αιτητών -και- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ) Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21/3/2019 26.6.2019 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Δημοσθένους με κα Ν. Δημητρίου για κ.κ. ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Λουκά για κ.κ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΛΟΥΚΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας 1/αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του επιδιώκει την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει ή και να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, του περιγραφόμενου στην παράγραφο Α της Αίτησης ακινήτου του το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη 5/Υ/5511/1994 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Αρχικά η Αίτηση καταχωρίστηκε και προωθήθηκε από αμφότερους τους Ενάγοντες. Μετά όμως από τη δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο πλειστηριασμός, του οποίου ζητείται η απαγόρευση, προωθείται μόνο για το ένα εκ των δύο διαμερισμάτων, συγκεκριμένα αυτό το οποίο καλύπτεται από την εγγραφή 0/79769, κατά τρόπο ο οποίος δεν επηρεάζει το έτερο διαμέρισμα το οποίο καλύπτεται από την εγγραφή 0/79770, ο Ενάγοντας 2 απέσυρε την Αίτηση. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφάνηκε, ως κοινός τόπος, ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση έθεσε σε εφαρμογή τη διαδικασία του πληστηριασμού η οποία προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 και στις 26.2.2019 επέδωσε στον Αιτητή την ειδοποίηση του τύπου 'IA' δυνάμει της οποίας καθορίστηκε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού η 27.6.
  3. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 7/9/1994 ο πατέρας του XXXX Σοφοκλέους συνήψε με την Καθ' ης η Αίτηση (τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ) συμφωνία δανείου για το ποσό των Λ.Κ.38.000,00 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η επίδικη συμφωνία). Κατ' εκείνο το χρόνο ο ίδιος ήταν ηλικίας 21 ετών και, λόγω της διάστασης των γονιών του, δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με τον πατέρα του. Περί το έτος 2000 διαπίστωσε ότι ο ίδιος ο πατέρας του είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του επί της επίδικης συμφωνίας, καθιστώντας τον οφειλέτη, με σκοπό τη λήψη του δανείου ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποίησε, ως εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση, το ακίνητο, το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση προτίθεται να πωλήσει με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Οι κακές σχέσεις με τον πατέρα του συνεχίστηκαν μέχρι και το θάνατο του, τον Απρίλιο του
  4. Μόλις πληροφορήθηκε για το περιστατικό αποτάθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση, την οποία και ενημέρωσε ότι ουδέποτε γνώριζε για την επίδικη συμφωνία. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του να προμηθευτεί αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε αποδέχτηκε το αίτημα του. Στις 5/3/2019 οι δικηγόροι του ζήτησαν, μέσω επιστολής τους, την επίδικη συμφωνία αλλά η Καθ' ης η Αίτηση τους εφοδίασε μόνο με τις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου. Πέραν των πιο πάνω ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη, όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, το αξιούμενο από την Καθ' ης η Αίτηση χρέος ύψους €478.798,77 πλέον τόκοι είναι υπερβολικό, παράνομο και καταχρηστικό. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας ίσχυε ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 και, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 αυτού, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούτο να πληρώσει περισσότερους τόκους από το αρχικό κεφάλαιο που είχε δανειστεί. Συνεπώς το οφειλόμενο σήμερα ποσό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.76.000 (€130.000,00 περίπου). Μετά τον οριζόντιο διαχωρισμό του ακινήτου του σε δύο διαμερίσματα και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας πώλησε το ένα εκ των δύο διαμερισμάτων στον Ενάγοντα 2 και παραχώρησε το δικό του στον αδελφό του XXXX Σοφοκλέους, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως κατοικία για τον ίδιο και την οικογένεια του. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τόσο του ιδίου όσο και του αδελφού του για εξεύρεση εξώδικης λύσης, η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται να διαπραγματευτεί και ισχυρίζεται ότι αν δεν πληρωθεί το ποσό των €478.798,77 θα προχωρήσει στην πώληση του διαμερίσματος του. Συγκεκριμένα οι δικηγόροι του ενημέρωσαν πολλές φορές προφορικά την Καθ' ης η Αίτηση ότι ο αδελφός του προτίθεται να διευθετήσει το ισχυριζόμενο χρέος και απέστειλαν σχετικές προτάσεις διευθέτησης του. Συγκεκριμένα απέστειλαν τις επιστολές ημερομηνίας 7/3/2019 και 19/3/2019 αλλά δεν πήραν οποιαδήποτε απάντηση της Καθ' ης η Αίτηση. Με την τελευταία επιστολή ημερομηνίας 19/3/2019 είχαν προτείνει να πληρώσουν περί τις €100.000, το οποίο είναι πολύ κοντά στο πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να του παρέχει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης του δανείου σύμφωνα με τους σχετικούς κώδικες της Κεντρικής Τράπεζας, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού μόνο με αυτό τον τρόπο θα διασώσει την περιουσία του η οποία, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, χρησιμοποιείται ως η κύρια κατοικία του αδελφού του. Σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο Αιτητής παρουσιάζει το πόρισμα του δικαστικού γραφολόγου XXXX Μαρκίδη ο οποίος εξέτασε γραφολογικά την υπογραφή του φερόμενου ως οφειλέτη επί της επίδικης συμφωνίας δανείου καθώς και την υπογραφή του φερόμενου ως ενυπόθηκου οφειλέτη επί της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερομηνίας 7/9/1994 και κατέληξε ότι δεν είναι οι γνήσιες υπογραφές του Αιτητή. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ/ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Καθ' ης η Αίτηση με την Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Η αίτηση στηρίζεται σε ελλιπή και ανύπαρκτη νομική βάση. Η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική, περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και εκδοχές και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η αίτηση αλλά και η αγωγή είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις των εναγόντων, οι οποίοι τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθούν την υστάτη και αφού έχουν αρχίσει οι διαδικασίες πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου να εμποδίσουν την Καθ΄ης η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Δεν πληρούνται ούτε κατ' ελάχιστο οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθώς οι ενάγοντες δεν έχουν καμία συζητήσιμη υπόθεση ή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει επίσης την αίτηση/έφεση 66/2019, με την οποία επίσης ζητείται η ίδια θεραπεία. Οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζουν τα αιτήματα τους οι ενάγοντες είναι αναληθείς, ανυπόστατοι και προσχηματικοί. Οι ενάγοντες παρουσιάζουν και/ή αποκαλύπτουν γεγονότα επιλεκτικά και/ή παραπλανητικά, με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Οι ενάγοντες ενεργούν δολίως, κακόπιστα και καταχρηστικά, ως καταχρηστική, κακόπιστη και χωρίς νομική υπόσταση είναι και η αίτηση τους. Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. Όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό δανείου του εναγοντα 1 είναι νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους των συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των μερών αλλά και τις εκάστοτε εν ισχύ Νομοθεσίες. Οι λόγοι που αναφέρουν και/ή επικαλούνται οι ενάγοντες για έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να αποτελέσουν βάση αγωγής ή λόγο διακοπής της διαδικασίας εκποίησης που προωθείται νόμιμα από την Καθ΄ης η Αίτηση δυνάμει των σχετικών Νομοθετικών προνοιών και των μεταξύ των μερών συμβάσεων.
  5. Η αίτηση εγείρεται με μεγάλη καθυστέρηση και/ή είναι εκπρόθεσμη και/ή αντίθετη με το Νόμο 9/1965 καθότι οι ενάγοντες έχουν ήδη λάβει την επιστολή Τύπου ΙΑ και ΙΒ με την οποία καθορίζεται ημερομηνία πλειστηριασμού.
  6. Στο παρόν στάδιο ο μόνος τρόπος προσβολής και/ή ανακοπής του καθορισμένου πλειστηριασμού είναι με έφεση δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/1965 και όχι με αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα. Τέτοια αίτηση ως η παρούσα μπορούσε μόνο να καταχωρηθεί και/ή να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης μόνο πριν την επίδοση της ειδοποίησης του Τύπου ΙΑ, καθότι μετά την επίδοση της ειδοποίησης του Τύπου ΙΑ ο Νόμος 9/1965, ο οποίος αποτελεί ειδικό Νόμο, προνοεί ειδική διαδικασία ακύρωσης του πλειστηριασμού.
  7. Η ύπαρξη παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί λόγο έφεσης ή ακύρωσης της ειδοποίησης του Τύπου ΙΑ, δυνάμει του Νόμου 9/1965 νοουμένου όμως ότι προϋπάρχει της επίδοσης του εν λόγω Τύπου. Η αγωγή και η αίτηση εγείρονται με μεγάλη καθυστέρηση και με αλλότρια κίνητρα. Οι ενάγοντες δεν αναφέρουν οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους. Οι ενάγοντες είναι φερέγγυο πρόσωπο και έχουν πλήρη ικανότητα να ικανοποιήσουν τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
  8. Η παρούσα αγωγή καταπατεί συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση για γρήγορη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Η Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Αγά, υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία, δυνάμει συμφωνίας, ενεργεί για λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτηση και έχει αναλάβει τη διαχείριση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της, συναφών συμφωνιών, εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Στην ένορκη δήλωση της αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ο Αιτητής για πρώτη φορά προβάλλει τους ισχυρισμούς περί πλαστογράφησης της υπογραφής του με την παρούσα αγωγή και αίτηση του. Η επίδικη συμφωνία υπεγράφη από τον Αιτητή και ο ισχυρισμός του περί πλαστογράφησης της υπογραφής του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του που προβάλλονται 25 χρόνια μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ή έστω 20 χρόνια μετά που έλαβε γνώση της δήθεν πλαστογραφίας, ως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη δήλωση του. Επιπρόσθετα ο Αιτητής, διά της επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 7/3/2019 ξεκάθαρα αναφέρει και αποδέχεται ότι δεσμεύεται από τις επίδικες συμφωνίες, χωρίς να κάμνει οποιαδήποτε αναφορά σε πλαστογράφηση της υπογραφής του. Πέραν των πιο πάνω, καμιά παράνομη χρέωση υπάρχει στο οφειλόμενο από τον Αιτητή υπόλοιπο και το αξιούμενο από την Καθ' ης η Αίτηση ποσό είναι το νόμιμα οφειλόμενο το οποίο ο Αιτητής, με την παράλειψη του να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή, άφησε να ανέλθει στο σημερινό ποσό. Όμως ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι το ποσό που πράγματι οφείλεται ανέρχεται στα €130.000,00 περίπου, είναι αυτό το ποσό που θα εισπραχθεί σε περίπτωση που το ακίνητο του Αιτητή εκποιηθεί τελικά αφού, όπως διαφαίνεται και από τις δύο εκτιμήσεις τις οποίες ο ίδιος επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του, αυτό αντιστοιχεί στην αγοραία αξία του ακινήτου του. Δεν είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για το λόγο ότι ο Αιτητής, ο οποίος είναι το πρόσωπο που διατηρεί συμβατική σχέση με την Καθ' ης η αίτηση, δεν ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του ότι θα υποστεί ο ίδιος οποιαδήποτε ζημιά από την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου του αλλά τη ζημιά θα υποστεί ο αδελφός του ο οποίος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως να αποδοθούν οι σχετικές αποζημιώσεις, δυνατότητα την οποία έχει η Καθ' ης η Αίτηση καθότι πρόκειται για απόλυτα φερέγγυα εταιρεία η οποία ανήκει κατά συντριπτικό ποσοστό στην Κυπριακή Δημοκρατία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμο του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των Παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 4, 7, και 9, στη Νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 27, Μέρος VI, άρθρα 37 έως 44 Μέρος VIA, άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ, Μέρος VIB και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 43, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο άρθρα 49Γ μέχρι 49ΣΤ και 52, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.32, Δ.39, Δ.48, Δ.55, Δ.64, στα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική, νομολογία και τις σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θεωρώ κατάλληλο το στάδιο αυτό για να ασχοληθώ με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν υπάρχει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως ειδικότερα υποστηρίχθηκε από τον κ. Λουκά απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι η εκκρεμοδικία Έφεσης, στη βάση των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν. 9/1965, για ακύρωση της Ειδοποίησης του τύπου ΙΑ, δυνάμει της οποίας έχει καθοριστεί η ημερομηνία για τον πλειστηριασμό του ακινήτου του Αιτητή. Από τη στιγμή δε που η Έφεση υπ' αρ. 66/19 η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της επίδικης Ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» έχει αποσυρθεί, έχει εκλείψει και το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από πλευράς τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή δήλωσαν ότι πράγματι η υπό τον ως άνω αριθμό Έφεση, η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της επίδικης Ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» απεσύρθη στις 12/6/2019. Η θέση τους όμως ήταν ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι ανεξάρτητη από το ένδικο μέσο της Έφεσης η οποία προνοείται στις Διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/1965. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι με βάση το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη αποτελεί έναν εκ των λόγων για τους οποίους η Ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Από την άλλη όμως η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 είναι ανεξάρτητη από την άσκηση του ένδικου μέσου της Έφεσης. Η εκκρεμοδικία του συγκεκριμένου ένδικου μέσου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι το άρθρο 44Β
(3)του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 ρητά προνοεί ότι οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύ Νόμους και Κανονισμούς, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής ήγειρε, ως είχε δικαίωμα, την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων θεραπειών, την ακύρωση της Ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ». Στα πλαίσια δε της αγωγής του, καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση, ως επίσης είχε δικαίωμα, με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να συνεχίσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού του ακινήτου του με βάση τις Διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/1965. Η εγκυρότητα είτε της υπό εξέταση Αίτησης είτε του αιτούμενου απαγορευτικού Διατάγματος που τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή δεν επηρεάζεται ούτε και εξαρτάται από το κατά πόσο έχει καταχωρηθεί ή κατά πόσο βρίσκεται σε εκκρεμότητα το ένδικο μέσο της Έφεσης εναντίον της Ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ». Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση περί έλλειψης του δικαιοδοτικού υπόβαθρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Για τους ίδιους βασικά λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε και ο λόγος ένστασης της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι ο μόνος τρόπος προσβολής και ή ανακοπής του καθορισθέντος πληστηριασμού είναι με έφεση στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 και όχι με αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πέτυχε να ικανοποιήσει τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Από μια προσεκτική μελέτη του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής παρατηρώ ότι αξιώνονται, πέραν της ακύρωσης της επίδικης Ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ», η ακύρωση και η εξάλειψη της επίδικης Υποθήκης και/ή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ως αποτελούσες προϊόν πλαστογραφίας της υπογραφής του Αιτητή, η διαγραφή όλων των παράνομα και/ή αντισυμβατικά επιβληθέντων χρεωστικών τόκων και/ή επιβαρύνσεων επί του υπολοίπου του λογαριασμού του Αιτητή καθώς επίσης και η διαγραφή και/ή η αντικατάσταση των καταχρηστικών και/ή παράνομων όρων της επίδικης Συμφωνίας καθώς και της Σύμβασης Υποθήκης. Από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αγωγή του Αιτητή στηρίζεται σε αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής. Συνεπώς έχει αποκαλυφθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της 2ης προϋπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του προβάλλει τον ισχυρισμό περί πλαστογράφησης της υπογραφής του από τον πατέρα του επί της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού της πλαστογράφησης παρουσίασε, μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, για την οποία εξασφάλισε την άδεια του Δικαστηρίου, το πόρισμα της γραφολογικής εξέτασης της φερόμενης ως υπογραφής του επί της επίδικης συμφωνίας καθώς και επί της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 7/9/1994 σύμφωνα με το οποίο δεν πρόκειται για τις γνήσιες υπογραφές του. Η παρουσιασθείσα από τον Αιτητή μαρτυρία σε σχέση με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής έχει καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση της υπογραφής του φαίνεται να περιήλθε σε γνώση του πολύ πριν παραλάβει την επίδικη Ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ», ειδικά δε από το έτος
  1. Διαφαίνεται ακόμα ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής για ακύρωση τόσο της επίδικης Συμφωνίας όσο και της Σύμβασης Υποθήκευσης του ακινήτου του. Είμαι της άποψης όμως ότι το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο ούτε και προσφέρεται για μια εις βάθος εξέταση των ζητημάτων αυτών, ούτε μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς το κατά πόσο ο Αιτητής κωλύεται από του να εγείρει την ισχυριζόμενη πλαστογράφηση της υπογραφής του λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του, αφού προϋποθέτουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι το οποίο αποφεύγεται στο στάδιο αυτό (ΚΟΥΠΑΣ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφεση 312/2010, ημερ. 17.7.2014). Αυτά μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της κανονικής δίκης και όχι έξω απ' αυτή. Στο στάδιο αυτό θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι επαρκής για να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της συγκεκριμένης αιτίας αγωγής. Πέραν της πλαστογράφησης της υπογραφής του ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του εγείρει και ζήτημα επιβολής παράνομων τόκων στο λογαριασμό του, ένα δε από τα επιχειρήματα του είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 (2/77), το άρθρο 6[1] του οποίου καθόριζε ρητά ότι το ποσό το οποίο μπορεί να ανακτηθεί με αγωγή ως καθυστερημένος τόκος επί οποιουδήποτε χρέους δεν θα υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή της υποχρέωσης. Κατά τους υπολογισμούς του Αιτητή, από τη στιγμή που το αρχικά οφειλόμενο χρέος με βάση την επίδικη συμφωνία δανείου ήταν Λ.Κ.38.000,00, το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το διπλάσιο, ήτοι Λ.Κ.76.000,00 (€130.000,00 περίπου). Το υπόλοιπο όμως το οποίο αξιώνει εναντίον του η Καθ' ης η Αίτηση ανέρχεται σε €478.998,77 πλέον τόκοι. Αξίζει ακόμα να αναφερθεί ότι η κατάσταση λογαριασμού η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή μαζί με τις ειδοποιήσεις των τύπων 'Ι' και 'Θ' και επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας. Αγά είναι υποτυπώδης, χωρίς οποιαδήποτε λεπτομερή καταγραφή των χρεωπιστώσεων από τις οποίες θα μπορούσε να διαφανεί πως προέκυψε το καταγεγραμμένο υπόλοιπο των €448.973,
  2. Η μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο Αιτητής αποκαλύπτει, κατά την άποψη μου, το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης του σε σχέση και με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής του. Υπό το φως των όσων έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής κατάφερε να ικανοποιήσει και τη 2η προϋπόθεση του άρθρου
  3. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι μόνο με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταφέρει να διασώσει την περιουσία του η οποία, σε αντίθετη περίπτωση, θα εκποιηθεί. Προβάλλει ακόμα ότι από τη στιγμή που η περιουσία του έχει παραχωρηθεί στον αδελφό του ο οποίος τη χρησιμοποιεί ως την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του, σε περίπτωση εκποίησης της θα βρεθεί «στους πέντε δρόμους». Από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Αγά ότι ο Αιτητής δεν αναφέρει ότι θα υποστεί ο ίδιος οποιαδήποτε ζημιά αλλά ο αδελφός του, ο οποίος δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση. Εν κατακλείδι υποστηρίζει ότι η οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, και, κατ' επέκταση, να επιδικαστούν αποζημιώσεις, τις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση, ως απόλυτα φερέγγυα εταιρεία, έχει τη δυνατότητα να αποδώσει. Όπως είναι νομολογημένο, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & Ch Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία οριστικοποιήθηκε προσωρινό διάταγμα, το οποίο απαγόρευε στους εφεσείοντες να συνεχίσουν την ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής, εντός του περιγραφόμενου στο διάταγμα ακινήτου. Όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στη σελίδα 1253), υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά αλλοιωθεί, αν αφηνόταν η οικοδομή, η οποία περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδήρων πασσάλων, να τελεσφορήσει. Ανεξάρτητα από τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση και τη δυνατότητα της να καλύψει οποιαδήποτε ζημιά του Αιτητή, είμαι της άποψης ότι η παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα στεγανά πλαίσια της επιδίκασης αποζημιώσεων. Σε περίπτωση που το ακίνητο του Αιτητή εκποιηθεί τελικά, δεν θα έχει τη δυνατότητα να το ανακτήσει σε περίπτωση που δικαιωθεί στην αγωγή του, με αποτέλεσμα να το απωλέσει για πάντα κάτι το οποίο θεωρώ ότι συνιστά ανεπανόρθωτη βλάβη. Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι ικανοποιείται και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσο αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας είμαι της άποψης ότι η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος του Αιτητή. Η ζημιά την οποία θα υποστεί, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, κατά την άποψη μου, από οποιαδήποτε ζημιά την οποία υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση, η οποία θα έχει το δικαίωμα να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 σε περίπτωση απόρριψης της αγωγή του Αιτητή. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, θεωρώ ότι η ζημιά που θα προκληθεί στον Αιτητή θα είναι ανεπανόρθωτη. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι προέχει η διατήρηση του status quo ante, το οποίο, αναμφίβολα, θα ανατραπεί σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Προβάλλεται από την Καθ' ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι δεν έχει διευκρινιστεί ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία έχει αποκρύψει ο Αιτητής με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Η γενικότητα και η αοριστία με την οποία προβάλλεται ο συγκεκριμένος λόγος δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην απόρριψη του. Ούτε και ο λόγος ένστασης της Καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όπως διαφάνηκε μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε σε χρόνο λιγότερο των 30 ημερών από της επίδοσης στον Αιτητή της Ειδοποίησης του Τύπου «ΙΑ». Εν πάση περιπτώσει αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς, όπως ζητείτο αρχικά από τον Αιτητή. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση που υπήρχε κάποια καθυστέρηση από πλευράς Αιτητή, δεν θα μπορούσε να έχει τις ίδιες καταλυτικές επιπτώσεις που θα είχε σε περίπτωση που το διάταγμα εκδίδετο μονομερώς (Stavros Georgiou & son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 ΑΑΔ 1220. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική για το λόγο ότι ο Αιτητής καταχώρισε και την Αίτηση/Έφεση 66/2019 με την οποία επιζητεί την ίδια θεραπεία, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι αυτή απεσύρθη κατά τη 12.6.2019, όπως δηλώθηκε και από τις δύο πλευρές. Συνεπώς, από τη στιγμή που απεσύρθη δεν τίθεται ζήτημα επιδίωξης της ίδιας θεραπείας με παράλληλα ένδικα μέσα, κάτι το οποίο θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας (Διευθυντής των Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Προβάλλεται ακόμα από την Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η Ένορκη Δήλωση του Αιτητή είναι αντικανονική καθότι περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και εκδοχές, γι΄ αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι ο Αιτητής στην Ένορκη Δήλωση του προβάλει ισχυρισμούς για να στηρίξει τις διαζευκτικές αιτίες της αγωγής του, κάτι το οποίο είναι καθόλα επιτρεπτό. Από την άλλη δεν έχω εντοπίσει να προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί στην Ένορκη Δήλωση του, κάτι το οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο σύμφωνα με την νομολογία μας (EL Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 1255). Πριν το τέλος θα ήθελα να κάμω αναφορά και στον ισχυρισμό της Ενόρκου Δηλώσεως του Αιτητή ότι, πριν την παραλαβή της επίδικης ειδοποίησης «ΙΑ», δεν του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις του τύπου «Θ» και «Ι». Είμαι της άποψης ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά στα πλαίσια της αίτησης έφεσης που είχε καταχωρήσει εναντίον της ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Συνεπώς εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει ή και να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 0/79769 ήτοι διαμέρισμα επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/464 Φ/Σχ. 54/500401, τμήμα 3 επί τεμαχίου 451 που βρίσκεται στην περιοχή Απόστολοι Πέτρου και Παύλου στη Λεμεσό, το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη υπ' αρ. 5/Υ/5511/1994 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Κατ' εφαρμογή των όσων νομολογήθηκαν στην υπόθεση HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.ά. v. ΦΥΛΑΚΤΙΔΗ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 317 ο Ενάγοντας 1/Αιτητής θα υπογράψει προσωπική εγγύηση για το ποσό των €100.000 προς κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών οι οποίες ήθελαν προκληθεί στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση από την έκδοση του διατάγματος. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος του Ενάγοντα 1/Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα [1] 6.-
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.
(2)Δια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε διαδικασία προς αναγκαστικήν πώλησιν ιδιοκτησίας προς ικανοποίησιν χρέους δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου θα θεωρήται ως αγωγή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.