Vameana Estates Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 36/2019, 4/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A327 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 36/2019 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ως και τις σχετικές τροποποιήσεις τους Επί τοις αφορώσι τις ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ» φέρουσες ημερομηνία 25/01/19 Επί τοις αφορώσι τα άρθρα 23, 30, 32 και 35 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ Μεταξύ: 1. Vameana Estates Limited 2. . Soboh 3. G.D.F. Gulf Deep Foundation Limited Αιτητών - Εφεσειόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσιβλήτης Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κα Α. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κα Χ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
- i)να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται και ή κηρύσσεται ανυπόστατη και ή άκυρη η ειδοποίηση Θ και ή η ειδοποίηση Ι και ή η ειδοποίηση ΙΑ και ή η ειδοποίηση ΙΒ, λόγω μη δέουσας επίδοσης στους Αιτητές και ή λόγω παράβασης των διαδικασιών που προβλέπονται στον Νόμο. (
- ii)να ακυρώνεται η σκοπούμενη εκποίηση και ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ως προς την πώληση δια πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας που αφορά την Υ ./2007 και είναι προγραμματισμένη στις 13.6.19. (iii) να παραμερίζεται και ή αναστέλλεται και ή ακυρώνεται κάθε περαιτέρω διαδικασία πώλησης και ή πλειστηριασμού σε σχέση με τις ως άνω ειδοποιήσεις Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ αναφορικά με την Υ../2007. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι: 1. Η επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ δεν έγινε νομότυπα και ή έγινε κακόβουλα και ή κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης. Η Καθ΄ ης πέτυχε μονομερώς διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ δια θυροκόλλησης αυτών στη θύρα της τελευταίας γνωστής διεύθυνσης των Αιτητών και ή δια άφεσης πλησίον του κτιρίου, λέγοντας ψέματα και παραπλανώντας το Δικαστήριο κατά παράβαση της αρχής «Dealing with Clean Hands» και ή προς βλάβη των δικαιωμάτων των Αιτητών. 2. Η ειδοποίηση ΙΑ είναι άκυρη διότι είναι πρόωρη και ή αντινομική. Οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ επιδόθηκαν δια θυροκόλλησης και ή άφεσης πλησίον του κτιρίου όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών, ενώ δεν είχαν επιδοθεί δεόντως οι ειδοποιήσεις Θ και ή Ι. 3. Η ειδοποίηση ΙΑ δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και ή στο δικαίωμα των Αιτητών να τύχουν δικαστικής προστασίας. Στην ειδοποίηση δεν διευκρινίζεται ποιοι υπογράφουν και ποια είναι η ιδιότητα τους, προκαλώντας ασάφεια ως προς το ποιος είναι ο ενυπόθηκος δανειστής. 4. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ο Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/08, περιορίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο, η αναδρομική ισχύς του Νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και η διαδικασία πλειστηριασμού στηρίζεται σε αντισυνταγματική νομοθετική διάταξη. Με την τροποποίηση του Νόμου περιορίζεται το δικαίωμα των ενυπόθηκων οφειλετών να αμφισβητούν το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο καταστρατηγώντας τα συνταγματικά δικαιώματα τους και δη το δικαίωμα στην ασφάλεια του δικαίου και της πρόσβασης στο Δικαστήριο καθώς επίσης και το ιδιοκτησιακό δικαίωμα. 5. Η διαδικασία και οι ως άνω ειδοποιήσεις αποτελούν κατάχρηση, υπό την έννοια ότι γίνονται προς βλάβη των δικαιωμάτων των Αιτητών. Η Καθ΄ ης ενεργεί ταυτόχρονα ως δανειστής και καθορίζει το πραγματικό υπόλοιπο κατά παρέκκλιση της αρχής πως αυτά τα ζητήματα αποφασίζονται από το Δικαστήριο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της AS (εφεξής «η ΑS») η οποία είναι θυγατέρα του Αιτητή 2 και διετέλεσε παλαιότερα εσωτερική νομική σύμβουλος της Vameana Management Ltd, θυγατρικής της Αιτήτριας 1 και γενικά των εταιρειών του ομίλου Soboh Group. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα βασικά παραθέτει το όλο ιστορικό των γεγονότων και της διαδικασίας και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται κυρίως στα εξής: 1) Οι Αιτητές δεν δύνανται να προσβάλουν τις ειδοποιήσεις Θ, Ι και ΙΒ καθότι δεν είναι εφέσιμες. 2) Δεν συντρέχουν λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης ΙΑ. 3) Η επίδοση όλων των ειδοποιήσεων έγινε καθόλα ορθά και σύμφωνα με τον Νόμο. 4) Η Καθ΄ ης ακολούθησε ορθά και νομότυπα τη διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/65. 5) ΟΙ Αιτητές ερμηνεύουν λανθασμένα τον Ν.9/65. 6) Η απόφαση για πλειστηριασμό είναι εύλογη και η Καθ΄ ης ασκεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τον Νόμο και τη σύμβαση υποθήκης. 7) Η διαδικασία πώλησης δεν αποτελεί κατάχρηση καθότι συνιστά μέτρο εκτέλεσης προς ανάκτηση των οφειλόμενων από τους Αιτητές ποσών δυνάμει δικαστικών αποφάσεων. 8) Ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας δεν είναι απαραίτητος για τη διεκπεραίωση της Αίτησης. 9) Άνευ βλάβης του πιο πάνω λόγου, δεν προκύπτει αντισυνταγματικότητα του Νόμου και οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των συναφών ισχυρισμών τους. 10) Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε αντιφατικούς ισχυρισμούς. 11) Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αντιφατική και δεν παρουσιάζει οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΧ (εφεξής «ο ΚΧ»), υπάλληλου της Καθ΄ ης. Και ο ΚΧ με τη σειρά του αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και προβάλλει ισχυρισμούς εις απάντηση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και των όσων αναφέρει η AS. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες υιοθέτησαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Οι Αιτήτριες 1 και 3 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο και δραστηριοποιούνται στον τομέα των ακινήτων. Ο Αιτητής 2 είναι διευθυντής των δύο αυτών εταιρειών. (β) Προς εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων της Καθ΄ ης προς τους Αιτητές 1 και 2 και την εταιρεία Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd (τώρα υπό εκκαθάριση), η Αιτήτρια 3 παραχώρησε την Υ./07 αναφορικά με ένα ακίνητο της, για το ποσό των €790.000 πλέον τόκο και έξοδα - Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της AS. (γ) Λόγω μη τήρησης των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων τους, η Καθ΄ ης τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου και καταχώρισε τις Αγωγές υπ΄ αρ. 5281/10, 5282/10, 5433/10, 5504/10, 5596/10 και 5826/10 ΕΔ Λεμεσού, εναντίον των Αιτητών, της Soboh Holding Ltd και της Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ως Εναγομένων. (δ) Στις 14.12.10 εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις στις εν λόγω Αγωγές για διάφορα ποσά και διατάγματα για την εκποίηση, μεταξύ άλλων, της υπό κρίση υποθήκης. Αντίγραφα τεσσάρων αποφάσεων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της AS. (ε) Με επιστολή ημ. 7.10.16 του Αιτητή 2 εκ μέρους του ομίλου Soboh Group προς την Καθ΄ ης, υπεβλήθη μια πρόταση (ζητώντας μείωση του οφειλόμενου ποσού στα €14εκ.) προς πλήρη διευθέτηση των δανείων και με πλήρη επιφύλαξη των νομικών δικαιωμάτων τους - Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της AS. (στ) Με επιστολή ημ. 14.10.16 η Καθ΄ ης απάντησε πως η πρόταση δεν γινόταν αποδεκτή, πως διατηρούσε όλα τα δικαιώματα της δυνάμει των δικαστικών αποφάσεων και εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών και πως ήταν πρόθυμη να συζητήσει για εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης προς διευθέτηση των υποχρεώσεων του ομίλου προς αυτή. (ζ) Στις 5.4.18 και 17.4.18 αντίστοιχα το Τμήμα Φορολογίας και ο κ. XΙ παρέλαβαν μέσω συστημένου ταχυδρομείου τις ειδοποιήσεις Θ ημ. 27.3.18 και Ι καθώς επίσης και κατάσταση λογαριασμού. Στις 11.4.18 τα ίδια έγγραφα επιδόθηκαν στους Αιτητές και στην εταιρεία Soboh Holding Ltd. Αποδείξεις παραλαβής του Ταχυδρομείου και ένορκες δηλώσεις επίδοσης επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. (η) Η Καθ΄ ης εξέδωσε τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ οι οποίες στάληκαν μέσω συστημένου ταχυδρομείου στις 18.9.18. Αυτές παραλήφθηκαν από το Τμήμα Φορολογίας ως κάτοχο Memo και τον κ. Ι, εκκαθαριστή της Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd, στις 20.9.18 και 26.9.18, αντίστοιχα. Οι ειδοποιήσεις δεν παραλήφηκαν από τους Αιτητές και την Soboh Holding Ltd, οι οποίοι δεν μετέβησαν στο ταχυδρομείο για να τις παραλάβουν. Σχετική ηλεκτρονική ενημέρωση του συστήματος του Ταχυδρομείου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. (θ) Σύμφωνα με τον επιδότη, η προσπάθεια επίδοσης των ειδοποιήσεων δεν κατέστη δυνατή καθότι, όσον αφορά τις εταιρείες, η διεύθυνση αυτών είναι ένα εξαώροφο κτίριο όπου κάτω υπάρχουν άντρες ασφαλείας οι οποίοι δεν τον άφηναν να εισέλθει για σκοπούς επίδοσης, ενώ όσον αφορά τον Αιτητή 2, ο επιδότης επισκέφθηκε πολλές φορές τη διεύθυνση διαμονής του σε διαφορετικές ώρες, ακόμα και Σαββατοκυρίακα, υπάρχουν κάμερες έξω στο θυροτηλέφωνο, τα αυτοκίνητα είναι μέσα, βλέπει φώτα εντός της οικίας όμως δεν του ανοίγει και δεν του απαντά κανείς για να επιδώσει. Οι σχετικές ειδοποιήσεις του επιδότη επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. (ι) Στα πλαίσια της Αίτησης 3/19 ΕΔ Λεμεσού από την Καθ΄ ης, στις 8.1.19 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα για υποκατάστατη επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ αναφορικά και με την υπό κρίση υποθήκη · δια θυροκόλλησης στη θύρα του κτιρίου που αποτελεί την τελευταία γνωστή διεύθυνση των G.D.F. Gulf Deep Foundation Ltd, . Soboh, Vameana Estates Ltd και Soboh Holding Ltd ή δια άφεσης στον θυρωρό και ή υπεύθυνο του κτιρίου ή δια άφεσης πλησίον του κτιρίου, και · δια δημοσίευσης σε μια Αγγλόφωνη εφημερίδα καθημερινής ή εβδομαδιαίας κυκλοφορίας η οποία εκδίδεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το διάταγμα του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της AS. (κ) Στις 29.1.19 ο επιδότης επέδωσε τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ ημ. 25.1.19 στο Τμήμα Φορολογίας, στις 30.1.19 επέδωσε αυτές στον κ. Ι, ως εκκαθαριστή της Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd και στις 31.1.19 επέδωσε αυτές στους Αιτητές και στην Soboh Holding Ltd δια άφεσης στον θυρωρό του κτιρίου και δια δημοσίευσης. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης και αντίγραφα των δημοσιεύσεων αποτελούν το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. (λ) Μετά τη λήψη γνώσης των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ, οι Αιτητές αποτάθηκαν σε εκτιμητή. Η έκθεση εκτίμησης ημ. 11.2.19 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της AS, σύμφωνα με την οποία η τρέχουσα αγοραία αξία της ενυπόθηκης περιουσίας - κατοικίας υπολογίζεται στα €1.015.000. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε την 1.3.19, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτονταν από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητά πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με επαρκή ακρίβεια τόσο στην Αίτηση, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
- (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Α περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της μη αναδρομικότητας, αποστερώντας έτσι το δικαίωμα τους να αμφισβητήσουν, μέσω αγωγής, το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, το ποσοστό τόκου και επιμέρους όρους της υπό κρίση υποθήκης, εφόσον η εκκρεμοδικία αγωγής δεν αποτελεί πλέον λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής πως στην προκειμένη περίπτωση έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις στις Αγωγές της Καθ΄ ης εναντίον των Αιτητών, επομένως οι Αιτητές δεν δύνανται, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να αμφισβητούν αυτές, όσον αφορά είτε την εγκυρότητα όρων της υπό κρίση υποθήκης είτε το ύψος του επιτοκίου, εφόσον αυτά τα ζητήματα έχουν επιλυθεί και αποτελούν αντικείμενο ρητής αναφοράς στις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις εναντίον των οποίων είχαν μόνο τα προσφερόμενα από τον Νόμο ένδικα μέσα. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, η προβολή ισχυρισμού περί καλόπιστης αμφισβήτησης της οφειλής των Αιτητών προς την Καθ΄ ης περιορίζεται στην αμφισβήτηση, πάντοτε σε συσχετισμό με τις δικαστικές αποφάσεις, του ύψους του οφειλόμενου υπολοίπου το οποίο η Καθ΄ ης απαιτεί και όπως αυτό καθορίζεται τόσο στην ειδοποίηση Ι όσο και στην ειδοποίηση ΙΑ. Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις, κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, ήτοι κατά τον Απρίλιο του 2018, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.142(Ι)/14, αυτοί είχαν κάθε δικαίωμα να λάβουν μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε εξ αυτών ή και των δύο ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Ενώ οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να καταχωρίσουν έφεση εναντίον οποιασδήποτε ή και των δύο εκείνων ειδοποιήσεων στη βάση του ότι παραβλάπτονταν τα έννομα συμφέροντα τους, υπό την έννοια ότι το αναγραφόμενο στην ειδοποίηση Ι ως οφειλόμενο ποσό δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν το έπραξαν. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος τους, από τη στιγμή που αυτό υπήρχε αλλά οι ίδιοι επέλεξαν να μην το ασκήσουν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
- Υπό το φως των ανωτέρω, η θέση των Αιτητών πως με την κατάργηση της προϋπόθεσης της εκκρεμοδικίας της αγωγής, έχουν στερηθεί του δικαιώματος να προσφύγουν στη δικαιοσύνη δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας και δεν αφαιρείται οποιοδήποτε δικαίωμα των Αιτητών. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί λόγο στον οποίο βασίζεται η Αίτηση πως η ειδοποίηση ΙΑ είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης των Αιτητών στο Δικαστήριο. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η ειδοποίηση ΙΑ αλλά και η προβλεπόμενη στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18διαδικασία ουδόλως στερεί το δικαίωμα των Αιτητών να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, δικαίωμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν επέλεξαν να ασκήσουν. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως οι Αιτητές ισχυρίζονται πως μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων, έχουν καταβάλει διάφορα ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τα οποία συμποσούνται περίπου στα €3.880.
- Αμφισβητούν επίσης τον τρόπο επιβολής του τόκου μετά την έκδοση των αποφάσεων και τη λήξη της περιόδου αναστολής καθώς επίσης και τον τρόπο υπολογισμού του ποσού των €3.880.000, θέσεις οι οποίες παραμένουν παντελώς γενικές και αόριστες. Ο ισχυρισμός όμως για καταβολή ποσών μετά την έκδοση των αποφάσεων ουδόλως διαφοροποιεί το γεγονός της οφειλής των Αιτητών προς την Καθ΄ ης την οποία σαφώς και αναγνωρίζουν. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΚΧ, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, ο όμιλος Soboh Group οφείλει στην Καθ΄ ης το συνολικό ποσό των €29.531.055,13 πλέον τόκους από τις 30.6.18, από το οποίο έχει αφαιρεθεί ποσό εκ €6.324.639,46 (κατόπιν ανάκτησης από την Καθ΄ ης ενός άλλου ενυπόθηκου ακίνητου μετά από αποτυχημένες προσπάθειες πώλησης του δια πλειστηριασμού) καθώς επίσης και ποσό €160.000 το οποίο κατεβλήθη από τους Αιτητές τον Ιανουάριο του
- Επίσης, σύμφωνα με τον ΚΧ, οι Αιτητές κατέβαλαν έναντι της οφειλής τους συνολικά το ποσό των €3.750.000, το οποίο πράγματι κυμαίνεται στα ίδια πλαίσια ως ο αντίστοιχος ισχυρισμός των Αιτητών. Ως εκ τούτου, με βάση τους ισχυρισμούς του ΚΧ, υφίσταται μεγάλο οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο σαφώς δεν καλύπτεται από το ποσό της υπό κρίση υποθήκης. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, εκτός του ότι οι Αιτητές δεν καταχώρισαν αγωγή αναφορικά με την ειδοποίηση Ι, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλα δικαστικά μέτρα στη βάση της αμφισβήτησης του ύψους της οφειλής σε συνάρτηση με την σκοπούμενη πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας τους, δηλαδή δεν καταχώρισαν αγωγή στη βάση ενδεχομένως του ότι η διαδικασία εκποίησης είναι δυσανάλογη του οφειλόμενου ποσού, αποτελεί κατάχρηση κ.λπ. Επομένως, δεν δύνανται να επικαλούνται στέρηση του δικαιώματος προσφυγής τους στο Δικαστήριο αφ΄ ης στιγμής ουδέποτε επιδίωξαν να ασκήσουν τέτοιο δικαίωμα, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν θα έχαναν με την προώθηση της διαδικασίας πώλησης δια πλειστηριασμού, αλλά απλώς αυτή (η αγωγή) δεν αποτελεί πλέον λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως η ειδοποίηση ΙΑ προσκρούει στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18 περιορίζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εφόσον ο Ν.9/65δίδει δικαίωμα στην Τράπεζα να καθορίζει μονομερώς το οφειλόμενο ποσό και να προχωρεί σε πλειστηριασμό και συνακόλουθα στη μεταβίβαση και αποξένωση της περιουσίας τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο και ειδικότερα στο άρθρο 23.3. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C.
- Θεωρώ πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί ούτε και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή διάθεσης της περιουσίας της Αιτήτριας
- Και τούτο καθότι ο εν λόγω Νόμος δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος της Τράπεζας (πέραν της υφιστάμενης μεθόδου εκποίησης ενυπόθηκου με αίτηση στο Κτηματολόγιο). Μάλιστα, στα πλαίσια της νέας διαδικασίας πώλησης βάσει του Μέρους VIA του Ν.87(Ι)/18, η Τράπεζα δεν δύναται να προχωρεί μονομερώς και αυθαίρετα στην πώληση, αλλά αντίθετα ο Νόμος ρυθμίζει και καθορίζει το κάθε στάδιο της διαδικασίας, δίδοντας δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ενημερώνεται για κάθε στάδιο και να αιτηθεί τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ ρυθμίζοντας ταυτόχρονα τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, την τελική τιμή πώλησης αυτού και την όλη διαδικασία ακόμα μέχρι και τη διανομή του προϊόντος πώλησης. Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί ανωτέρω, το νέο άρθρο 44Γ λαμβάνει υπόψιν και διασφαλίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη στην απόλαυση της περιουσίας του, εφόσον ένας εκ των λόγων παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ είναι η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια αγωγής και δεν εμποδίζει ούτε την έγερση αλλά ούτε και την προώθηση αγωγής εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη, αλλά ακριβώς θέτει ως λόγο παραμερισμού την εξασφάλιση εκ μέρους του απαγορευτικού διατάγματος νοουμένου πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης - αιτητής καταδείξει πως έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Αυτή η πρόνοια ακριβώς διασφαλίζει πως από τη στιγμή που ο οφειλέτης ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής, τότε το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του παρέχει λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ και τη σκοπούμενη πώληση. Με την προσθήκη αυτού του λόγου, ο Νομοθέτης προνόησε περί της διατήρησης της περιουσίας θέτοντας όρους ως προς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, οι οποίοι κρίνονται καθόλα λογικοί και δεν θέτουν δυσανάλογο βάρος απόδειξης στον οφειλέτη εφόσον στα πλαίσια εξέτασης τους το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε οποιεσδήποτε τελικές διαπιστώσεις. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, ο ισχυρισμός πως η Καθ΄ ης καθορίζει μονομερώς το οφειλόμενο ποσό κρίνεται παντελώς αβάσιμος, καθότι τα ποσά έχουν επιδικαστεί στις δικαστικές αποφάσεις και οι Αιτητές δεν αποστερήθηκαν του δικαιώματος να εγείρουν το ζήτημα του ύψους του οφειλόμενου ποσού μέσω άλλης δικαστικής διαδικασίας. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αποστέρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ή έστω για περιορισμό αυτού σε βαθμό που να ισοδυναμεί με αποστέρηση. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ βάσιμη την εισήγηση πως η διαδικασία πώλησης αποστερεί δίχως άλλο το δικαίωμα ιδιοκτησίας της περιουσίας. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως και ο Ν.9/65, και ειδικότερα το Μέρος VI αυτού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης υποθήκης, παρείχε το δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει σε πώληση χωρίς καν δικαστική απόφαση μέσω του Κτηματολογίου. Επομένως, θεωρώ πως η προσθήκη της νέας διαδικασίας με το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, η οποία (διαδικασία) δεν διαφοροποιεί το δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρεί σε πώληση παρά μόνο τη διαδικασία, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη, ρυθμίζοντας τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου και διασφαλίζοντας την τιμή πώλησης, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποστερεί από την Αιτήτρια 3 το δικαίωμα ιδιοκτησίας της περιουσίας της. Δεν μου διαφεύγει πως το δικαίωμα πώλησης απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης την οποία η Αιτήτρια 3 παραδέχεται ότι συνήψε προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν και η οποία αποτελεί αντικείμενο εκ συμφώνου αποφάσεων. Ειδικότερα, ο όρος 4 παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα το δικαίωμα πώλησης παρέχεται βάσει δικαστικού διατάγματος εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους των ως άνω αποφάσεων. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η Αιτήτρια 3 άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει το εν ισχύι άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου και αναφέρεται ρητώς στην ειδοποίηση ΙΒ, και διόρισε και η ίδια εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών του Μέρους VIA στον Ν.87(Ι)/18 δεν αποτελεί στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη ως προς την περιουσία του, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων και τη συγκατάθεση του στην έκδοση σχετικού δικαστικού διατάγματος πώλησης. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επίδικη υποθήκη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της AS και Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. Μάλιστα ο ΚΧ επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 δείγμα της ειδοποίησης ΙΑ το οποίο χρησιμοποιεί η Καθ΄ ης και είναι ως αυτό βρίσκεται αναρτημένο ηλεκτρονικά στο Παράρτημα του Νόμου. Η αμφισβήτηση των ποσών που καταγράφονται στην ειδοποίηση ΙΑ είναι ζήτημα το οποίο δεν εμπίπτει εντός των λόγων του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τους οποίους δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης από 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και όχι την ειδοποίηση ΙΑ και υπενθυμίζεται πως οι Αιτητές δεν καταχώρισαν αγωγή αναφορικά με την ειδοποίηση Ι. Ένας εκ των λόγων στον οποίο στηρίζεται η Αίτηση είναι πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις δεν συνάδουν ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο τους καθότι δεν διευκρινίζεται ποιοι είναι οι υπογράφοντες αυτής, ποια η ιδιότητα τους και κατά πόσο είναι αρμόδιοι να υπογράφουν τέτοιες ειδοποιήσεις. Σύμφωνα με τον Τύπο «IA» του Δεύτερου Παραρτήματος, στο τέλος της ειδοποίησης θα πρέπει να υπάρχει η υπογραφή, το ονοματεπώνυμο του ενυπόθηκου δανειστή ολογράφως και η πλήρης διεύθυνση. Οι υπό κρίση ειδοποιήσεις συνάδουν πλήρως με τις πιο πάνω πρόνοιες. Σε αυτή φέρονται δύο υπογραφές κάτω από την καταγραφή του ονόματος του ενυπόθηκου δανειστή, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και της διεύθυνσης του. Από τη στιγμή που υπάρχουν υπογραφές ακριβώς κάτω από την καταγραφή του ονόματος του ενυπόθηκου δανειστή, της Τράπεζας, θεωρώ πως στη βάση του τεκμηρίου της νομιμότητας τα πρόσωπα που υπογράφουν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένα προς τούτο να υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό της Τράπεζας χωρίς να είναι αναγκαία η αναγραφή του πλήρους ονόματος τους και της ιδιότητας τους και ή η προσκόμιση τέτοιας εξουσιοδότησης ή η επισύναψη αυτής μαζί με την ειδοποίηση ΙΑ. Άλλωστε, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ΚΧ που συνοδεύει την ένσταση, η ειδοποίηση ΙΑ φέρει την υπογραφή του ενυπόθηκου δανειστή, επομένως, η Καθ΄ ης αναγνωρίζει την υπογραφή και αποστολή της εν λόγω ειδοποίησης για λογαριασμό της. Ως εκ τούτου, προκύπτει ξεκάθαρα πως η εν λόγω ειδοποίηση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό της, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). ΙΙΙ.Β Μη Δέουσα Επίδοση Το άρθρο 44Γ
(3)(β) προνοεί ως λόγο παραμερισμού το ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Στο πλαίσιο του κοινού υπόβαθρου των γεγονότων έχουν παρατεθεί οι συνθήκες παράδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ. Άλλωστε και η ίδια η AS αναγνωρίζει πως τα έγγραφα αφέθηκαν «πεταγμένα» στην υποδοχή του κτιρίου και συγκεκριμένα πάνω στον πάγκο του γραφείου της υπαλλήλου και υπεύθυνης υποδοχής η οποία εργαζόταν εκείνη τη μέρα και ώρα. Στο άρθρο 44ΙΕ δίδεται η ερμηνεία του όρου «επίδοση» ότι σημαίνει «. σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο» και νοείται ότι «. ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης». Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΚΧ, ο οποίος επιβεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα, πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ στάληκαν στους Αιτητές μέσω συστημένου ταχυδρομείου, πλην όμως αυτοί δεν παρουσιάστηκαν στο ταχυδρομείο για να τις παραλάβουν. Έτσι εκδόθηκαν τα διατάγματα για υποκατάστατη επίδοση ημ. 8.1.19 τα οποία παραμένουν σε ισχύ και η νομιμότητα των οποίων δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να υπεισέλθει στον έλεγχο της ορθότητας της διαδικασίας της Αίτησης 3/19 και να ασχοληθεί με τους ισχυρισμούς περί λανθασμένων και παραπλανητικών δηλώσεων στα πλαίσια εκείνης οι οποίοι οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων. Από τη στιγμή που εκδόθηκαν διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης και η επίδοση της υπό κρίση ειδοποίησης έγινε σύμφωνα με αυτά, τότε ικανοποιούμαι πως η επίδοση έγινε καθόλα ορθά, νόμιμα και κανονικά. Εδώ σημειώνω πως το διάταγμα προνοούσε ακριβώς για άφεση των ειδοποιήσεων, όπως και έγινε, και επομένως ο ισχυρισμός της AS πως η υπάλληλος δεν υπέγραψε οτιδήποτε (για την παραλαβή τους) δεν προνοείτο στο διάταγμα και σαφώς δεν ήταν απαραίτητο ως προς την εγκυρότητα των επιδόσεων. Άλλωστε, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Karim v. Κοδινάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36, το κριτήριο για έκδοση διαταγής για υποκατάστατη επίδοση είναι το κατά πόσο υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να περιέλθει το κλητήριο ένταλμα (ή το ανάλογο έγγραφο) στη γνώση του προσώπου προς το οποίο προορίζεται, κάτι το οποίο σαφώς έχει επιτευχθεί στην προκειμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως ανάμεσα στα έγγραφα που επιδόθηκαν δεν περιλαμβάνεται και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 8.1.19 δεν καθιστά την επίδοση παράτυπη, εφόσον το διάταγμα δεν προνοεί ρητώς κάτι τέτοιο και κατά τον χρόνο επίδοσης υπήρχε τέτοιο διάταγμα εν ισχύι με το οποίο οι Αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως. Επομένως, ικανοποιούμαι πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ έχουν δεόντως και κανονικά επιδοθεί στους Αιτητές ούτως ώστε να μην υφίσταται ο συγκεκριμένος λόγος παραμερισμού αυτών. ΙΙΙ.Γ Υπόλοιποι Λόγοι Παραμερισμού Περαιτέρω, δεν προβλήθηκε και δεν συντρέχει κανείς των υπόλοιπων προβαλλόμενων λόγων του άρθρου 44Γ
(3)που να δικαιολογεί τον παραμερισμό των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΑ. IV. Παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΒ Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εκ νέου πως ο Ν.87(Ι)/18δεν προβλέπει διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΒ. V. Κατάχρηση Διαδικασίας Τέλος, θεωρώ αβάσιμο τον ισχυρισμό των Αιτητών περί του ότι η διαδικασία είναι καταπιεστική λόγω των προσπαθειών προς διευθέτηση, καθότι αφενός αυτές γίνονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των δύο πλευρών και αφετέρου διαφαίνεται πως αυτές έγιναν κατά το 2016 ενώ οι ειδοποιήσεις ξεκίνησαν να αποστέλλονται δύο έτη αργότερα. Υπό το φως των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί κατοικία στην οποία, σύμφωνα με την AS, διαμένει η πρώην σύζυγος του αδελφού της με τα δύο ανήλικα παιδιά τους και δεν εμπίπτει εντός του ορισμού «κύρια κατοικία» του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου, πόσω μάλλον στην παρούσα περίπτωση που η Καθ΄ ης έχει προ πολλού εξασφαλίσει δικαστικές αποφάσεις και διάταγμα εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης. VΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο