← Κύπρος

Νικολάου κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 2028/2018, 20/6/2019

Νικολάου κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 2028/2018, 20/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2028/2018 Μεταξύ: 1. . Νικολάου 2. . Νικολάου Εναγόντων v. Hellenic Bank Public Company Ltd Εναγομένης Αίτηση Εναγόντων ημ. 28.5.19 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Χριστοδούλου για Αντώνης Βαφέας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Δαμιανού για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγομένη: (
  2. i)να προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης και ή εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας δυνάμει των υποθηκών Υ./09 και Υ./10, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (
  3. ii)να προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία προς εκποίηση της ως άνω ενυπόθηκης περιουσίας. (iii) να προβαίνει σε αλόγιστες, αδικαιολόγητες και παράνομες χρεώσεις επί του δανείου των Εναγόντων, με ποσά που προέρχονται από την εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, ο οποίος είναι διευθυντής της πρωτοφειλέτιδας υπό εκκαθάριση εταιρείας Χρύσης Νικολάου Λτδ, εγγυητής μαζί με την Ενάγουσα 2 και ενυπόθηκος δανειστής. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 1 αναφέρεται στις συνθήκες της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και στο ιστορικό μέχρι και την επίδοση ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ αναφορικά με την επικείμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στις 20.6.19. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Ενάγοντος 1 πως οι επίδικες συμφωνίες παρατραβήγματος και δανείου είναι άκυρες λόγω καταχρηστικής και ή παράτυπης και ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγομένης, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη και ή στη συναλλαγματική πρακτική και ή λόγω της εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας της θέσης και ή λόγω κακόπιστης και ή ανέντιμης συμπεριφοράς εκ μέρους της. Ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται επίσης πως υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης επιτοκίου κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και ευρωπαϊκών οδηγιών. Μετά την οικονομική κρίση του 2009 και τον δυσμενή αντίκτυπο στην εργασία των Εναγόντων, ο Ενάγων 1 αποδίδει στην Εναγομένη άρνηση να εφοδιάσει τους Ενάγοντες με καταστάσεις λογαριασμών για τον σκοπό υποβολής πρότασης διευθέτησης καθώς επίσης και γενικότερα αρνητική, καταπιεστική και εκβιαστική συμπεριφορά εκ μέρους της ως προς την οποιαδήποτε συνεργασία της με τους Ενάγοντες προς αυτόν τον σκοπό. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Οι Αιτητές δεν λαμβάνουν υπόψιν τις πρόνοιες του Ν.9/65 και του Ν.81(Ι)/11. 3) Η Καθ΄ ης έχει ακολουθήσει ορθά και νομότυπα τη διαδικασία όπως προνοείται στο Μέρος VIA του Ν.9/65. 4) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει το δικαίωμα της Καθ΄ ης να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα προς εξασφάλιση του λαβείν της και τα συνταγματικά της δικαιώματα βάσει των άρθρων 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος. 5) Η Καθ΄ ης είναι φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα το οποίο δύναται να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι λανθασμένα πωλήθηκαν τα ενυπόθηκα ακίνητα. 6) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και είναι καταπιεστική, ενοχλητική και άδικη προς την Καθ΄ ης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΥΚ (εφεξής «ο ΥΚ»), υπάλληλου της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Καθ΄ ης, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών. Και ο ΥΚ με τη σειρά του αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Βασικός ισχυρισμός του είναι πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής τους και πως αυτοί στην ουσία δεν αμφισβητούν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων και τη σύναψη των συμβάσεων υποθήκης, οι οποίες έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών, ούτε και αμφισβητούν τη λήψη των ποσών και την ύπαρξη χρέους, παρά μόνο περιορίζονται σε ισχυρισμό για παράνομες και ή αδικαιολόγητες χρεώσεις, κάτι το οποίο δεν είναι ικανό να οδηγήσει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι τo οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες αναφέρονται σε δύο συμφωνίες παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς την υπό εκκαθάριση εταιρεία Χρύσης Νικολάου Λτδ, και συγκεκριμένα συμφωνία παρατραβήγματος ημ. 22.10.01 για το ποσό των ΛΚ5.000, το οποίο αυξανόταν σταδιακά μέχρι και τις €350.000 στις 28.9.10, και συμφωνία παραχώρησης δανείου ημ. 29.9.10 ύψους €300.000, για τις οποίες δόθηκαν, μεταξύ άλλων, ως εξασφαλίσεις οι Υ./09 και Υ./10 ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντος 1 και προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόντων. Σε αυτή οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως στα πλαίσια συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης με την Εναγομένη, δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες προχώρησαν στη σύναψη των ως άνω συμφωνιών και στην παραχώρηση των εξασφαλίσεων και πως αυτές είναι το αποτέλεσμα της μη ελεύθερης βούλησης και ανεπηρέαστης κρίσης των Εναγόντων αλλά της επιβολής χωρίς διαπραγμάτευση προδιατυπωμένων όρων συμφωνιών εκ μέρους της Εναγομένης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Εναγομένη, κατά παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα της θέση και με παραπλανητικές συμβουλές και ψευδείς διαβεβαιώσεις προς τους Ενάγοντες ως προς τη δυνατότητα αποπληρωμής, τους οδήγησε στη σύναψη αυτών των συμφωνιών με επαχθείς γι΄ αυτούς όρους καθώς επίσης και με παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις. Στην έκθεση απαίτησης παρέχονται λεπτομέρειες παράβασης των συμφωνιών κατά τον χρόνο κατάρτισης πριν και ή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη τους και λεπτομέρειες καταχρηστικότητας και ή παράνομης συμπεριφοράς και ή επαχθών όρων κατά τη διάρκεια των συμβατικών σχέσεων των συμβαλλομένων. Επίσης οι Ενάγοντες επικαλούνται ματαίωση (frustration) των επίδικων συμφωνιών λόγω της οικονομικής κρίσης από το 2009 μέχρι και το 2013, άρνηση της Εναγομένης να συνεργαστεί μαζί τους για τον σκοπό εξεύρεσης λύσης, η οποία αποτελεί αμετάκλητη προκαταβολική διάρρηξη (anticipatory breach) των συμφωνιών εκ μέρους της, και εκδικητική συμπεριφορά εκ μέρους της με την τοποθέτηση των Εναγόντων στο σύστημα Άρτεμις ούτως ώστε να αδυνατούν να αποταθούν σε άλλους τραπεζικούς οργανισμούς για αναχρηματοδότηση. Έτσι οι Ενάγοντες βασικά αξιώνουν: · Απόφαση ότι τα οφειλόμενα δυνάμει των συμφωνιών παρατραβήγματος και δανείου ποσά, τα οποία εξασφαλίζονται με τις Υ./09 και Υ./10, είναι προϊόν μονομερούς αύξησης του περιθωρίου κέρδους και ή επιβολής παράνομων υπερχρεώσεων και ή αντισυμβατικής αύξησης του επιτοκίου στη βάση άκυρης και ποινικής ρήτρας. · Ακύρωση των συμφωνιών εγγύησης λόγω απάτης και ή απειλής και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικών πιέσεων και ή θέσης ισχύος και ή δεσπόζουσας θέσης της Εναγομένης και ή συνεπεία αμέλειας και ή δόλου και ή ψευδών διαβεβαιώσεων. · Απόφαση ότι η Εναγομένη δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Ν.9/65 με την αποστολή της ειδοποίησης Ι. · Ακύρωση των συμφωνιών εγγύησης και υποθήκης λόγω αμέλειας και ή δόλου και ή παράβασης υποχρέωσης και ή παράβασης των συναλλακτικών ηθών και ή εξουδετέρωσης της ελεύθερης βούλησης των Εναγόντων και ή παράλειψης επεξήγησης των κινδύνων και ή εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης και ή εξαπάτησης και ή καταχρηστικής συμπεριφοράς και ή κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και ή ευρωπαϊκών οδηγιών. · Τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις λόγω ψευδών και παραπλανητικών παραστάσεων και παράβασης καθήκοντος επιμέλειας. · Διαζευκτικά διάταγμα για αφαίρεση οποιωνδήποτε παρανόμων και ή αντισυμβατικών χρεώσεων. · Απόφαση για τμηματική αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού ήθελε αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι οφείλεται από τους Ενάγοντες. Με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου των Εναγόντων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτό αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών παρατραβήγματος και δανείου και συνακόλουθα όλων των εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των υποθηκών, λόγω των συνθηκών σύναψης αυτών, ισχυριζόμενης απειλής, παραπλάνησης, εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, καθώς επίσης και για απόφαση ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά είναι αποτέλεσμα ύπαρξης παράνομων και αντισυμβατικών όρων και παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχει και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, είναι κοινώς παραδεκτή η παραχώρηση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων για τις οποίες δόθηκαν ως εξασφαλίσεις οι Υ./09 και Υ./10 από τον Ενάγοντα
  2. Οι υποθήκες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. Είναι επίσης παραδεκτό πως σε κάποιο στάδιο η πρωτοφειλέτιδα παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται οφειλόμενα υπόλοιπα και πως η Εναγομένη ενεργοποίησε τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65, αποστέλλοντας στις 4.5.16 και στις 9.8.18 ειδοποιήσεις Θ και Ι, στις 5.2.19 ειδοποιήσεις ΙΒ και στις 14.5.19 ειδοποιήσεις ΙΑ για σκοπούμενη πώληση δια πλειστηριασμού στις 20.6.19, Τεκμήρια 3-10 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ. Σύμφωνα με τον φάκελο, στις 20.9.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και στις 5.3.19 έκθεση απαίτησης. Στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης αυτό το οποίο πράττει ο Ενάγων 1 είναι να επαναλαμβάνει συνοπτικά τους βασικούς ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης αναφορικά με τη φύση της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών και την αποδιδόμενη στην Εναγομένη συμπεριφορά. Είναι αξιοσημείωτο πως στην ένορκη δήλωση ο Ενάγων 1 περιορίζεται σε απλή αναφορά των εν λόγω ισχυρισμών παραπέμποντας στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης για να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας και λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, θεωρώ πως αυτοί οι ισχυρισμοί τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τα επίδικα γεγονότα, και συγκεκριμένα πότε ακριβώς αυτά έλαβαν χώρα, ποιοι εκ μέρους της Εναγομένης προέβησαν στην αποδιδόμενη σε αυτούς εκβιαστική, ανέντιμη και καταχρηστική συμπεριφορά, τι ακριβώς ελέχθη εκ μέρους της ούτως ώστε τόσο η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία όσο και οι Ενάγοντες να προβούν στη σύναψη των υπό κρίση συμφωνιών και γιατί τελικώς αυτοί δεν είχαν την όποια δυνατότητα παρά να προβούν στην υπογραφή όλων των αναφερόμενων εγγράφων. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες των επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη μεταξύ τους, ποιοι και τι τους έλεγαν, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Ενάγοντες και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών. Βασικά ελλείπει μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί σήμερα ότι στοιχειοθετεί την απαιτούμενη πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακρόαση της ουσίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η Εναγομένη αντικρούει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ισχυριζόμενη πως αυτοί ηθελημένα παραχώρησαν τις εγγυήσεις, προσωπικές και υποθήκες, και πως η έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού απορρέει από τη δική τους συμπεριφορά στη μη τίμηση των υποχρεώσεων τους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο Ενάγων 1 αναφέρεται και σε ακόμα μια Αγωγή, την υπ΄ αρ. 746/18 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση, η οποία ηγέρθη από τους Ενάγοντες εναντίον της Εναγομένης και αφορά τις ίδιες συμφωνίες και παρόμοιες θεραπείες. Παρόλο που ο ΥΚ δηλώνει πως η εν λόγω Αγωγή δεν έχει επιδοθεί στην Εναγομένη η οποία λαμβάνει γνώση αυτής στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εντούτοις θεωρώ άστοχη και αβάσιμη τη θέση του Ενάγοντος 1 πως οι Ενάγοντες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας και στην εν λόγω Αγωγή, καθότι εκείνη η Αγωγή ουδόλως σχετίζεται με την παρούσα Αγωγή και την υπό κρίση διαδικασία η οποία αφορά και περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να επιδιώκεται η χορήγηση προσωρινής θεραπείας στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής με αναφορά και στην ύπαρξη καλής επιτυχίας άλλης ξεχωριστής Αγωγής, η οποία είναι ανεξάρτητη διαδικασία και στα πλαίσια της οποίας οι εκεί Ενάγοντες έχουν κάθε δικαίωμα να αιτηθούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η ίδια γενικότητα και αοριστία χαρακτηρίζει επίσης τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος 1 αναφορικά με την ύπαρξη και εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών και παράνομων τακτικών της Εναγομένης. Ο Ενάγων 1 παραπέμπει στα αναγραφόμενα ως οφειλόμενα ποσά στις διάφορες ειδοποιήσεις, τα οποία κατ΄ ισχυρισμό παρουσιάζουν τέτοιες αυξήσεις οι οποίες δεν δικαιολογούνται σε συνάρτηση με τους όρους των συμφωνιών. Πέραν του ότι τέτοιος ισχυρισμός παραμένει γενικός και ατεκμηρίωτος, μια ανάγνωση των ειδοποιήσεων δεν φαίνεται να υποστηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό του Ενάγοντος
  1. Και τούτο, καθότι τα ποσά δεν παρουσιάζουν τέτοιες αυξήσεις οι οποίες εκ πρώτης όψεως να φαίνονται παντελώς εξωπραγματικές και αβάσιμες, λαμβανομένων υπόψιν των ημερομηνιών υπολογισμού του τόκου. Για παράδειγμα, αναφορικά με την Υ./10, στην πρώτη ειδοποίηση Ι η οποία επιδόθηκε το 2016 , Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 και Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, αναγράφεται ως απαιτητό το ποσό των €144.117,23 πλέον τόκοι επί €138.950,08 προς 8,75% από τις 2.6.12, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, ενώ στη δεύτερη ειδοποίηση Ι, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, η οποία επιδόθηκε το 2018 αναγράφεται ως απαιτητό το ποσό των €216.458,41 πλέον τόκοι επί ποσού €214.094,57 προς 13% από την 1.8.18, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως. Αναφορικά με την Υ./09, στην πρώτη ειδοποίηση Ι η οποία επιδόθηκε το 2016, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, αναγράφεται ως απαιτητό το ποσό των €540.439,61 πλέον τόκοι επί €521.062,80 προς 8,75% από τις 2.6.12, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, ενώ στη δεύτερη ειδοποίηση Ι, Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 και Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΥΚ, η οποία επιδόθηκε το 2018 αναγράφεται ως απαιτητό το ποσό των €903.188,29 πλέον τόκοι επί ποσού €894.076,06 προς 12% από την 1.8.18, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως. Φαίνεται ότι τα ποσά των δύο ειδοποιήσεων συνάδουν λόγω του υπολογισμού του αναγραφόμενου σε αυτές τόκου, εφόσον στις επίδικες συμφωνίες ημ. 22.10.01 και 29.9.10, Τεκμήρια 3 και 4 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος 1, αναφέρεται ο τόκος, ήτοι 8,75% και 8,25% αντίστοιχα, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία σύναψης αυτών με τη δυνατότητα μεταβολής του, ενώ στις συμβάσεις υποθήκης αναγράφεται, στη μεν Υ./10 σύνθετος τόκος στο ποσό της υποθήκης προς 13% (σταθερός), στη δε Υ./09 σύνθετος τόκος στο ποσό της υποθήκης προς 12% (σταθερός), και τα ποσά στις ειδοποιήσεις φαίνεται να υπολογίζονται βάσει του προβλεπόμενου στις υποθήκες συμβατικού τόκου. Ο μοναδικός ισχυρισμός ο οποίος θεωρώ ότι τίθεται με κάποια επάρκεια και σαφήνεια αφορά την αύξηση του επιτοκίου και υπερχρέωσεων, προς υποστήριξη του οποίου ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται πως ο τόκος υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει το 2% του συμβατικού τόκου και επιπλέον παρουσιάζει αναλυτική κατάσταση από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, την εταιρεία SP & SP Consulting and Management Ltd, Τεκμήριο
  2. Σε αυτή την κατάσταση φέρεται να καταγράφονται υπερχρεώσεις, τόκου και άλλες, μόνο αναφορικά με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό παρατραβήγματος και για την περίοδο 1.1.05-31.5.12 συνολικού ύψους €90.338,
  3. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται από τον ΥΚ, σύμφωνα με τον οποίο, με βάση τις καταστάσεις των ενυπόθηκων χρεών, αυτά παρουσιάζουν υπόλοιπα, στις 31.7.18 εκ €903.188,29 πλέον τόκους αναφορικά με την Υ./09 και στις 29.6.18 εκ €216.458,41 πλέον τόκους αναφορικά με την Υ./
  4. Επίσης, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ΥΚ, η ενδεχόμενη ύπαρξη υπερχρεώσεων ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών παρά μόνο το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του Εναγόντος 1 πως η κατάσταση, Τεκμήριο 14, ετοιμάστηκε βάσει των «ελάχιστων δεδομένων» τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή των Εναγόντων λόγω άρνησης της Εναγομένης να τους εφοδιάσει με στοιχεία ως προς την πραγματική οφειλή. Αυτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα όσα ο ίδιος παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων 1 παρουσιάζει επιστολή ημ. 3.4.19 της APS προς τον δικηγόρο κ. Βαφέα, μέρος του Τεκμηρίου 8, στην οποία αναφέρεται πως για να καταστεί δυνατή η εξέταση αιτήματος να δοθούν έγγραφα και πληροφορίες αναφορικά με λογαριασμούς, θα πρέπει πρώτα να λάβουν πληρεξούσιο από τον εκκαθαριστή της εταιρείας. Αυτό φαίνεται να έχει γίνει, με την επιστολή ημ. 15.4.19 του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, Τεκμήριο 7, προς τον Ενάγοντα 1 στην οποία δηλώνεται ότι ο Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας δεν έχει ένσταση όπως ο Ενάγων 1 αποταθεί σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα για να εξασφαλίσει στοιχεία για τους λογαριασμούς της εταιρείας για τους οποίους είναι εγγυητής. Με βάση ηλεκτρονικά μηνύματα ημ. 2.5.19, μεταξύ του Ενάγοντος 1 και της APS, μέρος του Τεκμηρίου 8, διαφαίνεται πως κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των μερών, η APS εξέφρασε (άνευ βλάβης) τη θέση πως λόγω του ότι εκκρεμεί η Αγωγή, οποιοδήποτε αίτημα για παροχή εγγράφων θα πρέπει να γίνει στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την οποιαδήποτε μεταγενέστερη προσπάθεια των Εναγόντων να λάβουν τέτοια έγγραφα ή πληροφορίες στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, παρά μόνο ακολουθεί η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα καταγράφονται στις ειδοποιήσεις, ενώ μέσα από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, διαφαίνεται πως το αίτημα για παροχή πληροφοριών αφορούσε τις προσπάθειες των Εναγόντων για διαπραγμάτευση με την Εναγομένη προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, κάτι για το οποίο η Εναγομένη δεν φαίνεται να διατήρησε αρνητική στάση, όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων 1, αλλά εξέφρασε την προθυμία της να εξετάσει οποιαδήποτε πρόταση εκ μέρους του Ενάγοντος 1, επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματα της, όπως καταγράφεται στην επιστολή της APS ημ. 3.4.19, μέρος του Τεκμηρίου
  5. Και ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 για την εξεύρεση επενδυτή για αγορά των ενυπόθηκων κτημάτων θα πρέπει να ιδωθεί στα πλαίσια των όποιων διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, οι οποίες φέρεται να γίνονταν με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων από πλευράς Εναγομένης και APS. Επιπλέον, και πάλι αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος. Ειδικότερα ενώ ο Ενάγων 1 επικαλείται εξεύρεση επενδυτή, συνάντηση με εργοδοτούμενους της Εναγομένης όπου συμφωνήθηκε το ποσό των €850.000, παρουσίαση αυτού (του επενδυτή) στην Εναγομένη και ακύρωση της πράξης «άκρως περιέργως», δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες ως προς την ταυτότητα αυτού του επενδυτή, με ποια πρόσωπα της Εναγομένης έγινε η συνάντηση και η ισχυριζόμενη συμφωνία και πώς τελικώς διαπιστώθηκε πώς ακυρώθηκε η πράξη. Είναι δε αξιοσημείωτο πως, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα 1, οι προσπάθειες εξεύρεσης άλλου επενδυτή συνεχίζονται χωρίς αποτέλεσμα, εξ ου και προφανώς η Εναγομένη προχωρεί με τη διαδικασία εκποίησης. Το γεγονός υποβολής νέας πρότασης ημ. 23.5.19 προς την Εναγομένη, με προσφορά του ενός ενυπόθηκου ακινήτου και την αναμενόμενη αποζημίωση από απαλλοτρίωση, με παράκληση όπως το ζήτημα εξεταστεί και από ανθρωπιστικής σκοπιάς λόγω του ότι ο Ενάγων 1 θα συνταξιοδοτηθεί, θα έχει πενιχρά εισοδήματα και επιθυμεί να διασώσει την κατοικία του, Τεκμήριο 19 στην ένορκη δήλωση του Εναγόντος 1, θεωρώ πως εντάσσεται στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων των δύο πλευρών. Σαφώς όμως οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής τους, εφόσον προβάλλουν αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες και την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών ενώ το θέμα της ενδεχόμενης ύπαρξης υπερχρεώσεων αφορά μόνο το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους και γενικότερα με την υπόθεση τους. Δεν μου διαφεύγει επίσης πως η ενυπόθηκη περιουσία δυνάμει της Υ./10 είναι η πρώτη και η μοναδική κατοικία των Εναγόντων και πως ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται αδυναμία εξεύρεσης άλλης κατοικίας. Ο Ενάγων 1 επικαλείται εκτίμηση της εταιρείας Glafkos Agathangelou and Associates Chartered Valuation Surveyors, σύμφωνα με την οποία η αξία αυτής ανέρχεται στις €1.565.000.000 ενώ στην ειδοποίηση ΙΑ η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης είναι €666.000, Τεκμήριο
  6. Επί τούτου, είναι γεγονός πως το άρθρο 44ΙΑΑ του Ν.9/65 παρέχει προνομιακό καθεστώς στον ενυπόθηκο οφειλέτη σε περίπτωση πώλησης με πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης όμως πως ο ορισμός της κύριας κατοικίας δυνάμει του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65 περιλαμβάνει κατοικία στην οποία διαμένει ο ιδιοκτήτης αυτής, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις €350.000, οπότε η υπό κρίση κατοικία δεν εμπίπτει εντός της συγκεκριμένης πρόνοιας του Νόμου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω προνοιών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως η ενυπόθηκη περιουσία αφορά σε κατοικία των Εναγόντων, περιουσία η οποία ταυτόχρονα αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας υποθήκης, δυνάμει της οποίας η Εναγομένη έχει δικαίωμα δια νόμου να προωθήσει τη διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού. Επί τούτου, θεωρώ αβάσιμο τον ισχυρισμό του Ενάγοντος 1 πως «οι Τράπεζες δεν νομιμοποιούνται να προχωρούν σε εκποιήσεις περιουσιών για θέματα δανείων, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε μετά τα τραγικά γεγονότα του 2013 λάβει δάνειο από τον Τρόικα με τα οποία παρείχε βοήθεια στις Τράπεζες έχοντας σκοπό να αναδιαρθρωθούν λόγω των ατασθαλιών και παράτυπων και παράνομων επιχειρηματικών χειρισμών των δραστηριοτήτων τους με αποτέλεσμα να έχουν ανάγκη τα κεφάλαια», ως γενικό και αόριστο. Επιπλέον, το Μέρος VIA του Ν.9/65 περιέχει συγκεκριμένες πρόνοιες και παρέχει ασφαλιστικές δικλίδες ως προς την τιμή πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας σε περίπτωση που οι εκτιμήσεις της αξίας αυτής εκ μέρους των δύο πλευρών διαφέρουν ως προς τα ποσά - βλ. άρθρα 44Δ και 44Ε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, κρίνεται επίσης σκόπιμο να λεχθεί πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες, υπό την έννοια πως σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Τράπεζα θα καταβάλει το υπόλοιπο στον Ενάγοντα 1, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και ή οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Τράπεζα δύναται να τους αποζημιώσει. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Ενάγοντες πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα προέβαλε ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, πως είναι φερέγγυα και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης. Ως εκ τούτου η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Ενάγοντες στερούνται του συνταγματικού τους δικαιώματος να ακουστούν στην Αγωγή η οποία καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα σε όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον οποιοδήποτε ζήτημα υπολογισμού του τόκου και χρεώσεων και συνακόλουθα καθορισμού του ύψους του οφειλόμενου ποσού, εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει κατά την ακρόαση της ουσίας. Τέλος, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ ταυτόχρονα εκκρεμεί η Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. Πριν την τελική κατάληξη, υιοθετώ την εισήγηση της δικηγόρου της Εναγομένης πως το τελευταίο αιτητικό της Αίτησης που αφορά στην απαγόρευση αδικαιολόγητων και παράνομων χρεώσεων δεν συνιστά ενδιάμεση θεραπεία αλλά μέρος της τελικής θεραπείας που ζητείται με την παρούσα Αγωγή και ως εκ τούτου αυτό δεν θα μπορούσε να εγκριθεί. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει καθότι οι Ενάγοντες δεν καταφέραν να καταδείξουν ότι συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.