Viacheslav κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3728/2015, 14/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A349 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3728/2015 Μεταξύ:
- . Viacheslav
- . Veryga
- Magnifia Gandhill Limited Εναγόντων v.
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Hellenic Bank Public Company Limited Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 10.9.18 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Ιωάννου για Έλενα Ιωάννου και Άνθια Ιωάννου Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Π. Παυλίδης για Γενικό Εισαγγελέα Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Πιερή για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν άδεια για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και του παρακλητικού αυτής με την προσθήκη παραγράφων στην έκθεση απαίτησης και αξιώσεων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου των Εναγόντων κας Α. Ιωάννου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις οι οποίες αφορούν ως επί το πλείστον κοινούς λόγους ένστασης. Η ένσταση του Εναγομένου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΔΚ, δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στη Λεμεσό και η ένσταση της Εναγομένης 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΛ η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγομένης
- Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι ο λόγος ένστασης της Εναγομένης 2 ως προς το νομότυπο της Αίτησης. Συγκεκριμένα εγείρεται ότι δεν υπάρχει δέουσα εξουσιοδότηση για καταχώριση της Αίτησης καθότι αυτή υποβάλλεται από τους δύο εκ των τριών δικηγόρων της Ενάγουσας. Αυτός ο ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος καθότι ενώ η Αγωγή ηγέρθη από τους δικηγόρους Μιχάλη Β. Ιωάννου, Έλενα Ιωάννου και Άνθια Ιωάννου, στις 10.9.18, ήτοι ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας, καταχωρίστηκε στον φάκελο ειδοποίηση της ίδιας ημερομηνίας του κ. Μ. Ιωάννου, στην οποία αναφέρει ότι έπαυσε να ενεργεί ως δικηγόρος των Εναγόντων από τις 10.7.18, με κοινοποίηση στους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και
- Ως εκ τούτου, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε νομότυπα από τις δικηγόρους οι οποίες κατά τον χρόνο καταχώρισης παραμένουν οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους Ενάγοντες. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Αναφορικά με τον χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά όχι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως για τους υπόλοιπους παράγοντες τους οποίους η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Στην υπό κρίση περίπτωση η έκθεση απαίτησης βασίζεται στην ισχυριζόμενη παράνομη και αυθαίρετη έκδοση δικαστικού διατάγματος παγοποίησης ημ. 30.12.14 στα πλαίσια της Αίτησης 84/14 ΕΔ Λεμεσού κατόπιν αιτήματος της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ), μεταξύ άλλων, τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 3 τον οποίο διατηρεί στην Εναγομένη 2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η πραγματική ιδιοκτήτρια και τελική δικαιούχος της Ενάγουσας 3 είναι η Ενάγουσα 2, ενώ το χρηματικό ποσό στον παγοποιημένο λογαριασμό προήλθε από έμβασμα από τραπεζικό λογαριασμό του Ενάγοντος 1, τον οποίο διατηρεί στην Εναγομένη 2, στον εν λόγω παγοποιημένο λογαριασμό, στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, το διάταγμα εκδόθηκε στη βάση ένορκης μαρτυρίας περί εξέτασης υπόθεσης συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κλοπής, απάτης, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κλοπής από διευθυντή εταιρείας και απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις, ενώ οι Ενάγοντες ουδεμία σχέση έχουν με την υπό εξέταση υπόθεση. Οι προσπάθειες των δικηγόρων των Εναγόντων για ακύρωση του εν λόγω διατάγματος και οι προσπάθειες της Ενάγουσας 2 να λάβει πληροφορίες από την Εναγομένη 2 για τον παγοποιημένο λογαριασμό απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα τη λήψη διάφορων δικαστικών μέτρων και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής με την οποία αξιώνουν · Δήλωση ότι πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της Ενάγουσας 3 είναι η Ενάγουσα 2 · Δήλωση ότι το ποσό το οποίο εμβάστηκε από τον λογαριασμό του Ενάγοντος 1 στον λογαριασμό της Ενάγουσας 3 προέρχεται από νόμιμες δραστηριότητες · Δήλωση ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί ιδιοκτησία των Εναγόντων 1-3 · Διάταγμα για αποδέσμευση και καταβολή του ποσού στους Ενάγοντες 1-3 · Αποζημιώσεις για ταλαιπωρία και έξοδα Με την αιτούμενη τροποποίηση οι Ενάγοντες επιχειρούν να προσθέσουν στο δικόγραφο νέους ισχυρισμούς και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: (
- i)Η παραπομπή στις 26.5.16 της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 17573/15 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού εναντίον και της Ενάγουσας 3 ως κατηγορουμένης, στην οποία τελικώς στις 14.2.18 αυτή απαλλάγηκε των κατηγοριών. (
- ii)Η αποστολή επιστολής ημ. 20.2.18 της Ενάγουσας 3 προς την Εναγόμενη 2 για αποδέσμευση του ποσού χωρίς ανταπόκριση. (iii) Η αποστολή νέας επιστολής ημ. 12.3.18 της Ενάγουσας 3 στην οποία η Εναγομένη 2 απάντησε με επιστολή ημ. 30.3.18 με την οποία αρνείτο να αποδεσμεύσει το ποσό προβάλλοντας ανυπόστατες δικαιολογίες. (
- iv)Η έκδοση δικαστικού διατάγματος ημ. 6.7.18 στην Αίτηση 48/14 με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα ημ. 30.12.14. (
- v)Η δέσμευση του ποσού δεν ήταν τοκοφόρος και ήταν παράνομη, με αποτέλεσμα την απώλεια τόκου προς 5,5% από τις 12.12.14 μέχρι τελικής πληρωμής του ποσού. (
- vi)Ισχυρισμός για κακόβουλη δίωξη εναντίον της Ενάγουσας 3, με αποτέλεσμα την έγερση διάφορων δικαστικών διαδικασιών, εφέσεων και ένσταση στην Αίτηση 48/14, για τις οποίες οι Ενάγοντες υπέστησαν έξοδα συνολικού ύψους €17.255 τα οποία πλήρωσε ο Ενάγων 1. (vii) Εκκρεμούν τα έξοδα της παρούσας Αγωγής και της υπεράσπισης της Ενάγουσας 3 ενώπιον του Κακουργιοδικείου. (viii) Η συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 ήταν απαράδεκτη και έτσι θα πρέπει να καταβάλουν παραδειγματικές αποζημιώσεις. (
- ix)Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι επιχειρηματίες με καλό όνομα και φήμη η οποία επηρεάστηκε δυσμενώς λόγω της δίωξης της Ενάγουσας 3. Επίσης οι Ενάγοντες επιθυμούν να προσθέσουν στις αξιώσεις τους: o Τόκους προς 5,5% ετησίως επί του υπό δέσμευση ποσού από τις 12.12.14 μέχρι τελικής πληρωμής o Αποζημιώσεις για αποστέρηση του ποσού στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Εναγόντων o Ποσό €10.000 πλέον ΦΠΑ ως έξοδα της παρούσας Αγωγής o Ποσό €25.000 πλέον ΦΠΑ ως έξοδα της υπεράσπισης της Ενάγουσας 3 στην υπόθεση 17573/15 Κακουργιοδικείου o Ποσό €17.255 ως καταβληθέντα έξοδα από τον Ενάγοντα 1 o Παραδειγματικές Αποζημιώσεις Είναι ξεκάθαρο πως η αρχική έκθεση απαίτησης βασιζόταν σε ισχυριζόμενη παράνομη δέσμευση και κατακράτηση του ποσού ενώ η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σε νέες βάσεις αγωγής, ήτοι κακόβουλη δίωξη, άρνηση συμμόρφωσης με το ακυρωτικό διάταγμα ημ. 6.7.18, απώλεια τόκου, καταβολή εξόδων για δικαστικές διαδικασίες και προσβολή στην καλή φήμη. Εξ ου και ενώ οι αρχικές αξιώσεις αφορούν δηλωτικές αποφάσεις ως προς την ιδιοκτησία του ποσού και διάταγμα αποδέσμευσης και καταβολής του στους Ενάγοντες, οι αιτούμενες με την τροποποίηση αξιώσεις αφορούν απαίτηση για τόκο, έξοδα και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Θεωρώ καθόλα βάσιμους τους λόγους ένστασης των Εναγομένων και τους ισχυρισμούς στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή εντελώς νέων αγώγιμων δικαιωμάτων για θέματα τα οποία δεν αποτελούν συναφή ζητήματα με τα όσα εγείρονται στην αρχική έκθεση απαίτησης. Αξίζει δε να σημειωθεί πως το σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αγωγής θεωρείται εν πάση περιπτώσει πρόωρο εφόσον η Αγωγή εξακολουθεί να εκκρεμεί. Δεν μου διαφεύγει η νομική αρχή όπως έχει διατυπωθεί στην υπόθεση Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(A) A.A.Δ. 745 ως ακολούθως: «Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707).» Θεωρώ όμως πως στην υπό κρίση περίπτωση δεν πρόκειται για μια απλή προσθήκη κάποιας συναφούς βάσης αγωγής αλλά για μια ριζική αλλαγή και σημαντικό επαναπροσδιορισμό των ισχυρισμών, πραγματικών και νομικών, και των αξιώσεων, γεγονός το οποίο καθιστά την αιτούμενη τροποποίηση ανεπιθύμητη και απαράδεκτη. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Icos Cif Ltd v. Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. . Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-
- Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» Σαφώς και στην υπό κρίση περίπτωση τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα αλλάξει ριζικά τη βάση και τη φύση της Αγωγής. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1956, Τόμος 1, σελ. 459, το Δικαστήριο απορρίπτει αίτηση τροποποίησης όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα μετέβαλλε την αγωγή σε κάποια με ουσιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα και θα ήταν ευχερέστερο να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής («where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action»). Άλλωστε, όπως ορθώς επισημαίνει η κα Λ, κάποιες βάσεις αγωγής όπως η κακόβουλη δίωξη αλλά και κάποιες δικαστικές διαδικασίες για τις οποίες ζητούνται θεραπείες (έξοδα), αφορούν μόνο στον Εναγόμενο 1 ενώ η Εναγομένη 2 ουδεμία εμπλοκή φέρεται να έχει σε αυτές. Είναι επίσης βάσιμος ο λόγος ένστασης της Εναγομένης 2 και ο συναφής ισχυρισμός της κας Λ πως με την ακύρωση του διατάγματος παγοποίησης και την αποδέσμευση του λογαριασμού από την Εναγομένη 2 (ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος και θα σχολιαστεί κατωτέρω), κάποιες εκ των αρχικών αξιώσεων καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου, όπως δήλωση περί του ότι το ποσό αφορά νόμιμες δραστηριότητες και διάταγμα αποδέσμευσης του ποσού. Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιτρέψει την συμπερίληψη αντικρουόμενων αξιώσεων. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και πάλι στο The Annual Practice 1956, Τόμος 1, σελ. 459, όπως λέχθηκε ότι αντιφατικές τροποποιήσεις δεν είναι επιτρεπτές («an inconsistent or useless amendment will not be allowed»). Εδώ είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση, όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση της κας Ι, αντικρούεται από την Εναγομένη
- Ειδικότερα, ενώ η κα Ι παρουσιάζει αδικαιολόγητη άρνηση της Εναγομένης 2 να επιστρέψει το ποσό, η κα Λ προβάλλει ισχυρισμούς και παρουσιάζει αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των Εναγόντων και της Εναγομένης 2 η οποία παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Συγκεκριμένα, η κα Λ αρχικά ισχυρίζεται πως μετά την επίδοση στην Εναγομένη 2 του ακυρωτικού διατάγματος, περί τις 16.7.18 η τελευταία αποδέσμευσε τον επίδικο λογαριασμό και επισυνάπτει επιστολή του κ. Ιωάννου ημ. 26.7.18 προς την Εναγομένη 2 με την οποία ζητά το κλείσιμο του υπό αναφορά δεσμευμένου λογαριασμού και μεταφορά του ποσού είτε σε λογαριασμό άλλης εταιρείας με αίτημα για άνοιγμα λογαριασμού στο όνομα της είτε σε λογαριασμό πελατών του. Επισυνάπτει επίσης απαντητική επιστολή της Εναγομένης 2 ημ. 12.2.19, στην οποία αφού γίνεται αναφορά σε διάφορες επισκέψεις του κ. Ιωάννου και τηλεφωνικές επικοινωνίες τους (κατά τον Αύγουστο του 2018), τον ενημερώνουν πως η μεταφορά δεν είναι δυνατή λόγω του ότι ο λογαριασμός της εταιρείας δεν μπορεί να ανοιχθεί επειδή δεν προσκομίστηκαν τα απαραίτητα έγγραφα που ζητήθηκαν και πως ο λογαριασμός πελατών δεν μπορεί να πιστωθεί επειδή αφορά συναλλαγή βάσει των Κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με την κα Λ, η Εναγομένη 2 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον κ. Ιωάννου, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην επιστολή ημ. 12.2.19, πως θα μπορούσε να μεταφέρει τα χρήματα σε άλλη τράπεζα κατόπιν γραπτών οδηγιών της Ενάγουσας 3, και μέχρι σήμερα δεν έλαβε οποιεσδήποτε οδηγίες. Από τις εν λόγω επιστολές και τους ισχυρισμούς της κας Λ, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, δεν διαφαίνεται απλή άρνηση της Εναγομένης 2 να συμμορφωθεί με το ακυρωτικό διάταγμα αλλά αδυναμία, με επεξήγηση των λόγων, εκτέλεσης των συγκεκριμένων οδηγιών εκ μέρους των Εναγόντων ως προς την καταβολή του εν λόγω ποσού. Από τη στιγμή που οι Ενάγοντες στηρίζονται σε λανθασμένο ή έστω ανακριβές πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της Αίτησης, θεωρώ ότι στερούνται του δικαιώματος να αιτούνται τροποποίησης βασιζόμενοι σε αυτό. Επιπλέον, η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σε μεγάλο βαθμό γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της Αγωγής, στοιχείο το οποίο επίσης καθιστά την αιτούμενη τροποποίηση ανεπίτρεπτη. Αυτά αφορούν στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, την απαλλαγή της Εναγομένης 3 (εκεί κατηγορουμένης), την αποστολή επιστολών, την ακύρωση του διατάγματος και τις δικαστικές διαδικασίες εφέσεων. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία ούτε υπήρχαν κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, ούτε υποστηρίζουν τις υφιστάμενες αξιώσεις αλλά αντιθέτως αφορούν σε εξ ολοκλήρου νέες βάσεις αγωγής. Σαφώς δεν πρόκειται για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση αλλά υποστηρίζουν την αρχική αιτία αγωγής όπως ισχυρίστηκε η δικηγόρος των Εναγόντων. Σχετική είναι η υπόθεση Forcan v. Hemslade Trading Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 43/13, ημ. 6.11.18, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Gaber Alian Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" Ex "Al Kahera" Ex "Med Sea" Ex "Ulset Queen" και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 990 το Δικαστήριο αναφερόμενο στη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος επαναδιατύπωσε την αρχή ότι η τροποποίηση κλητηρίου εντάλματος ανατρέχει στον χρόνο καταχώρησης του αρχικού κλητήριου και ότι κατά συνέπεια δεν μπορεί να δοθεί άδεια τροποποίησης κλητηρίου για να περιλάβει αιτία αγωγής, που γεννήθηκε μετά την καταχώρηση του αρχικού κλητηρίου. Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426 αναφέρθηκε πως η προσθήκη δια της επιδιωκόμενης τροποποίησης συσχετιζόταν άμεσα με τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής και δεν επέφερε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παρείχε μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα, αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό, αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος. Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. To ερώτημα που πρέπει όμως να απαντηθεί αμέσως μετά - και αυτό συνιστά τον πρώτο λόγο έφεσης - είναι αν όντως οι ως άνω προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν ή όχι νέα βάση αγωγής που δεν μπορεί ευχερώς να δικαστεί με την υφιστάμενη. Όπως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, ενώ είναι ανεπίτρεπτο να διαταχθεί τροποποίηση που να εισάγει βάση αγωγής η οποία δεν υπήρχε κατά το χρόνο καταχώρησης του αρχικού δικογράφου αλλά προέκυψε μεταγενέστερα, διακρίνεται η περίπτωση στην οποία τροποποιούνται τα δικόγραφα σε σχέση με γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και τα οποία ο διάδικος επικαλείται για υποστήριξη της αρχικής αιτίας αγωγής. (Βλ. Tilcon Ltd ν. Land and Real Estate Investments Ltd
(1987)1 All E.R. 615). Όπως προκύπτει, ο πυρήνας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων είναι όχι μόνο η αντισυμβατική συμπεριφορά των εφεσιβλήτων αλλά και η επίκληση απάτης, δόλου, ευθύνης καταπιστευματοδόχου και ή περιστάσεων που δύνανται να λειτουργήσουν ως εξ υπαγωγής εμπίστευμα και ή άλλως πως, ως ανωτέρω. Είναι συνεπώς, κατά την κρίση μας, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις απλώς αναφορά σε ενέργειες των εφεσιβλήτων, υποστηρικτικές ή ενισχυτικές του υφιστάμενου αγώγιμου δικαιώματος και όχι νέα βάση αγωγής. ΄Οπως ακριβώς στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω) αναφέρθηκε, οι τροποποιήσεις δεν επιφέρουν ριζική μετατροπή της φύσεως της αξίωσης, απλώς εισάγονται θέσεις που δεν είχαν συγκεκριμενοποιηθεί προηγουμένως αναφορικά με τις συνέπειες της μεταβίβασης των μετοχών. ΄Εστω και αν πρόκειται για μεταγενέστερα της αγωγής γεγονότα, ο εφεσείων επεκτείνει τις αιτούμενες θεραπείες πλέον και στη μορφή των χρηματικών αποζημιώσεων επικαλούμενος σχετικά άρθρα του σερβικού δικαίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει επικαλείτο και στο αρχικό του δικόγραφο. Αν ειδωθεί λοιπόν προσεκτικά η υφιστάμενη και η προτεινόμενη δικογραφία δεν αφορά μεταγενέστερα γεγονότα που συνθέτουν νέα βάση αγωγής αλλά πρόκειται για μεταγενέστερα γεγονότα που ανάγονται στην πρωταρχική βάση αγωγής και την επεκτείνουν τόσο στο περιεχόμενο της, όσο και στο φάσμα των αιτουμένων θεραπειών.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, τα δεδομένα της προαναφερόμενης υπόθεσης διαχωρίζονται από αυτά της παρούσας καθότι εκεί υπήρχε μια επέκταση των αιτούμενων αποζημιώσεων και αφορούσε γεγονότα τα οποία ανάγοντο στην αρχική βάση αγωγής. Εδώ προστίθενται νέες βάσεις αγωγής και εντελώς διαφορετικές αξιώσεις, βασιζόμενες σε γεγονότα μεταγενέστερα της αρχικής έκθεσης απαίτησης. Πρόκειται ξεκάθαρα για την εξέλιξη των γεγονότων τα οποία περιγράφονται στην αρχική έκθεση απαίτησης τα οποία όμως ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχικούς ισχυρισμούς και τις αρχικές αξιώσεις, όπως επεξηγείται ανωτέρω. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι ικανές να καταδείξουν πως η Αίτηση δεν δύναται να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο