← Κύπρος

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 13/6/2019

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 13/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2180/2010 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v. 1. . Παναγιώτου 2. . Τσιάτταλου 3. . Ιωάννου 4. Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 20.12.10 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v. 1. . Παναγιώτου 2. . Τσιάτταλου 3. . Ιωάννου 4. Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλλειον Λτδ το οποίο τελεί εργασίες υπό την εμπορική επωνυμία Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 2 ημ. 20.8.18 για αναστολή εκτέλεσης διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκκρεμούσης έφεσης Ημερομηνία: 13 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Χ. Τιμοθέου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 7.8.18, με την οποία διατάχθηκε όπως καταβάλλει μηνιαίες δόσεις ύψους €2.000 από την 1.9.18 μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους, μέχρι εκδίκασης της έφεσης εναντίον της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης. Με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, το περιεχόμενο του φακέλου και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ του Αιτητή και της Καθ΄ ης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
  2. i)Στις 27.7.16 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), κατόπιν ακρόασης της Αγωγής, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.300.000 με τόκο και έξοδα. (
  3. ii)Οι Εναγόμενοι 1-3 άσκησαν έφεση εναντίον της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης. (iii) Ταυτόχρονα καταχώρισαν αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ζητούσαν αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης. (
  4. iv)Στα πλαίσια της αίτησης, στις 4.8.17 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης υπό τον όρο ότι έκαστος των Εναγομένων 1-3 θα παρείχε τραπεζική εγγύηση ύψους €700.000 εντός 60 ημερών από την έκδοση της απόφασης. (
  5. v)Οι Εναγόμενοι 2 και 3 άσκησαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης μόνο όσον αφορά το ύψος της εγγύησης. Το Εφετείο, με την απόφαση του ημ. 29.1.18, μείωσε το ποσό της τραπεζικής εγγύησης για έκαστο των Εναγομένων 2 και 3 σε €350.000 με οδηγίες όπως αυτή κατατεθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση της απόφασης. (
  6. vi)Ουδείς των Εναγομένων 1-3 συμμορφώθηκε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ήτοι ο μεν Εναγόμενος 1 για το ποσό των €700.000, οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 για το ποσό των €350.000 έκαστος. (vii) Στα πλαίσια αίτησης έρευνας, με ενδιάμεση απόφαση ημ. 7.8.18 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε εναντίον των Εναγομένων 1-3 ξεχωριστά διατάγματα μηνιαίων δόσεων ύψους €2.000 από την 1.9.18 μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους. Σημειώνεται πως με την απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα για καταβολή του ποσού των μηνιαίων δόσεων σε λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow account) μέχρι εκδίκασης της έφεσης. (viii) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν έφεση εναντίον των εν λόγω διαταγμάτων, των οποίων ζητείται η αναστολή εκτέλεσης με την υπό κρίση Αίτηση. Ο Εναγόμενος 3 άσκησε αντέφεση εναντίον της ίδιας απόφασης όσον αφορά το σκέλος της μη καταβολής των μηνιαίων δόσεων σε λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow account). (
  7. ix)Σημειώνεται πως στις 21.12.18, στα πλαίσια άλλων αιτήσεων, με απόφαση του το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ποσών τα οποία βρίσκονταν κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1-3. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση των λόγων ένστασης πως η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και παραβιάζει το δεδικασμένο καθότι το υπό κρίση ζήτημα έχει αποφασιστεί με την προγενέστερη απόφαση περί αναστολής εκτέλεσης, με τους όρους της οποίας ο Εναγόμενος 2 δεν συμμορφώθηκε και επομένως η Αίτηση αποτελεί έμμεσο τρόπο εξασφάλισης εκ νέου αναστολής. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni

(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Όπως φαίνεται από το ιστορικό της διαδικασίας, υπάρχει ταύτιση των διαδίκων ανάμεσα στην υπό κρίση Αίτηση και στην προγενέστερη αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημ. 27.7.16, εφόσον και οι δύο προέρχονται από τον Εναγόμενο 2 και απευθύνονται προς την Ενάγουσα. Η απόφαση ημ. 4.8.17 είναι τελική εφόσον σε αυτή αποφασίστηκε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημ. 27.7.16 εκκρεμούσης έφεσης και δεν υπάρχει η δυνατότητα επαναφοράς του ίδιου αιτήματος. Η ίδια διαπίστωση θα ίσχυε εξ αντιδιαστολής και σε περίπτωση που η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν απορριπτική, εφόσον και πάλι ο αιτών διάδικος δεν θα είχε την ευχέρεια να υποβάλει εκ νέου το ίδιο αίτημα. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R.897, στην οποία αφού αναφέρονται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, όπως εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο ερμηνεύει την έννοια της τελικής απόφασης (final judgment) ως εξής: «Finality for this purpose means that the decision: (
  1. a)is one which does not ex facie, as in the case of an order for an account or enquiry, leave something to be judicially determined or ascertained before the decision can become effective or enforceable; and (
  2. b)is not subject to subsequent discharge, rescission, modification or any other form of revision by the Court or tribunal making the decision. . No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι επίσης σαφές πως η πρωτόδικη απόφαση ημ. 4.8.17 κατέστη τελεσίδικη όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 με την πάροδο του χρόνου άσκησης έφεσης αναφορικά με την αναστολή εκτέλεσης και με την έκδοση της απόφασης του Εφετείου ημ. 29.1.18 αναφορικά με το ύψος της εγγύησης. Παρόλο που φαίνεται πως το αιτητικό των δύο αιτήσεων είναι διαφορετικό, εντούτοις σαφώς αυτό απολήγει στο ίδιο ακριβώς αίτημα. Με την πρώτη αίτηση και συνακόλουθα με την πρωτόδικη απόφαση ημ. 4.8.17 και με την απόφαση του Εφετείου ημ. 29.1.18, αποφασίστηκε η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης έφεσης νοουμένου ότι ο Εναγόμενος 2 τηρούσε τον όρο που επιβλήθηκε εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Με τη διαταγή για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σαφώς αναστέλλονταν οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονταν μεταγενέστερα στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων αιτήσεων για μηνιαίες δόσεις και διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Με άλλα λόγια η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εμπεριέχει αναστολή όλων των μετέπειτα διαβημάτων προς εκτέλεση της απόφασης, όπως αυτά προσδιορίζονται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και σαφώς περιλάμβανε και αναστολή τυχόν αίτησης για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι τηρείτο ο όρος που είχε τεθεί από το Δικαστήριο. Ουσιαστικά ο Εναγόμενος 2 πέτυχε και εξασφάλισε την αναστολή την οποία ζητούσε. Διαφώνησε μόνο με τους όρους και ως είχε δικαίωμα άσκησε έφεση στην οποία και πάλι πέτυχε να μειώσει την εγγύηση. Ο μόνος λόγος μη ενεργοποίησης της αναστολής ήταν η μη τήρηση από τον ίδιο του όρου, ως αυτός τροποποιήθηκε από το Εφετείο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ. 2) (ανωτέρω), αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει, ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης, δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση K.S.R. Comercio E Industria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Νavigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου είναι η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό, ήτοι η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566 είναι διαφωτιστικό: «Ένα από τα συστατικά στοιχεία του δεδικασμένου είναι: Κατά πόσο η προηγούμενη δικαστική απόφαση ήταν ή συνεπαγόταν κρίση επί θέματος το οποίο είναι το ίδιο με το θέμα που επιδιώκεται να αμφισβητηθεί στη διαδικασία που εγείρεται το κώλυμα (Βλ. Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata, σελ. 19*). Αν ένα επίδικο θέμα έχει ευκρινώς εγερθεί και αποφασισθεί σε μια αγωγή, στην οποία αντιπροσωπεύονται τα μέρη είναι άδικο και παράλογο να επιτραπεί εκ νέου η εκδίκαση του ίδιου επίδικου θέματος μεταξύ των ιδίων μερών ή των διαδόχων τους (New Brunswick Rail Co. v. British and French Trust Corporation Ltd [1939] A.C. 1, 19, 20).» Δεν χωρεί αμφιβολία πως τόσο η πρωτόδικη απόφαση ημ. 4.8.17 όσο και η απόφαση του Εφετείου ημ. 29.1.18 αφορούσαν γενικά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, ήτοι κάθε διάβημα που αφορά την εκτέλεση, και θεωρώ πως το αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης απολήγει να είναι το ίδιο ως ένα επιμέρους σκέλος της προγενέστερης αίτησης και απόφασης του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου καταλήγω πως το επίδικο θέμα των δύο αιτήσεων είναι το ίδιο και επομένως δεν δύναται να εκδικαστεί ξανά και να εκδοθεί εκ νέου απόφαση επί του ίδιου ακριβώς αντικειμένου. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ορθή την εισήγηση της Αιτήτριας πως η παρούσα αίτηση, η οποία αποβλέπει στην αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκκρεμούσης έφεσης εναντίον αυτού, αποτελεί μέρος της ήδη προηγηθείσας διαδικασίας και απόφασης του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 δεν συμμορφώθηκε με τους όρους της απόφασης, τότε η αναστολή δεν ενεργοποιήθηκε και επομένως αυτός δεν δύναται να επανέρχεται με το ίδιο νέο αίτημα, βασιζόμενος πλέον στο διάταγμα των μηνιαίων δόσεων το οποίο εντάσσεται στα μέτρα εκτέλεσης. Αν επιτρεπόταν κάτι τέτοιο, τότε σε κάθε λήψη μέτρου εκτέλεσης ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε να αποτείνεται για αναστολή αφού καταχωρίσει έφεση, θεωρώντας την εκτέλεση καθαρά ως μια αποσπασματική διαδικασία και επαναφέροντας και επανανοίγοντας δηλαδή το ζήτημα της αναστολής σε κάθε στάδιο εκτέλεσης. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως στην αγόρευση του ο δικηγόρος του Εναγομένου 2 προβάλλει ως λόγο για την αδυναμία παροχής της εγγύησης την καταχώριση memo από την Ενάγουσα επί της περιουσίας του και την άρνηση της να το αφαιρέσει ούτως ώστε να μην ήταν δυνατή η δανειοδότηση του με εξασφάλιση την εν λόγω περιουσία του. Η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία και επομένως αυτές οι θέσεις δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν. Εν πάση περιπτώσει αυτό το ζήτημα ηγέρθη και αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στα πλαίσια της έφεσης, και επομένως αυτό δεν δύναται να εγερθεί και αποφασιστεί ξανά. Θεωρώ πως όντως ισχύει η αρχή του δεδικασμένου, και μάλιστα από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 δεν συμμορφώθηκε με τους όρους ούτε και αποτάθηκε για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης, η καταχώριση της παρούσας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην προσπάθεια παράκαμψης της ισχύος και εφαρμογής των αποφάσεων ημ. 4.8.17 και 29.1.18 και παροχής δεύτερης ευκαιρίας επιτυχίας αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας, η οποία κατάχρηση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της ίδιας της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Wayplay Technologies Ltd, Πολ. Αίτηση 43/14, ημ. 11.5.15, Korkut v. Γεωργίου (Αρ. 2)
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1333, Διευθυντής Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Constantinides v. Vima Ltd κ.ά.
(1983)1 C.L.R. 348. Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149 τονίστηκε πως αυτή η εξουσία ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 100/14, ημ. 13.5.14, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει.» Η διαπίστωση περί εφαρμογής του δεδικασμένου και κατάχρησης της διαδικασίας καθορίζει και την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα και τους λόγους ένστασης που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.