ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1869/2018, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A401 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1869/2018 ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Αιτήτρια- Ενάγουσα -V- K.K. EXTRA T.V. LIMITED Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 14/02/19 για συνοπτική απόφαση) Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Β. Σιηττή Για Καθ' ης η Αίτηση : κα Ελευθερίου για Η. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας, είναι αίτηση που καταχώρησε η ενάγουσα στις 14/02/19, με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, για «ποσό €7.000,00 που της επεβλήθη ως τέλη διαφημίσεων για το Β' εξάμηνο του 2017.», πλέον τόκο 9%, έξοδα και ΦΠΑ. Η αγωγή της ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αφορά σε είσπραξη κατ' ισχυρισμό διοικητικών τελών και σχετικών τόκων που η αιτήτρια, με την έκδοση σχετικής απόφασης στα πλαίσια των διοικητικών της εξουσιών στις 29/03/18, επέβαλε στην καθ' ης η αίτηση επί των υπολογισθέντων εσόδων της από τις διαφημίσεις για το Β' εξάμηνο του
- Η δικογραφημένη θέση της αιτήτριας είναι ότι η πιο πάνω απόφαση, η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που παράγει έννομα αποτελέσματα, λήφθηκε στα πλαίσια των εξουσιών που της παρέχει ο Κ.45 των ΚΔΠ 10/2000, μετά που η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με το θέσμιο της καθήκον να υποβάλει σε αυτή καταστάσεις και τιμοκαταλόγους των διαφημίσεων και χορηγιών της, τον υπολογισμό των εσόδων της από τέτοιες διαφημίσεις και χορηγίες καθώς και το προβλεπόμενο από το αρ. 24 του Ν.7(Ι)/98 ποσοστό 0.5% επί των εσόδων της αυτών. Η επίμαχη διοικητική απόφαση, ισχυρίζεται η ενάγουσα, μέχρι σήμερα δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε και ακυρωθεί από αρμόδιο Δικαστήριο και αυτό παρά το ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση περί αυτής με σχετική επιστολή που της απέστειλε η αιτήτρια στις 29/03/
- Τα επίδικα τέλη και τόκοι επομένως, σύμφωνα με την ενάγουσα, υπόκεινται σε άμεση είσπραξη ως αστικό χρέος δυνάμει του Κανονισμού 48
(1)της ΚΔΠ 10/00 και δεν επιδέχονται οποιασδήποτε υπεράσπισης (βλ. παρ. 3, 4, 5 και 6 Ε/Α). Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση στην αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση, υποστηρίζεται από Ε/Δ του xxx Παπανδρέου, Λειτουργού Λογιστή στην αιτήτρια, ο οποίος αναφέρει ότι ως εκ της θέσης του στην αιτήτρια έχει θετική γνώση των όσων ορκίζεται καθώς επίσης και την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση και βεβαιώνει ότι η τελευταία «αληθώς οφείλει εις την Ενάγουσα το (επίδικο ποσό), δυνάμει επιβολής τελών ως περί τούτων λεπτομερής αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης της ως άνω αγωγής...», το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί ως ορθό και αληθές. Αναφέρει επίσης ο Παπανδρέου ότι η καθ' ης η αίτηση, ούτε έχει εξοφλήσει το επίδικο ποσό μέχρι σήμερα, ούτε υπεράσπιση έχει. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο ομνύοντας επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως Τεκμήρια, αντίγραφο της επιστολής της αιτήτριας προς την εναγόμενη ημερ. 29/03/18 με την οποία κοινοποίησε στην εναγόμενη τη διοικητική πράξη επιβολής των επίδικων τελών και τόκων, πιστό αντίγραφο της σχετικής σελίδας από το αρχείο που τηρεί η ενάγουσα και στο οποίο καταγράφεται η ημερομηνία ταχυδρόμησης της απόφασης προς την εναγόμενη, ήτοι η 02/04/18, αντίγραφο απόδειξης αποστολής της απόφασης στην εναγόμενη και μέσω τηλεομοιότυπου στις 30/03/18 καθώς επίσης και σχετική κατάσταση οφειλομένων ποσών που τηρεί η αιτήτρια στην οποία φαίνεται ακόμη ως οφειλόμενο το επίδικο ποσό και την οποία κατάσταση προσυπογράφει ο ίδιος. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, υποστηριζόμενη από Ε/Δ ενός εκ των διευθυντών της. Η ένσταση της εναγόμενης περιστρέφεται γύρω από τους εξής άξονες: Α. Υπάρχει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και ως προς τα ποσά που οφείλονται αφού σύμφωνα με τα λογιστικά βιβλία της εναγόμενης το ποσό που έπρεπε η τελευταία να καταβάλει είναι €3.519,20 και όχι €7.000 ανά εξάμηνο που της επιβλήθηκε από την αιτήτρια (παρ.4). Β. Μετά την έκδοση της επίμαχης διοικητικής απόφασης, οι λογιστές της εναγόμενης έστειλαν στον Α. Παπανδρέου τις καθαρές εισπράξεις της πρώτης και ο τελευταίος συμφώνησε μαζί τους ότι το ορθό ποσό που έπρεπε να καταβάλει η εναγόμενη ήταν €3.519,20 και όχι το ποσό της απόφασης. Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού επισυνάπτεται ως Τεκ.1 επιστολή των λογιστών της ημερ. 28/06/18 προς την ενάγουσα με την οποία την ενημερώνουν ότι με βάση τα βιβλία της εναγόμενης οι καθαρές εισπράξεις από διαφημίσεις για το έτος 2017 ανέρχονται στις €659.
- Επί της ίδια επιστολής αναγράφονται χειρόγραφα κάποιοι μαθηματικοί υπολογισμοί οι οποίοι κατά τον ομνύοντα συνιστούν τον υπολογισμό του ορθού ποσού που συμφωνήθηκε με τον Παπανδρέου (παρ.5). Γ. Η απόκρυψη της πιο πάνω συμφωνίας με τον Παπανδρέου, η οποία συμφωνία κατά την εναγόμενη, ακύρωσε την απόφαση της 29/03/18 καθώς επίσης και η σωρεία άλλων αγωγών που έχει καταχωρήσει η ενάγουσα εναντίον της εναγόμενης για τέλη διαφημίσεων καταδεικνύει αφ' ενός το αυθαίρετο της μαρτυρίας του Παπανδρέου και το καταχρηστικό της αίτησης και αφ' ετέρου ότι η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση. (παρ 6, 7 και 11). Δ. Η καθ' ης η αίτηση έχει, πρόσθετα των πιο πάνω και καλή νομική υπεράσπιση στην αγωγή, αφού αφ' ενός ο Κανονισμός επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση της αιτήτριας έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού του Νόμου και αφ' ετέρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της. Εφόσον δεν ζητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών τελικών αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, ειδική αναφορά σε αυτό, κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και την πρόσφατη απόφαση BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Το ότι στην παρούσα υπόθεση πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18, δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι η εκπλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι το κατά πόσο με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατέθεσε η ενάγουσα, απέδειξε αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη απαίτηση καθώς επίσης και ότι σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται η τελευταία, η εναγόμενη έχει καταδείξει την ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης. Επί αυτών των θεμάτων παρατηρώ τα εξής. Η θέσμια διοικητική εξουσία της ενάγουσας να υπολογίζει τα έσοδα των προσώπων που εμπίπτουν στον έλεγχο και αρμοδιότητα της με βάση το Ν.7(Ι)/98, όπως τέτοιο πρόσωπο είναι η εναγόμενη, δεν αμφισβητείται, όπως και δεν αμφισβητείται η υποχρέωση της τελευταίας, δυνάμει του ίδιου Νόμου, αφ' ενός να προσκομίζει στην ενάγουσα καταστάσεις και καταλόγους των εσόδων της από τις διαφημίσεις και αφ' ετέρου να καταβάλλει στην ενάγουσα ποσοστό επί των εσόδων αυτών. Ούτε όμως αμφισβητείται ότι με βάση το Νόμο παρέχονται διοικητικές εξουσίες στην ενάγουσα, σε περίπτωση που δεν υποβληθούν κατάλογοι και δεν καταβληθεί το ανάλογο τέλος, να υπολογίσει η ίδια τα έσοδα ενός σταθμού «.λαμβάνοντας υπόψη την υψηλότερη τιμή των καταλόγων άλλων σταθμών.» και να επιβάλει η ίδια τα τέλη που θεωρεί ότι θα πρέπει να καταβληθούν πλέον τόκο 9% (βλ. Κ.45
(4),
(5)και Κ.48 ΚΔΠ 10/2000) και να απαιτήσει την πληρωμή τους. Το ουσιαστικό όμως στην παρούσα υπόθεση είναι ότι δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε έγκαιρα με τις θέσμιες υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να ασκήσει τις διοικητικές εξουσίες της και να λάβει τη διοικητική απόφαση της 29/03/18, απόφαση την οποία η εναγόμενη δεν αρνείται ότι την πληροφορήθηκε και ότι δεν την αμφισβήτησε μέσω προσφυγής. Υπενθυμίζω ότι η ουσία της ένστασης της εναγομένης περιστρέφεται γύρω από τα γεγονότα που κατ' εκείνη ακολούθησαν της επίμαχης απόφασης και που κατά την τελευταία καταδεικνύουν εσφαλμένο υπολογισμό των εσόδων της από την ενάγουσα και κατ' επέκταση εσφαλμένο υπολογισμό του τέλους που θα έπρεπε να καταβάλει στην αιτήτρια. Μάλιστα δε, η εναγόμενη επικαλείται τη σύναψη μεταγενέστερης συμφωνίας με την ενάγουσα, ήτοι στις 28/06/18, μέσω του Α. Παπανδρέου, με την οποία συμφωνία ισχυρίζεται ότι ακυρώθηκε η απόφαση της 29/03/18. Τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα καθώς και η αναφορά της ίδιας της εναγόμενης σε άμεση εμπλοκή του Παπανδρέου στην υπόθεση, καταδεικνύουν τόσο τη φύση της παρούσας αξίωσης ως οφειλή που πηγάζει από επιβολή τελών που επιβλήθηκαν με απόφαση διοικητικού οργάνου όπως είναι η ενάγουσα όσο και την ιδιότητα και την ικανότητα του Παπανδρέου να υποστηρίξει την αξίωση ενόρκως κατά θετικό και επαρκή τρόπο. Πρόσθετα τούτου όμως, τα όσα γεγονότα αναφέρει ο Παπανδρέου δεν επιβεβαιώνονται μόνο από την ίδια την εναγόμενη αλλά και από την πραγματική μαρτυρία που ως εκ της θέσης του ο πρώτος έχει στην κατοχή του και έχει παρουσιάσει μέσω της Ε/Δ του και η οποία δεν έχει αντικρουστεί ή αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι την αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε με την εναγόμενη και την απόδειξη αποστολής της απόφασης τόσο στη διεύθυνση όσο και στον αριθμό φαξ της εναγόμενης. Παρεμβάλλω εδώ την αρχή δικαίου ότι η επιβολή διοικητικών τελών προσλαμβάνει ανέκκλητο χαρακτήρα για σκοπούς είσπραξης τους εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της με την ανάλογη προσφυγή (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου ν. James Peter (Pazaraki),
(2004)2 Α.Α.Δ. 524) καθώς επίσης και την αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και μέχρι την ακύρωση τους από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι σχετικοί κανονισμοί, παραμένουν ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα. (βλ. σχ. Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079 και Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408). Τα όσα επομένως ισχυρίζεται η εναγόμενη περί εσφαλμένου υπολογισμού των εσόδων της και του τέλους που κατ' εκείνη θα έπρεπε κανονικά να καταβάλει στην ενάγουσα, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα πολιτική υπόθεση είτε ως υπεράσπιση είτε άλλως πώς, εφόσον η επίδικη αξίωση αφορά σε οφειλή που πηγάζει από επιβολή τελών που επιβλήθηκαν με απόφαση διοικητικού οργάνου όπως είναι η ενάγουσα και η διεκδίκηση του επίδικου ποσού μέσω αγωγής δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος, ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη που στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου (βλ. Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1424). Υπενθυμίζω ότι σε αιτήσεις αυτής της φύσης, η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782). Συνεπώς, για σκοπούς της παρούσας πολιτικής διαδικασίας, ούτε αναμένεται αλλά ούτε και θα πρέπει να προσκομισθεί μαρτυρία για οποιοδήποτε θέμα πέραν του ότι επιβλήθηκαν κάποια διοικητικά τέλη τα οποία παράγουν έννομα αποτελέσματα και τα οποία κοινοποιήθηκαν στον διοικούμενο και δεν έχουν ούτε ανακληθεί, ούτε ακυρωθεί αλλά ούτε και εξοφληθεί. Το ουσιώδες ζήτημα για το πολιτικό Δικαστήριο είναι η δημιουργία και η ύπαρξη της οφειλής και όχι η διοικητική λειτουργία που ακολουθήθηκε για τη δημιουργία της. Από τη στιγμή που η απόφαση της ενάγουσας δεν έχει ρητά ανακληθεί από την ίδια ή ακυρωθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, η αμφισβήτηση της μπορεί να γίνει μόνο με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. Ζήνων Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)3 Α.Α.Δ. 453 και Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, «.εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου
- Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. θέματα όπως.το ύψος των τελών, είναι σαφώς θέματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και έτσι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στην παρούσα διαδικασία. Η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης παραμένει ως δεδομένο, εφόσον αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί εντός της προνοούμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας με αίτηση ακυρώσεως.» Δεν παραγνωρίζω ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί σύναψης συμφωνίας για «μεταβολή» ή «ακύρωση» της απόφασης της 29/03/18 άπτεται και του ύψους του χρέους που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή αλλά και του καλόπιστου της, όπως και δεν παραγνωρίζω ότι δεν επιχειρήθηκε να απαντηθεί ο ισχυρισμός αυτός ή να αντεξεταστεί ο ομνύοντας στην ένσταση. Πέραν όμως του ότι η κατ' ισχυρισμό «συμφωνηθείσα ακύρωση» της απόφασης της 29/03/18 δεν επιβεβαιώνεται από καμία μαρτυρία εφόσον καμία μεταγενέστερη διοικητική ή δικαστική απόφαση προς τούτο έχει προσκομισθεί από πλευράς εναγόμενης, τα στοιχεία που παρέθεσε η τελευταία προς επίρρωση του ισχυρισμού της περί σύναψης «ακυρωτικής» συμφωνίας με τον Παπανδρέου εκ μέρους της ενάγουσας, ουδόλως επιβεβαιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό ώστε να επιβάλλεται η αμφισβήτηση του από την τελευταία. Εξηγώ. Η επιστολή της 28/06/19 που επεσύναψε η εναγόμενη απευθύνεται γενικά και αόριστα στην ενάγουσα χωρίς καμία αναφορά στον Παπανδρέου ή σε άλλο λειτουργό της ενάγουσας, ενώ το μόνο που αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή είναι ότι τα έσοδα της εναγόμενης για το 2017 ανέρχονται στις €659.33 και τίποτε άλλο. Ισχυρίζεται βέβαια η εναγόμενη ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που προστέθηκαν στην επιστολή συνιστούν τα κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέντα με τον Παπανδρέου ποσά. Τίποτα όμως στην επιστολή ή στις χειρόγραφες σημειώσεις δεν καταδεικνύει είτε το πότε είτε από ποιον είναι που καταγράφηκαν χειρόγραφα τα εν λόγω ποσά ενώ ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι πουθενά δεν φαίνεται ότι τα εν λόγω ποσά έτυχαν της συμφωνίας και αποδοχής του Παπανδρέου και κατ' επέκταση της ενάγουσας ως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Αντιθέτως, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 28/08/18, ήτοι μετά την επιστολή της εναγόμενης, υποδηλοί ότι η ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε με τα όσα χειρόγραφα καταγράφονται στην επιστολή Τεκ.1 αλλά επέμεινε και επιμένει στα ποσά που επιβλήθηκαν με την απόφαση της 29/03/
- Η πιο πάνω διαπίστωση σφραγίζει και την τύχη των ισχυρισμών της εναγόμενης περί απόκρυψης γεγονότων από πλευράς Παπανδρέου και ενάγουσας ενώ το ότι η τελευταία καταχώρησε και άλλες αγωγές συ σύντομο διάστημα για την είσπραξη άλλων διοικητικών τελών που επίσης δεν πληρώθηκαν από την εναγόμενη, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Σε αντίθεση επομένως με την ενάγουσα η οποία έχει καταδείξει με τη μαρτυρία της τη δημιουργία, την ύπαρξη και την εκκρεμότητα της επίδικης οφειλής, απ' όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθούν οι ισχυρισμοί της εναγόμενης, οι οποίοι αφορούν στις ενότητες Α, Β και Γ ανωτέρω της ένστασης, αυτοί παρέμειναν μετέωροι και αβάσιμοι ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούν ούτε να θεωρηθούν ότι συνιστούν καλή υπεράσπιση επί των γεγονότων της υπόθεσης σε αντίθεση . Παραμένει προς εξέταση η νομική υπεράσπιση που η εναγόμενη υποστηρίζει ότι έχει, ήτοι ότι αφ' ενός ο Κανονισμός επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση της αιτήτριας έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού του Νόμου και αφ' ετέρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, η θέση αυτή της εναγόμενης υπόκειται σε απόρριψη. Πέραν του ότι συνιστά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση Νόμο, η ενάγουσα, σύμφωνα με το αρ. 3
(3)του Ν.7(Ι)/98, μπορεί να ενάγει και να ενάγεται ενώ μπορεί επίσης να λάβει η ίδια δικαστικά μέτρα για την πληρωμή οποιωνδήποτε τελών, διοικητικών προστίμων ή οποιωνδήποτε άλλων οφειλών εναντίον οποιουδήποτε προσώπου και δύναται να εισπράξει αυτά με όλα τα δικαστικά έξοδα «.ως χρέος που οφείλεται στην Αρχή.» (βλ. Κ.48 ΚΔΠ 10/2000). Προς υποστήριξη της περί του αντιθέτου θέσης της, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αντίθετα με το λεκτικό του Κ.48 ανωτέρω, το αρ. 41(Β) του Ν.7(Ι)/2000 αναφέρει ότι «.σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Αρχή διοικητικών προστίμων, η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.». Η επί του προκειμένου όμως θέση της εναγόμενης στερείται ερείσματος για δύο λόγους. Κατά πρώτο, πανομοιότυπος ισχυρισμός εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αντέννα πιο πάνω, η οποία επίσης αφορούσε σε αίτηση της εδώ ενάγουσας για συνοπτική απόφαση σε σχέση με διοικητικό πρόστιμο που εκεί επέβαλε και η οποία, αντίθετα με τα όσα υποστήριξε στην αγόρευση της ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης, δεν περιορίστηκε μόνο σε εξέταση θεμάτων αντισυνταγματικότητας. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση την οποία παρέθεσε αυτούσια στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση ότι η υπό κρίση φερόμενη ως νομική υπεράσπιση, συνιστούσε «καλή υπεράσπιση» για σκοπούς της Δ.18, σε σχέση με αγωγές αυτής της φύσης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Αντέννα, περιλαμβανομένων και των εκεί παρατεθέντων αποσπασμάτων από τις σχετικές πρωτόδικες αποφάσεις, τα οποία υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας αίτησης: «Στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης στην Έφεση Aρ. 3/08, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει:- .Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση νόμου. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος με βρίσκει σύμφωνη αφού τα εν λόγω άρθρα προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα με βάση το Αρθρο 41(β)
(3)του σχετικού νόμου λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο από τη Δημοκρατία, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος ερμηνείας του εν λόγω άρθρου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γίνει αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού αυτού είναι ορθός και συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτό και όχι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία θα καταστρατηγούσε και το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της αρχής.» Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του αντίστοιχου πρωτόδικου δικαστηρίου στην Εφεση Aρ. 60/08. Σχετικές είναι οι σελίδες 8-12 της πρωτόδικης απόφασης. . Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην Έφεση Aρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας). Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του Άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Οι διαπιστώσεις και των δύο πρωτόδικων δικαστών επί του σημείου αυτού, είναι ορθές. . Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε την υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ.
- . Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο. Από τα ενώπιόν μας στοιχεία, οι δύο πλήρως εμπεριστατωμένες αποφάσεις των αντίστοιχων πρωτόδικων δικαστηρίων να εκδώσουν συνοπτικές αποφάσεις εναντίον των Εφεσειόντων, βρίσκοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, είναι απόλυτα ορθές.» Στη βάση του λόγου της Αντεννα ανωτέρω συνεπώς, ούτε η υπό στοιχείο Δ ενότητα των λόγων ένστασης της εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση δύναται να επιτύχει. Κατά δεύτερο, ακόμη όμως και να υπήρχε περιθώριο διαφοροποίησης της παρούσας υπόθεσης από το ρητό λόγο της Αντέννα ανωτέρω που δεν υπάρχει, η ερμηνεία που δίνει η εναγόμενη στο αρ.41(Β) του Ν.7(Ι)/98 και στον Κ.48 ΚΔΠ 10/200 στερείται ερείσματος σε τέτοιο βαθμό που δεν δικαιολογεί να της δοθεί άδεια να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτό γιατί το πεδίο εμβέλειας των δύο νομοθετικών προνοιών που επικαλείται η εναγόμενη προς υποστήριξη της θέση της προβάλλει να είναι εντελώς διαφορετικό και να μη συνάδει με τις θέσεις της τελευταίας. Το αρ.41(Β) αναφέρεται να αφορά αποκλειστικά σε επιβολή και είσπραξη διοικητικών προστίμων και καμία αναφορά κάμνει στην εξουσία της ενάγουσας να επιβάλει και να εισπράττει η ίδια διοικητικά τέλη μέσω της δικαστικής οδού, εξουσίες που μόνο στο αρ. 24 του Ν.7(Ι)/98 και στους Κ.45 και Κ.48 ΚΔΠ 10/2000 αναφέρονται. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, καμία καλή και βάσιμη υπεράσπιση δεν έχει καταδείξει να έχει η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, η αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 14/02/19 επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €7000 πλέον τόκο 9% από 01/01/
- Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης, τα έξοδα της αγωγής και της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση - Είσπραξη Διοικητικών Τελών [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο