Frantzis ν. Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής: 2870/2012, 19/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2870/2012 Μεταξύ: . Frantzis Ενάγουσας v. Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 14.3.18 για προδικαστική εκδίκαση Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Λ. Κωνσταντίνου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Π. Γεωργίου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διάταγμα όπως προδικαστούν οι ενστάσεις τις οποίες εγείρουν στις παρ. 1 και 2 της Υπεράσπισης τους. Αυτές αφορούν στην παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας και στην ύπαρξη δεδικασμένου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΑΜ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Η ένσταση βασίζεται σε διάφορους λόγους, όπως το ότι η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, στερεί το δικαίωμα της Ενάγουσας να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης της και είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. ΠΓ, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση, όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.27, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ 225 τονίστηκε πως «. η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης . αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά». Όπως προκύπτει μέσα από το λεκτικό της Δ.27 και τις προαναφερόμενες αποφάσεις, βασικό κριτήριο για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου και για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι η ύπαρξη του αναγκαίου υπόβαθρου γεγονότων. Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης θα πρέπει να λεχθεί πως η Αγωγή βασίζεται σε ισχυριζόμενη συκοφαντική δυσφήμηση της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους καθ΄ ον χρόνο αυτή βρισκόταν στην υπηρεσία τους. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι λόγω της συκοφαντικής δυσφήμησης απώλεσε την εργασία της και ή δεν κατέστη δυνατό να εξεύρει εργασία και ή υπέστη ζημιές, καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για τη συκοφαντική δυσφήμηση και ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία αυτής. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν τις δύο ως άνω προδικαστικές ενστάσεις και βασικά αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ζητούν απόρριψη της Αγωγής. Στην Απάντηση η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις και γενικά το περιεχόμενο της Υπεράσπισης εμμένοντας στους δικούς της ισχυρισμούς. Η πρώτη προδικαστική ένσταση η οποία εγείρεται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης αφορά στο ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί καθότι η ισχυριζόμενη δυσφήμηση έλαβε χώρα μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου του 2006 ενώ η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 28.6.
- Η δεύτερη προδικαστική ένσταση η οποία αναφέρεται στην παρ. 2 της Υπεράσπισης αφορά στο ότι πολλοί εκ των ισχυρισμών της Ενάγουσας στην παρούσα προβλήθηκαν και στην Αγωγή υπ΄ αρ. 4507/06 ΕΔ Λεμεσού στην οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί εκεί αξιώσεις και για αποζημιώσεις για την ισχυριζόμενη δυσφήμηση και επομένως υπάρχει δεδικασμένο. Στην ένορκη δήλωση της κας Μ προς υποστήριξη της Αίτησης αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα εφόσον οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων πηγάζουν εξ ολοκλήρου από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών. Θεωρώ πως τέτοιος ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα δικόγραφα των δύο πλευρών. Κατ΄ αρχάς, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, είναι γεγονός πως, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ισχυριζόμενη δυσφήμηση έλαβε χώρα μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου του 2006, πλην όμως στην ένορκη δήλωση του κ. Γ που συνοδεύει την ένσταση, προβάλλεται ισχυρισμός πως η Ενάγουσα έλαβε γνώση της κατ΄ ισχυρισμόν δυσφήμησης στα πλαίσια της μαρτυρίας στην Αγωγή 4507/06 και επομένως ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ξεκινά να μετρά από την ημέρα που συμπληρώθηκε η αιτία αγωγής και όχι από την ημέρα επέλευσης του υπό αναφορά γεγονότος. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, η τριετής περίοδος εντός της οποίας θα πρέπει να εγείρεται αγωγή για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα, δύναται να ξεκινά όχι μόνο από τη διενέργεια της πράξης ή παράλειψης ή ακόμα από την ύπαρξη της ζημιάς, αλλά και από τον χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων ανακάλυψε αυτό με την καταβολή εύλογης φροντίδας και επιμέλειας. Όλοι οι χρόνοι παραγραφής, συμπεριλαμβανομένου αυτού του άρθρου 68 του Κεφ. 148, αναστάληκαν με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Ν. 57/64, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.36/
- Αυτοί οι Νόμοι όμως καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.110(Ι)/02, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.05 και του οποίου το άρθρο 4
(1)προνοεί τα ακόλουθα: «4.-
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόµων µε κανένα τρόπο δεν µπορεί να καταστήσει παραγεγραµµένο οποιοδήποτε αγώγιµο δικαίωµα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάµει των καταργηµένων Νόµων, εκτός αν και µέχρις ότου συµπληρωθεί µετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόµου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιµο δικαίωµα.» Με βάση το άρθρο 3
(2)του Ν.110(Ι)/02, ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος (εκτός από αξίωση σε σχέση με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία στα κατεχόμενα) συνεχίζει να είναι ανεσταλμένος κατά την περίοδο αναστολής, παρά την κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμα του. Σημειώνεται πως ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/12τέθηκε σε ισχύ στην 1.7.12, και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση καθότι η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 28.6.12. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως ο χρόνος παραγραφής δυνατό να μετρά όχι από τον χρόνο κατά τον οποία έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη δυσφήμηση αλλά από τον χρόνο, και υπό τις ανάλογες συνθήκες, κατά τον οποίο η Ενάγουσα έλαβε γνώση αυτής. Ανεξαρτήτως του ότι στην έκθεση απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός για τον χρόνο κατά τον οποίο η Ενάγουσα έλαβε γνώση της ισχυριζόμενης δυσφήμησης της, ο οποίος (χρόνος) κατά την πλευρά της, είναι το καθοριστικό σημείο για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος, εντούτοις θεωρώ πως αυτό το γεγονός είναι κάτι το οποίο δύναται να εξεταστεί και θα απασχολήσει το Δικαστήριο για σκοπούς απόφασης περί παραγραφής. Σαφώς τέτοιο ζήτημα καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα έλαβε γνώση της ισχυριζόμενης δυσφήμησης δεν δύνανται να αποφασιστούν στη βάση του περιεχόμενου των δικογράφων και ούτε γι΄ αυτό το ζήτημα υπάρχει κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Αναφορικά με το ζήτημα του δεδικασμένου, είναι γεγονός πως στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρονται τα εξής: «. η ενάγουσα ήγειρε την Αγωγή υπ΄ αρ. 4507/2006 εναντίον των Εναγομένων και στις 06/06/2011, στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε τελική απόφαση στο Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία κρίθηκε, στη βάση των ίδιων περίπου γεγονότων και/ή περιστατικών ότι, η Ενάγουσα είχε απολυθεί παράνομα και/ή αντισυμβατικά.» Οι Εναγόμενοι με τη σειρά τους, στην Υπεράσπιση τους, αρνούνται «κατηγορηματικά» την παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται πως «οι σχετιζόμενοι με την ισχυριζόμενη συκοφαντική δυσφήμηση ισχυρισμοί της δεν είχαν ληφθεί υπόψη για την επιδίκαση αποζημιώσεων». Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών, προκύπτει ξεκάθαρα πως δεν υπάρχει κοινό υπόβαθρο γεγονότων ως προς το υπό εξέταση ζήτημα. Ειδικότερα, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αγωγή 4507/2006 και η διαδικασία σε αυτή, ήτοι η δικογραφία και ή η μαρτυρία, ενώ οι δύο πλευρές δεν συμφωνούν ως προς το περιεχόμενο αυτής. Είναι αξιοσημείωτο πως οι μοναδικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας στην παρούσα είναι ότι τα γεγονότα των δύο Αγωγών ήταν περίπου τα ίδια και ότι η Αγωγή 4507/06 βασίζετο σε παράνομη και ή αντισυμβατική απόλυση της, ισχυρισμούς τους οποίους οι Εναγόμενοι αρνούνται, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε το αναγκαίο υπόβαθρο ως προς την προηγούμενη Αγωγή αλλά ούτε και κοινές θέσεις των δύο πλευρών ως προς αυτή. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων στην Υπεράσπιση τους πως η Ενάγουσα όφειλε να περιλάβει αξιώσεις για δυσφήμηση στην προηγούμενη Αγωγή και ακόμα ο ισχυρισμός της κας Μ πως η Ενάγουσα πρόβαλε τους ίδιους ισχυρισμούς και στην προηγούμενη Αγωγή αλλά δεν ήγειρε θέμα δυσφήμησης, δεν είναι ικανοί από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και αποφασίσει περί της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου, αφού θα πρέπει να καταλήξει το ίδιο σε συμπεράσματα ως προς τις προϋποθέσεις και όχι να υιοθετήσει τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πιερίδης V. Keshishian κ.ά.
(1996)1(Α) A.A.Δ. 224: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του.» Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Karik Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σια Λτδ
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 530, ως εξής: «Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. v. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Lτd
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 990. Υπό το φως όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω πως οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά ελλείψει του αναγκαίου κοινού πραγματικού υπόβαθρου που θα καθιστούσε δυνατή την εξέταση αυτών. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει και την πορεία της Αίτησης η οποία δεν δύναται να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων έντασης ή ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο