ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής:963/12, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:963/12 Μεταξύ: xxxxx ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ Ενάγοντας και
- xxxxx ΜΙΧΑΗΛ, από Λεμεσό
- ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Αναστασίου Για Εναγόμενους: κ. Φ. Σωφρονίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, επαγγελματίας οδηγός ταξί, αξιώνει από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στη Λεωφόρου Μακαρίου Γ στη Λεμεσό (εφ' εξής λεωφόρος) στις 31/12/
- Είναι ειδικότερα η εκδοχή του ενάγοντα ότι: «Κατά ή περί την 31/12/11 και ενώ ο Ενάγοντας σταμάτησε το ως άνω περιγραφόμενο αυτοκίνητο του σε χώρο στάσης λεωφορείων επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ στη Λεμεσό με δυτική φορά και συγκεκριμένα έναντι της Pizza Hut, ο εναγόμενος 1 ο οποίος κατά τον αυτόν χρόνο ευρισκόταν εντός του σταθμευμένου αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής XXXXX88 τόσο αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του έθεσε αυτό σε κίνηση και/ή απότομα επιχείρησε εκκίνηση αυτού με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου του ενάγοντα να επέλθει σύγκρουση και ο ενάγοντας να υποστεί σωματικές βλάβες, ειδικές ζημιές, απώλειες και έξοδα». Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι από το ατύχημα υπέστη διάστρεμμα εξ' υπερεκτάσεως τύπου whiplash injury της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης το οποίο του προκάλεσε έντονους πόνους για ένα μήνα περίπου στη συνέχεια και για τη θεραπεία του οποίου αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει αυχενικό κολλάρο και να λάβει φαρμακευτική αγωγή». Σημειώνω εδώ ότι η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 αφορά στην ιδιότητα της ως η κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου 1, η οποία έχει θέσμια υποχρέωση να καλύψει οποιαδήποτε ποσά ήθελαν επιδικαστούν εναντίον του τελευταίου και υπέρ του ενάγοντα. Στην αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι, με την κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα, σύμφωνα με την οποία γι' αυτό ευθύνεται αποκλειστικά ή σε μεγάλο βαθμό ο ενάγοντας. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι: «Κατά ή περί τις 31/12/2011 και περί ώρα 14:30 το αυτοκίνητο με υπ. αρ. εγγραφής XXXXX88 . ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ.2 οδηγείτο νόμιμα και/ή κανονικά από τον εναγόμενο αρ.1 με δυτική κατεύθυνση στη βοηθητική λωρίδα στάθμευσης που βρίσκεται στην αριστερή μεριά της Λεωφόρου Μακαρίου Γ στη Λεμεσό, . μεταξύ των φώτων τροχαίας του Café Pari και των φώτων τροχαίας Ναάφης στη Λεμεσό. Ενώ το αυτοκίνητο (του εναγόμενου 1) βρισκόταν στη μέση περίπου της πιο πάνω λωρίδας και κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα με πρόθεση να εισέλθει στην κανονική λωρίδα κυκλοφορίας, ο ενάγοντας που οδηγούσε το υπ' αρ. εγγραφής XXXXX60 αυτοκίνητο . επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ στη Λεμεσό, στο ίδιο σημείο και στην ίδια κατεύθυνση που οδηγούσε . ο εναγόμενος 1, οδηγούσε τόσο αμελώς και//ή απρόσεκτα και/ή κατά παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών με αποτέλεσμα στην προσπάθεια του να εισέλθει στη ρηθείσα βοηθητική λωρίδα ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου (του εναγόμενου 1) και συγκρούστηκε μαζί του». Ως προς τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες του ενάγοντα οι εναγόμενοι τις απορρίπτουν ως προϋπάρχουσες και/ή υπερβολικές και/ή εξογκωμένες και/ή άσχετες με το ατύχημα. Πρόσθετα των πιο πάνω, με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι είχαν εγείρει και προδικαστική ένσταση στην περαιτέρω προώθηση της αγωγής λόγω δεδικασμένου καθώς και ανταπαίτηση για τις ζημιές που υπέστη το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
- Στην πορεία όμως τόσο η προδικαστική ένσταση όσο και η ανταπαίτηση των εναγομένων αποσύρθηκαν. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες στο σύνολο, δύο εκ μέρους του ενάγοντα, ήτοι ο ίδιος ως ΜΕ1 και ο ορθοπεδικός Δρ. xxx Ανδρέου ως ΜΕ2 και δύο εκ μέρους των εναγομένων, ήτοι ο ορθοπεδικός Δρ. xxx Γεωργίου ως ΜΥ1 και ο εναγόμενος 1 ως ΜΥ
- Όσον αφορά τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα, δηλώθηκε ως παραδεκτό επί πλήρους ευθύνης το συνολικό ποσό των €1727, το οποίο καθορίστηκε να αφορά στις ζημιές του οχήματος του ενάγοντα και στα έξοδα του Δρ. Ανδρέου, ενώ δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης του XXXXX60, ότι ο εναγόμενος 1 ήταν οδηγός του XXXXX88 και η εναγόμενη 2 ιδιοκτήτρια του, ότι το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος καλυπτόταν με ασφαλιστήριο έγγραφο που είχε εκδώσει η εναγόμενη 2 και ότι το ατύχημα επεσυνέβη στις 31/12/2011 στη Λεωφόρου Μακαρίου Γ στη Λεμεσό. Για τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η ουσία της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα έλαβε τη μορφή της γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) στην οποία επαναλήφθηκαν ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο του τόσο ως προς το ατύχημα όσο και ως προς τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του. Πρόσθετα τούτων ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι «αν και ο βαθμός πόνου του τραύματος μου στον αυχένα έχει υποχωρήσει εντούτοις αυτός επανέρχεται κατά διαστήματα με αποτέλεσμα να χρήζω συνεχούς φαρμακευτικής αγωγής». Αντεξεταζόμενος ως προς το πώς έγινε το ατύχημα, ο ενάγοντας ανέφερε ότι είχε σταματήσει σε βοηθητική λωρίδα της λεωφόρου, η οποία χρησιμοποιείται για σκοπούς της στάσης λεωφορείου που υπάρχει εκεί, για να μεταβεί σε παρακείμενο περίπτερο. Το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του ήταν στραμμένο προς τα δυτικά, ήτοι προς Πάφο και το πίσω μέρος προς τα ανατολικά, ήτοι προς το Café Paris. Ήταν δηλαδή, το όχημα του, ευθυγραμμισμένο και σταθμευμένο παράλληλα με τη λεωφόρο. Ισχυρίστηκε δε ο ενάγοντας ότι μόλις έβγαλε τη ζώνη του και επιχείρησε να κατεβεί, ένιωσε το όχημα του εναγόμενου να κτυπά στο πίσω μέρος του δικού του οχήματος και ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι από τη σύγκρουση, το δικό του όχημα έπαθε ζημιά στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό. Του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, ότι δεν συνάδει το σημείο που υπέστη ζημιά το όχημα του, ήτοι στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό, με τον ισχυρισμό του ότι το ήταν σταθμευμένος παράλληλα και ευθυγραμμισμένα με τη λεωφόρο. Αντιθέτως, του υπέβαλε ο συνήγορος, τα συγκεκριμένα σημεία που υπέστηκαν ζημιές τα δύο οχήματα, ήτοι στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου 1 και στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό του οχήματος του δικού του οχήματος, συνάδει με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η σύγκρουση έγινε όταν αυτός, δηλαδή ο ενάγοντας, επιχειρώντας να εισέλθει από τη λεωφόρο αριστερά στη βοηθητική λωρίδα, έκανε απότομη αριστερή στροφή και ανέκοψε από τα δεξιά την πορεία του εναγόμενου 1, ο οποίος κινείτο στη βοηθητική λωρίδα με σκοπό να εισέλθει δεξιά στη λεωφόρο. Προς επίρρωση της υποβολής του, ο συνήγορος των εναγομένων υπέδειξε στο μάρτυρα φωτογραφία και σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκ.2 και 3) τα οποία δείχνουν το μπροστινό μέρος του οχήματος του ενάγοντα να βρίσκεται μερικώς στη βοηθητική λωρίδα με κλίση λοξώς αριστερά και διαγώνια προς το πεζοδρόμιο και το πίσω μέρος μερικώς στη λεωφόρο και το όχημα του εναγόμενου 1 να βρίσκεται εντός της βοηθητικής λωρίδας, σχεδόν παράλληλο με τη λεωφόρο αλλά με ελαφριά κλήση προς τα δεξιά, ήτοι προς τη λεωφόρο, με το μπροστινό δεξιό μέρος του να εφάπτεται σχεδόν της πίσω αριστερής πόρτας και φτερού του οχήματος του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αναγνώρισε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα στη φωτογραφία και στο σχεδιάγραμμα και δέχτηκε ότι όντως σε κάποια στιγμή αυτά βρέθηκαν στη θέση που τα εν λόγω έγγραφα δείχνουν. Ισχυρίστηκε όμως ότι δεν ήταν αυτή η θέση των οχημάτων όταν έγινε η σύγκρουση αλλά η τελική θέση που έλαβαν μετά τη σύγκρουση, εφόσον, ως ισχυρίστηκε, ο εναγόμενος 1 είχε διανύσει 10 -12 μέτρα πριν τον κτυπήσει στο πίσω μέρος του οχήματος του και «με τη φόρα που μου φάτσιησε έσυρε με . με έβγαλε έξω». Το πώς όμως έπαθε ζημιά η πίσω αριστερή πόρτα και φτερό του οχήματος του ενώ το κτύπημα ήταν στο πίσω μέρος και ενόσω ήταν σταθμευμένος παράλληλα με το δρόμο, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ο ενάγοντας ότι μετά τη σύγκρουση ο εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι «είναι υπεύθυνος μιας ασφαλιστικής» και τον καθησύχασε ότι όλες οι ζημιές του οχήματος του θα επιδιορθώνονταν. Όταν όμως του ανέφερε ότι ένιωθε πόνο στον αυχένα, ο εναγόμενος 1 αντέδρασε και ζήτησε να κληθούν οι ασφάλειες επί τόπου. Όσον αφορά τους τραυματισμούς του, αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ανέφερε ότι πήγε στο νοσοκομείο την ίδια ημέρα διότι πονούσε όμως επειδή ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και υπήρχε μεγάλη ουρά αναμονής, έφυγε και επισκέφθηκε τον Δρ. Ανδρέου τρεις μέρες αργότερα, ήτοι στις 03/01/2012, ο οποίος αφού τον εξέτασε και του σύστησε σχετική θεραπεία, τον εφοδίασε με σχετικό πιστοποιητικό στις 09/01/
- Τέλος, ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο Δρ. Ανδρέου του σύστησε όπως φορεί το κολλάρο για τρεις εβδομάδες, όπως ακολουθήσει φυσιοθεραπεία και όπως προσέλθει εκ νέου για επανεξέταση μετά από ένα μήνα. Αυτός όμως επειδή είχε ανάγκη να συνεχίσει να εργάζεται, δεν προέβη στις φυσιοθεραπείες, χρησιμοποίησε το κολάρο μόνο για δεκαπέντε μέρες και δεν ξαναπήγε για επανεξέταση. Μέχρι σήμερα, ισχυρίστηκε, νιώθει κατά διαστήματα ενοχλήσεις στον αυχένα οι οποίες τον αναγκάζουν να παίρνει παυσίπονα. Ο Δρ. Ανδρέου, ο οποίος κατέθεσε ως ΜΕ2, υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του το πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 09/01/2012 (Τεκ.1) σύμφωνα με το οποίο, μετά που εξέτασε τον ενάγοντα στις 03/01/2012 διαπίστωσε ευαισθησία κατά την πίεση σε ολόκληρη την οπίσθια επιφάνεια του αυχένος, περιορισμένες και επώδυνες κινήσεις με σύσπαση των μυών και ότι η πρόσθια κάμψη και έκταση προκαλούσε πόνο και μούδιασμα που επεκτείνετο και στα δύο πάνω άκρα. Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις του, ο μάρτυρας διέγνωσε διάστρεμμα εξ' υπερεκτάσεως τύπου whiplash injury της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, για τη θεραπεία του οποίου σύστησε αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη φάρμακα και αυχενικό κολλάρο. Ως ανέφερε ο μάρτυρας, ο ενάγοντας δεν επανήλθε για επανεξέταση ως του σύστησε και θεωρεί ότι ο λόγος για αυτό ήταν διότι η συστηθείσα θεραπεία απεδείχθη αποτελεσματική. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς ως προς την ορθότητα της διάγνωσης του whiplash injury, με τη θέση της υπεράσπισης να είναι ότι τέτοιος τραυματισμός προκαλείται μόνο όταν το κεφάλι κινηθεί μπρος - πίσω, ως είναι η κίνηση όταν το κτύπημα είναι από πίσω, και όχι δεξιά - αριστερά ως είναι η αναμενόμενη κίνηση όταν το κτύπημα είναι από τα πλάγια όπως στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή, ισχυριζόμενος ότι το whiplash injury δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας το οποίο μπορεί μεν να πήρε την ονομασία του από το γεγονός ότι κατά κανόνα προκαλείται μετά από κίνηση μπροστά - πίσω, όμως ως διάστρεμμα που είναι, μπορεί να προκληθεί με οποιοδήποτε τρόπο και από οποιαδήποτε κίνηση. Ο εναγόμενος 1 κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β) στην οποία επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγοντας του ανέκοψε την πορεία του εντός της βοηθητικής λωρίδας. Ήταν ειδικότερα η θέση του ότι αυτός είχε προηγουμένως σταματήσει στη βοηθητική λωρίδα για να αγοράσει εφημερίδα από το παρακείμενο περίπτερο και φεύγοντας, άρχισε να οδηγά κατά μήκος της λωρίδας με χαμηλή ταχύτητα και με πρόθεση να εισέλθει δεξιά στη λεωφόρο ώστε να κατευθυνθεί δυτικά. Όταν διάνυσε περί τα 10 - 12 μέτρα εντός της βοηθητικής λωρίδας, του ανέκοψε απότομα την πορεία ο ενάγοντας, ο οποίος, ενώ οδηγούσε εντός της λεωφόρου επίσης με δυτική κατεύθυνση, έστριψε απότομα αριστερά, ήτοι προς την στάση του λεωφορείου για να παραλάβει «. δύο άτομα . του ένεψαν για να σταματήσει.». Είναι λοιπόν αναληθές, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1, ότι κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του ενάγοντα αφού η σύγκρουση έγινε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του και την πίσω αριστερή πόρτα και φτερό του οχήματος του τελευταίου, όπως δηλαδή φαίνεται στη φωτογραφία τεκμήριο 2 την οποία ο ίδιος έλαβε με το κινητό του τηλέφωνο αμέσως μετά το ατύχημα. Υπεβλήθη στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι «είδες τον ενάγοντα να διασχίζει το δρόμο αλλά δεν έλαβες τα απαραίτητα μέτρα για να του δώσεις προτεραιότητα». Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ισχυριζόμενος ότι αν και η προσοχή του ήταν στραμμένη προς τη λεωφόρο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ήτοι προς τα δεξιά, ουδέποτε ο ενάγοντας εκδήλωσε την πρόθεση του να στρίψει αριστερά στη βοηθητική λωρίδα εξ' ου και τον αντιλήφθηκε μόνο τη στιγμή της σύγκρουσης. Κατά το μάρτυρα, η «έγνοια του» ήταν τα αυτοκίνητα που έρχονταν από τη λεωφόρο και ως εκ τούτου, την προσοχή του θα την έστρεφε προς τα εμπρός όταν θα έφτανε στο τέρμα της βοηθητικής λωρίδας όταν και θα εισέρχετο στη λεωφόρο. Ο Δρ. Γεωργίου, ο οποίος κλήθηκε από την υπεράσπιση για να καταθέσει αναφορικά με τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του ενάγοντα, ανέφερε ότι τον τελευταίο ουδέποτε τον εξέτασε και ότι ενεπλάκη στην υπόθεση πρόσφατα όταν του ζήτησε ο δικηγόρος των εναγομένων να καταθέσει ως μάρτυρας και να σχολιάσει το πιστοποιητικό του Δρ. Ανδρέου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το γεγονός ότι ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον γιατρό του τρεις μέρες μετά το ατύχημα και ότι δεν φαίνεται να χρειάστηκαν να ληφθούν ακτινογραφίες του αυχένα, καταδεικνύει ότι αν υπήρχε τραυματισμός, αυτός ήταν ελαφριάς μορφής. Ως προς το είδος του τραυματισμού, ο μάρτυρας κάμνωντας αναφορά σε σχετική ιατρική βιβλιογραφία (Τεκ. 4 και 5), ανέφερε ότι ορθά μεν ο Δρ. Ανδρέου χρησιμοποιεί τον όρο διάστρεμμα στο πιστοποιητικό του, εσφαλμένα όμως το χαρακτηρίζει ως whiplash injury. Κατά το μάρτυρα, ο τραυματισμός τύπου whiplash injury μπορεί να επέλθει μόνο μετά από απότομη κίνηση του αυχένα μπρος - πίσω και συνεπώς, αν η σύγκρουση έγινε όπως ισχυρίζεται η πλευρά των εναγομένων και φαίνεται στο σχεδιάγραμμα και φωτογραφία, (Τεκ.2 και 3), ήτοι από τα πλάγια, αν προκλήθηκε διάστρεμμα του αυχένα, δεν ήταν τύπου whiplash injury. Υπεβλήθη στο μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα ότι αν και το κτύπημα ήταν «διαγώνιο», ήτοι «.στην πίσω αριστερή γωνιά του αυτοκινήτου του ενάγοντα.», ήταν εντούτοις τόσο δυνατό που εύκολα μπορούσε το κεφάλι του ενάγοντα να κινηθεί μπρος - πίσω. Παραπέμποντας στη φωτογραφία Τεκ.2, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εφόσον η οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου φαίνεται ανέπαφη και οι ζημιές παρουσιάζονται στην πλαϊνή πίσω πόρτα του οχήματος του ενάγοντα, επρόκειτο προφανώς για πλαγιομετωπικό κτύπημα που κατά λογική συνέπεια δεν θα μπορούσε να προκαλέσει κίνηση του αυχένα μπρος - πίσω αλλά μόνο δεξιά - αριστερά. Επομένως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας αν επροκλήθη διάστρεμμα δεν μπορεί να ήταν τύπου whiplash injury. Ο μάρτυρας τέλος ανέφερε ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν ξανά επισκέφθηκε τον ιατρό του για σκοπούς επανεξέτασης και ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε φυσιοθεραπεία, επιβεβαιώνει αφ' ενός ότι αν όντως υπήρξε τραυματισμός, αυτός ήταν ελαφριάς μορφής και αφ' ετέρου καταδεικνύει ότι πολύ σύντομα μετά το ατύχημα, οι όποιοι τραυματισμοί του είχαν αποθεραπευτεί πλήρως. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Ασχολήθηκαν δε τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν τον καταμερισμό ευθύνης και την επιδίκαση αποζημιώσεων σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Ο κ. Αναστασίου υποστήριξε ότι η αξιόπιστη μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας και ο ΜΕ2 δικαιολογούν συμπέρασμα αποκλειστικής αμέλειας του εναγόμενου 1 και τραυματισμού του ενάγοντα συνεπεία του ατυχήματος. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ως προς το θέμα των αποζημιώσεων, ο συνήγορος υποστήριξε ότι στον ενάγοντα θα πρέπει να επιδικασθούν, πέραν από τις συμφωνηθείσες ειδικές ζημιές, γενικές αποζημιώσεις ύψους €6.
- Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Σωφρονίου υποστήριξε ότι ως θέμα πραγματικό, νομικό αλλά και λογικό, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου για αμέλεια. Ακόμη όμως και να απέδειξε τέτοια ευθύνη ο ενάγοντας, υποστήριξε ο συνήγορος, θα πρέπει και ο ίδιος να θεωρηθεί υπόλογος για συντρέχουσα αμέλεια, σε βαθμό μάλιστα μέχρι και 80%. Οι όποιες δε γενικές αποζημιώσεις τυχόν δικαιούται ο ενάγοντας, υποστήριξε ο συνήγορος, αν αποδείξει ότι τραυματίστηκε, δεν μπορούν να ξεπερνούν το ποσό των €1500 επί πλήρους ευθύνης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σημειώνω κατ' αρχήν ότι πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω να συνιστούν παραδεκτά γεγονότα, από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει να συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών ότι εκείνη τη μέρα έβρεχε και το ότι από τη σύγκρουση, τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα υπέστηκαν ζημιές, το μεν όχημα του ενάγοντα στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό, το δε όχημα του εναγόμενου 1, στο μπροστινό δεξιό μέρος. Για τα εν λόγω γεγονότα προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Στρεφόμενος τώρα στο επίδικο θέμα του πως επεσυνέβη το ατύχημα, υπενθυμίζω ότι οι άμεσα εμπλεκόμενοι, ενάγοντας και εναγόμενος 1 προέβαλαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Ο μεν ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ήταν σταθμευμένος στην βοηθητική λωρίδα, παράλληλα με τη λεωφόρο, όταν ο εναγόμενος κινήθηκε εντός της ίδιας λωρίδας με ταχύτητα και τον κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος του «σύροντας και βγάζοντας» το έξω από τη λωρίδα και προς τη λεωφόρο καταλήγοντας στις θέσεις και κλίσεις που φαίνονται στη φωτογραφία και σχεδιάγραμμα (Τεκ.2 και 3). Ο δε εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα στη βοηθητική λωρίδα με πρόθεση να μπει δεξιά στη λεωφόρο όταν ο ενάγοντας έστριψε απότομα αριστερά από τη λεωφόρο προς την βοηθητική λωρίδα, ανακόπτοντας την πορεία του εξ' ου και ο λόγος που τα δύο οχήματα φέρουν ζημιές στα συγκεκριμένα σημεία. Ως έχω ήδη αναφέρει, συνιστά κοινό έδαφος και εύρημα μου το πού ακριβώς είναι που τα δύο οχήματα έχουν υποστεί ζημιά. Ως πραγματική μαρτυρία συνεπώς, οι εν λόγω ζημιές συνιστούν χρήσιμο και ανεξάρτητο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα και την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. μεταξύ άλλων Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267). Πρόσθετα των ζημιών των δύο οχημάτων, πραγματική μαρτυρία συνιστά και η φωτογραφία Τεκ.2, η οποία είναι κοινώς αποδεκτό ότι δείχνει επακριβώς τόσο τις συγκεκριμένες ζημιές όσο και την τελική θέση των δύο οχημάτων μετά τη σύγκρουση. Αυτό που τελεί υπό αμφισβήτηση σε σχέση με την εν λόγω φωτογραφία είναι αν μετά τη σύγκρουση τα οχήματα παρέμειναν στη θέση που φαίνονται, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1 που έλαβε τη φωτογραφία ή αν συνεπεία της σύγκρουσης μετακινήθηκαν από την αρχική τους θέση στη θέση της φωτογραφίας, ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Το στοιχείο αυτό είναι βέβαια άρρηκτα συνδεδεμένο με την εκδοχή που ο κάθε εμπλεκόμενος προβάλλει και την οποία προχωρώ να αξιολογήσω. Στην παρούσα περίπτωση, το σημείο που βρίσκονται οι κοινώς αποδεκτές ζημιές των δύο οχημάτων δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογήσει την εκδοχή που προβάλλει ο ενάγοντας. Ως εύστοχα επεσήμανε και ο συνήγορος των εναγομένων κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, αν η σύγκρουση γινόταν με το πίσω μέρος του οχήματος του ενάγοντα την ώρα που αυτός ήταν σταθμευμένος παράλληλα με τον δρόμο, οι ζημιές θα ήταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, το οποίο στην παρούσα περίπτωση είναι ανέπαφο, και όχι στο πλάι και δη στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό. Ούτε όμως και η ελαφριά φύση των ζημιών των δύο οχημάτων, η οποία είναι κοινώς αποδεκτό ότι αντικατοπτρίζεται επακριβώς στη φωτογραφία Τεκ.2, υποστηρίζει την εκδοχή του ενάγοντα περί σύγκρουσης με τέτοια ταχύτητα που «πέταξε» ουσιαστικά το όχημα του μέσα στη λεωφόρο. Επισημαίνω εδώ ότι όπως διαπιστώνεται από το Τεκ.2, το όχημα του ενάγοντα είναι μεγαλύτερο από το όχημα του εναγόμενου 1 και συνεπώς, ως θέμα κοινής λογικής, για να κατάφερε ο εναγόμενος 1 να «σύρει» και να «πετάξει» τον ενάγοντα έξω από τη λωρίδα και μέσα στη λεωφόρο ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, θα έπρεπε να τον είχε χτυπήσει με τέτοια ταχύτητα και δύναμη που σίγουρα θα προκαλούσε και στα δύο οχήματα πολύ μεγαλύτερες και σοβαρότερες ζημιές από αυτές που φαίνονται στο Τεκ.
- Κοντολογίς, υπό το φως της κοινώς αποδεκτής και μη αμφισβητούμενης πραγματικής μαρτυρίας, η εκδοχή του ενάγοντα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον στερείται κάθε ερείσματος. Υπενθυμίζω ότι ούτε ο ενάγοντας μπόρεσε να εξηγήσει το εύλογο ερώτημα του πώς γίνεται να έχει ζημιές το όχημα του στο πλαϊνό αριστερό μέρος αφού κτυπήθηκε από πίσω ως ισχυρίστηκε και προς τούτο περιορίστηκε να παραπέμψει για την απάντηση στον εναγόμενο
- Δεν είναι όμως μόνο η πραγματική μαρτυρία που εκθεμελιώνει την επί του προκειμένου εκδοχή του ενάγοντα. Οι θέσεις που υποβλήθηκαν από πλευράς ενάγοντα κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγομένων και οι οποίες υποβολές τον δεσμεύουν, ήταν έκδηλα αντίθετες με την εκδοχή του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στον μεν εναγόμενο 1 υπεβλήθη η θέση ότι η σύγκρουση επήλθε λόγω του ότι ενώ είδε τον ενάγοντα «να διασχίζει το δρόμο», δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να του δώσει προτεραιότητα, θέση που υποδηλοί ότι πριν τη σύγκρουση ο ενάγοντας ήταν σε κίνηση και όχι σταματημένος ως ισχυρίστηκε, στο δε ΜΕ1 ότι το κτύπημα που δέχθηκε ο ενάγοντας ήταν διαγώνιο και συγκεκριμένα «λοξώς αριστερά», θέση που ρητά αναιρεί την εκδοχή στην οποία ο ενάγοντας επέμεινε κατηγορηματικά κατά την αντεξέταση του. Την ίδια στιγμή, η ίδια πραγματική μαρτυρία, ήτοι οι ζημιές των δύο οχημάτων, καθώς επίσης και οι ανωτέρω υποβολές της πλευράς του ενάγοντα, επιβεβαιώνουν την εκδοχή του εναγόμενου 1 ότι η σύγκρουση επεσυνέβη μετά που ο ενάγοντας έστριψε αριστερά από τη λεωφόρο προς τη βοηθητική λωρίδα και μπήκε μπροστά από το όχημα του με αριστερόστροφη κλίση, την ώρα που αυτός έκλινε προς τα δεξιά για να εισέλθει στη λεωφόρο. Θα πρέπει να επισημάνω εδώ όμως ότι σύμφωνα με τις ζημιές των δύο οχημάτων και την φωτογραφία Τεκ.2, για την οποία δέχομαι, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τη θέση του εναγόμενου 1 ότι δείχνει τη θέση που τα δύο οχήματα είχαν κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, φαίνεται ότι είναι το όχημα του εναγόμενου 1 που συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα και όχι το αντίστροφο καθώς επίσης και ότι πριν τη σύγκρουση, το όχημα του ενάγοντα είχε προλάβει να περάσει σχεδόν ολόκληρο μπροστά από το όχημα του εναγόμενου 1 εξ' ου και οι ζημιές σε αυτό είναι πίσω αριστερά. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τη θέση του εναγόμενου 1 ότι τη δεδομένη στιγμή δεν κοιτούσε μπροστά αλλά μόνο προς τα δεξιά του, υποδηλούν ότι δεν επρόκειτο για κλασσική περίπτωση ξαφνικής ανακοπής πορείας που δεν επέτρεπε οποιαδήποτε αντίδραση, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1, αλλά για περίπτωση όπου για λόγους που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο οδηγούσαν και οι δύο εμπλεκόμενοι, δεν κατέστη δυνατό ο εναγόμενος 1 να αντιληφθεί τον ενάγοντα. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, απορρίπτω στο σύνολο της την εκδοχή του ενάγοντα ως αναξιόπιστη ενώ με εξαίρεση τον ισχυρισμό περί ξαφνικής ανακοπής της πορείας χωρίς περιθώριο αντίδρασης, δέχομαι ως αξιόπιστη την εκδοχή του εναγόμενου 1, ο οποίος μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, Η πιο πάνω κατάληξη μου δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι ο εναγόμενος 1 δεν ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα. Το θέμα αυτό, ως νομικό που είναι, θα το εξετάσω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Προχωρώ τώρα στη μαρτυρία των δύο ιατρών ως προς τους κατ' ισχυρισμό ισχυρισμούς του ενάγοντα σημειώνοντας ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους επί των θεμάτων που κατέθεσαν δεν αμφισβητείται και συνεπώς τους αποδέχομαι ως τέτοιους ειδικούς. Η ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ1 έγκειτο περισσότερο σε σχολιασμό της ορθότητας της διάγνωσης του whiplash injury από το ΜΕ2 παρά σε αμφισβήτηση των ευρημάτων του τελευταίου, αφού, όπως και ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, ο ΜΕ2 και εξέτασε τον ενάγοντα αλλά και ήταν σε καλύτερη θέση να διαπιστώσει επ' ακριβώς τα συμπτώματα που ο τελευταίος παρουσίαζε τρεις μέρες μετά το ατύχημα. Ούτε όμως η θεραπεία που σύστησε στον ενάγοντα ο ΜΕ2 έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από τον ΜΥ1, ο οποίος απλά ανέφερε ότι ενδεχομένως εκείνος να ακολουθούσε κάποια διαφορετική προσέγγιση χωρίς όμως να θεωρεί εσφαλμένη την προσέγγιση του ΜΕ2 αν όντως αυτός είχε διαπιστώσει διάστρεμμα αυχένα. Συνεπώς, παρά το ότι οι εν λόγω γιατροί είχαν διαφορετική άποψη ως προς το ποιου είδους τραυματισμός δύναται να χαρακτηριστεί ως whiplash injury, εντούτοις και οι δύο συμφωνούν ότι οι μη αμφισβητούμενες διαπιστώσεις του ΜΕ2, ως αυτές καταγράφονται στο πιστοποιητικό του (Τεκ.1), συνάδουν με διάγνωση κάποιας μορφής διαστρέμματος αυχένα. Λαμβάνοντας αυτό επομένως υπόψη καθώς και ότι και οι δύο ιατροί δέχονται ότι τα συμπτώματα διαστρέμματος αυχένα μπορούν να εκδηλωθούν και να διαπιστωθούν και μετά από τρεις μέρες, θεωρώ ότι η ενασχόληση με το κατά πόσο ο επίδικος τραυματισμός ήταν διάστρεμμα τύπου whiplash injury ή άλλης φύσης διαστρέμματος, είναι ουσιαστικά ακαδημαϊκής σημασίας. Τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο ενάγοντας τη δεδομένη στιγμή, υποδηλούσαν, σύμφωνα και με τους δύο γιατρούς, ότι όντως υπέστη κάποιας μορφής διαστρέμματος αυχένα. Το ίδιο ακαδημαϊκή όμως καθίσταται και η συζήτηση σε σχέση με το βαθμό σοβαρότητας του εν λόγω διαστρέμματος αφού αμφότεροι οι ιατροί δέχονται ότι δεν επρόκειτο για σοβαρό διάστρεμμα και ότι ο ενάγοντας φαίνεται να αποθεραπεύτηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα αφού τελικά δεν χρειάστηκε να επισκεφθεί ξανά τον ιατρό του. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που αμφότεροι ΜΕ2 και ΜΥ1 μου έκαμαν ως μάρτυρες και ως εμπειρογνώμονες, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη και για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, προβαίνω, στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας τους, σε περαιτέρω εύρημα ότι συνεπεία του ατυχήματος, ο ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα αυχένα, όχι όμως σοβαρής μορφής, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με φαρμακευτική αγωγή και χρήση αυχενικού κολάρου και από το οποίο ο ενάγοντας αποθεραπεύτηκε σύντομα μετά το ατύχημα. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τον ενάγοντα, αντίθετα με τις συστάσεις του ΜΕ2, αυτός χρησιμοποίησε το αυχενικό κολάρο για 15, δεν προέβη σε φυσιοθεραπείες και δεν έμεινε να ξεκουραστεί για την πλήρη περίοδο που του συνεστήθη και όλα αυτά παρά το ότι εξακολουθούσε να νιώθει, όπως ισχυρίστηκε, έντονες ενοχλήσεις. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τα όσα ανέφεραν οι δύο γιατροί και ειδικότερα ο ΜΕ2, δηλαδή ο γιατρός του ενάγοντα, αφ' ης στιγμή ο τελευταίος αποφάσισε, παρά τις συστάσεις του θεράποντα ιατρού του, να μην ακολουθήσει και να διακόψει τη θεραπεία του μετά από 15 ημέρες, αυτό συνεπάγεται είτε ότι αποθεραπεύτηκε πλήρως μέσα σε αυτό το διάστημα είτε δεν αποθεραπεύτηκε, καθαρά όμως λόγω των δικών του πράξεων και παραλείψεων. Η θέση του ενάγοντα επομένως ότι οι ενοχλήσεις που ένιωθε 15 ημέρες μετά που επισκέφθηκε το ΜΕ2, αν όντως ένιωθε τέτοιες ενοχλήσεις, οφείλονται στο επίδικο ατύχημα, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, βρίσκω ότι το επίδικο ατύχημα έγινε όταν ο εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα κατά μήκος της βοηθητικής λωρίδας που βρίσκεται στην αριστερή μεριά της Λεωφόρου Μακαρίου Γ με δυτική κατεύθυνση, εκδήλωσε πρόθεση να εισέλθει δεξιά στη λεωφόρο και ο ενάγοντας, ο οποίος οδηγούσε εντός της λεωφόρου προς την ίδια με τον εναγόμενο 1 κατεύθυνση, αφού «πέρασε» τον εναγόμενο 1 χωρίς να αντιληφθεί την πρόθεση του να μπει στη λεωφόρο, έστριψε ξαφνικά το όχημα του αριστερά προς τη βοηθητική λωρίδα και μπροστά από τον τελευταίο. Επειδή ο εναγόμενος 1 έλεγχε μόνο την τροχαία κίνηση που ερχόταν από τα δεξιά του, δεν αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας είχε προλάβει να «μπει» σχεδόν εξ' ολοκλήρου μπροστά του, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόσει τα φρένα του ούτε να επιχειρήσει οποιοδήποτε ελιγμό και να χτυπήσει με το δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος του την πίσω αριστερή πλαϊνή πόρτα και φτερό του οχήματος του ενάγοντα. Από το ατύχημα ο ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα αυχένα, όχι όμως σοβαρής μορφής και για τη θεραπεία του, η οποία διήρκησε 15 μέρες, ο ενάγοντας φορούσε κολάρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αδιαμφισβήτητες είναι θεωρώ οι αρχές, που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου και το κριτήριο, όπως έχει, κατ' επανάληψη νομολογηθεί για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Όλα τα πιο πάνω συνοψίζονται γλαφυρότατα θεωρώ στο εξής απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018 Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.» Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα μου ανωτέρω και αντλώντας καθοδήγηση από τις σχετικές αποφάσεις στις οποίες αμφότεροι συνήγοροι με παρέπεμψαν ως προς το θέμα αυτό, κρίνω ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνονται τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος 1, με τον πρώτο όμως να ευθύνεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τον τελευταίο. Αυτό γιατί ο ενάγοντας, ο οποίος οδηγούσε κατά μήκος της λεωφόρου, εφόσον αποφάσισε ξαφνικά να παρεκκλίνει της πορείας του και να στρίψει αριστερά στη βοηθητική λωρίδα, είχε αυξημένο καθήκον και να αντιληφθεί τυχόν άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν αριστερά του στη λωρίδα, όπως ήταν ο εναγόμενος 1 που οδηγούσε ουσιαστικά δίπλα του και οποίος είχε εκδηλώσει πρόθεση να μπει στη λεωφόρο, αλλά και να διασφαλίσει ότι έγινε αντιληπτός από τα εν λόγω πρόσωπα και όχι να μπει ουσιαστικά στην πορεία τους όπως έκαμε. Την ίδια στιγμή όμως, ο εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε κατά μήκος της βοηθητικής λωρίδας με πρόθεση να εισέλθει στη λεωφόρο μόλις έφτανε στο τέρμα, όφειλε μεν να ελέγχει την κίνηση στα δεξιά του, ήτοι στη λεωφόρο, την ίδια στιγμή όμως όφειλε και να κοιτάζει μπροστά του, εφόσον γνώριζε ότι όλο το μήκος της βοηθητικής λωρίδας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ανά πάσα στιγμή είτε από πεζούς, εφόσον πρόκειτο για στάση λεωφορείου, είτε από άλλους οδηγούς οι οποίοι ενδεχομένως να έμπαιναν στη λωρίδα από τη λεωφόρο όπως άλλωστε είχε κάνει και ο ίδιος προηγουμένως. Αν το έπραττε, τότε θα αντιλαμβάνετο το ξαφνικό στρίψιμο του ενάγοντα και θα μπορούσε να επιχειρήσει να αποφύγει τη σύγκρουση είτε εφαρμόζοντας τα φρένα του είτε κάνοντας κάποιο ελιγμό αποφυγής. Κρίνω συνεπώς ότι ο εναγόμενος 1 φέρει ευθύνη για το ατύχημα και τις ζημιές σε ποσοστό 25% υπό τύπον αμέλειας, ενώ ο ενάγοντας φέρει ευθύνη σε ποσοστό 75% υπό τύπον συντρέχουσας αμέλειας. Στρέφομαι τώρα στις αποζημιώσεις που ο ενάγοντας δικαιούται. Ως έχω ήδη αναφέρει, δηλώθηκε ως παραδεκτό ποσό ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €1727. Στη βάση του καταμερισμού της ευθύνης, από το πιο πάνω συνολικό ποσό ο ενάγοντας δικαιούται ως ειδικές αποζημιώσεις ποσό ίσο προς το ποσοστό ευθύνης του, ήτοι δικαιούται σε ποσό €431,75. Ως προς τις γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας για τους προαναφερόμενους τραυματισμούς, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, ως αυτά καταγράφονται στα σχετικά ευρήματα μου ανωτέρω, έλαβα υπόψη μου τις σχετικές αρχές ως προς το σκοπό των γενικών αποζημιώσεων, το μέτρο υπολογισμού τους και το βοηθητικό αλλά όχι δεσμευτικό των ποσών που διαχρονικά επιδικάσθηκαν από τη νομολογία, ως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Σε κάθε υπόθεση βέβαια, είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και να συνυπολογίζεται η μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος (βλ. Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων του ενάγοντα, άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων οι οποίες αφορούσαν παρόμοιους τραυματισμούς, είτε σοβαρότερης είτε ελαφρότερης φύσης, περιλαμβανομένων και αυτών στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι, έχοντας κατά νου ότι κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Ειδικότερα, άντλησα καθοδήγηση από την υπόθεση ΑΛΕΞΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΦΡΑΝΤΖΗ, ECLI:CY:AD:2017:A202, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 328/2011, 31/5/2017 στην οποία γίνεται περαιτέρω ανασκόπηση των προηγούμενων σχετικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Φραντζή κρίθηκε κατ' έφεση ότι ποσό €7000 ήταν δίκαιο και εύλογο σε σχέση με σοβαρότερους τραυματισμούς, ήτοι διάστρεμμα αυχενικής μοίρας, αιμωδίες, θλάση θωρακικού τοιχώματος και μώλωπες, για την θεραπεία των οποίων χρειάστηκε να τοποθετηθεί κολάρο για 15 ημέρες, φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπεία ενώ παρέμειναν ως κατάλοιπα περί τα εφτά χρόνια αργότερα, άλγος, δυσκαμψία και αιμωδίες (σ.σ το εκεί επίδικο ατύχημα ήταν του 2004, η αγωγή του 2006, η πρωτόδικη απόφαση του 2011 και η κατ' έφεση απόφαση του 2017). Στην Κεζαρίδης Γρηγόρης ν. Κώστα Κωνσταντίνου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373 στην οποία παραπέμπει η Φραντζή, ποσό ΛΚ6000 (€10.250 περίπου) κρίθηκε να πλησιάζει το ανώτατο όριο για σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Στην Κωνσταντινίδης v. Ζαχαρίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 733 επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις ΛΚ1000 (€1700) για ελαφρότερους τραυματισμούς ήτοι πόνος στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζάλη για τα οποία λαμβάνονταν φάρμακα για αρκετό καιρό Στην παρούσα περίπτωση, ο τραυματισμός του ενάγοντα, αν και παρόμοιας φύσης, δεν είναι τόσο σοβαρός όσο στη Φραντζή και Κεζαρίδη ούτε όμως και τόσο ελαφρύς όσο στη Ζαχαρίου. Υπενθυμίζω ότι η θεραπεία του ενάγοντα διήρκησε 15 μέρες κατά τη διάρκεια της οποίας φορούσε κολάρο, δεν υπεβλήθη όμως σε φυσιοθεραπεία και περιορίστηκε σε φαρμακευτική αγωγή και ανάπαυση. Πρόσθετα τούτου, για τους λόγους που εξήγησα, δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να υποφέρει από οποιαδήποτε κατάλοιπα τραυματισμών. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ως κατάλληλο ποσό γενικών αποζημιώσεων για την παρούσα το ποσό των €
- Ενόψει του καταμερισμού της ευθύνης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 1, από το εν λόγω ποσό των €2.000, ο ενάγοντας δικαιούται ως γενικές αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1, ποσό ίσο προς το ποσοστό ευθύνης του τελευταίου, ήτοι δικαιούται σε ποσό €
- Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται η ευθύνη της εναγόμενης 2 ασφαλιστικής να καλύψει οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντα στη βάση αμέλειας του εναγόμενου
- Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €500 ως γενικές αποζημιώσεις και €431,75 ως ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι η εκδοχή που προέβαλε και προώθησε ο ενάγοντας με την αγωγή του, έστω και αν αυτή καταχωρήθηκε σύντομα μετά το ατύχημα, απορρίφθηκε εξ' ολοκλήρου και ότι είναι στη βάση της εκδοχής των εναγομένων που αυτός βρέθηκε με την παρούσα απόφαση να δικαιούται σε κάποιο ποσό ως αποζημιώσεις, κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικαστεί νόμιμος τόκος επί των ποσών που επιδικάσθηκαν προς όφελος του από σήμερα που εκδίδεται η απόφαση και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει οποιαδήποτε πληρωμή στο Δικαστήριο, θέμα για το οποίο θα προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους, θεωρώ ότι ο ενάγοντας ως επιτυχών διάδικος δικαιούται μεν στα έξοδα του, όχι όμως σε πλήρες ποσό, εφόσον με την προβολή και προώθηση μιας εξ' υπαρχής αναξιόπιστης εκδοχής για την απόδειξη της οποίας μάλιστα αναλώθηκε και μια ολόκληρη δικάσιμος, συνέβαλε αδικαιολόγητα στην αύξηση των εξόδων της υπόθεσης. Ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά ½, πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) ................ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο