HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1036/2014, 18/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1036/2014 ΜΕΤΑΞΥ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων Και
- XXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- XXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγομένων ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 22/02/2019 Ημερομηνία: 18/6/2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη 1: κα Ε. Ασσιώτου για κ.κ. ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση/Ενάγοντες: κ. Π. Κωνσταντινίδης για κ.κ. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη 1/αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση της επιδιώκει την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού, με βάση το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, του ακινήτου της με αρ. εγγραφής 2/3X2 Φ/Σχ. 54/500104, Τεμάχιο 4X1, Τμήμα 2, Κάψαλος, Λεμεσός το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Υ8592/2008 του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 27/7/2008 συνήψε με την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση συμφωνία δανείου για το ποσό των €290.000 με σκοπό την εξόφληση προσωπικών της υποχρεώσεων. Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 2%, σύνολο 7,25% και θα αποπληρωνόταν με 300 μηνιαίες δόσεις εκ €2.096 η κάθε μία, της πρώτης πληρωτέας την 31/8/
- Η καθ' ης η αίτηση ζήτησε, πέραν των άλλων εξασφαλίσεων, την εγγραφή υποθήκης επί του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου της. Εκτός από το ως άνω δάνειο, η καθ' ης η αίτηση της παραχώρησε όριο παρατραβήγματος για το ποσό των €2.000 το οποίο θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5,25% και περιθώριο 3,70%, σύνολο 8,95%. Μετά την παραχώρηση των ως άνω διευκολύνσεων πλήρωνε κανονικά τις δόσεις της τα πρώτα χρόνια, καταβάλλοντας το ποσό των €100.000 περίπου. Περί το τέλος του 2011 με αρχές του 2012 έμεινε χωρίς δουλειά με ένα μικρό παιδί. Οι γονείς της δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν για το δάνειο της, γι' αυτό ζήτησε από την ενάγουσα τη μείωση του ποσού των δόσεων και τη βοήθεια της για αναδιάρθρωση. Κατά την ίδια περίοδο η μητέρα της είχε προτείνει στην ενάγουσα την παραχώρηση ενός ακινήτου της στην επαρχία Πάφου ως ανταλλαγή για εξόφληση του χρέους, πρόταση η οποία απορρίφθηκε από την ενάγουσα. Ενώ ανέμενε την απάντηση στην πρόταση που υπέβαλε για αναδιάρθρωση των λογαριασμών της, η ενάγουσα της απέστειλε επιστολή τερματισμού των λογαριασμών της. Αμέσως ενημέρωσε τους δικηγόρους της οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνία 23/10/2012 απάντησαν στην ως άνω επιστολή τερματισμού της ενάγουσας, αμφισβητώντας το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία των λογαριασμών της και αρνούμενοι τις ισχυριζόμενες χρεώσεις που περιλαμβάνονταν στην επιστολή της ενάγουσας. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21/11/2012 με την οποία ζήτησαν χρόνο για μελέτη των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της προκειμένου να υποβάλουν πρόταση προς επίλυση του προβλήματος. Στις 11/6/2013 η ενάγουσα της απέστειλε νέα επιστολή, την οποία κοινοποίησε στους εναγόμενους 2 και 3, ενημερώνοντας τους ότι αν δεν υπάρξει εξόφληση ή εξώδικος συμβιβασμός, θα προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων. Οι δικηγόροι της με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 10/7/2013 ενημέρωσαν την ενάγουσα για τις οικονομικές της περιστάσεις, αναφέροντας της συγκεκριμένα ότι αδυνατούσαν, τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της, να καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και της πρότειναν τη μεταβίβαση της οικίας της προς εξόφληση των υποχρεώσεων της και πληρωμή ενοικίου που θα συμφωνείτο μεταξύ τους, διατηρώντας το δικαίωμα για επαναγορά της κατοικίας της εντός 20 χρόνων. Ενώ ανέμεναν απάντηση στην πιο πάνω πρόταση των δικηγόρων της, η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 8/1/2014, την ενημέρωσε για τον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών της. Ακολούθησε απαντητική επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 5/3/2014 αναφέροντας τις προσπάθειες που κατέβαλλαν για εξεύρεση λύσης. Η ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 10/3/2014 ενημέρωσε τους δικηγόρους της ότι ήταν διατεθειμένη να εξετάσει τυχόν πρόταση διευθέτησης στα πλαίσια έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης. Με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 13/3/2014 οι δικηγόροι της απάντησαν στην ως άνω επιστολή της ενάγουσας ότι η στάση της έρχεται σε αντίθεση με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους την οποία καταχώρησαν στην παρούσα αγωγή αμφισβητούν την εγκυρότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλλά προδιατυπωμένους όρους που είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από την ενάγουσα. Ειδικότερα κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών δεν τους είχε δοθεί το δικαίωμα από την ενάγουσα να συζητήσουν ή να διαπραγματευθούν τους μεταξύ τους όρους. Αυτό που γινόταν στην πράξη ήταν ότι οι υπάλληλοι της ενάγουσας τους παρουσίαζαν προς υπογραφή τη δέσμη των εγγράφων που ετοίμαζαν εκ των προτέρων χωρίς να τους εξηγούν είτε τι αφορούν, είτε τη συνέπεια της υπογραφής τους ή και τη σημασία των εγγράφων. Ουσιαστικά οι υπάλληλοι της ενάγουσας τους παρουσίαζαν προς υπογραφή διάφορα έγγραφα τα οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, αντικατόπτριζαν τα όσα προφορικά συζητούσαν. Όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους της, αρκετοί από τους όρους των επίδικων συμφωνιών είναι καταχρηστικοί και έχουν κριθεί ως τέτοιοι αλλά και ως παράνομοι. Ειδικότερα: (α) Ο όρος ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει οποτεδήποτε τις προμήθειες, το περιθώριο και τα τραπεζικά δικαιώματα, (β) ο όρος περί χρέωσης τόκων υπερημερίας, (γ) ο όρος περί δικαιώματος της τράπεζας να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή του υπολοίπου, (δ) ο όρος περί μονομερούς αύξησης του επιτοκίου χωρίς να καθορίζονται αντικειμενικά κριτήρια, (ε) οποιαδήποτε ρήτρα περί μονομερούς μεταβολής των όρων της συμφωνίας, (στ) ο όρος ότι για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες, (ζ) οποιαδήποτε ρήτρα που παραχωρεί μονομερή δικαιώματα στην Τράπεζα, χωρίς αντίστοιχη πρόνοια υπέρ της. Όπως πληροφορείται επίσης από τους δικηγόρους της, οι όροι για επιπρόσθετους τόκους, τόκους υπερημερίας, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλες χρεώσεις αποσκοπούν στο εκφοβισμό τους και δεν αποτελούν ειλικρινή προσπάθεια της ενάγουσας να προϋπολογίσει τυχόν ζημιά της . Οι όροι αυτοί εκτός του ότι αποτελούν ποινική ρήτρα είναι και παράνομοι. Πέραν των πιο πάνω με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους καταγγέλλουν τη στάση της ενάγουσας που ήταν υποχρεωμένη βάσει της οδηγίας και του κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις να τους προτείνει δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης. Η ενάγουσα, αντί να εξετάσει την πρόταση της για παραχώρηση της οικίας της και να της δώσει συγκεκριμένη απάντηση και, παρά το ότι βρίσκονταν σε προχωρημένες συζητήσεις, τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών της και ζήτησε να συζητήσουν στη βάση εκ συμφώνου απόφασης που θα εκδίδετο εναντίον της κάτι το οποίο ήταν εκβιαστικό για την ίδια. Όπως της εξηγούν οι δικηγόροι της, η αδικαιολόγητη και αυθαίρετη κατά το δοκούν αύξηση του περιθωρίου κέρδους στους λογαριασμούς της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη στη βάση ενός γενικού και αόριστου όρου ότι η τράπεζα δικαιούται να το μεταβάλλει κατά την απόλυτη αυτής κρίση. Ο όρος αυτός πάσχει από αοριστία και ως εκ τούτου είναι άκυρος στη βάση καλά εδραιωμένων νομικών αρχών. Περαιτέρω ενώ το δάνειο της θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο πλέον 2% περιθώριο κέρδους, η ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή της επιτόκιο ύψους 13%, προβαίνοντας προφανώς είτε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου είτε σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους ενώ θα έπρεπε να ακολουθήσει τη διακύμανση του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επιπλέον τα ποσά που διεκδικεί η ενάγουσα τόσο με την ειδοποίηση του τύπου «Ι» η οποία της επιδόθηκε την 11/1/2019, όσο και με την αγωγή της δεν είναι αποδεκτά καθότι περιέχουν υπερχρεώσεις. Επίσης αμφισβητεί τα ποσά των υποθηκών αλλά και την ίδια την ενέργεια της ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και συγχρόνως να προωθεί τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου της, τη στιγμή που είχε δηλώσει την πρόθεση της για αναδιάρθρωση και ανέμενε την απάντηση της ενάγουσας επί της πρότασης που είχε υποβάλει. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα θα είναι ελεύθερη να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης με την αποστολή της ειδοποίησης του τύπου «ΙΑ» και να πραγματοποιήσει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σ' αυτή την περίπτωση θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμα της να παρουσιάσει την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και τα δικαιώματα της στην ιδιοκτησία και στην ιδιωτική ζωή. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ/ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Ενάγουσα με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Η αίτηση στηρίζεται σε ελλιπή και ανύπαρκτη νομική βάση. Η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή απαράδεκτη. Η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της εναγόμενης 1, η οποία τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθεί την υστάτη και αφού έχουν αρχίσει οι διαδικασίες πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της, να εμποδίσει την Καθ' ης η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Δεν πληρούνται ούτε κατ' ελάχιστο οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθώς η εναγόμενη 1 και/ή οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν καμία συζητήσιμη υπόθεση ή πιθανότητα επιτυχίας στην ανταπαίτηση τους ούτε βέβαια έχουν ουσιαστική και/ή καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζει τα αιτήματα της η εναγόμενη 1 είναι αναληθείς, ανυπόστατοι και προσχηματικοί. Η εναγόμενη 1 δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 και/ή των εναγόμενων περί ύπαρξης παράνομων χρεώσεων και/ή καταχρηστικών όρων είναι γενικοί και αόριστοι και εγείρονται χωρίς καμία εξειδίκευση ή προσδιορισμό ή επεξήγηση των κατ' ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων ή των καταχρηστικών ρητρών. Όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό δανείου των εναγόμενων και/ή της εναγόμενης 1 είναι νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους των συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των μερών αλλά και τις εκάστοτε εν ισχύ Νομοθεσίες. Όλοι οι όροι των συμβάσεων υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση της εναγόμενης 1 και/ή των εναγόμενων και ήταν αποτέλεσμα της μεταξύ αυτών και της Καθ' ης η Αίτηση ελεύθερης διαπραγμάτευσης και επεξηγήθηκαν προς τους εναγόμενους και έγιναν πλήρως αντιληπτοί από αυτούς. Οι λόγοι που αναφέρει και/ή επικαλείται η εναγόμενη 1 για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να αποτελέσουν λόγο διακοπής της διαδικασίας εκποίησης που προωθείται νόμιμα από την Καθ' ης η Αίτηση δυνάμει των σχετικών Νομοθετικών προνοιών και των μεταξύ των μερών συμβάσεων. Δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η εναγόμενη 1 δεν έχει αποδείξει στο Δικαστήριο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού και/ή απαγορευτικού διατάγματος. Η αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση και/ή καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα. Η εναγόμενη 1 δεν αναφέρει οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, σε περίπτωση που επιτύχει η ανταπαίτηση τους. . Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXX Κογκοττή, υπαλλήλου της ενάγουσας καθώς και της εταιρείας APS Debt Service Cyprus Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση του επίδικου δανείου. Στην ένορκη δήλωση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η επίδικη συμφωνία δανείου, η οποία αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1/αιτήτριας, υπεγράφη από την εναγόμενη 1 μετά από σχετικό αίτημα της και αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκαν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της. Η εναγόμενη 1 αντιλήφθηκε πλήρως τους όρους της επίδικης συμφωνίας και με την ελεύθερη βούληση της προέβη στην υπογραφή της. Ως αντάλλαγμα της επίδικης συμφωνίας δανείου οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αυτήν δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 24/7/
- Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου, η εναγόμενη 1 ενέγραψε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την Υποθήκη υπ' αρ. Υ8592/2008 ημερομηνίας 29/7/2008 επί του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου της για το ποσό των €290.000 πλέον τόκους. Εκτός από το επίδικο δάνειο, παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 και οι τραπεζικές διευκολύνσεις (πρώτη και δεύτερη συμφωνία κάρτας), όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Λόγω της μη κανονικής πληρωμής των δόσεων των επίδικων συμφωνιών, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη 1 συστημένη επιστολή ημερομηνίας 17/9/2012 με την οποία έτασσε προθεσμία 21 ημερών για εξόφληση των καθυστερήσεων στους λογαριασμούς της. Την ενημέρωνε επίσης ότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν θα προχωρούσε στον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών της. Η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής, γι' αυτό η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 16/10/2012 τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες και κάλεσε την εναγόμενη 1 όπως εντός 7 ημερών πληρώσει το ποσό των €287.556,54 πλέον τόκους σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου, το ποσό των €1098,14 πλέον τόκους σε σχέση με την πρώτη συμφωνία κάρτας και το ποσό των €1776,68 πλέον τόκους σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία κάρτας. Το υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι λογαριασμοί των επίδικων συμφωνιών, το οποίο απαιτείται να καταβληθεί ώστε να μην προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 είναι καθ' όλα νόμιμο και όλες οι χρεώσεις είναι σύμφωνες με τις συμβάσεις που υπογράφηκαν μεταξύ των μερών αλλά και τη σχετική νομοθεσία. Επιπρόσθετα η εναγόμενη 1 είχε πλήρη επίγνωση των εν λόγω χρεώσεων καθώς αυτές καταγράφονταν στην κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου η οποία αποστέλλετο στην εναγόμενη 1 και ουδέποτε η εναγόμενη 1, πριν σταματήσει να τηρεί τους συμβατικούς όρους, προέβαλε ένσταση ή αντίρρηση σε οποιαδήποτε χρέωση. Από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1 δεν αμφισβητείται η δυνατότητα της ενάγουσας να αποζημιώσει χρηματικά τους εναγόμενους, εάν και εφόσον επιτύχουν στην ανταπαίτηση τους, είναι δε σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό τυχόν υπερχρεώσεων που ήθελαν αποφασιστεί από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμo Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, στα άρθρα 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 27, Μέρος VI άρθρα 37-44, Μέρος VIA άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 43, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.32, Δ.39, Δ.48, Δ.55, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική, νομολογία και στις σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η εναγόμενη πέτυχε να ικανοποιήσει τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Πρωτίστως θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εναγόμενη 1 προωθεί την υπό εξέταση αίτηση στη βάση της ανταπαίτησης την οποία καταχώρησε στην παρούσα αγωγή. Δεν έχει αμφισβητηθεί δε από πλευράς ενάγουσας το δικαίωμα της εναγόμενης 1 στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η εικόνα την οποία παρουσιάζει το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων, το οποίο έχω μελετήσει με προσοχή, είναι αρκετά ασαφής ως προς το ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα. Ενώ στις παραγράφους 3 και επόμενα του ως άνω δικογράφου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη για το λόγο ότι υπεγράφη κάτω από συνθήκες που προκάλεσε η ενάγουσα οι οποίες απέκλειαν την ελεύθερη συναίνεση και βούληση της εναγόμενης 1, περαιτέρω δε ότι η ενάγουσα εκμεταλλευόμενη τη θέση της επέβαλε καταχρηστικούς και/ή αυθαίρετους όρους, οι οποίοι αντίκεινται στις αρχές της επιείκειας και των συναλλακτικών ηθών, περιγράφοντας μάλιστα τους όρους τους οποίους θεωρεί ότι είναι καταχρηστικοί, περαιτέρω δε ότι η ενάγουσα εξώθησε την εναγόμενη 1 να υπογράψει τα έγγραφα υποθήκης, παρά το ότι γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει ότι οι δεσμεύσεις ή/και υποχρεώσεις που αναλάμβανε η εναγόμενη 1 ήταν επαχθείς ή και καταστροφικές γι' αυτή, εντούτοις στο αιτητικό της Ανταπαίτησης δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αξίωση η οποία συνδέεται με τους ως άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Οι θεραπείες που αξιώνονται με την Ανταπαίτηση είναι Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα να αποσύρει τα στοιχεία των εναγομένων από το σύστημα «Άρτεμις», αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστηκαν από την καταχώρηση των στοιχείων τους στο ως άνω σύστημα, όπως επίσης και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Αξιώνεται επίσης Διάταγμα για περιοδικές πληρωμές προς εξόφληση οποιουδήποτε νόμιμα οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τις σημερινές οικονομικές δυνατότητες των εναγομένων, όπως επίσης και Διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται η παρούσα διαδικασία ως πρώιμη και/ή καταχρηστική και/ή απορριπτέα. Φυσικά, παρά την ως άνω διαφαινόμενη ασυμφωνία μεταξύ των προβαλλόμενων ισχυρισμών των εναγομένων με τις αξιώσεις του παρακλητικού της Ανταπαίτησης τους εντούτοις θεωρώ ότι οι αξιώσεις τους συνιστούν βάσιμες αιτίες αγωγής. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου
- Αυτό το οποίο παρατηρώ, πρωτίστως, εξετάζοντας με προσοχή τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως της εναγόμενης 1 είναι ότι γίνεται παραδεχτό από μέρους της ότι υπήρξε αδυναμία πληρωμής των δόσεων της, όπως αυτές καθορίζονται στην επίδικη συμφωνία δανείου, γι' αυτό και ζήτησε από την ενάγουσα τη μείωση του ποσού των δόσεων της, όπως επίσης και τη βοήθεια της ενάγουσας για αναδιάρθρωση του δανείου της. Τα παράπονα της εναγόμενης 1 επικεντρώνονται στην εγκυρότητα των όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου οι οποίοι, όπως ισχυρίζεται, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η επίδικη συμφωνία δανείου εμπεριέχει καταχρηστικούς όρους, όπως ο όρος για χρέωση τόκου υπερημερίας, ο όρος για μονομερή αύξηση του επιτοκίου όπως και ο όρος ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, συγκεκριμένα ότι θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Εν κατακλείδι υποστηρίζει ότι τα ποσά που διεκδικεί η ενάγουσα δεν είναι νόμιμα για το λόγο ότι περιέχουν υπερχρεώσεις και γενικά παράνομες χρεώσεις. Παρατηρώ όμως ότι δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων που επιβλήθηκαν από την ενάγουσα στο λογαριασμό της εναγόμενης
- Το αναμενόμενο ήταν ότι η εναγόμενη 1 στην ένορκη δήλωση της θα συγκεκριμενοποιούσε, τις, κατά τον ισχυρισμό της, παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Το αναμενόμενο επίσης ήταν ότι θα παρουσιαζόταν κάποια έκθεση εμπειρογνώμονα στην οποία θα εξειδικεύονταν και θα αναλύονταν όλες οι κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις περιλαμβανομένων των παράνομων χρεώσεων τόκου, όπως και το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο παραμένει οφειλόμενο μετά την αφαίρεση όλων των κατ' ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων. Τίποτε όμως από τα πιο πάνω δεν παρουσιάστηκε. Η παράλειψη της εναγόμενης 1 να παρουσιάσει την ως άνω μαρτυρία άφησε τον ισχυρισμό της περί παράνομων χρεώσεων ασαφή, γενικό και αόριστο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης καταχρηστικών όρων ή και ρητρών στην επίδικη συμφωνία δανείου αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί σε τελικό στάδιο ότι κάποιος ή κάποιοι από τους όρους της επίδικης συμφωνίας είναι πράγματι καταχρηστικοί, αυτό δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην ακύρωση ολόκληρης της επίδικης συμφωνίας δανείου αλλά μόνο του όρου ή των όρων που ήθελαν κριθεί ως τέτοιοι. Παραπονείται επίσης η εναγόμενη 1 για τη γενικότερη στάση της ενάγουσας έναντι της η οποία, όπως ισχυρίζεται, αντί να εξετάσει την πρόταση την οποία υπέβαλε για παραχώρηση της κατοικίας της, αυτή τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών της και ζήτησε να συζητήσουν στη βάση εκ συμφώνου Απόφασης που θα εκδιδόταν εναντίον της, κάτι το οποίο ήταν εκβιαστικό για την ίδια. Υποστηρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη, βάσει της οδηγίας και του κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις, να της προτείνει δίκαια, λειτουργική και βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης. Οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγόμενης 1, ακόμα και στην περίπτωση που σε τελικό στάδιο γίνονταν αποδεχτοί, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν, εν πάση περιπτώσει, στην ακύρωση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στη Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131, «... οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Έχοντας υπόψη μου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η εναγόμενη 1 δεν έχει καταδείξει τη δύναμη της υπόθεσης της και, κατ' επέκταση, το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της. Συνεπώς απέτυχε να ικανοποιήσει τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία της ικανοποίησης της 2ης προϋπόθεσης καθιστά περιττή την εξέταση της συνδρομής της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Εν πάση περιπτώσει έχω εξετάσει και τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, όμως δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγόμενη 1 η οποία δεν θα ήταν δυνατό να αποζημιωθεί από την ενάγουσα σε τελικό στάδιο. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να εξεταστεί και ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι μόνο με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταφέρει να σώσει την περιουσία της που αποτελεί και τη μοναδική της στέγη όπου διαμένει με το παιδί και τους γονείς της. Αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 καλύπτεται από οποιοδήποτε προστατευτικό σχέδιο, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος της. Ούτε αναφέρεται κατά πόσο αιτήθηκε την ένταξη της σε τέτοιο σχέδιο ώστε να τύχει προστασίας. Αναφέρω ως παράδειγμα την προστασία την οποία παρέχει ο Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος 65
(1)/2015, ο οποίος μνημονεύεται και στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας. Από τους λόγους ένστασης που προβάλλει η ενάγουσα αυτοί οι οποίοι δεν έχουν καλυφθεί από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και, κατ' επέκταση χρήζουν σχολιασμού είναι ο λόγος υπ' αρ. 6 με τον οποίο προβάλλεται ότι η εναγόμενη 1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα καθώς και ο λόγος υπ' αρ. 13 με τον οποίο προβάλλεται ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει επεξηγηθεί από την ενάγουσα ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία απέκρυψε η εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος λόγος να παραμείνει γενικός και αόριστος. Όμως ούτε και ο προβαλλόμενος λόγος περί καθυστέρησης μπορεί να γίνει αποδεκτός για το λόγο ότι, όπως διαφάνηκε μέσα από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, η αίτηση καταχωρίστηκε σε διάστημα 40 περίπου ημερών από την ημερομηνία που η εναγόμενη 1 παρέλαβε την ειδοποίηση του τύπου «Ι». Επισημαίνω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η ειδοποίηση του τύπου «Ι» παραλήφθηκε από την εναγόμενη 1 την 11/1/2019 ενώ η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε στις 22/2/2019. Δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την παραλαβή της ως άνω ειδοποίησης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης είναι ιδιαίτερα μακρύς. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να επισημανθεί ότι, παρά το ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, εντούτοις το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες να επιδοθεί στην άλλη πλευρά ενόψει του ότι δεν ικανοποιήθηκε ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ της ενάγουσας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 1/αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο