← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Συκοπετρίτης κ.α., Αρ. Αγωγής:2481/2017, 12/6/2019

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Συκοπετρίτης κ.α., Αρ. Αγωγής:2481/2017, 12/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A338 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:2481/2017 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-

  1. XXX Συκοπετρίτης
  2. XXX Λουκαϊδου Συκοπετρίτου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 2/αιτήτρια: Η κα Α.Π. Βασιλείου για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Η κα Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν την πώληση ακινήτου διά πλειστηριασμού σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965) Η εναγομένη 2/αιτήτρια κα XXX Συκοπετρίτου (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), με την παρούσα αίτηση της αιτείται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορευτεί ή ανασταλεί η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με Αρ. Εγγραφής XXX, Φ/Σχ. 47/2132/2, Τεμ. XXX, δια πλειστηριασμού μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο Άρθρο 9 του Κεφαλαίου 6, στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965), στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, στους Νόμους, στη Νομολογία και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η ίδια η αιτήτρια η οποία δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και αναφέρει ότι έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση όπου μεταξύ άλλων αρνείται ότι η ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση») δικαιούται στην ανάκτηση του ενυπόθηκου ακινήτου και/ή ότι δικαιούται οποιανδήποτε άλλη θεραπεία εναντίον της. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός της ότι η συμφωνία δανείου την οποία συνήψαν η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 είναι παράνομη με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η εγκυρότητα της εγγυήσεως και υποθηκεύσεως από πλευράς της. Είναι δε ο ισχυρισμός της ότι η επίδικη υποθήκη και/ή δήλωση υποθηκεύσεως και/ή σύμβαση υποθήκης είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη και τούτο διότι τα εν λόγω έγγραφα υποθηκεύσεως δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες του σχετικού Νόμου ήτοι του Νόμου Περί Υποθηκών Ν. 9/1965και/ή διότι οι λόγοι των εγγράφων δεν συνάδουν με τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στις 14.11.2018 έλαβε με το ταχυδρομείο επιστολή από τους ενάγοντες «ΤΥΠΟΣ Ι» (Τεκμ. 1), ο οποίος συνοδευόταν με κατάσταση λογαριασμού. Δηλώνει ότι δεν συμφωνεί και αμφισβητεί την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού. Περαιτέρω, στις 6.02.2019 έλαβε μέσω ταχυδρομείου εκ νέου επιστολές των εναγόντων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» (Τεκμ. 2). Στην επιστολή Τύπος «ΙΑ» αναγράφεται ότι ο προτιθέμενος πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου πρόκειται να λάβει χώρα την 13.06.2019 και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ως εκ τούτου το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο να εκδοθεί διότι σε αντίθετη περίπτωση οι ενάγοντες θα προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει περαιτέρω ότι πιθανή πώληση του ακινήτου πριν από την ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής πιθανόν να καταστεί μοιραία για την ίδια αφού θα της αποστερηθεί το δικαίωμα να ακουστεί στο Δικαστήριο και να Υπερασπιστεί τα συμφέροντα της καθώς τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου πριν την ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής θα της στερήσει το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θα της επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά και πρόκειται να καταστεί αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού, ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 27, 44A - 44ΙΑΑ, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση: «
  3. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην Αγωγή τους. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι εντελώς γενικές και δεν προσδιορίζουν μέσω θετικής και/ή οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που εδράζονται οι γενικοί και ασαφείς ισχυρισμοί των Αιτητών, και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
  5. Η Αιτήτρια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις συμφωνίες δανείου και ως εκ τούτου κωλύεται από το να προωθεί ισχυρισμούς περί ακυρότητας της συμφωνίας δανείου, καθώς οι ισχυρισμοί αυτοί προσκρούουν στις Αρχές του Privity of Contract.
  6. Η εκκρεμότητα χρεωστικών υπολοίπων εκ μέρους του Έναγόμενου 1, ο οποίος δεν είναι Αιτητής στην παρούσα, δεν αμφισβητείται και ως εκ τούτου δεν υπάρχει περίπτωση επιτυχίας της Αιτήτριας από το να ξεφύγει από τις συμβατικές της υποχρεώσεις ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 μέσω της Υποθήκης 1161/
  7. Οι αξιώσεις της Αιτήτριας είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης της, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  8. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθώς το εγγυητήριο έγγραφο υπεγράφη το 2011, ενώ η Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε το 2018 και η παρούσα Αίτηση το
  9. Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της. Ειδικότερα, το άρθρο 44Α παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
  10. Το αιτητικό που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η αίτηση, καθώς σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχουν οι Συμβάσεις Υποθηκών, το Σύνταγμα και ο Ν. 9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  11. Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ερμηνεύει με λανθασμένο και έκδηλα παραπλανητικό τρόπο τις Συμβάσεις Δανείου και Υποθηκεύσεως, όπως και το Εγγυητήριο Έγγραφο.
  12. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί παραβίασης των Συνταγματικών Δικαιωμάτων των Αιτητών δεν έχουν δικογραφηθεί με επαρκή σαφήνεια και δεν εξακριβώνεται η νομική και πραγματική βάση των ισχυρισμών τους.
  13. Δεν παραβιάζεται και/ή δεν επιδιώκεται με κανένα τρόπο η παραβίαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Αιτητών και/ή του δικαιώματός ακρόασής τους και/ή το δικαίωμα των Αιτητών στην ιδιοκτησία και/ή ο ισχυρισμός περί παραβίασης των δικαιωμάτων των Αιτητών παραμένει ατεκμηρίωτος και δεν αποσείεται το βάρος απόδειξής του». Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο XXX Χωραΐτης υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση, γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή για να υποστηρίξει με ένορκη δήλωση την ένσταση της. Δηλώνει δε ότι για τα νομικά ζητήματα έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Αναφέρεται στην αλλαγή που επήλθε στο όνομα της καθ' ης η αίτηση και εν γένει στο καθεστώς της με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 με την ΚΔΠ 104/2013 έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της στη Bank of Cyprus Public Company Ltd. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει ότι κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, δυνάμει εγγράφου ειδικής συμφωνίας ημερ. 11.02.2011 συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν στον εναγόμενο 1, υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη της εναγόμενης 2 - Αιτήτριας, δάνειο εκ €250.000,00.Επισύναψε τη συμφωνία ημερ. 11.02.2011 ως Τεκμ.
  14. Δυνάμει συμπληρωματικών συμφωνιών ημερ. 10.04.2012,. 25.07.2012 και 25.07.2012 αντίστοιχα συνεφωνήθη η τροποποίηση των εξασφαλίσεων. Επισύναψε τις τροποποιητικές συμφωνίες ως Τεκμ. 2, 3 και 4 αντίστοιχα. Ο εναγόμενος 1 υπογράφοντας τις τροποποιητικές αυτές συμφωνίες επιβεβαίωσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της Αρχικής Συμφωνίας. Δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 11.02.2011 η αιτήτρια εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Βάσει του εγγυητήριου εγγράφου το ποσό του κεφαλαίου δια το οποίο θα ευθύνεται η αιτήτρια δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €250.000 πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως. Επισύναψε το εγγυητήριο έγγραφο ως Τεκμ.
  15. Μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, η αιτήτρια κατέθεσε προς όφελος των εναγόντων την Υποθήκη υπ' αριθμόν YXXX στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείου Λεμεσού. Επισύναψε αντίγραφο της Υποθήκης ως Τεκμ.
  16. Ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων δανείων, οι συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν και ακολούθως, η Καθ' ης η αίτηση προώθησε τη διαδικασία πλειστηριασμού, αποστέλλοντας τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», «Θ», «ΙΑ» και «ΙΒ», οι οποίες αποτελούν Τεκμήρια στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Επισύναψε τις επιστολές τερματισμού προς τον εναγόμενο 1 και την αιτήτρια ως Τεκμ.
  17. Λόγω μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων δανείων, οι συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν και στις 04.09.2017 η Ενάγουσα καταχώρησε την Αγωγή υπ' αριθμόν 2481/
  18. Την 12.09.2018, 7 χρόνια μετά την Συμφωνία Δανείου, η αιτήτρια καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή με αρ. 2481/2017 μέσω της οποίας προβάλλεται για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια συνεργασίας με την ενάγουσα, μεταξύ άλλων, η θέση ότι οι Συμφωνίες αυτές είναι άκυρες. Τον λόγο ένστασης για υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τον στηρίζει στο γεγονός ότι ενώ η πρώτη Συμφωνία Δανείου και το Εγγυητήριο Έγγραφο υπεγράφησαν το 2011 η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε το 2018, όπως και η παρούσα αίτηση. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή που έλαβε, ο παράγων της καθυστέρησης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την εκδίκαση αιτήσεων για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και αποτελεί λόγο απόρριψης της Αίτησης, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ισοζυγίου της ευχέρειας και του ότι για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια συνεργασίας με την Καθ' ης η αίτηση, οι εναγόμενοι αποφάσισαν να ισχυριστούν ότι οι αυτοβούλως υπογεγραμμένες μεταξύ των μερών Συμφωνίες είναι άκυρες. Επιπρόσθετα σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος επιδιώκεται η διατήρηση του υφιστάμενου status quo, το οποίο απειλείται. Εν προκειμένω, το υφιστάμενο status quo αφορά τις επίδικες Συμβάσεις Υποθηκών με τις οποίες ήδη παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα επί των ακινήτων προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση, η οποία δεν επιδιώκει να ανατρέψει, αλλά να εφαρμόσει τα δικαιώματά της στη βάση των συμφωνηθέντων και του ισχύοντος status quo. Σε σχέση με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση βρίθει από ισχυρισμούς που αφορούν στην ουσία της αγωγής. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία έλαβε τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν είναι επαρκής μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της πληρότητας των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών, αλλά ισχυρισμοί της αιτήτριας. Περαιτέρω η αιτήτρια οφείλει να εξειδικεύσει και να προσδιορίσει που εδράζονται οι ισχυρισμοί της πριν προχωρήσει στην προσκόμιση μαρτυρίας προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Στην παρούσα αίτηση όμως, δεν γίνεται καμία εξειδίκευση, πόσον μάλλον προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους της αιτήτριας που να στηρίζει τους εντελώς ανεδαφικούς και γενικούς της ισχυρισμούς κάτι που σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Προς αντίκρουση όλων των ισχυρισμών της αιτήτριας, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτω επί της παρούσας ένστασης. Ειδικότερα σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Ανταπαίτηση της αιτήτριας αναφέρει που δεν έχει καταδειχθεί αυτό και αυτό παρόλο που το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της κυρίως αγωγής. Οι ισχυρισμοί όμως στην Ανταπαίτηση και στην παρούσα αίτηση δεν προσδιορίζουν και δεν ξεφεύγουν από μια αόριστη και ασαφή αναφορά σε γενικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Η αιτήτρια εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Βάσει του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5) ο εναγόμενος 1 δεν είναι μέρος της παρούσας Αίτησης, συνεπώς το μόνο που εγείρεται στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσον το εγγυητήριο και η Υποθήκη XXX (Τεκμ. 6) είναι έγκυρα. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι διαλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και στην Ανταπαίτηση, αποτελούν προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων της αιτήτριας για να ξεφύγει από τις Συμβατικές της υποχρεώσεις με βάση το εγγυητήριο έγγραφο και την Υποθήκη 1161/
  19. Προς τούτο παραπέμπει ενδεικτικά στις εντελώς ανεπαρκείς παραγράφους 3 και 5 της Ε/Δ Λουκαΐδου, οι οποίες περιλαμβάνουν γενικούς και απροσδιόριστους ισχυρισμούς, στους οποίους δεν δίνεται καμία πραγματική υπόσταση λόγω της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας, αλλά και ισχυρισμοί οι οποίοι αμέσως καταρρίπτονται από τα έγγραφα τα οποία έχει επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του. Αντιθέτως, η Καθ' ης η αίτηση ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τις Συμφωνίες Δανείου, εγγύησης και Υποθήκης. Εκφράζει τη θέση ότι όλοι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προσβλέπουν στην καλλιέργεια εντυπώσεων και συγκεκριμένα ότι έχουν σοβαρή και συζητήσιμη υπόθεση. Ωστόσο όχι μόνο οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας είναι ανυπόστατοι και αντικρούονται από τις θέσεις της Καθ' ης η αίτηση και τα ίδια τα έγγραφα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση, αλλά είναι και θέματα τα οποία άπτονται της ουσίας της αγωγής και δε θα εξετασθούν στο παρόν στάδιο. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση δηλώνει ότι από όσα γνωρίζει και πιστεύει, η αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην Ανταπαίτηση της καθώς η Καθ' ης η αίτηση ενεργούσε πάντοτε δυνάμει των συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των συμφωνηθέντων και η αιτήτρια θα κληθεί να αποδείξει το αντίθετο. Η αιτήτρια εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Βάσει του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5) ο εναγόμενος 1 δεν είναι μέρος της παρούσας Αίτησης, συνεπώς το μόνο που εγείρεται στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσον το εγγυητήριο και η Υποθήκη XXX (Τεκμ. 6) είναι έγκυρα. Η αιτήτρια όμως ήταν εγγυήτρια και όχι ο πρωτοφειλέτρια και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δανείου μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του εναγόμενου 1 είναι άκυρη, καθώς δεν είναι μέρος στην εν λόγω σύμβαση και για τον λόγο αυτό κωλύεται από το να προωθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς υπό την παράγραφο 3 της Ε/Δ Λουκαΐδου λόγω πρόσκρουσης στις Αρχές του Privity of Contract. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί αυτοί καταρρίπτονται λόγω παντελούς ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας. Όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι διαλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και στην Ανταπαίτηση, αποτελούν προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων της αιτήτριας για να ξεφύγει από τις Συμβατικές της υποχρεώσεις με βάση το εγγυητήριο έγγραφο και την Υποθήκη 1161/
  20. Προς τούτο παραπέμπει ενδεικτικά στις εντελώς ανεπαρκείς παραγράφους 3 και 5 της Ε/Δ Λουκαΐδου, οι οποίες περιλαμβάνουν γενικούς και απροσδιόριστους ισχυρισμούς, στους οποίους δεν δίνεται καμία πραγματική υπόσταση λόγω της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας, αλλά και ισχυρισμοί οι οποίοι αμέσως καταρρίπτονται από τα έγγραφα που έχει επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του. Ειδικότερα σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς αναφέρει ότι κανένας εξαναγκασμός και παρότρυνση δεν εξασκήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια σχετικά με την υπογραφή των του Εγγυητήριου ή της Υποθήκης και καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί εκ μέρους της αιτήτριας περί τούτου. Σχετική είναι η δήλωση της ίδιας της αιτήτριας στην τελευταία σελίδα του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5) μέσω της οποίας ρητά δηλώνει ότι έχει με την ελεύθερη της βούληση υπογράψει το εν λόγω έγγραφο αφού έχει προσεκτικά αναγνώσει τους όρους του εγγράφου. Επίσης το γεγονός ότι η αιτήτρια αυτοβούλως υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα των Εγγράφων Εγγύησης και Υποθήκης, υποδηλώνει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο των συμφωνιών και συνεπώς οι ισχυρισμοί της περί δήθεν έλλειψης ελεύθερης βούλησης και ακυρότητας των Συμφωνιών είναι ανυπόστατοι και καθιστούν τις πιθανότητες του να δικαιούνται ακύρωση των Συμφωνιών στην Ανταπαίτηση ανύπαρκτες. Σημειώνει δε ότι κανένας ισχυρισμός για πλαστογραφία των εν λόγω εγγράφων δεν έχει προωθηθεί από την αιτήτρια. Παραπέμπει δε σε όσα ήδη ανέφερε σχετικά με την πλήρη συμμόρφωση της Καθ' ης η αίτηση με τους όρους των Συμφωνιών κάτι που καθιστά τις πιθανότητες ακύρωσης των Συμφωνιών να είναι πρακτικά ανύπαρκτες, η οποία ακύρωση θα ήτο αναγκαία για την αναστολή του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Παραπέμπει δε προς τούτο σε όλες τις Συμφωνίες Δανείου αλλά και τα Έγγραφα Υποθήκης όπως και το Εγγυητήριο έγγραφο στο περιεχόμενο των οποίων παραπέμπει και τα οποία επεξηγούν με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο τις υποχρεώσεις της αιτήτριας ως εγγυήτριας και καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ως αυτοί προωθούνται στην Ε/Δ Λουκαΐδου. Μέσω των Εγγράφων Υποθήκης (Τεκμ. 6), ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραχωρεί ευρείες εξουσίες στον ενυπόθηκο δανειστή όπως αυτός σε περίπτωση που παραλείψει ο οφειλέτης να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα συμπεριλαμβανομένου δημόσιου πλειστηριασμού και/ή μέσω του Κτηματολογίου. Συνεπώς η διαδικασία εκποίησης των ακινήτων μέσω πλειστηριασμού, απορρέει από τα Έγγραφα Υποθήκης ως δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση και η πιθανότητα να επιτύχει η αιτήτρια απαγορευτικό διάταγμα μέσω της Ανταπαίτησης της είναι ανύπαρκτη. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία έλαβε, η αιτήτρια δεν ξεπερνά ούτε τον στοιχειώδη πήχη απόδειξης ο οποίος απαιτείται στο παρόν στάδιο καθώς οι ισχυρισμοί της υπό την παράγραφο 3 της Ε/Δ Λουκαΐδου παραμένουν ανυπόστατοι χωρίς καμία προσαγωγή οποιασδήποτε θετικής ή άλλης μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτών. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια δεν επεξηγεί γιατί θεωρεί ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν δικαιούται σε ανάκτηση των υπολοίπων τα οποία φαίνεται να παραδέχεται ότι έλαβε ο εναγόμενος
  21. Επίσης δεν προσδιορίζει η αιτήτρια γιατί θεωρεί ότι η συμφωνία δανείου, η σύμβαση υποθήκης και η εγγύηση δεν έχουν νομική ισχύ. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει, η ανεπαρκής αυτή επεξήγηση και η παντελής ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της αιτήτριας πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της παρούσας Αίτησης. Ως προς το ζήτημα της αμφισβήτησης της κατάστασης λογαριασμού στην Ε/Δ της η κα Λουκαϊδου δεν επεξηγεί γιατί, ούτε και προσκομίζει μαρτυρία με κάποια κατάσταση λογαριασμού, η οποία είναι κατά την γνώμη της ορθή. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή την οποία έλαβε, η ανεπαρκής αυτή επεξήγηση και η παντελής ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της αιτήτριας πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω αφ' ης στιγμής η αιτήτρια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις Συμφωνίες Δανείου, δεν μπορεί να αρνείται και εν πάση περιπτώσει δεν αρνείται μέσω της παραγράφου 3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ούτε μέσω της Ανταπαίτησης της, ότι εκκρεμούν κάποια υπόλοιπα και ότι το ακίνητο έχει υποθηκευθεί προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία έλαβε, λόγω της μη αμφισβήτησης της ύπαρξης υπολοίπων, δεν υπάρχει περίπτωση η αιτήτρια να καταφέρει μέσω της Ανταπαίτησής της να ακυρώσει το Εγγυητήριο Έγγραφο και την επίδικη Υποθήκη ένεκα της κατ' ισχυρισμό ακυρότητας του Δανείου, συνεπώς δεν μπορεί να αποπειράται να σταματήσει την διαδικασία πλειστηριασμού μέσω της παρούσας αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρεί πως δεν υπάρχουν πιθανότητες η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην Αγωγή, και ότι ακόμα και αν δικαιούται σε κάποια θεραπεία, αυτή σίγουρα δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση της εκποίησης των ακινήτων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση δηλώνει ότι δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση, οι αξιώσεις της αιτήτριας είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους. Επισημαίνει ότι στην κυρίως αγωγή δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε τα ποσά των δανειοδοτήσεων. Δεν αναφέρουν όμως οι Εναγόμενοι τι θα γίνει με το ποσό που έλαβε ο Εναγόμενος 1 από την Καθ' ης η αίτηση, παρά μόνο ότι οι επίδικες συμβάσεις υπεγράφησαν κατόπιν δόλου και εξαναγκασμού, ισχυρισμοί οι οποίοι παραμένουν μετέωροι και δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία. Επομένως, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει σοβαρή υπόθεση και καλές πιθανότητες επιτυχίας, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το όλο θέμα είναι καθαρά χρηματικής φύσεως. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας απόδοσης θεραπείας στο μέλλον, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Προς τούτο παρέπεμψε στην εντελώς ανεπαρκή παράγραφο 12 της Ε/Δ Λουκαΐδου. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι τυχόν ζημία της αιτήτρια δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη. Η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη και να είναι αυτή δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Έστω όμως και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως η αιτήτρια τυχόν υπέστη ή θα υποστεί ζημιά (που η θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι καμία ζημιά δεν θα υποστεί η αιτήτρια λόγω της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων) αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο η Καθ' ης η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει. Επίσης, η αποτίμηση της όποιας ζημιάς της Αιτήτριας σε χρήμα, αντικρούει και τους ισχυρισμούς της, ως αυτοί προωθούνται στην παράγραφο 12 της Ε/Δ Λουκαΐδου. Εάν παρ' ελπίδα, όπως δηλώνει, αποδειχθεί κατόπιν εκδίκασης της Αγωγής ότι όντως οι Συμβάσεις είναι άκυρες τότε η χρηματική ζημία της απώλειας του ενυπόθηκου ακινήτου ή οποιασδήποτε άλλης εξασφάλισης των οφειλών του Εναγόμενου 1 θα επιστραφεί στην αιτήτρια. Συνεπώς, ακόμα και αν η Καθ' ης η αίτηση προχωρήσει με την πώληση των ακινήτων και αργότερα η αιτήτρια μέσω της Ανταπαίτησής της, η επιτυχία της δεν θα είναι κενή και άκαρπη, καθώς θα δικαιούται σε χρηματική αποζημίωση των ζημιών της. Σε σχέση δε με το ζήτημα αυτό δηλώνει ότι δεν τέθηκαν από την αιτήτρια ισχυρισμοί ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα και εν πάση περιπτώσει αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στην αιτήτρια αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστη ζημιά. Προς υποστήριξη της θέσης του αναφέρει ότι σύμφωνα με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της Καθ' ης η αίτηση για το έτος που έληξε στις 31.12.2017, ο Όμιλος της Καθ' ης η αίτηση διατηρούσε μετρητά και καταθέσεις με κεντρικές τράπεζες το 2017 ύψους €3.393.934.000 (περίπου €3.5 δις.). Προς τούτο παρουσίασε αντίγραφο της σελ. 21 των λόγω Λογαριασμών ως Τεκμ.
  22. Αναφέρει περαιτέρω ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση δίδοντάς της έτσι το δικαίωμα δυνάμει της Σύμβασης Υποθήκης να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας εισηγείται ότι αυτό γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο να αποστερηθεί Καθ' ης η αίτηση της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και οι Συμβάσεις Υποθηκών, με αποτέλεσμα τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης να είναι υπέρμετρα και δυσανάλογα επαχθής για την καθ' ης η αίτηση. Επισημαίνει ότι τα προσωρινά διατάγματα σύμφωνα με τη νομολογία μας είθισται να εκδίδονται με φειδώ, και τυχόν έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, θα πλήξει την Καθ' ης η αίτηση ανεπανόρθωτα, εφόσον το ποσό του δανείου έχει καταβληθεί στον Εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση της αιτήτριας, αλλά δεν έχει αποπληρωθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σχετικά με την δήθεν παραβίαση των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων δεν έχουν δικογραφηθεί με την πρέπουσα σαφήνεια που επιβάλλει η νομολογία. Συγκεκριμένα δεν αναφέρουν που εδράζεται η θεώρησή της περί παραβίασης των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί σχετικά με την δήθεν παραβίαση των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων δεν μπορούν να προωθούνται στο παρόν στάδιο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 10 και 11 της Ε/Δ Λουκαΐδου, ότι η καθ' ης η αίτηση επιδιώκει να παραβιάσει το δικαίωμα της να ακουστεί μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, εάν εκποιηθούν τα ακίνητα, είναι παντελώς ανυπόστατος και ατεκμηρίωτος. Η ίδια η παρούσα διαδικασία αποτελεί μέσο για να ακουστεί η αιτήτρια και σε καμία περίπτωση δεν προσβάλλεται το δικαίωμά ακρόασής της. Ουδεμία απόφαση έχει ληφθεί ερήμην της, απεναντίας, η διαδικασία πλειστηριασμού προβλέπει ενημέρωση όλων των ενδιαφερομένων μερών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Συνοψίζοντας ο ενόρκως δηλών εισηγείται με βάση νομική συμβουλή την οποία έλαβε, ότι η αιτήτρια δεν έχει αποσείει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος επιτυχίας της Αίτησης. Ως εκ τούτου εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Νομική Πτυχή: Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») το οποίο, μεταξύ άλλων, παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Οι διατάξεις της τροποποιηθείσας νομοθεσίας εφαρμόζονται αναδρομικά, ήτοι από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η κάθε περίπτωση (2η επιφύλαξη άρθρου 44Α

(3)).[1] Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι δυνατό να ανασταλεί όταν με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθεί διάταγμα ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 44(Γ)
(3), υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης Έφεσης με σκοπό την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της, εάν και εφόσον συντρέχει ένας εκ των κάτωθι λόγων ακύρωσης: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) Έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) Έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. (στ) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Επομένως, ένας εκ των λόγων ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είναι να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. H έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί, δηλαδή, μια εκ των προϋποθέσεων επιτυχίας σε Αίτηση - Έφεση για παραμερισμό της Ειδοποίησης πλειστηριασμού «ΙΑ». Η νομική βάση έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως εδραιωμένη και ορίζεται από το Άρθρο 32 του Ν.14/1960 το οποίο καθορίζει ότι οι 3 προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά είναι οι εξής: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Να υπάρχουν πιθανότητες η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην Αγωγή. (γ) Να διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προκύπτουν ως αναμφισβήτητα γεγονότα από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης της κας Συκοπετρίτη (Ε/Δ Συκοπετρίτη) και αυτής του κ. Χωραΐτη (Ε/Δ Χωραΐτη) τα ακόλουθα: (α) Από την 29.
  1. 2013 με βάσει το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/2013 έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στη Bank of Cyprus Public Company Ltd. (β) Κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, δυνάμει εγγράφου ειδικής συμφωνίας ημερ. 11.02.2011 συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν στον εναγόμενο 1, υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη της εναγόμενης 2 - αιτήτριας, δάνειο εκ €250.000,
  2. (γ) Δυνάμει συμπληρωματικών συμφωνιών ημερ. 10.04.2012,. 25.07.2012 και 25.07.2012 αντίστοιχα συνεφωνήθη η τροποποίηση των εξασφαλίσεων. (δ) Μέσω της υπογραφής των Τροποποιητικών Συμφωνιών ανωτέρω, ο Εναγόμενος 1 εκ νέου επιβεβαίωσε την υιοθέτηση του περιεχομένου της Αρχικής Συμφωνίας. (ε) Δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 11.02.2011 η Εναγόμενη 2 - αιτήτρια εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Βάσει του εγγυητήριου εγγράφου το ποσό του κεφαλαίου δια το οποίο θα ευθύνεται η αιτήτρια δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €250.000 πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως. (στ) Μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, η αιτήτρια κατέθεσε προς όφελος των εναγόντων την Υποθήκη υπ' αριθμόν YXXX στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείου Λεμεσού. (ζ) Ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων δανείων, οι συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν και ακολούθως, η Καθ' ης η αίτηση προώθησε τη διαδικασία πλειστηριασμού, αποστέλλοντας τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», «Θ», «ΙΑ» και «ΙΒ». (η) Λόγω μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων δανείων, οι συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν και την 04.09.2017 η Ενάγουσα καταχώρησε την Αγωγή υπ' αριθμόν 2481/
  3. (θ) Την 12/09/2018, 7 χρόνια μετά την Συμφωνία Δανείου, η αιτήτρια καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή με αρ. 2481/2017, η οποία είναι ορισμένη για Οδηγίες την 16/05/2019, μέσω της οποίας προβάλλεται για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια συνεργασίας με την Ενάγουσα. (ι) Την 20.12.2018 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, μέσω της οποίας επιδιώκονται απαγορευτικά διατάγματα εναντίον της καθ' ης η αίτηση. (ια) Ο πλειστηριασμός είναι ορισμένος την 13.06.2019 δηλαδή αύριο. Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν οι οποίοι και απαντούν σε όλες τις αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει η αιτήτρια με την αίτηση της. Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Η υπό κρίση αίτηση, όπως και η Ανταπαίτηση της αιτήτριας, κατά την εισήγηση της καθ' ης η αίτηση, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καθώς η Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου υπεγράφη το 2011, ενώ η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018, και η παρούσα Αίτηση το
  4. Σε κανένα προγενέστερο χρονικό σημείο η αιτήτρια δεν αποτάθηκε στην Καθ' ης η αίτηση για αμφισβήτηση ή εξακρίβωση οποιουδήποτε σημείου της Συμφωνίας και για επτά
(7)χρόνια έμειναν εντελώς απαθείς σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό παράπονά της. Ούτε και η αιτήτρια οποτεδήποτε αποπειράθηκε να τερματίσει τις κατ' αυτήν πάσχουσες νομικά συμφωνίες αλλά ήταν η Καθ' ης η αίτηση η οποία τερμάτισε τους λογαριασμούς της αιτήτριας (Τεκμ. 7 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Οι σχετικές αρχές αναφορικά με την υπέρμετρη καθυστέρηση (laches) είναι καλά καθιερωμένες τόσο σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου όσο και σε πρωτόδικες[2]. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Αναφορικά με την Αίτηση της ΧΧΧ Παπακόκκινου, Δικαστηρίου ημερ. 26.03.2019, όπου λέχθηκαν τα εξής από την κα Ψαρά Μιλτιάδου, Δ.: «Ένας παράγοντας ο οποίος ανέκαθεν ήταν σημαντικός, με βάση τη νομολογία, είναι ο παράγων της καθυστέρησης στη λήψη του σ συγκεκριμένου ένδικου μέσου. Καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης αποτελεί λόγο άρνησης έκδοσής του (βλ. Ερμής Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 811). Κάθε καθυστέρηση δε πρέπει να αιτιολογείται και όσο μεγαλύτερη η καθυστέρηση τόσο πιο ενδελεχής αιτιολογία είναι απαραίτητη. (Βλ. επίσης Αναφορικά με την αίτηση του Ν.Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:A188, Πολ. Έφεση αρ. 117/16, 25.05.2017». Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788 αν και το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε πειστεί ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32, εντούτοις απέρριψε την Αίτηση λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης. Η πιο σχετική απόφαση σε σχέση και με τα επίδικα γεγονότα είναι η απόφαση του Έντιμου Π.Ε.Δ. Ιωαννίδη στην πρόσφατη απόφαση του ημερ. 10/04/2019 στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Vepro Co Ltd κ.α[3], η οποία αφορούσε Αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής πλειστηριασμού, όπου ειπώθηκαν τα εξής: «Οι Αιτητές και η Εναγόμενη 1 για σειρά ετών ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι οι Ενάγοντες τους «έπεισαν και/ή παραπλάνησαν και/ή πίεσαν και/ή ανάγκασαν να προσφέρουν και/ή να υπογράψουν τα επίδικα έγγραφα ή/και εξασφαλίσεις». Ισχυρισμός εκ μέρους τους ότι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ενωρίτερα την κατ' ισχυρισμό παρανομία δεν υπάρχει. Τουναντίον, ως ελέχθη, για σειρά ετών ζητούσαν και ελάμβαναν περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή έδιδαν περαιτέρω εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις. Για πρώτη φορά ήγειραν θέμα παρανομίας μόλις το 2018 με το δικόγραφό τους. [.] Θεωρώ ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των Αιτητών και αδράνειά τους για πολλά έτη, που είχε ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να βασίζεται στις Συμφωνίες που οι Αιτητές υπέγραψαν και να συνεχίζει να χορηγεί πιστωτικές διευκολύνσεις, συνιστά εμπόδιο στην απόδοση των αιτούμενων θεραπειών». Σχετική με το υπό συζήτηση ζήτημα είναι και η απόφαση της Δ. Πανταζή, Ε.Δ. στην Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 4602/14, όπου κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, έκρινε ότι η υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της εν λόγω αίτησης αποτελούσε καταλυτικό παράγοντα ως προς την έκβασή της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «87. Άρα λοιπόν, εφόσον οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν αδιαφορήσει ή ανεχθεί ή σιωπηρά δεχθεί τη διατήρηση της κατ' ισχυρισμόν παράνομης κατάστασης για μια αδικαιολόγητα μακρά περίοδο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στο στοιχείο αυτό, όταν αξιολογεί προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της δικαιοσύνης, αλλιώς γνωστού και ως ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of justice ή balance of convenience).[16] 88. Η νομολογία λέει ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι γενικά μοιραία. Δεν υπάρχει άκαμπτος γενικός κανόνας για το ποια είναι η έκταση καθυστέρησης που είναι ικανή να αποτρέψει τη χορήγηση του προσωρινού διατάγματος. Τούτο εξετάζεται στην κάθε υπόθεση με βάση τα ιδιαίτερά της περιστατικά. Το Δικαστήριο οφείλει, συναφώς, να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον στο διαρρεύσαν διάστημα «ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα» (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026).
  1. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν μπορεί επουδενί λόγο να παραγνωρίσει το μέγεθος της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας αίτησης σε σχέση πάντα με την αιτία της αγωγής. Ηχεί συγχρόνως πειστικά στα αυτιά του Δικαστηρίου ο κώδωνας του κινδύνου αδικίας των Εναγομένων 2, 5 και 6 λόγω της καθυστέρησης που σημειώθηκε ή/και λόγω της σιωπηρής ανοχής από πλευράς Εναγόντων της μετοχικής δομής που η Πολιτεία με τα Διατάγματα καθόρισε από τις 30.7.2013». Συνεπεία των ανωτέρω, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση με την οποία και συμφωνώ ότι όπως και στην Vepro (ανωτέρω), έτσι και στην παρούσα, η αιτήτρια για πολλά χρόνια αδράνησαν και ουδέποτε πριν, το 2018 με την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους στην παρούσα Αγωγή, αμφισβήτησαν την εγκυρότητα και την νομιμότητα καμίας συμφωνίας μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου η Αίτηση στην ολότητά της, αλλά και οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί περί ακυρότητας των Συμφωνιών είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και ως εκ τούτου η αίτηση εξ αυτού του λόγου και μόνον θα πρέπει να απορριφθεί. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ακόμα έναν λόγο ένστασης ο οποίος θα μπορούσε να εξεταστεί σε αυτό το σημείο, ότι δηλαδή οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε σχέση με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας προσκρούουν στις Αρχές του Privity of Contract. Βάσει των Αρχών του Privity of Contract (Ενοχικός Δεσμός), ως απορρέουν από το Κοινοδίκαιο, μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την μεταξύ τους σύμβαση. Η Αρχή του Privity of Contract υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων υποθέσεων, στην υπόθεση Πίριλλος v. Κονναρή[4] όπου επιβεβαιώθηκε η συνεχιζόμενη ισχύς του «δόγματος της συμβατικής σχέσης» (privity of contract) με βάση το οποίο μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εγείρουν αγωγή με βάση τη σύμβαση». Στην παράγραφο 3 της Ε/Δ Συκοπετρίτη αναφέρεται ότι «η συμφωνία δανείου την οποίαν σύναψαν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 είναι παράνομη με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η εγκυρότητα της εγγυήσεως και υποθηκεύσεως από πλευράς μου». Πέραν του ότι καμία αιτιολόγηση των ισχυρισμών της δεν δίδεται από της αιτήτρια (βλ. προϋποθέσεις του Άρθρου 32 κατωτέρω), η αιτήτρια δεν δύναται να ισχυρίζεται ότι μία Συμφωνία Δανείου είναι άκυρη, στην οποία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Οι Αρχές του Privity of Contract ως απορρέουν από το Κοινοδίκαιο, καταδεικνύουν ότι μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την μεταξύ τους σύμβαση. Συνεπώς ένεκα της έλλειψης Αγώγιμου δικαιώματος της αιτήτριας να προωθεί ισχυρισμούς σε σχέση με μία Σύμβαση στην οποία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος, η αιτήτρια δεν δύναται να προωθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ως εκ των ανωτέρω, βάσει των Αρχών του Privity of Contract, η αιτήτρια κωλύεται από το να αιτείται τα αιτούμενα διατάγματα στη βάση της κατ' ισχυρισμό ακυρότητας της Συμφωνίας Δανείου μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της καθ' ης η αίτηση. Προχωρώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v. Pieris Estates Ltd,
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255). Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στις Odysseos και Θεωρή, οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η 1η προϋπόθεση: Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση/ Συζητήσιμη υπόθεση Το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγόμενου. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης η καθ' ης η αίτηση ενεργούσε πάντοτε δυνάμει των συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των συμφωνηθέντων. Η αιτήτρια φέρει το βάρος να αποδείξει το αντίθετο από τα όσα αναγράφουν οι νομίμως συμφωνηθείσες συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και Υποθηκών. Όμως οι Εναγόμενοι δεν αντιτείνουν ότι υπέγραψαν τις Συμφωνίες Δανείου, τις Τροποποιητικές Συμφωνίες, τα έγγραφα Εγγύησης και τα Έγγραφα Υποθήκης. Δεν έχει καταδειχθεί δε βάσιμος λόγος ότι αυτές είναι άκυρες. Οι Εναγόμενοι αυτοβούλως αποτείνονταν επανειλημμένως και για μεγάλη χρονική περίοδο στην καθ' ης η αίτηση για παροχή χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Από την άλλη τα ίδια τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην Ε/Δ Χωραΐτη, αποδεικνύουν ότι ήταν οι Εναγόμενοι που αποτείνονταν στην καθ' ης η αίτηση για παροχή χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Συνεπώς το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Ε/Δ Συκοπετρίτη δεν έχει βάση στα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικοί είναι οι όροι στα Έγγραφα Υποθήκης, μέσω των οποίων ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραχωρεί ευρείες εξουσίες στον ενυπόθηκο δανειστή όπως αυτός σε περίπτωση που παραλείψει ο οφειλέτης να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα με όποιο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένου δημόσιου πλειστηριασμού και/ή μέσω του Κτηματολογίου. Επιπρόσθετα, σχετικοί είναι οι όροι της Συμφωνίας Δανείου, οι οποίοι ρητά ενημερώνουν τον δανειολήπτη και επεξηγούν σε αυτόν τον υπολογισμό των δόσεων και του επιτοκίου. Πέραν των όσων ήδη έχουν καταγραφεί πιο πάνω και αφορούν την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους της αιτήτριας να προωθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς, πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτήτρια αναφέρει στην παράγραφο 3 της Ε/Δ της ότι: «η συμφωνία δανείου την οποίαν σύναψαν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 είναι παράνομη με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η εγκυρότητα της εγγυήσεως και υποθηκεύσεως από πλευράς μου» και ότι «τα έγγραφα υποθηκεύσεως δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες του σχετικού Νόμου». Παρόλα αυτά η αιτήτρια δεν επεξηγεί και δεν συγκεκριμενοποιεί τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι πάσχουν οι εν λόγω Συμφωνίες και δεν έχει κατατεθεί καμία μαρτυρία εκ μέρους της που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι και να στερούνται οποιουδήποτε νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Στην απόφαση του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν. Sotiris Chr. Ioannou & Son Ltd κ.α, Αρ. Αγ. 194/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας του κ. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. αναφέρει ότι: «δεν νοείται ένας διάδικος να ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει προς όφελος του την εν λόγω διακριτική ευχέρεια, με τέτοιους γενικούς και ασαφείς ισχυρισμούς». Σχετική ως προς την αναγκαιότητα εξειδίκευσης και ύπαρξης μαρτυρίας είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Σαλάτας ν. Βικτώριας Ανδρούλας Αγαπίου, ημερ. 19.10.2018, όπου το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη Απόφαση αφού αποφάσισε ότι εξέλειπαν τα απαραίτητα γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Επομένως η αιτήτρια κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι δεν έχει αποδείξει εν τη εννοία του Άρθρου 32 και την νομολογίας την ως άνω προϋπόθεση και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και εξ αυτού του λόγου. Η 2η προϋπόθεση: Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Για την εκπλήρωση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, η αιτήτρια πρέπει να δείξει ότι η υπόθεση της, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία (ήτοι κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Έχοντας υπόψη όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και εξετάζοντας την 1η προϋπόθεση του Άρθρου 32, η αιτήτρια δεν έχει καμία πραγματική πιθανότητα ακύρωσης των Συμφωνιών Δανείου, Εγγυήσεως και Υποθήκης. Κατ' αρχάς, το γεγονός από μόνο του ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν όλες τις Συμφωνίες Δανείου, τις Τροποποιητικές Συμφωνίες, τα έγγραφα Εγγύησης και τα Έγγραφα Υποθήκης καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως την εγκυρότητα των συμφωνιών αυτών. Ήταν δε οι εναγόμενοι που αυτοβούλως αποτείνονταν επανειλημμένως και για μεγάλη χρονική περίοδο στην καθ' ης η αίτηση για παροχή χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί μέσω της Ε/Δ Χωραΐτη, αποδεικνύουν ότι ήταν η αιτήτρια που αποτείνετο στην καθ' ης η αίτηση για παροχή χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Συνεπώς το περιεχόμενο της παραγράφου 3 και 5 της Ε/Δ Συκοπετρίτη δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω η αιτήτρια δεν επεξηγεί και δεν συγκεκριμενοποιεί σε κανένα μέρος της αίτησης ή της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι πάσχουν οι εν λόγω συμφωνίες και δεν έχει κατατεθεί καμία μαρτυρία εκ μέρους της που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι και στερούμενοι οποιουδήποτε νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Η αιτήτρια εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Βάσει του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Ο Εναγόμενος 1 δεν είναι μέρος της παρούσας αίτησης, συνεπώς το μόνο που εγείρεται στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσον το εγγυητήριο και η Υποθήκη XXX (Τεκμ. 6 στην Ε/Δ Χωραΐτη) είναι έγκυρα. Η αιτήτρια, ενώ είναι εγγυήτρια και όχι η πρωτοφειλέτιδα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δανείου μεταξύ της καθ' ης η αίτηση και του Εναγόμενου 1 είναι άκυρη, καθώς δεν είναι μέρος στην εν λόγω σύμβαση και για τον λόγο αυτό κωλύεται από το να προωθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς υπό την παράγραφο 3 της Ε/Δ Συκοπετρίτη λόγω πρόσκρουσης στις Αρχές του Privity of Contract. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί αυτοί καταρρίπτονται λόγω παντελούς ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας. Στις παραγράφους 3 και 6 στην Υπεράσπιση της αιτήτριας όπου αναφέρει ότι παραδέχεται την δεσμευτικότητα και ισχύ της εγγύησης που υπέγραψε σε σχέση με το επίδικο δάνειο και ότι όντως υποθήκευσε το εν λόγω ακίνητο. Επομένως οι οποιοιδήποτε περαιτέρω ισχυρισμοί περί δήθεν ακυρότητας δεν έχουν υποστηριχθεί με καμία μαρτυρία μέσω της Ε/Δ Συκοπετρίτη και ως εκ τούτοι παραμένουν μετέωροι και ανυπόστατοι. Όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι διαλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και στην Ανταπαίτηση, δεν μπορεί παρά να αποτελούν προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων της αιτήτριας για να ξεφύγει από τις συμβατικές της υποχρεώσεις με βάση το εγγυητήριο έγγραφο και την Υποθήκη XXX. Οι παράγραφοι 3 και 5 της Ε/Δ Συκοπετρίτη δεν αλλάζουν την εικόνα και κρίνονται ανεπαρκείς, περιλαμβάνουν γενικούς και απροσδιόριστους ισχυρισμούς, στους οποίους δεν δίνεται καμία πραγματική υπόσταση λόγω της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας, αλλά και ισχυρισμοί οι οποίοι αμέσως καταρρίπτονται από τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην Ε/Δ Χωραΐτη. Δεν έχει αποδειχθεί περαιτέρω ότι εξασκήθηκε οποιοσδήποτε εξαναγκασμός και παρότρυνση από την καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια σχετικά με την υπογραφή των του Εγγυητήριου ή της Υποθήκης και καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί εκ μέρους της αιτήτριας περί τούτου. Σχετική είναι η δήλωση της ίδιας της αιτήτριας στην τελευταία σελίδα του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 5), μέσω της οποίας ρητά δηλώνει ότι έχει με την ελεύθερη της βούληση υπογράψει το εν λόγω έγγραφο αφού έχει προσεκτικά αναγνώσει τους όρους του εγγράφου. Πουθενά η αιτήτρια δεν προωθεί ισχυρισμούς για οποιανδήποτε πλαστογραφία των εν λόγω Εγγράφων. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου ν. Sotiris Chr. Ioannou & Son Ltd κ.α. Αρ. Αγ. 194/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας του κ. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. ημερ. 5.12.2018 όπου για γεγονότα που ήταν πανομοιότυπα με την παρούσα, ανέφερε τα ακόλουθα: «Με άλλα λόγια, δεν ισχυρίζεται [η Αιτήτρια] ότι οι υπογραφές που εμφαίνονται στις Συμφωνίες που η Τράπεζα επικαλείται, είναι πλαστογραφημένες και κατ' επέκταση οι εν λόγω Συμφωνίες δεν δεσμεύουν τους Εναγόμενους. Δεν ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι έλαβαν τα ποσά των δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν διευκρινίζεται γιατί οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν σήμερα οποιοδήποτε ποσό. [.] Και δεν νοείται ένας διάδικος να ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει προς όφελος του την εν λόγω διακριτική ευχέρεια, με τέτοιους γενικούς και ασαφείς ισχυρισμούς. Σε συμφωνία με τα όσα ανέφερε ο κ. Ιωσήφ, βρίσκω ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία απέτυχε να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση». Συμφωνώντας με την πιο πάνω απόφαση, παρατηρώ ότι και στην παρούσα αίτηση, η αιτήτρια δεν έχει προσδιορίσει, ούτε προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της περί δήθεν ακυρότητας των Συμφωνιών. Για παράδειγμα η αιτήτρια αναφέρει πως η Σύμβαση Υποθήκης δεν καταρτίστηκε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Εντούτοις, δεν αναφέρει σε ποιες συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου και σε ποιους όρους του επίδικου δανείου αναφέρεται. Η Καθ' ης η αίτηση δεν δύναται να σκιαμαχεί και να προσπαθεί να μαντέψει σε τί αναφέρεται η αιτήτρια. Είναι νομολογιακά εγκαθιδρυμένο ότι η αιτήτρια οφείλει να εξειδικεύει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να υποστηρίζονται από θετική μαρτυρία μέσω ενόρκων δηλώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια ούτε εξειδικεύει ούτε και υποστηρίζει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς της σε σχέση με την εγκυρότητα της Υποθήκης. Δεδομένου του γεγονότος ότι δεν προωθούνται ισχυρισμοί περί πλαστογραφίας των συμφωνιών τις οποίες παραδέχονται ότι υπέγραψαν, οι ισχυρισμοί τους παραμένουν γενικοί και ασαφείς, και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, καθώς δεν ξεπερνούν ούτε καν το, ομολογουμένως χαμηλό, πήχη απόδειξης που προνοείται στο στάδιο αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Σχετική σε σχέση με τα ως είναι και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση XXXXX Σαλάτας ν. XXXXX Ανδρούλας Αγαπίου, ημερ. 19.10.2018, όπου το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη Απόφαση αφού βρήκε ότι εξέλειπαν τα απαραίτητα γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι και η παλαιότερη απόφαση του Ανωτάτου στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού[5] στην οποία κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 λόγω «αμφιλεγόμενων, ασαφών και αντιφατικών» ισχυρισμών. Υπογραμμίζεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε τα ποσά, καθώς ο Εναγόμενος 1 δεν είναι αιτητής στην παρούσα Αίτηση και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Το μόνο που στην ουσία δύναται να αμφισβητείται, είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Προς τούτο στην παράγραφο 5 της Ε/Δ Συκοπετρίτη, όπου η αιτήτρια παραδέχεται την ύπαρξη υπολοίπων αλλά αμφισβητεί το ακριβές χρεωστικό υπόλοιπο, καθώς αμφισβητούν την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού. Κατ' αρχάς δεν δύναται να αμφισβητεί η αιτήτρια την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού καθώς δεν αφορά δική της οφειλή αλλά οφειλή του Εναγόμενου 1, ο οποίος δεν είναι μέρος στην παρούσα διαδικασία ούτε και προσκομίζει μαρτυρία με κάποια κατάσταση λογαριασμού, η οποία είναι κατά την γνώμη της ορθή. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί της παρ. 5 της ΕΔ Συκοπετρίτη δεν αμφισβητείται η ύπαρξη χρεωστικών υπόλοιπων. Αφ' ης στιγμής δε η αιτήτρια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις Συμφωνίες Δανείου, δεν μπορεί να αρνείται και εν πάση περιπτώσει δεν αρνείται μέσω της παραγράφου 3 της ΕΔ Συκοπετρίτη ούτε μέσω της Ανταπαίτησης της, ότι εκκρεμούν κάποια υπόλοιπα και ότι το ακίνητο έχει υποθηκευθεί προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Λόγω της μη αμφισβήτησης της ύπαρξης υπολοίπων, δεν υπάρχει περίπτωση η αιτήτρια να καταφέρει μέσω της Ανταπαίτησής της να ακυρώσει το Εγγυητήριο Έγγραφο και την επίδικη Υποθήκη ένεκα της κατ' ισχυρισμό ακυρότητας του Δανείου, συνεπώς δεν μπορεί να αποπειράται να σταματήσει την διαδικασία πλειστηριασμού μέσω της παρούσας αίτησης. Ακόμα και αν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει κατόπιν ακρόασης της Αγωγής ότι οι Εναγόμενοι χρήζουν θεραπείας λόγω κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεων, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η θεραπεία αυτή να οδηγήσει σε ακύρωση των Συμφωνιών Δανείου και των Υποθηκών. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας στην Ανταπαίτηση τους ακυρότητας των Υποθηκών, προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την απαγόρευση εκποίησης των ακινήτων. Παρόμοια ζητήματα είχαν εγερθεί στην πρόσφατη Αίτηση ημερ. 10.10.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α[6], όπου ειπώθηκαν από την κα Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. στην απόφαση της ημερ. 07.11.2018 τα εξής: «.είναι παραδεκτή η οφειλή της Αιτήτριας πλην όμως απομένει ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου ποσού. Τέτοιες όμως τοποθετήσεις αναιρούν ή τουλάχιστον αποδυναμώνουν τους λοιπούς ισχυρισμούς και τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντος στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αλλά και της ανταπαίτησης περί ακυρότητας όλων των επίδικων συμφωνιών και κατ' επέκταση περί μη δυνατότητας απαίτησης και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει αυτών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως η ίδια η Αιτήτρια περιορίζει τις δικές της θέσεις και αξιώσεις αφενός στην αναγνώριση της οφειλής και αφετέρου στην αμφισβήτηση μόνο του ύψους αυτής. [...] τελικώς το μόνο επίδικο θέμα στην Αγωγή διαφαίνεται να είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. [.] Από τα πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο πως οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 επί αυτού του ζητήματος ουσιαστικά άπτονται της νομιμότητας των συγκεκριμένων όρων και της ορθότητας του υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως να συνδέονται και αφορούν στην ακυρότητα του συνόλου της όποιας συμφωνίας και στην παρεμπόδιση της Τράπεζας να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και ή στην απάλειψη της όποιας οφειλής και απαίτηση της Τράπεζας δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Πέραν του γεγονότος πως οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 για το θέμα του τόκου απολήγουν τελικώς στον υπολογισμό του τελικού οφειλόμενου ποσού, σημειώνω πως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη μελέτη από ειδικό. [.] Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αναφορικά με τις αξιώσεις για ακυρότητα των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και υποθήκης παρά μόνο αναφορικά με το θέμα του υπολογισμού του τόκου και του ακριβούς ύψους της τελικής οφειλής». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω με τα οποία και συμφωνώ, διαπιστώνω ότι ούτε και στην παρούσα η οποιαδήποτε ενδεχόμενη απόδειξη υπερχρεώσεων θα συμπαρασύρει τις Συμφωνίες σε ακύρωση. Τουναντίον, θα επιδικαστούν ενδεχομένως έξοδα στο ύψος των παράνομων χρεώσεων. Οπότε, δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα ακύρωσης των επίδικων Συμφωνιών, η οποία θα καθιστούσε την προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού παράνομη και παράτυπη. Κρίνω επομένως ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει την υπόθεσή της εν τη εννοία του Άρθρου 32 του Νόμου. Ομοίως, παρόμοια ζητήματα είχαν εγερθεί στην πρόσφατη Αίτηση ημερ. 06.08.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της υπόθεσης F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank[7], όπου ειπώθηκαν από τον κ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. μεταξύ άλλων, τα εξής: «.ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για ακύρωση των συμφωνιών, είναι γεγονός ότι δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της αλλά ούτε και επαρκώς δικογραφούνται αυτοί. Τουναντίον, ρητά παραδέχεται ότι έχουν συναφθεί οι εν λόγω Συμφωνίες Δανείου και ότι έχουν λάβει τα εν λόγω ποσά. Καταλήγοντας διαπιστώνω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν καμιά από τις προϋποθέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακύρωση των Συμφωνιών Δανείου και των Υποθηκών. Επομένως δεν έχει εκπληρωθεί ούτε η 2η προϋπόθεση και εξ αυτού του λόγου η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η 3η Προϋπόθεση: Πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Σύμφωνα με την νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για να παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται η αιτήτρια ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. v Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς της αιτήτριας, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο Ενάγοντας εν προκειμένω οι εναγόμενοι, να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι αξιώσεις διά της Ανταπαιτήσεως είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της. Οι ισχυρισμοί στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, περί αδυναμίας απόδοσης θεραπείας στο μέλλον, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς και δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Τουναντίον, τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί, μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια εάν πετύχει η Ανταπαίτηση είναι καθαρά χρηματικής φύσεως. Έστω όμως και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως η αιτήτρια υπέστη ή θα υποστεί ζημιά, αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο η καθ' ης η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει. Δεν τέθηκε από την αιτήτρια ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα. Εν πάση περιπτώσει η καθ' ης η αίτηση διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στην αιτήτρια αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστη ζημιά, ως διαφαίνεται μέσω του σχετικού τεκμηρίου στην Ε/Δ Χωραΐτη. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή, από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση δίδοντάς της έτσι το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων Υποθηκών να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Παρόμοια ζητήματα είχαν εγερθεί στην πρόσφατη Αίτηση ημερ. 26.07.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στo πλαίσιo της υπόθεσης Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κα. v. Hellenic Bank Public Company Limited[8], όπου ειπώθηκαν από την κα Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. στην απόφαση της ημερ 2.11.2018 τα εξής: «Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθεντα προσωρινά διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. [.] Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην Αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία έχουν για αυτούς συναισθηματική αξία [...] Δεν θα προσδώσω καμία βαρύτητα στην θέση αυτή των Αιτητών. [.] [.] οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς και έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Αιτητές, στην περίπτωση που θα εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους, κάτι που οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, εάν επιτύχουν στην Αγωγή τους, δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο». Παρόμοια και στην υπόθεση F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank[9], όπου ειπώθηκαν από τον κ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ., μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η Τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Tο επίδικο ζήτημα όμως δεν είναι το κατά πόσον οι επίδικες συμφωνίες είναι νόμιμες ή όχι ή το κατά πόσον οι Εναγόμενοι οφείλουν ή δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα, καθώς οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν εξειδικευτεί και δεν έχουν υποστηριχθεί με καμία θετική ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους της αιτήτριας. Το μόνο μόνο γνήσιο επίδικο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασισθεί και να καθορισθεί είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Προκύπτει όμως ξεκάθαρα μέσα από την Ε/Δ Συκοπετρίτη, ότι οι ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστεί η αιτήτρια εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα και είναι άρα ανακτήσιμες και εύκολα αποζημιώσιμες. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα σε χρήμα αλλά και ανακτήσιμη, η οικονομική επιφάνεια της καθ' ης η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ της αιτήτριας είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι θα καταστεί άνευ αντικειμένου η Αγωγή εάν δεν εκδοθούν τα απαγορευτικά διατάγματα, παρατηρώ ότι αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η έκδοση ή μη έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν πρέπει να διεκπεραιώνει την ουσία της Αγωγής (βλ. Cayne v. Global Natural resources Plc
(1984)1 All ER 225CA). Εντούτοις, εδώ, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα, και σε περίπτωση που όντως πωληθούν τα ακίνητα στον καθορισμένο πλειστηριασμό, και σε περίπτωση που σε μεταγενέστερο στάδιο η αιτήτρια πετύχει στην Ανταπαίτηση της να αποδείξει οποιεσδήποτε υπερχρεώσεις, αυτή θα αποζημιωθεί χρηματικά για τις ζημιές που έχει υποστεί. Δηλαδή θα της επιστραφεί η διαφορά των υπερχρεώσεων. Συνεπώς, με την μη έκδοση των απαιτούμενων διαταγμάτων δεν αποφασίζεται η ουσία της Αγωγής και δεν καθίσταται αυτή ως άνευ αντικειμένου. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου περί μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 και επομένως κάθε περαιτέρω συζήτηση θα έπρεπε να τερματιζόταν εδώ εντούτοις θα εξετάσω και το κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσής τους, να εξετάσω δηλαδή κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα η να θεωρηθεί ότι η έκδοση τους δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 222). Ως τέτοιοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων, οι επιπτώσεις της έκδοσης ή μη του διατάγματος, η συμπεριφορά των διαδίκων, οι τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση των διαταγμάτων αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Τονίζεται ασφαλώς ότι κατά την εξέταση του ενώπιoν του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη των αιτουμένων διαταγμάτων και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225). Σχετική είναι η F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank[10], όπου ειπώθηκαν από τον Έντιμο Π.Ε.Δ. Παναγιώτου, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγόμενη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματός της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η ζημιά αυτή θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της αναγόμενης τράπεζας». Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι η καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο, το Σύνταγμα και των δικαιωμάτων που ήδη κατέχει βάσει των Συμβάσεων Υποθηκών. Από την άλλη η υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης όπως ήδη αποφάσισα πιο πάνω σε σχέση με την ημερομηνία σύναψης των Αρχικών Συμφωνιών Δανείου είναι ουσιώδης παράγων επί του οποίου δεν έχουν προκύψει ανατρεπτικά καινούρια δεδομένα τα οποία να δικαιολογούν την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρισης της αίτησης.To γεγονός αυτό αποτελεί επιπρόσθετο λόγο που τείνει να καταδείξει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας Οι αιτητές φέρουν το βάρος να αποδείξουν την αναγκαιότητα εξέτασης της συνταγματικότητας ((βλ. Thinking Steel International BV v Caramondani Bros Public Co Ltd, ΠΕ 361/08 ημερ. 29.6.2012, Novartis AG και άλλων ν Γεωργίου Αφαντίτη Λίμιτεδ, ΠΕ 163/09, ημερ. 17.12.12), και λόγω του ότι η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει όχι μόνο δεν αποδεικνύει, αλλά ούτε καν συγκεκριμενοποιεί το γιατί η εξέταση είναι αναγκαία για την εκδίκαση της παρούσης αίτησης. Η δικογράφηση όμως της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας κρίνεται ως ανεπαρκής. Οι ισχυρισμοί των παρ. 10 και 11 της Ε/Δ Συκοπετρίτη δεν μπορούν να κριθούν ως επαρκείς για υποστήριξη της θέσης περί αντισυνταγματικότητας. Συγκεκριμένα δεν αναφέρει η αιτήτρια τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους πιστεύει ότι προσβάλλονται τα Συνταγματικά της Δικαιώματα. Στην πρόσφατη απόφαση της κας Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ., η οποία αφορούσε παρόμοια ζητήματα στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης, στην Ακάμωτα Λιμιτεδ κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου[11], ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Πέραν της υποχρέωσης να δικογραφούνται ισχυρισμοί αντισυνταγματικότητας, υπάρχει ταυτόχρονη υποχρέωση επακριβούς προσδιορισμού και εξειδίκευσης αυτών καθώς και επεξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής θεωρεί ότι τα προσβαλλόμενα άρθρα είναι αντισυνταγματικά. [.] Των πιο πάνω δεδομένων η Αίτηση - Έφεση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται». Υπάρχουν όμως πάγιες καθιερωμένες αρχές που διέπουν το θέμα (βλ. Investylia Ltd. v. E. & Π. Λειβαδιώτης). Στη βάση αυτών διαπιστώνεται ότι η ατήτρια δεν έχει προβεί στον απαραίτητο προσδιορισμό και εξειδίκευση των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι προσβάλλονται τα συνταγματικά της δικαιώματα, και δεν έχει δείξει με ποιο τρόπο η εξέταση της συνταγματικότητας είναι απολύτως απαραίτητη για την διεκπεραίωση της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί περί συνταγματικότητας δεν πληρούν τα απαραίτητα κριτήρια και έτσι δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Η αιτήτρια φαίνεται να συνδέει την τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης με το ότι θα καταστεί η Ανταπαίτησή της άνευ αντικειμένου. Επακολούθως, το γεγονός αυτό παραβιάζει κατ' ισχυρισμό της αιτήτρια το δικαίωμα της σε πρόσβαση στην δικαιοσύνη ως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Η τυχόν όμως απόρριψη της παρούσας αίτησης δεν καθιστά όπως κατέγραψα και πιο πάνω την Ανταπαίτηση άνευ αντικειμένου. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα, και σε περίπτωση που όντως πωληθούν τα ακίνητα στον καθορισμένο πλειστηριασμό, και σε περίπτωση που σε μεταγενέστερο στάδιο οι Εναγόμενοι πετύχουν στην Ανταπαίτηση τους να αποδείξουν οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις, αυτοί θα αποζημιωθούν χρηματικά για τις ζημιές που έχουν υποστεί. Δηλαδή θα τους επιστραφεί η διαφορά των υπερχρεώσεων. Συνεπώς, με την μη έκδοση των απαιτούμενων διαταγμάτων δεν αποφασίζεται η ουσία της Αγωγής και δεν καθίσταται η Ανταπαίτηση της αιτήτριας άνευ αντικειμένου. Πέραν τούτου, ο κύριος άξονας του Άρθρου 30 του Συντάγματος είναι η διασφάλιση του δικαιώματος σε πρόσβαση ενώπιον δικαστηρίου. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού δεν παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση. Αυτό εξάλλου αποδεικνύει και η διενέργεια της παρούσας διαδικασίας που πραγματοποιείται κατόπιν παρουσίας της αιτήτριας σε αρμόδιο Δικαστήριο. Στην πρόσφατη απόφαση του ο κ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. στην υπόθεση Στέλιος Δημητρίου Αρέστη κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου[12] ημερ. 24.09.2018, ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ και υιοθετώ και για την παρούσα απόφαση μου: «Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος, αφού σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το δικαίωμα των Εφεσειόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο, γιατί αλλάζει μεν τους λόγους Έφεσης και δη από «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)» του Άρθρου 44Γ, ως είχε πριν την τροποποίηση, αλλά με την τροποποίηση, ο λόγος (δ) γίνεται σε «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου». [.] Οι Εφεσείοντες είχαν την δυνατότητα αμέσως μετά την 13/07/2018 που δημοσιεύτηκε ο Ν.87(Ι)/2018να αποταθούν στο Δικαστήριο που ήγειραν την αγωγή, να ζητήσουν παρεμπίπτον διάταγμα, είτε μονομερώς, είτε δια κλήσεως, σε σύντομο χρόνο, ένεκα της ορισθείσας ημερομηνίας πώλησης..Εάν εξασφάλιζαν το διάταγμα τότε θα μπορούσαν να ζητήσουν τροποποίηση του λόγου Έφεσης σε σύντομο χρόνο. Αντ' αυτής της πορείας επέλεξαν να μην προβούν σε καμία ενέργεια». Γι' αυτούς τους λόγους καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει καμία παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος, πόσον μάλλον πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας όλα όσα πιο πάνω έχω κρίνει με οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα τα οποία με οδηγούν υπέρ της απόρριψης της αίτησης: (α) Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί ισχυρισμούς σε σχέση με την ακυρότητα της Συμφωνίας Δανείου καθώς δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος βάσει των Αρχών του Privity of Contract. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. (γ) Δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Ανταπαίτηση της αιτήτριας καθώς δεν έχει παρουσιαστεί στο στάδιο αυτό επαρκής μαρτυρία και δεν έχουν εξειδικευτεί οι προς τούτο ισχυρισμοί της. (δ) Οι αξιώσεις της αιτήτριας μπορούν εύκολα να αποτιμηθούν σε χρήμα. (ε) Υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης παράγοντας που αποτελεί επιπρόσθετη ένδειξη ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. (στ) Δεν δικογραφούνται επαρκώς οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για την κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα και ως εκ τούτου δεν έχει δεν διαφανεί καμία ανάγκη για εξέταση της. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει καταδειχθεί παραβίαση των Συνταγματικών Δικαιωμάτων της αιτήτριας. (ζ) Δεν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της ενάγουσας με την προώθηση του πλειστηριασμού και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 ανεξάρτητα αν με την αγωγή τους αξιώνει και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 2/ αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν την πώληση ακινήτου διά πλειστηριασμού σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965 [1] Βλ. Αίτηση - Έφεση αρ. 206/2018 Marios Nicolaou Developers κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ & Αίτηση - Έφεση αρ. 159/2018 Νίκος Μηνά Ματθαίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. [2] Βλ. Διατάγματα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελίδα 72. [3] Αρ. Αγωγής 4635/2017 [4]
(2000)1Β ΑΑΔ 1153 [5]
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1982 [6] Αριθμός Αγωγής: 3299/2015 [7] Αριθμός Αγωγής: 1417/2018 [8] Αριθμός Αγωγής: 1885/2018 [9] Αριθμός Αγωγής: 1417/2018 [10] Αριθμός Αγωγής: 1417/2018 [11] Αρ. Αίτησης - Έφεσης 250/2018 ημερ. 09/07/2018 [12] Αρ. Αίτησης - Έφεσης 72/2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.