Yiarraco Properties & Investments Limited ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Αγωγή αρ.: 308/2018, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A332 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 308/2018 Μεταξύ: Yiarraco Properties & Investments Limited, από την Λεμεσό Ενάγουσα Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από την Λευκωσία Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2019 Ημερομηνία: 10.6.2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Ζαχαρίου για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κα Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Η ενάγουσα - αιτήτρια με την παρούσα επιζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που παραχώρησε προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται «η τράπεζα») φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 θ.1, 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Αγγελή, διευθυντή της αιτήτριας. Η αιτήτρια συνήψε συμφωνία δανείου με την τράπεζα και για εξασφάλιση παραχώρησε προς όφελος της τελευταίας, την υποθήκη με αρ. ΥXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (από τώρα θα καλείται ο Νόμος). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά τα τέλη του έτους 2015, όταν η κρίση επηρέασε την κυπριακή οικονομία, επηρεάστηκε η εισοδηματική ικανότητα της αιτήτριας με αποτέλεσμα να επέλθει αδυναμία πληρωμής των δόσεων της από το
- Επισημαίνει ότι πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και της σύμβασης υποθήκης, επιθυμία της αιτήτριας ήταν όπως τύχει νομικής συμβουλής πλην όμως η τράπεζα τους καθησύχασε ότι δεν ήταν αναγκαίο και ότι έπρεπε να επιδείξουν απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν και περαιτέρω τους διαβεβαίωσε ότι η συνεργασία τους θα ήταν άψογη και θα ετύγχαναν της πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης και συνεργασίας. Έτσι βασιζόμενοι τις πιο πάνω δηλώσεις υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τόσο η επίδικη συμφωνία δανείου όσο και η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρες καθότι τελέστηκαν κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η τράπεζα τους παρέστησε (α) ότι θα επεδείκνυε συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων των επίδικων συμφωνιών και τους έπεισαν να υπογράψουν ενώ γνώριζαν το μη αληθές των διαβεβαιώσεων τους και στην πραγματικότητα οι ενέργειες της ήταν σε βάρος των συμφερόντων τους, (β) ότι όλες οι χρεώσεις που θα γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς θα πραγματοποιούνταν μέσα στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών ενώ πρόθεση της ήταν να χρεώνει τους εν λόγω λογαριασμούς με αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις. Προβάλλεται ότι η τράπεζα πράγματι επιβάρυνε τους επίδικους λογαριασμούς με αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς, (γ) ότι θα ενεργούσε καλόπιστα και ειλικρινά ενώ έπραξε το αντίθετο και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και τέλος (δ) δεν επεξήγησε την επ' ακριβή σχέση και την διασύνδεση μεταξύ της συμφωνίας δανείου και της σύμβασης υποθήκης. Στην προσπάθεια της αιτήτριας για αναδιάρθρωση του δανείου, η τράπεζα απέστειλε σε αυτήν την ειδοποίηση τύπος ΙΑ και μέχρι σήμερα δεν έχει εξευρεθεί οποιαδήποτε συναινετική λύση. Επισημαίνεται, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα της αιτήτριας για αποτελεσματική προσφυγή στο Δικαστήριο, για διάγνωση των αστικών αδικημάτων της καθότι εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα τόσο της επίδικης συμφωνίας δανείου όσο και της σύμβασης υποθήκης και παρά ταύτα, προτού αποφανθεί το Δικαστήριο, επιχειρείται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου. Στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή και προωθηθεί η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου τότε, ως προβάλλεται, δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού το ενυπόθηκο ακίνητο δεν θα μπορεί να επανέλθει στην ιδιοκτησία της αιτήτριας. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Χωραϊτη, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 29.8.2011 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου και για περαιτέρω εξασφάλιση η αιτήτρια παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, την πιο πάνω υποθήκη. Στη συνέχεια συνομολογήθηκαν τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 6.6.2012 και 25.7.
- Η αιτήτρια στις 6.4.2016 απέστειλε επιστολή στην τράπεζα με την οποία ζητούσε την χορήγηση διευκόλυνσης για το ποσό των €200.000 με σκοπό την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της. Στις 21.4.2016 υπογράφηκε σχετικό έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι οι επίδικες υποθήκες θα εξαλείφονταν νοουμένου ότι θα καταβαλλόταν το ποσό των €200.000 από την αιτήτρια, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ακολούθως η αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 13.9.2016 ανέφερε ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της δυνάμει των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και ζητούσε τριετή παράταση αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών. Η τράπεζα απέστειλε νέα επιστολή στην αιτήτρια πλην όμως η τελευταία απέρριψε την πρόταση της τράπεζας και αρνήθηκε να υπογράψει. Εν όψει του γεγονότος ότι η αιτήρια δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία στις 31.1.
- Περαιτέρω επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς της αιτήτριας και επιπρόσθετα προβάλλεται ότι η τράπεζα αποτελεί φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα που διαθέτει επαρκή περιουσία και δύναται να καλύψει μια πιθανή χρηματική αποζημίωση της αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της τράπεζας η οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και περαιτέρω δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι ακόμη και στην περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατ' αρχήν θα εξεταστεί η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. Στις 12.2.2018 καταχωρίστηκε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο και μέχρι και σήμερα δεν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Καμία αίτηση υποβλήθηκε από μέρους της τράπεζας για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της εν όψει της παράλειψης της αιτήριας να καταχωρίσει την έκθεση απαίτησης εντός της προβλεπόμενης από τους δικονομικούς θεσμούς προθεσμία. Ανεξάρτητα όμως από το εν λόγω γεγονός, στις 13.3.2019 καταχωρίστηκε αίτηση διά κλήσεως με την οποία η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 14.5.2019, χωρίς επιφύλαξη. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε στις 22.5.2019 η παρούσα αίτηση. Η μόνη διαφοροποίηση που υφίσταται στις δύο αιτήσεις είναι ότι στην αρχική αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η αιτήτρια συνήψε συμφωνία δανείου με την τράπεζα αναφορικά με τον αριθμό λογαριασμού .157 ενώ στην παρούσα αίτηση αναφέρεται ότι συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου αναφορικά με τον λογαριασμό υπ' αριθμό .6-
- Όλο το υπόλοιπο μέρος είναι πανομοιότυπο, αν όχι το ίδιο. Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Όπως έχει νομολογηθεί, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχική αίτηση ημερ. 13.3.2019 αναφερόταν σε άλλο λογαριασμό δανείου με την παρούσα και γενικότερα ότι εδράζεται σε άλλο πλαίσιο γεγονότων σε σχέση με το δάνειο, δεν καταδεικνύεται στο στάδιο αυτό οποιασδήποτε μορφής κατάχρηση της διαδικασίας. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας απορρίπτεται. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί κάποια αξιολόγηση μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των πιο πάνω κριτηρίων είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η αιτήτρια προβάλλει, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, ότι τόσο η επίδικη συμφωνία όσο και η σύμβαση υποθήκης που παραχωρήθηκε προς όφελος της τράπεζας είναι άκυρες διότι συνήφθηκαν κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Επισημαίνει ότι η τράπεζα τους παρέστησε ψευδώς ότι θα ενεργούσε καλόπιστα και ειλικρινά, ότι οι χρεώσεις θα πραγματοποιούνταν μέσα στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών και ότι θα επιδείκνυε συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων. Περαιτέρω προβάλλει ότι η τράπεζα επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς, ως επίσης δεν επεξηγήθηκε σε αυτήν η επ' ακριβής σχέση και διασύνδεση μεταξύ της υποθήκης και του δανείου. Όπως έχει νομολογηθεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου (βλ. Lawford Ltd κ.α. ν. Χατζηγαβριήλ κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 818). Στη προκείμενη περίπτωση οι πιο πάνω ισχυρισμοί όπως αυτοί προβάλλονται είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Η αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία επαρκή υπό μορφή μαρτυρίας σύμφωνα με τα οποία να είναι δυνατόν να κριθεί έστω σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις αναφορικά με την βασιμότητα των ισχυρισμών της περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω δεν καθορίζονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται οι αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, οι παράνομες χρεώσεις και οι ανατοκισμοί. Οι πιο πάνω αναφορές των αιτητών όπως έχει ήδη επισημανθεί είναι γενικόλογες, αόριστες και μη επαρκείς. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ότι με την σκοπούμενη πώληση παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα της αιτήτριας για αποτελεσματική προσφυγή στο Δικαστήριο και ειδικότερα για διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων καθότι, στα πλαίσια της αγωγής, εκκρεμεί αγωγή καθότι αμφισβητείται η νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών και προτού αποφανθεί το Δικαστήριο επιχειρείται η πώληση των ενυπόθηκων ακίνητων με βάση το VIA του Νόμου. Στις 13.07.18 το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)τροποποιήθηκε με το Ν.87
(1)/18. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. To πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται και στο άρθρο 44Α. Καμία διάταξη του μέρους VIΑ δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA [βλ άρθρο 44 Α
(2)] και αντίστροφα [βλ. άρθρο 44 Α
(3)]. Περαιτέρω καμία διάταξη του μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου [βλ. άρθρο 44 Α
(4)]. Ο Νομοθέτης δεν αποστέρησε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Ο αιτητής αφού ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Εν κατακλείδι η αιτήτρια στην προκείμενη περίπτωση για όλους τους λόγους που περιγράφονται πιο πάνω, απέτυχε να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και περαιτέρω να προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω κατάληξη του, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσει κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Στην παρούσα υπόθεση, ακόμα και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, η αιτήτρια θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση της αιτήτριας και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα/πλειστηριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο