Ocean Bridge Enterprises Limited κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 70/2019, 28/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 70/2019 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο, Κεφ. 224, ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: 1. Ocean Bridge Enterprises Limited 2. . Κώστα 3. . Κώστα 4. . Κώστα 5. . Κώστα 6. Chrysocosta Unique Designs Ltd Αιτητών - Εφεσειόντων v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κα Α. Παύλου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα Ρ. Καραμανή για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
- i)να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η ειδοποίηση ΙΑ (
- ii)να ακυρώνεται o σκοπούμενoς με την ειδοποίηση ΙΑ πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων ο οποίος είναι προγραμματισμένος στις 4.7.19, λόγω ακυρότητας και ή παραμερισμού της εν λόγω ειδοποίησης (iii) να ακυρώνεται η διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/65 λόγω ακυρότητας και ή παραμερισμού της εν λόγω ειδοποίησης. Η Αίτηση βασίζεται σε διάφορους λόγους οι οποίοι αφορούν την ειδοποίηση ΙΑ, την ειδοποίηση Ι, καθώς επίσης και τη συνταγματικότητα και αναδρομική ισχύ του Ν.9/65, ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 ο οποίος βασικά αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων και της διαδικασίας και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται κυρίως στα εξής: 1) Η Αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου. 2) Οι Αιτητές κωλύονται δια συμπεριφοράς να προωθούν την Αίτηση. 3) Ο Ν.9/65είναι καθόλα συνταγματικός. 4) Η αναδρομικότητα ισχύος του Ν.9/65 είναι καθόλα συνταγματική. 5) Οι Αιτητές δεν έχουν δικαίωμα να προσβάλλουν τις ειδοποιήσεις Θ, Ι και ΙΒ παρά μόνο την ειδοποίηση ΙΑ. 6) Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και ή καταχρηστικά και ή οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΑ (εφεξής «η ΧΑ»), λειτουργού στο αρμόδιο τμήμα της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων ενεργεί για λογαριασμό των Καθ΄ ων σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Και η ΧΑ με τη σειρά της αναφέρεται λεπτομερώς στο ιστορικό των γεγονότων και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες υιοθέτησαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Όπως αναφέρει η ΧΑ και προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση, η ΣΠΕ Καϊμακλίου είχε συγχωνευθεί με άλλα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα και αποτέλεσαν τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, η οποία με τη σειρά της από τις 3.9.18 μετατράπηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. (β) Στις 29.9.10 υπεγράφη συμφωνία επαγγελματικού δανείου μεταξύ της Αιτήτριας 6 και της ΣΠΕ Καϊμακλίου για το ποσό των €800.000, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. (γ) Ως εξασφάλιση για το ως άνω δάνειο, στις 29.9.10 οι Αιτητές 2-5 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. (δ) Ως περαιτέρω εξασφάλιση η Αιτήτρια 1, υπό την τότε ονομασία της A & A Enterprises Ltd (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ), ενέγραψε την Υ./10 επί δύο ακινήτων της, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 και Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. (ε) Λόγω μη συμμόρφωσης των Αιτητών με τις ως άνω συμβατικές τους υποχρεώσεις, στις 14.6.17 οι Καθ΄ ων απέστειλαν στους Αιτητές μέσω ταχυδρομείου επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου και ειδοποίηση Θ, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. (στ) Ακολούθως οι Καθ΄ ων επέδωσαν στους Αιτητές ειδοποιήσεις Θ και Ι ημ. 27.11.17, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, αυτές επιδόθηκαν στις 20.12.17 στην Αιτήτρια 4, τόσο για την ίδια προσωπικά όσο και για τους Αιτητές 1, 5 και 6 και στις 11.1.18 στον Αιτητή 3, για τον ίδιο προσωπικά και για τον Αιτητή 2. Επίσης οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στις 15.12.17 στο Τμήμα Φορολογίας το οποίο διατηρεί εμπράγματο βάρος επί των ενυπόθηκων ακινήτων. (ζ) Όπως αναφέρει ο Αιτητής 2, στις 19.1.18 οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση-Έφεση 17/18 ΕΔ Λεμεσού εναντίον των Καθ΄ ων με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της ειδοποίησης Ι. Στις 14.10.18 η εν λόγω Αίτηση-Έφεση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. (η) Στις 19.1.18 οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή 136/18 ΕΔ Λεμεσού εναντίον των Καθ΄ ων με την οποία αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς επίσης η συμφωνία εγγύησης και η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρες και παράνομες, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2. Στην εν λόγω Αγωγή οι Καθ΄ ων καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. (θ) Οι Καθ΄ ων επέδωσαν ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, η ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στις 29.1.19 στο Τμήμα Φορολογίας και στις 27.2.19 στην Αιτήτρια 5, για την ίδια προσωπικά και για τους υπόλοιπους Αιτητές, καθώς επίσης και στην Αιτήτρια 1 επιδόθηκε και η ειδοποίηση ΙΒ. (ι) Σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, από τη μέρα παραχώρησης του δανείου, οι Αιτητές κατέβαλαν περί τις δέκα δόσεις και από τον Οκτώβριο του 2011 δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται στις 20.5.19 στις €1.288.094,86 συμπεριλαμβανομένων τόκων. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 29.3.19, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτονταν από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητά πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούμαι πως οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με επαρκή ακρίβεια τόσο στην Αίτηση, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
- (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις, κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.142(Ι)/14, αυτοί είχαν κάθε δικαίωμα να λάβουν μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε εξ αυτών ή και των δύο ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές άσκησαν αυτό το δικαίωμα με την καταχώριση της Αίτησης-Έφεσης 17/18, πλην όμως οι ίδιοι επέλεξαν να μην την προωθήσουν περαιτέρω και την απέσυραν άνευ βλάβης δικαιωμάτων. Επομένως, σαφώς δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος τους, από τη στιγμή οι ίδιοι το άσκησαν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/18, αλλά επέλεξαν να μην το προωθήσουν. Επιπλέον οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή 136/18, η πορεία της οποίας δεν επηρεάζεται από την εκκρεμότητα και ή το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας, υπό την έννοια ότι σε εκείνη υπάρχει η δυνατότητα λήψης ενδιάμεσων διαβημάτων, και δη καταχώρισης αίτησης για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, και εν πάση περιπτώσει η παρούσα δεν καθιστά την Αγωγή άνευ αντικειμένου. Όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ΧΑ, τυχόν επιτυχία των Αιτητών στην Αγωγή τους θα αφορά σε αποζημιώσεις και δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας και ανικανότητας των Καθ΄ ων προς ικανοποίηση της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας και δεν έχει αφαιρέσει οποιοδήποτε δικαίωμα των Αιτητών. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως το Μέρος VIA του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την ελευθερία των συμβάσεων καθότι η σύμβαση υποθήκης συμφωνήθηκε, καταρτίστηκε και υπεγράφη σύμφωνα με τη νομοθεσία που καταγράφεται στη σύμβαση και ίσχυε κατά τον χρόνο της σύμβασης. Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Θεωρώ πως αυτή η βάση εισήγησης των Αιτητών δεν βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΖ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα της Αιτήτριας 1 να συνάπτει συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας της ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων άλλων προσώπων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας υποθήκης, Υ./10, την οποία ο Αιτητής 2, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, παραδέχεται ότι υπέγραψε η Αιτήτρια 1, περιλαμβάνεται ο όρος 4, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στους Καθ΄ ων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα «είτε μέσω του κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα των Καθ΄ ων να προβούν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Αιτήτριας 1 με ένα εκ των προαναφερόμενων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους Καθ΄ ων, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση των Καθ΄ ων (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση από τους Καθ΄ ων), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχοντας τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα των Καθ΄ ων να προβούν σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VIA του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένα τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Οι Αιτητές προβαίνουν σε μια αντιπαραβολή της διαδικασίας πώλησης μέσω του Κτηματολογίου και της νέας διαδικασίας πώλησης βάσει του Μέρους VIA του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, και εισηγούνται πως με τη νέα διαδικασία ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει τα ίδια δικαιώματα όπως με την παλαιά διαδικασία. Εδώ επισημαίνω πως η νέα διαδικασία δεν έχει καταργήσει την παλαιά απλώς αποτελεί προσθήκη ακόμα ενός τρόπου πώλησης η οποία (νέα διαδικασία) ρυθμίζει διεξοδικά το κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιβάλλει τη γνωστοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη του κάθε σταδίου, του παρέχει δικαίωμα παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ για τη σκοπούμενη πώληση, και διασφαλίζει τη διαδικασία εκτίμησης της αξίας του ακινήτου και την τιμή πώλησης. Ως εκ τούτου, αυτή η σύγκριση δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε διαπίστωση περί απώλειας του δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη που είχε δυνάμει των όρων της σύμβασης υποθήκης, εφόσον και με τη νέα διαδικασία διατηρεί τέτοιο δικαίωμα υπό τους εκεί τεθέντες όρους. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας 1 κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ειδικότερα, το άρθρο 44Γ
(3)δεν αφήνει αμφιβολία πως στα πλαίσια έφεσης, παρέχεται εξουσία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ μόνο και στη βάση των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται εκεί, το οποίο (άρθρο) κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ΙΙΙ.Α Μη Δέουσα Επίδοση Το άρθρο 44Γ
(3)(β) προνοεί ως λόγο παραμερισμού το ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Στηριζόμενοι στο ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν έχει δεόντως και κανονικά επιδοθεί οι Αιτητές εγείρουν διάφορα ζητήματα σε αυτή τη βάση, τα οποία κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστούν πρώτα εφόσον άπτονται και της ορθότητας της διαδικασίας πώλησης με την επίδοση της υπό κρίση ειδοποίησης ΙΑ. Στο πλαίσιο του κοινού υπόβαθρου των γεγονότων έχουν παρατεθεί οι συνθήκες παράδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ. Στο άρθρο 44ΙΕ δίδεται η ερμηνεία του όρου «επίδοση» ότι σημαίνει «. σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο» και νοείται ότι «. ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης». Ο τρόπος επίδοσης σε φυσικά πρόσωπα καθορίζεται από τη Δ.5 θ.2
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but, if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left: (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; (iii) with his master in the case of a servant living with his master.» Η επίδοση σε νομικά πρόσωπα ρυθμίζεται από τη Δ.5 θ.7 στην οποία αναφέρονται τα εξής: «7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or a number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly.» Θεωρώ αβάσιμο τον ισχυρισμό των Αιτητών πως η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 87 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Ν.65(Ι)/15, καθότι το συγκεκριμένο ζήτημα ρυθμίζεται ειδικά στο Μέρος VIA του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, ενώ το ίδιο το άρθρο 87 του Ν.65(Ι)/15 αφορά ρητώς τον τρόπο επίδοσης ειδοποίησης για τους σκοπούς εκείνου του Νόμου για τον οποίο ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί που να καταδεικνύει ότι τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, προκύπτει πως η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ, η οποία απευθυνόταν σε καθένα των Αιτητών ονομαστικά ξεχωριστά, έγινε σε όλους τους Αιτητές. Συγκεκριμένα, η επίδοση αυτής έγινε στην Αιτήτρια 5, για την ίδια προσωπικά και για τους υπόλοιπους Αιτητές, υπό την ιδιότητα της ως · διευθύντρια της Αιτήτριας 1 · αδελφή και υπεύθυνη του χώρου εργασίας του Αιτητή 2 · θυγατέρα και ενήλικη συγκάτοικος του Αιτητή 3 · θυγατέρα και ενήλικη συγκάτοικος της Αιτήτριας 4 · υπεύθυνη παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας 6, ιδιότητες οι οποίες ουδόλως αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από τους Αιτητές. Όσον αφορά την επίδοση της ειδοποίησης Ι, με βάση τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, προκύπτει πως η επίδοση έγινε στην Αιτήτρια 4, τόσο για την ίδια προσωπικά όσο και για τους Αιτητές 1, 5 και 6 υπό την ιδιότητα της ως § γραμματέας στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Αιτήτριας 1 § μητέρα και συγκάτοικος της Αιτήτριας 5 § διευθύντριας της Αιτήτριας 6 και στον Αιτητή 3, για τον ίδιο προσωπικά και για τον Αιτητή 2 υπό την ιδιότητα του ως πατέρα και συγκάτοικου. Και πάλι αυτές οι ιδιότητες και σχέσεις μεταξύ των Αιτητών δεν αντικρούστηκαν από τους ίδιους. Εκείνο όμως που διαφαίνεται μέσα από το περιεχόμενο της ειδοποίησης Ι, είναι πως αυτή απευθυνόταν μόνο στην Αιτήτρια 1 και επιδόθηκε στο Τμήμα Φορολογίας και σε όλους τους υπόλοιπους Αιτητές μαζί με σχετική επιστολή ημ. 27.11.17 η οποία απευθυνόταν στο Τμήμα Φορολογίας και στον καθένα των Αιτητών ονομαστικά ξεχωριστά, μαζί και με την ειδοποίηση Θ. Το άρθρο 44Γ
(1)προνοεί για την επίδοση της ειδοποίησης Ι, ως εξής: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2): «
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το άρθρο 44Γ προνοεί για τη διαδικασία πώλησης, η οποία ξεκινά με την επίδοση της ειδοποίησης Ι στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Σε περίπτωση μη εξόφλησης αυτού εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης και επιδίδει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση ΙΑ εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την σκοπούμενη πώληση, στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία καθορισμού της πώλησης δια πλειστηριασμού. Οι ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ σαφώς εντάσσονται στη διαδικασία πώλησης. Η έναρξη της διαδικασίας πώλησης σηματοδοτείται με την επίδοση της ειδοποίησης Ι, με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται να πληρώσει το χρέος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Παράλειψη συμμόρφωσης με τη λήξη της προθεσμίας δίδει το δικαίωμα επίδοσης της ειδοποίησης ΙΑ για την πρόθεση πώλησης σε καθορισμένη ημερομηνία. Εξ ου και η ειδοποίηση ΙΑ αποκαλείται ως «δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση», δηλαδή, στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης υπάρχουν δύο ειδοποιήσεις, η πρώτη είναι η Ι και ακολουθεί η δεύτερη, η ΙΑ, οι οποίες συνδέονται και συσχετίζονται μεταξύ τους. Με βάση το ερμηνευτικό άρθρο 44ΙΕ: ««ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙ «ενυπόθηκος οφειλέτης» σημαίνει τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη και σε περίπτωση που τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο αυτά πρόσωπα: Νοείται ότι, ο διορισμός εκτιμητή γίνεται από τον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου και το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος διατίθεται μόνο στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου.» Με βάση τη νομολογία, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Οι λέξεις σε νομοθέτημα ερμηνεύονται κατ΄ αρχήν με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια τους αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και τον σκοπό του Νόμου. Σύμφωνα με την υπόθεση Τροκκούδης v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 683, όπου η γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης, οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Τέλος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Με βάση την ερμηνεία που δίδεται στο πιο πάνω ερμηνευτικό άρθρο, προκύπτει πως ο όρος «ενυπόθηκος οφειλέτης» περιλαμβάνει το πρόσωπο που παραχωρεί την υποθήκη και τον πρωτοφειλέτη του χρέους ο οποίος σαφώς διαχωρίζεται και δεν εντάσσεται στον ορισμό των ενδιαφερόμενων προσώπων, λόγω προφανώς της ιδιότητας του ως πρωτοφειλέτη και ως υπέχοντος την κύρια ευθύνη για την τήρηση των υποχρεώσεων του έναντι του ενυπόθηκου δανειστή και για την αποπληρωμή του χρέους για το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκη. Δεν μου διαφεύγει πως στην ερμηνεία του όρου αναφέρεται πως η ειδοποίηση θα επιδίδεται στον καθένα των δύο ξεχωριστά και θα μπορούσε κάποιος να εισηγηθεί πως η απαίτηση για επίδοση δεν συνεπάγεται και όπως η ειδοποίηση απευθύνεται στον ίδιο τον πρωτοφειλέτη ονομαστικά και προσωπικά, καθότι το παρόν Μέρος του Ν.9/65 αφορά τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκης περιουσίας βάσει της σύμβασης υποθήκης την οποία συνήψε ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Μια προσεκτική ανάγνωση όμως του άρθρου 44Γ
(1)του Ν.9/65 δεν επιβεβαιώνει τέτοια θέση. Και τούτο καθότι το εν λόγω άρθρο προνοεί για την επίδοση της ειδοποίησης τόσο στον ενυπόθηκο οφειλέτη όσο και σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενώ ταυτόχρονα προνοεί για την απαίτηση εξόφλησης από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και την ενημέρωση του ενυπόθηκου οφειλέτη πως σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Εξ ου και χρησιμοποιείται το λεκτικό «.καλώντας τον όπως ξοφλήσει.» και «.με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι..». Σαφώς ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον οποίο αφορά και απευθύνεται η ειδοποίηση για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και η ενημέρωση πως παράλειψη πληρωμής παρέχει τη δυνατότητα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου περιλαμβάνει τόσο το πρόσωπο που παραχώρησε την υποθήκευση του ακινήτου όσο και τον πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές πως η ειδοποίηση Ι όσον αφορά την απαίτηση πληρωμής θα πρέπει να απευθύνεται στα δύο αυτά πρόσωπα ξεχωριστά, στα οποία παρέχεται η δυνατότητα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ούτως ώστε να μην προχωρήσει η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτή η ερμηνεία και προσέγγιση συνάδει και με το περιεχόμενο του Τύπου «Ι» το οποίο ακριβώς αντανακλά τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(1). Συγκεκριμένα, ο Τύπος «Ι» είναι ο εξής: «ΤΥΠΟΣ «Ι» [Άρθρο 44Γ
(1)] ΟΙ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 1965 ΜΕΧΡΙ 2014 ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΟΦΕΙΛΕΤΗ Προς ....................................... από .......................... Ειδοποιείστε ότι έγινε απαιτητό το ποσό των.......................(λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται εις την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού), πλέον τόκοι επί ............. προς ........επί τοις εκατόν από της ..........., το οποίο οφείλετε σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ....... και ημερομηνία .............. πλέον έξοδα μέχρι σήμερα περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης αυτής. Καλείστε προς τούτο, όπως εντός τριάντα
(30)ημερών καταβάλετε το πιο πάνω ποσό και τους οφειλόμενους τόκους, πλέον όλα τα ήδη διενεργηθέντα έξοδα για είσπραξη αυτών και ειδοποιήστε ότι αν δεν καταβάλετε το πιο πάνω ποσό πλήρως μαζί με τους περαιτέρω τόκους, οι οποίοι θα οφείλονται μέχρι την ημέρα πληρωμής, καθώς και τα έξοδα, θα προχωρήσω με την διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA του νόμου στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και στην μεταβίβαση τούτου στον αγοραστή. Η καταβολή του ποσού να γίνει ............................................................................ (Να δοθεί η ακριβής διεύθυνση για καταβολή των οφειλομένων ποσών) Εάν έχετε διαφορετική γνώμη, παρακαλώ όπως με πληροφορήσετε για τούτο γραπτώς σε διάστημα τριάντα
(30)ημερών, από την ημερομηνία της επιβεβαιωμένης αποστολής της παρούσας ειδοποίησης στη διεύθυνση............................ (Να αναφερθεί πλήρης διεύθυνση) (ΥΠΟΓΡΑΦΗ): ...................... (ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ): .................. (ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ) ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: .............................. Επομένως, παρόλο που ο Τύπος «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος στον τίτλο θα πρέπει να αναγράφει «Ειδοποίηση προς ενυπόθηκο οφειλέτη» ακολούθως εκεί που αναγράφεται σε ποιον απευθύνεται ήτοι «Προς ., από..» θα πρέπει σε κάθε ειδοποίηση να αναφέρεται το όνομα του καθενός των δύο αυτών προσώπων ξεχωριστά ούτως ώστε αυτός να γνωρίζει ότι η ειδοποίηση και δη η απαίτηση πληρωμής απευθύνεται προς τον ίδιο. Εξ ου και στη συνέχεια η ειδοποίηση αναφέρει ότι «ειδοποιείστε..» και ειδικότερα ότι «καλείστε προς τούτο όπως . καταβάλετε το πιο πάνω ποσό με τους οφειλόμενους τόκους..». Διαφορετική ερμηνεία και προσέγγιση δεν συνάδει ούτε με το λεκτικό του άρθρου ούτε και με την πρόθεση του Νομοθέτη, καθότι σε περίπτωση, όπως η προκειμένη, που η ειδοποίηση Ι επιδίδεται μεν στον πρωτοφειλέτη αλλά απευθύνεται προς το πρόσωπο που παραχώρησε την υποθήκη, δεν υπάρχει ειδοποίηση με απαίτηση πληρωμής προς τον πρωτοφειλέτη ο οποίος απλώς ενημερώνεται περί της ειδοποίησης για απαίτηση πληρωμής από το πρόσωπο που παραχώρησε την υποθήκη, χωρίς να γνωρίζει αφενός ότι η απαίτηση απευθύνεται και στον ίδιο και αφετέρου ότι δίδεται και στον ίδιο το δικαίωμα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Με άλλα λόγια στην υπό κρίση περίπτωση, η επίδοση της ειδοποίησης Ι στην πρωτοφειλέτιδα Αιτήτρια 1, έγινε ως να ήταν ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ενώ η ιδιότητα της τη διαχωρίζει σαφώς από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα όπως εξηγείται αναλυτικά ανωτέρω. Δεν μου διαφεύγει πως το άρθρο 44Γ
(2)μιλά για μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Ι από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό το λεκτικό δεν αναιρεί αλλά ούτε και αντιφάσκει με τις πρόνοιες του αμέσως προηγούμενου εδαφίου
(1)του ιδίου άρθρου. Και τούτο, καθότι ενώ η ειδοποίηση Ι πρέπει να απευθύνεται ξεχωριστά στο πρόσωπο που παραχωρεί την υποθήκη και στον πρωτοφειλέτη αν αυτό είναι διαφορετικό πρόσωπο, δηλαδή και στους δύο, για απαίτηση εξόφλησης και ενημέρωση πως παράλειψη εξόφλησης παρέχει τη δυνατότητα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, εντούτοις αυτό δεν εμποδίζει οποιοδήποτε άλλο από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να επιλέξει να ξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, αφού ενημερωθεί για την απαίτηση πληρωμής προς τα δύο ως άνω πρόσωπα, ούτως ώστε να διαφυλάξει και εμποδίσει την πώληση του ενυπόθηκου χρέους. Εξ ου και η διαζευκτική αναφορά στο ότι «σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης» (που περιλαμβάνει τα δύο ως άνω πρόσωπα) «ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί.». Είναι γεγονός πως ο Τύπος «ΙΑ» απευθύνεται «Προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα» και ακολουθεί και πάλι το ίδιο λεκτικό «Προς ., από.». Αυτό το λεκτικό σε συνδυασμό με το άρθρο 44Γ
(1)και
(2), καταδεικνύει πως η ειδοποίηση ΙΑ επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, στα οποία δίδεται η ίδια ερμηνεία, πλην όμως αυτή απευθύνεται σε όλα αυτά τα πρόσωπα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, χωρίς διαχωρισμό, εφόσον απλά αποτελεί ειδοποίηση για την πρόθεση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Μάλιστα, όπως φαίνεται από τα σχετικά Τεκμήρια, η κάθε ειδοποίηση ΙΑ απευθυνόταν σε καθένα των Αιτητών ονομαστικά και ξεχωριστά. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η ειδοποίηση Ι η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια 6 ως πρωτοφειλέτιδα θα έπρεπε να απευθυνόταν στην ίδια προσωπικά ούτως ώστε αυτή να γνώριζε πως η ειδοποίηση και συνακόλουθα η απαίτηση πληρωμής αφορούσε και απευθυνόταν στην ίδια (και όχι μόνο στην Αιτήτρια 1), με την οποία να της παρείχετο η δυνατότητα και επιλογή εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού και ταυτόχρονα να ενημερωνόταν πως παράλειψη εξόφλησης από μέρους της θα παρείχε το δικαίωμα στους Καθ΄ ων να προχωρήσουν με πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Αυτή η παράλειψη καθιστά την επίδοση της ειδοποίησης Ι προς την Αιτήτρια 6 μη ορθή, παράτυπη και αντικανονική και κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας πώλησης με την επίδοση της μεταγενέστερης ειδοποίησης ΙΑ σε αυτή. Με άλλα λόγια, θεωρώ πως οι Καθ΄ ων δεν ξεκίνησαν και δεν ακολούθησαν ορθά τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του άρθρου 44Γ γι΄ αυτόν τον λόγο και επομένως η συνέχιση της διαδικασίας με την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ καθίσταται παράτυπη και άκυρη. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων και θεμάτων που αφορούν την παρούσα Αίτηση. Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η ειδοποίηση ΙΑ για την σκοπούμενη πώληση στις 4.7.19 των ενυπόθηκων ακινήτων της Υ./10. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών - Εφεσειόντων και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο