← Κύπρος

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΗΣ ν. ΠΡΑΣΤΙΤΗ, Αρ. Αγωγής: 3576/2012, 31/7/2019

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΗΣ ν. ΠΡΑΣΤΙΤΗ, Αρ. Αγωγής: 3576/2012, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A425 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3576/2012 ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΗΣ Ενάγουσας και xxxxx ΠΡΑΣΤΙΤΗ Εναγόμενου --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Φ. Θεοχάρους για Κούσιο, Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Α. Ευσταθίου για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 06/06/1969 υπεγράφη μεταξύ ενάγουσας, εναγόμενου και ενός τρίτου προσώπου, σύμβαση ενοικίασης συγκεκριμένων χωραφιών στο χωριό Αυδήμου στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της πρώτης, με σκοπό την καλλιέργεια τους από τους τελευταίους. Η χρονική διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε να είναι για περίοδο 40 ετών από τις 06/06/1969, ήτοι μέχρι την 30/10/2009 και το ενοίκιο, το οποίο συμφωνήθηκε τότε στο ποσό των «£280.000 μιλς» ετησίως, συμφωνήθηκε όπως μην καταβληθεί από τον πρώτο χρόνο ενοικίασης αλλά να αρχίσει να καταβάλλεται από τις 30/10/

  1. Μετά που υπεγράφη η συμφωνία και παραδόθηκε η κατοχή των χωραφιών που «αναλογούσαν» στον εναγόμενο συνολικού εμβαδού 14.048 τ.μ., ο τελευταίος φύτεψε αμπελώνες και μέχρι το 2005 απολάμβανε πλήρως την οικονομική εκμετάλλευση της εν λόγω καλλιέργειας. Περί τον Δεκέμβριο του 2004, το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΣΑΠ), εξέδωσε το Μέτρο Οριστικής Εγκατάλειψης Αμπελώνων 2004-2005 - Μέτρο ΣΑΠ 1α (το Μέτρο), το οποίο αφορούσε σε πριμοδότηση για την οριστική εγκατάλειψη αμπελιών με στόχο τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας παραγωγής σταφυλιών, ώστε να μειωθεί το ετήσιο πλεόνασμα προβληματικής παραγωγής. Σύμφωνα με το Μέτρο, ένταξη στο οποίο δικαιούνταν κατόπιν υποβολής σχετικής γραπτής αίτησης/εντύπου, «φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ιδιοκτήτες ή νόμιμοι διαχειριστές αμπελιών», βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί «οριστική εγκατάλειψη» ώστε να πληρωθεί η προβλεπόμενη πριμοδότηση στον αιτητή, ήταν η «αποτελεσματική εκρίζωση του αμπελιού». Το 2005 ο εναγόμενος εκρίζωσε τους αμπελώνες από τα χωράφια που κατείχε δυνάμει της συμφωνίας του με την ενάγουσα και υπέβαλε γραπτή αίτηση/έντυπο στο ΣΑΠ για πριμοδότηση του μέσω του προαναφερόμενου Μέτρου. Με την εν λόγω αίτηση, ο εναγόμενος ειδοποίησε το ΣΑΠ ότι είχε υλοποιήσει τις προϋποθέσεις του Μέτρου εκριζώνοντας αποτελεσματικά όλους τους αμπελώνες που βρίσκονταν στα τεμάχια που κατείχε και ζήτησε όπως το ΣΑΠ προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για έγκριση της αίτησης του και πληρωμή σε αυτόν της ενίσχυσης που προνοείτο στο Μέτρο. Το ΣΑΠ ενέκρινε το αίτημα του εναγόμενου και κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των £8.629,60 ή €14.744,
  2. Τα ενοικιαζόμενα χωράφια παραδόθηκαν στην ενάγουσα κατά την ημερομηνία που συμφωνήθηκε ότι η ενοικίαση θα έληγε, ήτοι το
  3. Τα πιο πάνω συνιστούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων και στη βάση τους προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκρίζωση των αμπελώνων από τον εναγόμενο έγινε παράνομα και αντισυμβατικά και χωρίς την συγκατάθεση της, με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί ζημιά και ο εναγόμενος να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος της με το ποσό που έλαβε από το ΣΑΠ. Συνεπεία τούτων, η ενάγουσα ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση ενοικίασης με τον εναγόμενο ημερ.06/06/1969 είναι άκυρη και/ή τερματισθείσα ενώ αξιώνει και αποζημιώσεις από τον εναγόμενο, τόσο στη βάση των κατ' ισχυρισμό παράνομων και αντισυμβατικών του πράξεων και παραλείψεων όσο και στη βάση του ποσού που αυτός επωφελήθηκε εις βάρος της και αδικαιολόγητα από τις εν λόγω πράξεις και παραλείψεις του. Σημειώνω εδώ ότι μεταξύ των αποζημιώσεων που αξιώνει η ενάγουσα από τον εναγόμενο είναι και το ποσό που αυτός έλαβε από το ΣΑΠ, ως ποσό που η πρώτη απαιτεί προς αποκατάσταση της. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος ισχυρίζεται με την υπεράσπιση του ότι σε καμία αντισυμβατική ή παράνομη ενέργεια προέβη και αρνείται ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στα ενοικιαζόμενα χωράφια με την εκρίζωση των αμπελώνων, εκρίζωση η οποία, κατά τον εναγόμενο, ούτως ή άλλως δεν συνιστούσε παράβαση της σύμβασης ενοικίασης. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, εφόσον η υποχρέωση του κατά τη λήξη της ενοικίασης ήταν να παραδώσει τα επίδικα χωράφια στην κατάσταση που τα παρέλαβε στις 06/06/1969, ήτοι απλά ως ακαλλιέργητα χωράφια, δεν υποχρεούτο να παραδώσει στην ενάγουσα οποιουσδήποτε αμπελώνες ή καλλιεργημένα χωράφια. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος ότι επειδή με δικά του έξοδα φύτεψε και καλλιέργησε τα χωράφια μετά την ενοικίαση, αυτά ουσιαστικά ήταν, όταν τα επέστρεψε στην ενάγουσα, σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν που τα παρέλαβε όταν τα ενοικίασε και συνεπώς κανένα παράπονο μπορεί να έχει η τελευταία εναντίον του. Κατά την ακρόαση, κατέθεσαν για μεν την ενάγουσα ο Πρωτοσύγκελλος της, πατήρ Δαμασκηνός ως ΜΕ1, για δε τον εναγόμενο, ο ίδιος ως ΜΥ
  4. Κατά τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια η παραδεκτή σύμβαση ενοικίασης της 06/06/1969 ως Τεκ.1 και το επίσης παραδεκτό «Εγχειρίδιο Αιτητών» του Μέτρου ΣΑΠ 1α ως Τεκ.Α, για το οποίο εγχειρίδιο να σημειωθεί ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι δεν αναφέρει ότι συνιστούσε προϋπόθεση για την πριμοδότηση ενός αιτητή η λήψη συγκατάθεσης από τον ιδιοκτήτη της γης στην οποία βρίσκονταν οι αμπελώνες που προτίθεντο να εκριζωθούν. Πρόσθετα των εν λόγω εγγράφων ως Τεκμήρια κατατέθηκαν επίσης η συστημένη επιστολή τερματισμού της ενοικίασης που απέστειλε η ενάγουσα προς τον εναγόμενο στις 03/12/07 (Τεκ.2) και η γραπτή απάντηση του τελευταίου ημερ. 26/05/08 (Τεκ.3). Συνοψίζω τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ
  5. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του παρέπεμπε προς επίρρωση των θέσεων του στους διάφορους όρους της επίδικης σύμβασης αναφορά στους οποίους κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, σκοπός της ενοικίασης ήταν ουσιαστικά, η καλλιέργεια αποκλειστικά αμπελώνων και ότι μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας Μονής θα μπορούσε να φυτευτεί οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια ή το ακίνητο να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό. Ο λόγος, ανέφερε ο μάρτυρας, που συμφωνήθηκε όπως το ενοίκιο αρχίσει να καταβάλλεται έξι περίπου χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας και της παράδοσης των χωραφιών, ήταν λόγω της συνεννόησης των μερών όπως τα έξοδα που θα κατέβαλλε ο εναγόμενος για την φύτευση των αμπελώνων θα τα επωμίζετο η Μονή δια της αποκοπής των ενοικίων των πέντε πρώτων χρόνων της ενοικίασης. Όσον αφορά τους αμπελώνες που θα φυτεύονταν, είχε συμφωνηθεί, σύμφωνα με το μάρτυρα ο οποίος παρέπεμψε στον όρο 3 της συμφωνίας, ότι αυτοί θα τύγχαναν μεν της αποκλειστικής εκμετάλλευσης του εναγόμενου ενοικιαστή, όμως θα παρέμεναν πάντοτε αποκλειστική περιουσία της Μονής όπως και το όλο χωράφι «ως τούτο ήθελε αξιοποιηθεί υπό του ενοικιαστού». Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι μέχρι τον Ιούλιο 2004, ο εναγόμενος και ο συνενοικιαστής του καλλιεργούσαν κανονικά τους αμπελώνες που είχαν φυτευτεί στα ακίνητα και πλήρωναν κανονικά το ενοίκιο τους χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Περί τον Αύγουστο 2004, η Μονή ειδοποιήθηκε γραπτώς από άλλους ενοικιαστές χωραφιών της ίδιας κοινότητας με τον εναγόμενο ότι επιθυμούσαν όπως εκριζώσουν τους αμπελώνες ώστε να αιτηθούν πριμοδότηση από το Μέτρο του ΣΑΠ και ως εκ τούτου ζητούσαν τη σχετική συγκατάθεση της Μονής ως ιδιοκτήτριας. Παρόμοια ειδοποίηση και αίτημα δεν υπεβλήθη από πλευράς εναγόμενου σε σχέση με τα χωράφια και αμπελώνες που αυτός καλλιεργούσε. Στο αίτημα των άλλων ενοικιαστών η Μονή απάντησε γραπτώς προτείνοντας στους πρώτους κάποιες επιλογές προκειμένου να συνάψει μαζί τους σχετική συμφωνία. Επειδή όμως οι εν λόγω ενοικιαστές ουδέποτε απάντησαν στη Μονή, καμία σχετική συμφωνία επετεύχθη και καμία συγκατάθεση δόθηκε από τη Μονή για την εκρίζωση των αμπελώνων και το θέμα παρέμεινε στάσιμο. Περί τον Απρίλιο του 2005 όμως, ως ο μάρτυρας ισχυρίστηκε, αυτός ειδοποιήθηκε από κάτοικο της Αυδήμου ότι κάποιοι από τους ενοικιαστές είχαν προχωρήσει σε εκρίζωση των αμπελώνων και αφού μετέβηκε ο ίδιος επί τόπου, διαπίστωσε ότι οι αμπελώνες ήταν πλέον χέρσοι και κατάξεροι και ότι και ο εναγόμενος είχε προβεί σε αυθαίρετη εκρίζωση των αμπελώνων που βρίσκονταν στα χωράφια που αυτός κατείχε. Πληροφορήθηκε στη συνέχεια, ανέφερε ο μάρτυρας, ότι αφού εκρίζωσε τους αμπελώνες, ο εναγόμενος αιτήθηκε και έλαβε τη σχετική πριμοδότηση από το Μέτρο του ΣΑΠ, παράνομα και αδικαιολόγητα όμως και εις βάρος της Μονής κατά το μάρτυρα, αφού αφ' ενός ουδέποτε εξασφάλισε την προηγούμενη συγκατάθεση της τελευταίας ως ιδιοκτήτριας των αμπελώνων και αφ' ετέρου διότι αν δικαιούτο κάποιος στην πριμοδότηση του ΣΑΠ, αυτός ήταν η Μονή ως ιδιοκτήτρια των αμπελώνων και όχι ο εναγόμενος. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι συνεπεία της εκρίζωσης των αμπελώνων, η Μονή υπέστη ζημιά τόσο λόγω αυτής καθ' αυτής της καταστροφής της περιουσίας της, ήτοι των αμπελώνων, ζημιά το κόστος της οποίας ο μάρτυρας υπολόγισε στη βάση του τρόπου με τον οποίο το ΣΑΠ υπολόγισε την πριμοδότηση των αμπελώνων, ήτοι ΛΚ644 ανά δεκάριο, όσο και λόγω της μείωσης της ενοικιαστικής αξίας των χωραφιών. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η χέρσα κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα χωράφια μετά την εκρίζωση σε συνδυασμό με την απώλεια των δικαιωμάτων της Μονής για φύτευση αμπελώνων λόγω ένταξης των χωραφιών στο Μέτρο ΣΑΠ, επηρέασε δραματικά τόσο τη δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των χωραφιών όσο και τη δυνατότητα ενοικίασης τους, αφού πλέον δεν μπορούσαν να ενοικιαστούν ως χέρσα που ήταν. Όταν δε η Μονή κατάφερε τελικά να τα ενοικιάσει σε τρίτα πρόσωπα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η ενοικιαστική τους αξία ήταν πλέον εξευτελιστικά χαμηλότερη σε σχέση με την αξία που είχαν πριν την εκρίζωση των αμπελώνων καθώς και την αξία που έχουν άλλα χωράφια στα οποία οι αμπελώνες δεν εκριζώθηκαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ενοικιάζονται σε καλλιεργητές. Επικαλούμενη τα πιο πάνω η Μονή, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, έστειλε στον εναγόμενο την επιστολή Τεκ.2 με την οποία τερμάτισε την ενοικίαση στις 03/12/07, όμως ο τελευταίος, με την απαντητική επιστολή Τεκ.3, απέρριψε τα όσα του καταλογίζονταν και συνέχισε να κατέχει τα χωράφια μέχρι το 2009 που έληξε η συμφωνία και τα επέστρεψε στη Μονή, χωρίς όμως να φυτέψει νέους αμπελώνες. Σημειώνω εδώ ότι ο μάρτυρας διευκρίνησε ότι η Μονή δεν εγείρει οποιαδήποτε αξίωση ή παράπονο σε σχέση με το ότι δεν της επιστράφηκαν τα χωράφια όταν αυτά απαιτήθηκαν με την επιστολή της 03/12/
  6. Ο λόγος όμως που η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πέντε χρόνια αργότερα, ήτοι το 2012, είναι, σύμφωνα με το μάρτυρα, διότι το 2007 που τερματίστηκε η συμφωνία, η Μονή, στη βάση νομικής συμβουλής που είχε λάβει από το δικηγόρο που την εκπροσωπούσε τότε, αποφάσισε να καταχωρήσει προσφυγή εναντίον του ΣΑΠ στο Ανώτατο Δικαστήριο αντί αγωγές εναντίον των ενοικιαστών της. Όταν όμως η εν λόγω προσφυγή απερρίφθη περί το 2008 με υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για θέματα ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου, η Μονή καταχώρησε παρόμοια αγωγή εναντίον του εναγόμενου και του συνενοικιαστή του, η οποία αγωγή όμως στην πορεία απεσύρθη χωρίς να έχει επιδοθεί στον εναγόμενο, εφόσον η Μονή πληροφορήθηκε ότι ο συνενοικιαστής και συνεναγόμενος του τελευταίου σε εκείνη την αγωγή, είχε αποβιώσει. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου μόνο, εξ' ου και οι αξιώσεις της ενάγουσας περιορίζονται στα ακίνητα που ενοικίασε ο τελευταίος και στο ποσό που αυτός έλαβε από το ΣΑΠ. Σημειώνω εδώ ότι δεν προβλήθηκε ούτε και προωθήθηκε από πλευράς εναγόμενου οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δημιουργίας κωλύματος ή δεδικασμένου συνεπεία των πιο πάνω προηγηθέντων δικαστικών διαδικασιών και συνεπώς το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει. Κατά την μαρτυρία του ο εναγόμενος ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις που πρόβαλλε με το δικόγραφο του. Ήταν συγκεκριμένα η θέση του ότι με βάση την επίδικη συμφωνία, η εκμετάλλευση και διαχείριση των αμπελώνων που φυτεύτηκαν συνιστούσε απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα του ιδίου το οποίο μπορούσε να ασκήσει όπως αυτός ήθελε και το οποίο περιλάμβανε και την εκρίζωση τους - «εγώ σε έστησα φούρνε μου, εγώ θα σε χαλάσω. Εγώ τα εφύτεψα, δεν εσυμφέραν, τα έβγαλα». Επομένως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όταν πληροφορήθηκε από άλλους καλλιεργητές αμπελώνων για το μέτρο του ΣΑΠ, αποφάσισε ότι τον σύμφερε περισσότερο να ενταχθεί στο Μέτρο παρά να συνεχίσει την καλλιέργεια των αμπελώνων οπόταν και προέβη στην εκρίζωση τους. Δεν αναζήτησε την προηγούμενη συγκατάθεση της ενάγουσας, ούτε και ειδοποίησε την τελευταία για την πρόθεση του να εκριζώσει τους αμπελώνες και να ενταχθεί στο Μέτρο, διότι, ως ισχυρίστηκε, δεν αντιλήφθηκε ότι χρειαζόταν να εξασφαλίσει τέτοια συγκατάθεση ή να στείλει κάποια ειδοποίηση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ότι προτού προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ζήτησε τη συμβουλή του δικηγόρου του ΣΑΠ ο οποίος, αφού μελέτησε την επίδικη σύμβαση που του έδωσε ο εναγόμενος, του είπε, ως ισχυρίστηκε ότι θυμάται χαρακτηριστικά, «go on και δικαιούσαι να τα εκριζώσεις» όπως και έκαμε. Θέση του εναγόμενου είναι ότι, ο ίδιος, ως απλός αγρότης δεν ήταν ικανός να αντιληφθεί τα νομικά θέματα που περιβάλλουν τη σύμβαση και εφόσον ο ίδιος είχε φυτέψει τους αμπελώνες και του ανήκαν, σε αυτόν ανήκε και η αποζημίωση του ΣΑΠ. Ως προς το ποιος είναι που κατέβαλε τα έξοδα φύτευσης των αμπελώνων, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία των μερών για έναρξη πληρωμής του ενοικίου μετά από έξι χρόνια, ήταν ώστε να επιτραπεί στα αμπέλια να ξεκινήσουν να παράγουν εισόδημα και με αυτόν τον τρόπο να καλυφθούν τα έξοδα που αυτός δαπάνησε για την φύτευση τους, έξοδα τα οποία σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ήταν πολύ περισσότερα από τα ενοίκια πέντε χρόνων. Τέλος ο εναγόμενος προώθησε και τη θέση ότι επειδή το συμβόλαιο προνοούσε για επιστροφή των χωραφιών στην κατάσταση που αυτά ήταν τρία χρόνια πριν την παράδοση τους, όταν τα παρέδωσε το 2009 στη Μονή, αυτά ήταν όντως στην ίδια κατάσταση με το 2006, ήτοι εκριζωμένα. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ακόμη και αυτή η κατάσταση στην οποία παραδόθηκαν το 2009 τα χωράφια, ήταν καλύτερη από την κατάσταση που τα παρέλαβε το 1969 εφόσον στο μεσοδιάστημα αυτά είχαν βελτιωθεί λόγω της καλλιέργειας τους. Τη νομική τους επιχειρηματολογία, διότι τα ουσιώδη επίδικα θέματα περιστρέφονται κυρίως γύρω από τη νομική ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω εδώ ότι όπως αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν, επίδικα θέματα στην υπόθεση συνιστούν ουσιαστικά τα εξής: Α) Το κατά πόσο η εκρίζωση των αμπελώνων από τον εναγόμενο και η συνακόλουθη είσπραξη της πριμοδότησης του ΣΑΠ χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας συνιστά παράβαση της επίδικης σύμβασης. Β) Κατά πόσο η εκρίζωση των αμπελώνων προκάλεσε ζημιά στην ενάγουσα. Γ) Κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται το ποσό που εισέπραξε ο εναγόμενος από το ΣΑΠ είτε ως αποζημίωση στη βάση παράνομης σύμβασης είτε στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξέταση των πιο πάνω θεμάτων, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε συνιστά περαιτέρω κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο εναγόμενος δεν ζήτησε και δεν έλαβε ποτέ πριν την εκρίζωση των αμπελώνων και την υποβολή αίτησης στο ΣΑΠ, τη συγκατάθεση της ενάγουσας καθώς επίσης και ότι ο σκοπός για τον οποίο ενοικιάστηκαν τα χωράφια ήταν για να φυτευτούν και καλλιεργηθούν αμπελώνες και όχι άλλη φυτεία ή για άλλο σκοπό (βλ.σελ.8 πρακτικών ημερ. 07/06/2019 - αντεξέταση εναγόμενου - «τα ενοικιάσαμε για αμπελώνες και κάναμε αμπελώνες. Άλλη φυτεία δεν βάλαμε»). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Με δεδομένο λοιπόν ότι σκοπός της επίδικης σύμβασης ήταν η φύτευση και καλλιέργεια αμπελώνων και ότι τους εν λόγω αμπελώνες ο εναγόμενος τους εκρίζωσε χωρίς να ζητήσει και να λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση της Μονής, το πρώτο ερώτημα που προκύπτει, και το οποίο αφορά στο υπό στοιχείο Α επίδικο θέμα ανωτέρω, είναι κατά πόσο η ενέργεια αυτή του εναγόμενου συνιστούσε παράβαση της επίδικης σύμβασης, ερώτημα το οποίο για να απαντηθεί απαιτεί εξέταση της ορθής ερμηνείας της επίδικης σύμβασης. Ως είναι νομολογημένο, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο, με τον σκοπό της ερμηνείας να είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο, εξ' ου και η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται όμως η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο, εφόσον η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Είναι επίσης νομολογημένο ότι τα έγγραφα ερμηνεύονται σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (βλ. ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Οι σχετικοί με το υπό εξέταση θέμα όροι της επίδικης σύμβασης, επί των οποίων περιστράφηκαν οι θέσεις των ΜΕ1 και ΜΥ1 αλλά και η επιχειρηματολογία των δικηγόρων, είναι οι εξής: «1(γ) Ο ενοικιαστής θα εχη το δικαίωμα διαρκούσης της ενοικιάσεως να περιφράξη τά ενοικιαζόμενα χωράφια και να προβαίνη εντός των ενοικιαζόμενων χωραφίων δι' ίδιον αυτού λογαριασμόν και όφελος εις οιασδήποτε "καλλιέργειας φυτειών αμπελώνων εις ανορύξεις λάκκων και διατρήσεις προς εξεύρεσιν ύδατος διά την άδρευσιν των ενοικιαζόμενων χωραφίων και των φυτειών αμπελώνων και ανεγείρη οικοδομάς διά την εξυπηρέτησιν των προαναφερθέντων σκοπών. Νοείται ότι εάν ό ενοικιαστής επιθυμεί να προβή εις οιασδήποτε άλλου είδους φυτείας η έργα εντός των ρηθέντων χωραφίων τούτο δύναται να πράξη αφού προηγουμένως εξασφαλίση την έγγραφον συγκατάθεσιν του ιδιοκτήτου. 1(στ) Ο ενοικιαστής διαρκούσης της ενοικιάσεως θα δικαιούται να κατέχη, καλλιεργή, νέμεται , καρπούται και εκμεταλλεύεται δι' ίδιον αυτού λογαριασμόν και όφελος τα ενοικιαζόμενα χωράφια μεθ' όλων των έν αύτοις καλλιεργειών, φυτειών, αμπελώνων, φραγμών λάκκων, διατρήσεων και οικοδομών (απάντων ομού εν τοις εφεξής καλούμενων "το ενοικιαζόμενον ακίνητον") .
  1. Το ενοικιαζόμενο ακίνητον ώς τούτο ήθελε αξιοποιηθή υπό του ενοικιαστού θα θεωρήται αποκλειστική περιουσία του ιδιοκτήτου και ό ενοικιαστής μόνον θα κατέχη, καλλιεργή, νέμεται, καρπούται και εκμεταλλεύεται τούτο δι' ίδιον αυτού λογαριασμόν.
  2. Ό ενοικιαστής δεν δικαιούται κατά την λήξιν του παρόντος να προκαλέση οιανδήποτε ζημίαν εις το ενοικιαζόμενον ακίνητον ή εις οικοδομάς ευρισκομένας εν αυτώ, ή να αφαίρεση εκ τούτου οιαδήποτε αντικείμενα ήτοι εγκαταστάσεις ύδατος, διατρήσεις, υδραντλίας, περιφράγματα και υποχρεούται να παραδώση το ρηθέν ενοικιαζόμενον ακίνητον εις οίαν κατάστασιν ευρίσκετο κατά την τελευταίαν τριετίαν της ενοικιάσεως εξαιρουμένων ζημιών προερχομένων εκ φυσικής φθοράς ή εμπόλεμου καταστάσεως. 7· Οιαδήποτε παράβασις τού παρόντος υπό τού ενοικιαστού δίδει το δικαίωμα εις τον ιδιοκτήτην να καλέση τούτον δι' ενός μηνός εγγράφου προειδοποιήσεως όπως συμμορφωθή προς τους εν τω παρόντι έγγραφο αναφερομένους ορούς. Έν περιπτώσει δε μη συμμορφώσεως του ενοικιαστού εντός της εν λόγω προθεσμίας ο ιδιοκτήτης δικαιούται να τερματίση το παρόν και να παραλάβη κατοχήν του.» Οι πιο πάνω όροι και ιδιαίτερα τα σημεία τα οποία έχουν τονιστεί με μαύρο φόντο από το Δικαστήριο, φανερώνουν, έκδηλα θεωρώ, ποια ήταν η πρόθεση των μερών αλλά και η αντίληψη που δημιουργείται στο μέσο συνετό άνθρωπο. Στο «ενοικιαζόμενο ακίνητο», όρος στον οποίο περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τον όρο 1(στ) της σύμβασης και οι αμπελώνες, ο εναγόμενος ως ενοικιαστής θα δικαιούτο, ρητά και αποκλειστικά, «μόνον» την κατοχή, καλλιέργεια, κάρπωση και εκμετάλλευση των αμπελώνων. Ευνόητο είναι βεβαίως ότι για να μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός της συμφωνίας, ήτοι η «καλλιέργεια φυτειών αμπελώνων» (βλ. επίσης όρο 1(γ)) και να ασκηθούν από τον εναγόμενο τα συμβατικά δικαιώματα καλλιέργειας, κάρπωσης και εκμετάλλευσης αμπελώνων, θα έπρεπε να υπάρχουν αμπελώνες αλλιώς η συμφωνία δεν θα είχε αντικείμενο εκτός βέβαια αν η Μονή συγκατατίθετο σε άλλη χρήση ή φυτεία. Οι αμπελώνες όμως, ως μέρος του «ενοικιαζόμενου ακινήτου» σύμφωνα με τον όρο 1(στ) της συμφωνίας, συνιστούσαν και παρέμεναν πάντοτε, αποκλειστική περιουσία του ιδιοκτήτη, ήτοι της Μονής, όπως και αν «ήθελε αξιοποιηθή υπό του ενοικιαστού» το ενοικιαζόμενο ακίνητο. Αφ' ης στιγμής λοιπόν, οι επίμαχοι αμπελώνες, με το που θα φυτεύονταν στα πλαίσια αξιοποίησης του ακινήτου, θα συνιστούσαν μέρος του και αποκλειστική περιουσία της Μονής, το ποιος επωμίστηκε τα έξοδα της φύτευσης τους είναι άνευ σημασίας εφόσον ο εναγόμενος πλέον δεν είχε ο ίδιος κανένα δικαίωμα να εξαλείψει την εν λόγω περιουσία πολύ απλά διότι δεν ήταν δική του για να την εξαλείψει. Άλλωστε, γιατί ο εναγόμενος να νοιώσει την ανάγκη να αποταθεί σε δικηγόρο για να τον συμβουλέψει αν δικαιούτο να εκριζώσει τους αμπελώνες, ως ισχυρίστηκε ότι έκαμε, αν δεν θεωρούσε και ο ίδιος ότι πολύ πιθανόν η ενέργεια του αυτή να επηρέαζε δυσμενώς και δραστικά τα δικαιώματα της ενάγουσας; Στη βάση των πιο πάνω, απορρίπτω την επί του προκειμένου θέση της πλευράς του εναγόμενου ως προς το ότι ο τελευταίος δικαιωματικά εκρίζωσε τους αμπελώνες χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας και αποδέχομαι τη θέση της ενάγουσας ως προς το ότι με βάση τη συμφωνία, ο εναγόμενος όφειλε πριν την εκρίζωση των αμπελώνων να λάβει την έγγραφη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, δηλαδή της ενάγουσας και δεν το έπραξε και προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. Εξετάζοντας τώρα το υπό στοιχείο Β επίδικο θέμα ανωτέρω, λόγω της ενέργειας του εναγόμενου να εκριζώσει τους αμπελώνες, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, αφ' ενός στη βάση αυτής καθ' αυτής της καταστροφής της περιουσίας της, ήτοι των αμπελώνων και αφ' ετέρου λόγω των κατ' ισχυρισμών επιζήμιων επιπτώσεων που είχε στα ακίνητα η εκρίζωση. Η περί του αντιθέτου θέση που προβλήθηκε από πλευράς εναγόμενου ήταν αφ' ενός ότι αυτός παρέδωσε το 2009 τα χωράφια στην κατάσταση που αυτά ήταν προ τριετίας, συμμορφούμενος έτσι πλήρως με τον όρο 4 της συμφωνίας και αφετέρου ότι η κατάσταση στην οποία παραδόθηκαν τα χωράφια, ήταν, παρά την εκρίζωση των αμπελώνων, καλύτερη από την κατάσταση τους το
  3. Με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση του εναγόμενου είναι παντελώς αβάσιμη και ανεδαφική. Αυτό γιατί ο ίδιος ο όρος 4 που επικαλείται ο εναγόμενος, του επέβαλλε την υποχρέωση να μην προκαλέσει ζημιές στο «ενοικιαζόμενο ακίνητο» και παρά το ότι στον ορισμό αυτό συμφωνήθηκε ότι περιλαμβάνονται και οι αμπελώνες, αυτός τους κατέστρεψε. Πρόσθετα τούτου, θα συμφωνήσω με την πειστική επισήμανση του ΜΕ1 ότι τα ακίνητα ζητήθηκαν να παραδοθούν το 2007, οπόταν και η κατάσταση στην οποία θα έπρεπε τότε να παραδοθούν, ήταν η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν το 2004, ήτοι πριν την εκρίζωση των αμπελώνων. Το ότι κατ' επιλογή του εναγόμενου τα χωράφια δεν παραδόθηκαν το 2007 που ζητήθηκαν αλλά δύο χρόνια αργότερα, δεν μπορεί να μεταβάλει αυτή την κατάσταση. Ο εναγόμενος συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμορφώθηκε με την υποχρέωση του όρου 4 της συμφωνίας αλλά ούτε και μπορεί να επικαλείται τη μεταβολή που οι δικές του πράξεις και παραλείψεις επέφεραν στο ακίνητο, ως βάση για να θεωρηθεί ότι συμμορφώθηκε με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ενόψει της παραδοχής από πλευράς εναγόμενου ότι αυτός ήταν που «αποτελεσματικά εκρίζωσε τους αμπελώνες» ώστε να ενταχθεί στο ΣΑΠ και του όρου της επίδικης συμφωνίας των μερών ότι οι αμπελώνες, ως μέρος του ενοικιαζόμενου ακινήτου, ήταν πάντοτε αποκλειστική περιουσία της Μονής, προκύπτει ότι με την εκρίζωση των αμπελώνων, όντως προκλήθηκε ζημιά στην ενάγουσα ως ισχυρίστηκε και ο ΜΕ1 και κάμνω επί τούτου ανάλογο εύρημα. Ως προς τη θέση όμως του ΜΕ1 ότι η εκρίζωση των αμπελώνων οδήγησε σε αδυναμία πλήρους αξιοποίησης των ακινήτων και σε μείωση της ενοικιαστικής τους αξίας, η εν λόγω θέση παρέμεινε, καθ' όλη της διάρκεια της δίκης, ως ένας απλός ισχυρισμός, ο οποίος, αν και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ουδέποτε τεκμηριώθηκε ή υποστηρίχθηκε από σχετική μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας. Αποδέχομαι συνεπώς την πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 αναφορικά με το ότι αυτή καθ' αυτή η εκρίζωση των αμπελώνων από τον εναγόμενο συνιστούσε ζημιά στην περιουσία της και απορρίπτω την περί του αντιθέτου εκδοχή του εναγόμενου. Για τους λόγους όμως, που έχω εξηγήσει, δεν αποδέχομαι και απορρίπτω τη θέση του ΜΕ1 ως προς το ότι η ζημιά της ενάγουσας επεκτάθηκε και στην περαιτέρω αξιοποίηση και ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Στρέφομαι τώρα στο τελευταίο επίδικο θέμα υπό στοιχείο Γ ανωτέρω, ήτοι το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε στην ενάγουσα από την εκρίζωση των αμπελώνων και το οποίο θέμα είναι άμεσα συναρτημένο με την αξία των αμπελώνων που εκριζώθηκαν. Σημειώνω εδώ ότι η συνολική έκταση των αμπελώνων που εκριζώθηκαν, ήτοι συνολικού εμβαδού 14.048 τ.μ, δεν αμφισβητείται. Η μόνη όμως μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας ως προς την αξία των καταστραφέντων αμπελώνων, ήταν η σχετική εκτίμηση στην οποία προέβη το ΣΑΠ ώστε να υπολογίσει το ποσό των £8.629,60 ή €14.744,55 που κατέβαλε ως πριμοδότηση στον εναγόμενο. Όπως όμως αναφέρεται στο αρ.10 του Μέτρου (Τεκ. Α), το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό, το ποσό που καταβλήθηκε στον εναγόμενο υπολογίστηκε όχι με βάση την αξία των αμπελώνων αλλά ως το «ανώτατο ποσό πριμοδότησης για αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις στη βάση της έκτασης των αμπελώνων αλλά και της ετήσιας μέσης απόδοσης τους σύμφωνα με την κοινότητα στην οποία ανήκει η εκμετάλλευση». Για τον υπολογισμό του εν λόγω ποσού, ως αναφέρεται στο αρ. 10.3 του Μέτρου, «αποφασίστηκε η ομαδοποίηση των εκμεταλλεύσεων κατά κοινότητα με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης που διενεργήθηκε σε δειγματοληπτική βάση». Θεωρώ συνεπώς ότι το ποσό που ο εναγόμενος έλαβε από το ΣΑΠ ως πριμοδότηση για την εκρίζωση των επίμαχων αμπελώνων, ήτοι £8.629,60 ή €14.744,55, δεν συνιστά την αξία των αμπελώνων, θέμα για το οποίο δεν προσφέρθηκε άλλη μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας, αλλά το ποσό που θεωρήθηκε από την αρμόδια αρχή για σκοπούς του Μέτρου, ως «εύλογη αποζημίωση» υπό τις περιστάσεις και είναι μόνο υπό αυτή τη σκοπιά που θα το λάβω υπόψη μου. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι με το να εκριζώσει τους επίμαχους αμπελώνες χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, ο εναγόμενος παρέβηκε την επίδικη σύμβαση της 06/06/1969 και ότι συνεπεία αυτής της παράβασης του, η ενάγουσα υπέστη ζημιά, ήτοι απώλεσε τους επίμαχους αμπελώνες που συνιστούσαν αποκλειστική της περιουσία. Δικαιούται επομένως η ενάγουσα να λάβει από τον εναγόμενο αποζημιώσεις για τη ζημιά που προκάλεσε με τις αντισυμβατικές του ενέργειες στην περιουσία της. Αν και η ενάγουσα δεν προσέφερε επακριβή μαρτυρία για την αξία των αμπελώνων που καταστράφηκαν από τον εναγόμενο, όπως λέχθηκε στην A Panayides Contracting Limited ν. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136, «Το ότι είναι αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια η αποζημίωση, δεν πρέπει να παρεμβάλλει εμπόδιο στην απόδοση αποζημιώσεων εφόσον βεβαίως ο ενάγων αποδεικνύει το υπαρκτό του δικαιώματος του για αποζημίωση». Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα απέδειξε με την μαρτυρία της το υπαρκτό του δικαιώματος της για αποζημίωση και συνεπώς «το Δικαστήριο πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην περίπτωση όπου δεν δίνεται επακριβής μαρτυρία για τις ζημιές», εφόσον «όπου είναι δύσκολη ή αδύνατη η απόδειξη των αποζημιώσεων, το γεγονός δεν θα πρέπει να δικαιώνει το υπαίτιο μέρος» (βλ. M & M Frangos Engineering ανωτέρω όπου γίνεται αναφορά στις Biggin v. Permanite [1951] 1 K.B. 422 και Chaplin v. Hicks [1911] Q.B. 786). Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου θεωρώ ότι το ποσό που υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εύλογο και δίκαιο για τη ζημιά που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία της αντισυμβατικής εκρίζωσης των αμπελώνων της από τον εναγόμενο είναι το ποσό των €14.744,55 και είναι αποκλειστικά με βάση την αρχή της εύλογης και δίκαιας αποζημίωσης που κρίνω ότι το εν λόγω ποσό θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. Το πιο πάνω ποσό όμως των €14.744,55 κρίνω ότι η ενάγουσα το δικαιούται και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού εφόσον στη βάση των ευρημάτων μου, κρίνω ότι αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε, χωρίς να δικαιούται την περιουσία της ενάγουσας, ήτοι εκριζώνοντας τους αμπελώνες της χωρίς την συγκατάθεση της, και κατάφερε να επωφεληθεί ο ίδιος οικονομικά, λαμβάνοντας πριμοδότηση από το ΣΑΠ ύψους £8.629,60 ή €14.744,55. Το ότι το ΣΑΠ δεν απαιτούσε να προσκομιστεί συγκατάθεση από τον ιδιοκτήτη των αμπελώνων και επέτρεπε την πριμοδότηση και σε νόμιμους διαχειριστές τους, δεν αλλοιώνει την κατάσταση εφόσον η «διαχείριση» που έκαμε ο εναγόμενος για να λάβει την πριμοδότηση, ήτοι η εκρίζωση των αμπελώνων, δεν ήταν νόμιμη εφόσον έγινε αντισυμβατικά και χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Δικαιούται επομένως η ενάγουσα στο πιο πάνω ποσό από τον εναγόμενο και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077) Όσον αφορά τέλος το αίτημα της ενάγουσας για δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία έχει τερματιστεί και/ή είναι άκυρη, η εν λόγω θεραπεία θεωρώ κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον η συμφωνία έχει ήδη λήξει και τα ακίνητα έχουν ήδη παραδοθεί. Η επί του προκειμένου αξίωση της ενάγουσας συνεπώς απορρίπτεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €14.744,55 πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.