Ασπρογένης κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αγωγή αρ.: 2453/2018, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2453/2018 Μεταξύ: 1. ΧΧΧΧΧ Ασπρογένης 2. ΧΧΧΧΧ Ασπρογένους Ενάγοντες Και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λίμιτεδ Εναγόμενη Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Διαταγής 25, Κανονισμός 2 Μεταξύ: 1. ΧΧΧΧΧ Ασπρογένης 2. ΧΧΧΧΧ Ασπρογένους Ενάγοντες Και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.11.2018 Ημερομηνία: 11.6.2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μουζουρίδου για Christofinis-Mouzouridou & Co. LLC (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χριστοφίνης) Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κα Πετρίδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες - αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση να προβεί στην πώληση του ακινήτου, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη ΥΧΧΧ/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να εκδώσει και να αποστείλει οποιαδήποτε ειδοποίηση στους αιτητές, σε σχέση με το ακίνητο που βαρύνεται με την πιο πάνω υποθήκη, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, πλην όμως το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ πολλών άλλων νομοθετημάτων, και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και στη Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις των αιτητών, οι οποίες αναφέρονται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Κονόμου, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. 3. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, έχουν ως ακολούθως: (
- i)Κατόπιν σχετικού αιτήματος του αιτητή 1, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (από τώρα θα καλείται η Συνεργατική) στις 13.4.2010, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, παραχώρησε σε αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή δανείου για το ποσό των €285.000. Για περαιτέρω εξασφάλιση της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης η αιτήτρια 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη και επιπρόσθετα παραχώρησε προς όφελος της Συνεργατικής την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧ/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Το πιο πάνω δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο. Το δε συνολικό επιτόκιο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ανερχόταν σε 5,75%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και περαιτέρω προνοείτο τόκος υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δόσης. Η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό του δανείου θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν απαιτηθεί θα είναι πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις από €2.000,94 μηνιαίως. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 13.5.2010 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής τριών μηνιαίων δόσεων η Συνεργατική θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει την πιο πάνω συμφωνία. Το έγγραφο υποθήκης ρητά προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που παραλείψουν να πληρώσουν το ποσό το οποίο καθίσταται απαιτητό, η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο «είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει .». (
- ii)Η Συνεργατική προβάλλει ότι ο αιτητής 1 παραβίασε τους όρους της συμφωνίας δανείου και ειδικότερα υπήρξαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου. Έτσι, με επιστολή της ημερ. 9.7.2012, η οποία κοινοποιήθηκε και στους δύο αιτητές, τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες αφού προηγουμένως όμως τους απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στις 16.9.2010. Αναγνωρίζεται από τους αιτητές ότι υπήρξαν καθυστερημένες δόσεις και κατά το έτος 2005 ο αιτητής 1 αποτάθηκε στη Συνεργατική για εξεύρεση λύσης για αναδιάρθρωση του χρέους του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. (iii) Ακολούθως η Συνεργατική τροχοδρόμησε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (βλ. Ν.9/65)και στις 10.10.2018 απέστειλε στους καθ' ων η αίτηση την ειδοποίηση Τύπος Ι. Η επίδοση της πιο πάνω ειδοποίησης αποτέλεσε, όπως οι ίδιοι οι αιτητές αναγνωρίζουν, αφορμή για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. (
- iv)Οι αιτητές προβάλλουν ότι η Συνεργατική τους παρότρυνε στη σύναψη του δανείου και τους ανέφεραν ότι υπήρχαν ευνοϊκοί όροι αποπληρωμής του δανείου. Δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε αξιολόγηση των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτητή 1, κατά παράβαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Τα εισοδήματα του τελευταίου περί το έτος ήταν €2.000 μηνιαίως και δεν ξεπερνούσαν το ποσό της μηνιαίας δόσης. Η Συνεργατική ζήτησε όπως η αιτήτρια 2 παραχωρήσει την πιο πάνω υποθήκη και η τελευταία, μη έχοντας άλλη επιλογή και ακολουθώντας τις παροτρύνσεις της, ενέγραψε προς όφελος της καθ' ης η αίτηση την πιο πάνω υποθήκη και εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του αιτητή 1. (
- v)Οι αιτητές αναφέρουν ότι κατά παράβαση των χρηματοπιστωτικών κανόνων η Συνεργατική παρέλειψε να τους ενημερώσει για τους κινδύνους σύναψης μιας τέτοιας σύμβασης δανείου και δεν αξιολόγησαν την ικανότητα για αποπληρωμή. Περαιτέρω, ως αναφέρεται: (α) Δεν τους προμήθευσαν με αντίγραφα της συμφωνίας δανείου και όλων των εγγράφων, (β) παρέλειψαν να τους παρέχουν κατάλληλη πληροφόρηση ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν την φύση και τους κινδύνους του συγκεκριμένου τύπου δανειοδότησης και ως εκ τούτου δεν έλαβαν αποφάσεις με επίγνωση, (γ) παρέλειψαν να αντλήσουν πληροφορίες σχετικά με την γνώση και την πείρα τους ώστε να συστήσουν τον ορθό τρόπο δανειοδότησης καθώς και τον τρόπο αποπληρωμής του, (δ) παρείχαν πληροφορίες που δεν ήταν ακριβείς, επαρκείς και απέκρυψαν σημαντικά στοιχεία και κινδύνους, (ε) δεν επεξήγησαν με σαφήνεια το ύψος και τον τύπο του τόκου και τους κινδύνους σε περίπτωση που υπήρχαν καθυστερήσεις και (στ) δεν τους έδωσαν την ευκαιρία και δεν τους προέτρεψαν όπως λάβουν νομική συμβουλή. (
- vi)Περαιτέρω, οι αιτητές προβάλλουν ότι η συμφωνία δανείου εμπεριέχει καταχρηστικούς όρους και ειδικότερα: (α) ο υπολογισμούς του τόκου γίνεται με βάση 360 μέρες ετησίως και όχι 365 ημέρες με αποτέλεσμα να επιφέρει μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου, (β) ο καθορισμός του επιτοκίου από καιρού εις καιρόν, κατά την κρίση της τράπεζας, (γ) η δυνατότητα για μονομερή μεταβολή του επιτοκίου, (δ) οι όροι της συμφωνίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης αλλά αντίθετα είχαν ενταχθεί εκ των προτέρων με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατον να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους. Είναι η θέση τους ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες καθότι η Συνεργατική εκμεταλλεύτηκε την απειρία τους και την εμπιστοσύνη που τους υπέδειξαν, απέκρυψαν δόλια ουσιώδη στοιχεία που εάν τα γνώριζαν δεν θα προχωρούσαν στη σύναψη συμφωνίας. (vii) Οι αιτητές αναγνωρίζουν ότι παρέλαβαν την 10.10.2018 την ειδοποίηση Τύπος Ι η οποία συνοδευόταν από κατάσταση λογαριασμού, με βάση την οποία το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €449.605,73, το οποίο αμφισβητούν αφού, ως ισχυρίζονται, προέρχεται από υπερχρεώσεις και τόκους που δεν νομιμοποιείτο να επιβάλει. Παρουσίασαν έκθεση από συγκεκριμένο λογιστή στην οποία αναφέρεται ότι η τράπεζα μετάβαλε το επιτόκιο σε 8% από 30.6.2012 μέχρι 2.7.2018 και συγκρινόμενο με το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου των 5,75% έχει ως αποτέλεσμα να υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €52.000 και περαιτέρω χρέωσε και το συνολικό ποσό των €6.037 που αφορά ασφάλεια ζωής και έξοδα διαχείρισης του λογαριασμού. (viii) Οι αιτητές επισημαίνουν, μεταξύ άλλων, ότι η Συνεργατική δεν τήρησε τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα του μέρους VIA του Νόμου καθότι δεν τους επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος Θ και δεν επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση Τύπος Ι αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, δεν καθόρισαν τα ποσοστά επιτοκίου και γενικότερα δεν πρόκειται για ορθή κατάσταση. Ισχυρίζονται ότι η Συνεργατική δεν τερμάτισε προηγουμένως την επίδικη συμφωνία δανείου. (
- ix)Το ακίνητο, του οποίου επιχειρείται η εκποίηση, πρόκειται, ως αναφέρουν, για την οικογενειακή τους κατοικία. Η Συνεργατική επιχειρεί να την πωλήσει ενώ ακόμη δεν έχουν διαγνωστεί τα δικαιώματα τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και αυτή θα καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Δεν θα έχουν ουσιαστική πρόσβαση στο Δικαστήριο. Πρόθεση τους, ως αναφέρουν, είναι να καταχωρίσουν αίτηση έφεσης στην οποία θα εγείρουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας ορισμένων διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου. (
- x)Από την άλλη, η Συνεργατική αμφισβητεί τα όσα προβάλλουν οι αιτητές και επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι όλες οι διαδικασίες έγιναν μετά από αιτήματα των ίδιων των αιτητών και οι συμφωνίες συνομολογήθηκαν με την ελεύθερη βούληση των τελευταίων. Ποτέ δεν αμφισβήτησαν την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών και δεν επιδόθηκαν ακόμη σ' αυτούς οι ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και Τύπος ΙΒ. 4. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση η οποία επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι η καθ' ης η αίτηση είναι σε θέση να αποζημιώσει τους αιτητές σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους και τέλος ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. 5. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 6. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 7.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 7.2 Οι αιτητές προβάλλουν ότι η Συνεργατική δεν τήρησε τις πρόνοιες του μέρους VIA του Νόμου καθότι δεν τους επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος Θ και δεν επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση τύπος Ι αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να καταχωρήσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ για τους εξαντλητικούς λόγους που καθορίζονται στο πιο πάνω άρθρο. Τα όσα σχετικά αναφέρουν οι αιτητές, ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος Θ και ότι δεν επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση Τύπος Ι η κατάσταση λογαριασμών, δεν αποκαλύπτουν πιθανότητα επιτυχίας για το συγκεκριμένο ζήτημα. 7.3 Οι αιτητές αναφέρουν ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εν όψει του γεγονότος ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται για την οικογενειακή τους κατοικία. Κύρια κατοικία, σύμφωνα με το άρθρο 44 ΙΕ, σημαίνει την κατοικία που χρησιμοποιείται για την διαμονή του ιδιοκτήτη της ή και των μελών της οικογένειας του για περίοδο πέραν των έξι μηνών κατ' έτος, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις €350.000. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις και κατά πόσο αυτές πληρούνται σωρευτικά. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44 ΙΑΑ
(1)του Νόμου, σε περίπτωση διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο συνιστά την κύρια κατοικία, ο ενυπόθηκος οφειλέτης, υπό τον όρο ότι δεν λαμβάνει κρατική χορηγία ως συνεισφορά για μερική κάλυψη των χρεών του, έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του τελευταίου προσφοροδότη ο οποίος έχει υποβάλει την ψηλότερη προσφορά. Καμία πρόνοια δεν υφίσταται στη νομοθεσία που να εξαιρεί την πώληση της κύριας κατοικίας. Το Μέρος VIA του Νόμου εφαρμόζεται και σε περίπτωση πώλησης κύριας κατοικίας με τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη που περιγράφονται πιο πάνω. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι πρόκειται για την κύρια κατοικία τους δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 7.4 Οι αιτητές προβάλλουν ότι η Συνεργατική επιχειρεί να πωλήσει την κατοικία ενώ ακόμη δεν έχουν διαγνωστεί τα δικαιώματα τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αυτή θα καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν θα έχουν ουσιαστική πρόσβαση στο Δικαστήριο. Στις 13.07.18 το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)τροποποιήθηκε με το Ν.87
(1)/18. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικεία αγωγής για την ειδοποίηση τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. To πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται και στο άρθρο 44Α. Καμία διάταξη του μέρους VIΑ δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA [βλ άρθρο 44 Α
(2)] και αντίστροφα [βλ. άρθρο 44 Α
(3)]. Περαιτέρω καμία διάταξη του μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου [βλ. άρθρο 44 Α
(4)]. Ο Νομοθέτης δεν αποστέρησε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Ο αιτητής αφού ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συνεπώς, ακόμη και στο στάδιο αυτό δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. 7.5 Οι αιτητές προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα δεν τους έδωσε την ευκαιρία να λάβουν νομική συμβουλή. Στη συμφωνία δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο χρεώστης δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να επισκοπήσει όλες τις όψεις της παρούσας συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο της εκλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τι πρόνοιες της παρούσας συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει την παρούσα συμφωνία.» Η αιτήτρια 1 υπέγραψε την πιο πάνω συμφωνία δανείου, στην οποία εμπεριέχεται η πιο πάνω δήλωση. Καμία επεξήγηση, από μέρους της, σε σχέση με τις συνθήκες που υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δανείου, στην οποία περιλαμβάνεται ο πιο πάνω όρος. Περαιτέρω, στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου η αιτήτρια 2 αναγνωρίζει ότι οφείλει να καταβάλει στη Συνεργατική το ποσό των €285.000 πλέον τόκους και περαιτέρω στο έγγραφο υποθήκης, το οποίο υπέγραψε, ρητά αναφέρεται ότι από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καταστεί πληρωτέο και ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να το πληρώσει, τότε η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει. Δεν καθορίζεται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τι δεν είχε αντιληφθεί. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η τράπεζα παρέλειψε να τους παρέχει κατάλληλη πληροφόρηση ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν την φύση και τους κινδύνους και ως εκ τούτου δεν έλαβαν αποφάσεις με επίγνωση. Επισημαίνουν ότι τους παρείχαν πληροφορίες που δεν ήταν ακριβείς και επαρκείς, τους απέκρυψαν σημαντικά στοιχεία και τους κινδύνους σε περίπτωση που υπήρχαν καθυστερήσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να ικανοποιούν τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση οι πιο πάνω ισχυρισμοί, όπως αυτοί προβάλλονται, είναι γενικοί και αόριστοι. Οι αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία επαρκή, υπό μορφή μαρτυρίας, σύμφωνα με τα οποία να είναι δυνατόν να κριθεί έστω και εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις αναφορικά με την βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών τους. Δεν καθορίζονται, με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται, ποιες πληροφορίες δεν ήταν ακριβείς και επαρκείς ως επίσης δεν αναφέρουν τα σημαντικά στοιχεία που τους απέκρυψε η Συνεργατική. Στις 10.10.2018 οι αιτητές παρέλαβαν την ειδοποίηση Τύπος Ι, η οποία συνοδευόταν από κατάσταση λογαριασμού με βάση την οποία το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €449.605,73, το οποίο αμφισβητούν αφού, ως ισχυρίζονται, προέρχεται από υπερχρεώσεις και τόκους που δεν νομιμοποιούνταν να υποβάλουν. Παρουσίασαν έκθεση από συγκεκριμένο λογιστή στην οποία αναφέρεται ότι η τράπεζα μετάβαλε το επιτόκιο σε 8% από 30.6.2012 μέχρι 2.7.2018 και συγκρινόμενο με το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου των 5,75% έχει ως αποτέλεσμα να υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €52.000 και περαιτέρω χρεώθηκε και το συνολικό ποσό των €6.037 που αφορά ασφάλεια ζωής (€5.846) και έξοδα διαχείρισης λογαριασμού (€191). Η πιο πάνω έκθεση λαμβάνει ως δεδομένο ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 5,75%. Με βάση την συμφωνία το επιτόκιο δεν ήταν σταθερό αλλά κυμαινόμενο και ειδικότερα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο πλέον το περιθώριο. Η δε Συνεργατική, με βάση τους όρους αυτής, είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο από καιρό σε καιρό. 7.6 Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, οι αιτητές προβάλλουν ότι η συμφωνία δανείου εμπεριέχει καταχρηστικούς όρους και ειδικότερα (α) οι όροι της συμφωνίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης αλλά αντίθετα είχαν ενταχθεί εκ των προτέρων με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατον να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους (β) ο υπολογισμούς του τόκου γινόταν με βάση 360 μέρες ετησίως και όχι 365 ημέρες με αποτέλεσμα να επιφέρει μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου, (γ) ο καθορισμός του επιτοκίου από καιρού εις καιρόν, κατά την κρίση της τράπεζας και η δυνατότητα για μονομερή μεταβολή του επιτοκίου. Έτσι, ως προβάλλουν, οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες καθότι η Συνεργατική εκμεταλλεύτηκε την απειρία τους και την εμπιστοσύνη που έδειξαν σε αυτήν. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (από τώρα θα καλείται η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Στο στάδιο αυτό, όπως έχει επισημανθεί, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων αλλά διαπιστώνει κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω. Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο και στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου). Ο Νόμος θεωρεί ως καταχρηστική την ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους (βλ. άρθρο 5
(5)του Νόμου). Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται ότι οι όροι της συμφωνίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και περαιτέρω σε αυτήν εμπεριέχονται καταχρηστικές ρήτρες. Ειδικότερα προνοείται στη συμφωνία ότι ο τόκος υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο κάθε ένας αλλά για να δοθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Και κάτι ακόμη. Όπως έχει επισημανθεί, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός εάν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες. 8. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Οι αιτητές προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι θα έλθουν αντιμέτωποι με τετελεσμένα γεγονότα και θα απωλέσουν το δικαίωμα που έχουν εξασκήσει με το οποίο αμφισβήτησαν την διαδικασία που αφορά η ειδοποίηση Τύπος Ι. Οι αιτητές αναφέρουν ότι με βάση την κατάσταση λογαριασμού που τους στάληκε οφείλεται το ποσό των €449.605,
- Προβάλλουν ότι η τράπεζα μετάβαλε το επιτόκιο σε 8% και συγκρινόμενο με το συμφωνηθέν επιτόκιο υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €60.
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με βάση την συμφωνία το επιτόκιο δεν ήταν σταθερό αλλά κυμαινόμενο και η Συνεργατική είχε το δικαίωμα να μεταβάλει το βασικό επιτόκιο από καιρό εις καιρό. Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €60.037 στο επίδικο δάνειο, ως ισχυρίζονται, αλλά και γενικότερα και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, οι αιτητές θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Περαιτέρω δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των Εναγόντων και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω.
- Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο