← Κύπρος

ANTONIS H. Office Paper Distributors Ltd ν. MARKTEL SUPPLIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 395/11, 4/6/2019

ANTONIS H. Office Paper Distributors Ltd ν. MARKTEL SUPPLIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 395/11, 4/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 395/11 Μεταξύ: ANTONIS H. Office Paper Distributors Ltd Ενάγoυσα και MARKTEL SUPPLIES LIMITED Εναγόμενη ------------------ Ημερομηνία: 4 Ιουνίου, 2019 Για την Ενάγουσα - εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ. Φ. Αποστολίδης Για την Εναγόμενη - εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Μ. Δημοσθένους Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €2.126,36 ως υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη ήταν πελάτης της Ενάγουσας από την οποία προμηθευόταν και/ή αγόραζε επί πιστώσει διάφορα είδη γραφικής ύλης και/ή χάρτου. Η Ενάγουσα απαίτησε κατ' επανάληψη την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, ωστόσο η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί να το εξοφλήσει. Η Εναγόμενη στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει το ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στη βάση υπερχρεώσεων και υπερπληρωμών κατέβαλε επιπλέον ποσό ύψους €5.142,56 το οποίο και αξιώνει με την ανταπαίτηση της. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η χρέωση τόκου επί του οφειλόμενου ποσού. Με την Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ότι οφείλεται το επίδικο ποσό, καθώς επίσης ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε την επιβάρυνση με τόκο 9% οποιουδήποτε ποσού παρέμενε οφειλόμενο. Αρνείται δε ότι οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €5.142,56 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Για λογαριασμό της Ενάγουσας προσέφερε μαρτυρία ο ΧΧΧ Χατζηαθανασίου (Μ.Ε.1), ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια δε της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν πέντε Τεκμήρια. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Μ.Ε.1, διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 γραπτή δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη συνεργαζόταν με την Ενάγουσα από την οποία αγόραζε με πίστωση διάφορα είδη γραφικής ύλης και χάρτου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και σε διάφορες ημερομηνίες η Ενάγουσα πώλησε με πίστωση και παρέδωσε στην Εναγόμενη διάφορα εμπορεύματα εκδίδοντας επ' ονόματι της τελευταίας σχετικά τιμολόγια. Στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας η Εναγόμενη διατηρούσε λογαριασμό ο οποίος χρεωνόταν με κάθε αγορά που πραγματοποιούσε και αντίστοιχα πιστωνόταν για κάθε πληρωμή που γινόταν προς την Ενάγουσα. Το χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω αναφερόμενου λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €2.126,36 μέχρι τις 30.06.
  1. Αποτελούσε όρο της συμφωνίας των διαδίκων ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο θα έπρεπε να εξοφλείται εντός εύλογου χρόνου. Περαιτέρω, αποτελούσε όρο της συμφωνίας ότι κάθε τιμολόγιο το οποίο δεν θα εξοφλείτο εντός 30 ημερών θα επιβαρύνεται με τόκο προς 9% από την ημερομηνία έκδοσης του. O ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι διενήργησε πληρωμές που δεν έχουν υπολογιστεί, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντιθέτως στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 2Α και 2Β, παρουσιάζονται οι αποδείξεις που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν έχουν πιστωθεί προς όφελος της. Στην διά ζώσης μαρτυρία του επεξήγησε τις αναφορές που καταγράφονται στα 5 τιμολόγια που κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 1 και διευκρίνισε ότι η μονογραφή που παρουσιάζεται πάνω από την ένδειξη «ο παραδώσας» ανήκει στον ίδιο, ενώ η υπογραφή πάνω από την ένδειξη «παραλήπτης» ανήκει είτε στον κ. ΧΧΧ είτε στον κ. ΧΧΧ. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι επί των τιμολογίων (δέσμη Τεκμηρίου 1) καταγράφεται η ένδειξη: «τιμολόγιο μη εξοφλούμενο εντός 30 ημερών επιβαρύνεται με τόκο 9% από την ημερομηνία εκδόσεως του». Αναφορικά με τις καταγραφές επί των Τεκμηρίων 2Α και 2Β οι οποίες είναι σημειωμένες με φωσφορούχο χρώμα δήλωσε ότι σχετίζονται με τις αποδείξεις που η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι δεν πιστώθηκαν προς όφελος της. Κατά την αντεξέταση του κλήθηκε να διευκρινίσει ποια είναι η διαφορά μεταξύ των καταστάσεων λογαριασμού - Τεκμήρια 2Α και 2Β. Ο Μ.Ε.1 αρχικά ανέφερε ότι η διαφορά εντοπίζεται στις χρονολογίες που καλύπτουν οι εν λόγω καταστάσεις καθώς η μία αφορά την περίοδο 2008-2009 και η άλλη την περίοδο 2008-
  2. Ακολούθως και αφού του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 2Α καταγράφεται η ονομασία MARKΤEL SUPPL ενώ στο Τεκμήριο 2Β καταγράφεται μόνο η ονομασία MARKTEL, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι οι εν λόγω καταστάσεις αφορούν δύο διαφορετικές εταιρείες καθώς και ότι η κατάσταση λογαριασμού που σχετίζεται με την Εναγόμενη είναι το Τεκμήριο 2Α. Το Τεκμήριο 2Β παρουσιάστηκε διότι σε αυτό περιλαμβάνονται πληρωμές που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν πιστώθηκαν προς όφελος της. Επί τούτου ρωτήθηκε ο μάρτυρας από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης να υποδείξει επ' ονόματι ποιου προσώπου έκδιδε τις αποδείξεις που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έχουν υπολογιστεί στα Τεκμήρια 2Α και 2Β. Ο μάρτυς απάντησε ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν επ' ονόματι της MARKTEL διότι αυτή ήταν η εντολή που του είχε δοθεί από τον κ. ΧΧΧ Μαρκίδη. Στην επισήμανση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι στα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου 1 αναγράφεται ότι αυτά εκδόθηκαν επ΄ ονόματι της Εναγόμενης, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι στα τιμολόγια όντως αναγραφόταν το όνομα της κάθε εταιρείας, ωστόσο στις πληρωμές, επειδή ήταν άγνωστο πόσα χρήματα χρωστούσε η κάθε μία αναγραφόταν γενικά μόνο το όνομα MARKTEL. Αυτή η τακτική εφαρμοζόταν διότι οι οδηγίες που δίδονταν συνήθως από τον κ. ΧΧΧ ήταν όπως πιστωθεί ο λογαριασμός της εταιρείας που τη δεδομένη χρονική στιγμή παρουσίαζε το μεγαλύτερο χρεωστικό υπόλοιπο. Τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου 1 αφορούν μεν τον λογαριασμό της Εναγόμενης ωστόσο δεν περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2Α, καθώς αυτό καλύπτει την περίοδο 2008-2012 ενώ τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου 1 είναι χρονολογίας
  3. Κληθείς να παρουσιάσει την κατάσταση λογαριασμού των προηγούμενων ετών, απάντησε ότι η εν λόγω κατάσταση, καθώς και το Τεκμήριο 2Β παρουσιάστηκαν διότι περιλαμβάνονται σε αυτά οι πληρωμές που η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν πιστωθεί. Το ποσό των €2.713,98, το οποίο παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 2A δίπλα από την ένδειξη «opening balance», αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού από αγορές που είχε πραγματοποιήσει η Εναγόμενη. Δεν είχε στην κατοχή του τα τιμολόγια τα οποία συμποσούνται στο εν λόγω ποσό διότι δεν του ζητήθηκε να τα προσκομίσει και αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η τελευταία ουδέποτε παρέλαβε εμπορεύματα αξίας €2.713,
  4. Ο Μ.Ε.1 κλήθηκε να δηλώσει τι αφορά η χρέωση ημερομηνίας 30.06.08 εκ ποσού €120,79 (Τεκμήριο 2Α). Αρχικά απάντησε ότι αφορά την αγορά χαρτιού, για την οποία όμως δεν είχε μαζί του το σχετικό τιμολόγιο για να το καταθέσει ως Τεκμήριο. Ο κ. ΧΧΧ παρέπεμψε τον μάρτυρα σε σχέση με την προαναφερόμενη χρέωση στην καταγραφή «INTER» που παρουσιάζεται δίπλα από αυτήν, με τον μάρτυρα να απαντά ότι τελικά αφορά τη χρέωση τόκου. Μετά από σχετικές ερωτήσεις δήλωσε ότι όλες οι χρεώσεις που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 2Α είναι τόκοι οι οποίοι μάλιστα υπολογίζονταν και χρεώνονταν κάθε 6 μήνες. Ο τόκος γινόταν κεφαλαιοποίηση κάθε εξάμηνο διότι και τα τραπεζικά ιδρύματα από τα οποία λάμβανε πίστωση η Ενάγουσα λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο. Ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε και κατέθεσε 8 αποδείξεις είσπραξης που εκδοθήκαν από την Ενάγουσα προς την MARKTEL LTD, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2Α και 2Β. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν εμφαίνονται στα προαναφερόμενα Τεκμήρια είναι διότι αφορούν προγενέστερη χρονική περίοδο. Σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω αποδείξεις αφορούν το έτος 2005 ενώ η συνεργασία με την Εναγόμενη, εξ όσων θυμάται, ξεκίνησε το
  5. Ο κ. ΧΧΧ υπέβαλε ότι τα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 4 και τη δέσμη Τεκμηρίου 5 δεν έχουν συνυπολογιστεί στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 2Α και 2Β με τον Μ.Ε.1 να αρνείται την εν λόγω θέση ισχυριζόμενος ότι στο τέλος κάθε έτους οι λογιστές της Ενάγουσας ετοίμαζαν τον ισολογισμό της εταιρείας και δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη τέτοιων λαθών. Επίσης αρνήθηκε ότι το συνολικό ποσό των ΛΚ2.340 που αποτελεί το άθροισμα των αποδείξεων του Τεκμηρίου 4 και της δέσμης Τεκμηρίου 5 οφείλεται από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη λόγω υπερπληρωμών. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 στερείται πειστικότητας, καθώς ήταν ελλιπής σε βασικά σημεία της. Θα ξεκινήσω από το Τεκμήριο 2Α το οποίο παρουσίασε ο μάρτυρας προς υποστήριξη της θέσης του ότι η Εναγόμενη οφείλει το ποσό των €2.126,
  6. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, η Ενάγουσα διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό ο οποίος χρεωνόταν με κάθε αγορά που πραγματοποιούσε η Εναγόμενη και πιστωνόταν αντίστοιχα με κάθε πληρωμή που γινόταν προς την Ενάγουσα. Αν και παρουσιάστηκαν δύο καταστάσεις λογαριασμού, ήτοι τα Τεκμήρια 2Α και 2Β, ξεκαθαρίστηκε κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι μόνο το Τεκμήριο 2Α αφορά την Εναγόμενη. Η μελέτη τώρα του Τεκμηρίου 2Α δεικνύει ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Καταρχάς το εν λόγω Τεκμήριο ξεκινά με μεταφερόμενο υπόλοιπο (opening balance) ποσού €2.713,
  7. Δεν παρουσιάστηκε επομένως το σύνολο των ισχυριζόμενων χρεώσεων και πιστώσεων επί των οποίων βασίζει την απαίτηση της η Ενάγουσα. Όταν ρωτήθηκε ο Μ.Ε.1 για ποιο λόγο δεν παρουσίασε την ολοκληρωμένη κατάσταση περιορίστηκε να πει ότι έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτό που του ζητήθηκε. Ασφαλώς η προαναφερόμενη εξήγηση δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη του Μ.Ε.1 να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την ολοκληρωμένη κίνηση του επίδικου χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι όταν ρωτήθηκε για το ποσό των €2.713,98 απάντησε ότι αφορά τις αγορές που έκανε η Εναγόμενη. Η συγκεκριμένη δήλωση όμως στην απουσία οποιωνδήποτε υποστηρικτικών στοιχείων παραμένει μετέωρη, αφού ο Μ.Ε.1 δεν έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων αγορών που πραγματοποίησε η Εναγόμενη ως αποτέλεσμα των οποίων προέκυψε το χρεωστικό υπόλοιπο των €2.713,
  8. Δεν αγνοώ επίσης τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου
  9. Η παρουσίαση των εν λόγω τιμολογίων δεν ανατρέπει, κατά την άποψη μου, την πιο πάνω εικόνα. Τούτο διότι τα προαναφερόμενα τιμολόγια αφενός συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.630,21 (€1.076,77) και αφετέρου καλύπτουν περίοδο (Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2006) που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν υπήρχε συνεργασία με την Εναγόμενη. Υπενθυμίζω ότι κατά την παρουσίαση των αποδείξεων (Τεκμήριο 4 και δέσμη Τεκμηρίου 5) δήλωσε ότι αυτές δεν μπορούν να σχετίζονται με την Εναγόμενη καθώς η συνεργασία μαζί της ξεκίνησε το
  10. Όσον αφορά τώρα το ζήτημα της χρέωσης του τόκου και του τρόπου υπολογισμού του η μαρτυρία του Μ.Ε.1 παρέμεινε επίσης μετέωρη. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο Μ.Ε.1 προς υποστήριξη της θέσης του ότι συμφωνήθηκε η χρέωση τόκου προς 9%, καθώς και ο υπολογισμός του τόκου ανά εξάμηνο επικαλέστηκε τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου
  11. Τα εν λόγω τιμολόγια περιλαμβάνουν μεν σημείωση περί χρέωσης τόκου προς 9% σε περίπτωση μη εξόφλησης τους εντός 30 ημερών, στο Τεκμήριο 2Α όμως δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε τιμολόγιο είτε της δέσμης Τεκμηρίου 1, είτε άλλο τιμολόγιο αφού όλες οι χρεώσεις που καταγράφονται σε αυτό αφορούν την επιβολή τόκου. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι στα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου 1 καταγράφεται ότι η επιβάρυνση με τόκο προς 9% θα γινόταν μόνον εφόσον το τιμολόγιο δεν εξοφλείτο εντός 30 ημερών. Επομένως είναι αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της επιβάρυνσης του λογαριασμού με τόκο προς 9%, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για την χρέωση του είναι η πάροδος 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του εκάστοτε τιμολογίου χωρίς αυτό να εξοφληθεί. Ουδεμία όμως μαρτυρία προσκομίστηκε σε σχέση με τα ποσά των εκδοθέντων τιμολογίων και τις ημερομηνίες έκδοσης τους. Ειδικότερα ως προς τη θέση του Μ.Ε.1 ότι συμφωνήθηκε και η κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες, παρατηρώ ότι τέτοια αναφορά δεν περιλαμβάνεται στα τιμολόγια της δέσμης Τεκμηρίου
  12. Σε κάθε όμως περίπτωση η μαρτυρία του Μ.Ε.1, σε σχέση με την κεφαλαιοποίηση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ενόψει του ότι δεν καλύπτεται δικογραφικά. Συγκεκριμένα, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης (παράγραφος 7) γίνεται αναφορά στη χρέωση του επίδικου λογαριασμού με τόκο προς 9%, εντούτοις δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί κεφαλαιοποίησης του τόκου. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Το γεγονός δε ότι η εν λόγω μαρτυρία παρείσφρησε χωρίς ένσταση στη διαδικασία, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα ούτε και καθιστά την εν λόγω μαρτυρία αποδεκτή. Στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στις εφεσείουσες κατά τη δίκη να προβάλουν για πρώτη φορά ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφήσει. Ούτε το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας διαφοροποιεί ή δικαιολογεί παράβαση των Θεσμών. Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Επίσης, στην υπόθεση ΠΑΠΑ και D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD Πολ. Έφ. 217/08 ημερ. 21.02.17 αναφέρθηκε ότι επηρεάζεται η αξιοπιστία μάρτυρα ο οποίος προβάλλει ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις του διαδίκου που τον κάλεσε. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.1. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως επίσης και τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη διατηρούσαν επαγγελματική συνεργασία. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας η Ενάγουσα δημιούργησε χρεοπιστωτικό λογαριασμό επ' ονόματι της Εναγόμενης. Πέραν της Εναγόμενης συνεργασία με την Ενάγουσα διατηρούσε και η εταιρεία MARKTEL COMMUNICATIONS LTD σε σχέση με την οποία η Ενάγουσα τηρούσε ξεχωριστό χρεοπιστωτικό λογαριασμό. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός που διατηρούσε η Ενάγουσα για την Εναγόμενη χρεωνόταν με τόκο προς 9% με κεφαλαιοποίηση του εν λόγω τόκου κάθε έξι μήνες. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν έχει αποδειχθεί. Η αγωγή της Ενάγουσας εδράζεται σε απαίτηση δυνάμει χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Η μοναδική μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα προς απόδειξη της υπόθεσης της κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Ακόμα όμως και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1, το αποτέλεσμα θα ήταν και πάλι το ίδιο. Αυτό διότι, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του και επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 2Α, η Ενάγουσα προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε έξι μήνες. Δεν προσκόμισε όμως η Ενάγουσα ίχνος μαρτυρίας με το οποίο να αποδεικνύει ότι δικαιούτο να προχωρεί σε κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε έξι μήνες. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν παρουσιάστηκε η αναλυτική κίνηση του επίδικου χρεοπιστωτικού λογαριασμού καθιστά αδύνατη τη διακρίβωση των ποσών που αντιστοιχούν στις κεφαλαιοποιήσεις των τόκων. Στη βάση επομένως αυτών των δεδομένων ακόμη και αν κρινόταν ως αξιόπιστη η μαρτυρία του Μ.Ε.1, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό εφόσον δεν τέθηκαν ενώπιον του τα στοιχεία εκείνα που θα του επέτρεπαν να προχωρήσει στην αφαίρεση των ποσών που αποτελούν την κεφαλαιοποίηση των τόκων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην τελική του αγόρευση προώθησε τη θέση ότι η αγωγή της Ενάγουσας στηρίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated) και προς επίρρωση της θέσης του παραπέμπει στο περιεχόμενο των παραγράφων 4 - 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Η εισήγηση του κ. ΧΧΧ, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το περιεχόμενο των προαναφερόμενων παραγράφων δεν παραπέμπει σε παραδεδεγμένο λογαριασμό (account stated), ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να δικογραφείται ρητά. Η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο κ. ΧΧΧ ορίζει ότι δεν είναι αναγκαία η δικογράφηση των στοιχείων του εκκαθαρισμένου λογαριασμού και όχι αυτής καθ' αυτής της αξίωσης επί εκκαθαρισμένου λογαριασμού (account stated) η οποία πρέπει να δικογραφείται. Στην υπόθεση ΕΤΑΙΡΕΙΑ J.K. VAVLITES (HOTELS & LEISURE) LTD ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Πολ. Έφεση 31/2013 ημερ.30.01.19 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Εξετάζοντας την έφεση, το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι λανθασμένα το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός. Η αιτία ή βάση αγωγής της εφεσίβλητης δεν ήταν αυτή. Όπως προηγουμένως λέχθηκε η απαίτηση εδραζόταν, όπως άλλωστε αβίαστα απορρέει από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, επί διαζευκτικών βάσεων αγωγής που συνίσταντο σε ποσό οφειλόμενο από συμφωνία δανείου ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ή ως χρήματα δοθέντα και ληφθέντα. Πουθενά δεν εγείρεται ζήτημα παραδεδεγμένου λογαριασμού («account stated»), αξίωση που απαιτείται κατά τις ρητές επιταγές της Δ.20 θ.4, να τίθεται με ρητούς ισχυρισμούς και μάλιστα με λεπτομέρειες.» Ομοίως και στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς στις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας για παραδεδεγμένο λογαριασμό ή έστω σε στοιχεία που θα μπορούσαν να παραπέμψουν σε τέτοιο λογαριασμό, όπως για παράδειγμα ότι υπήρξε συμφωνία ως προς το χρέος ή ότι στέλνονταν καταστάσεις λογαριασμού προς την Εναγόμενη και η τελευταία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated) ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ν. ΡΕΪΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΪΓΚ ΚΟ. ΛΤΔ
(2005)1Α Α.Α.Δ 610: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι ούτε και στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα προβάλλονται ισχυρισμοί που να παραπέμπουν σε παραδεδεγμένο λογαριασμό. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι ο Μ.Ε.1 δεν ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού στάλθηκε στην Ενάγουσα. Αυτό το γεγονός από μόνο του αφαιρεί κάθε δυνατότητα χαρακτηρισμού του επίδικου λογαριασμού ως παραδεδεγμένου (ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΛΤΔ
(2009)1Α Α.Α.Δ 494). Ως εκ τούτου δεν παρέχεται ούτε δικονομικά, ούτε όμως και επί της ουσίας δυνατότητα επίκλησης παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated). Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς το γεγονός ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2Α η κατάσταση λογαριασμού στην οποία παρουσιάζεται ως χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας το ποσό των €2.064,83. Πέραν του ότι η εν λόγω κατάσταση, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν είναι πλήρης καθώς ξεκινά με μεταφερόμενο υπόλοιπο ποσού €2.713,98 σημειώνω και τα ακόλουθα τα οποία επισημάνθηκαν στην υπόθεση A.L. MANTOVANI & SONS LTD v. CHRISTIS TRAVEL & TOURISM LTD
(1999)1Α Α.Α.Δ. 156: «Η έφεση κρίνεται ανεδαφική. Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν». Σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι και η D & G PRODUCTS LTD v. PREMIXCO ASPHALTING COMPANY LIMITED
(1999)1Α Α.Α.Δ 263 στην οποία παρουσιάστηκε ως τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού με μεταφερόμενο υπόλοιπο (opening balance). Το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε το θέμα ως εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση βέβαια, η αναδρομή στο παρελθόν δεν εμφανίζει ως μόνο πρόβλημα τον από δικονομικής άποψης προσδιορισμό χρόνου. Συναρτάται και με την ουσία. Γιατί παραμένουν εντελώς άγνωστα όλα τα στοιχεία των όποιων συναλλαγών τα οποία, κατ' ισχυρισμό, απέληγαν σε οφειλόμενο υπόλοιπο. Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ικανή να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης επίσης απορρίπτεται, καθώς δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της προς τεκμηρίωση της ανταπαίτησης της. Η απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας και οι απλές υποβολές που έγιναν από τον συνήγορο της Εναγόμενης προς τον Μ.Ε.1 σε σχέση με το Τεκμήριο 4 και τη δέσμη Τεκμηρίου 5 δεν οδηγούν σε απόδειξη της ανταπαίτησης. Η Εναγόμενη όφειλε να παρουσιάσει αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί υπερπληρωμών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως των πιο πάνω τόσο η απαίτηση, όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει δε της συνεκδίκασης τους δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Χρεοπιστωτικός Λογαριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.