← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α. ν. C. & A. WHEELS - SPEED TRADING LTD (HE 122837) κ.α., Αιτ. Εταιρειών (Petition): 341/2016, 5/7/2019

ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α. ν. C. & A. WHEELS - SPEED TRADING LTD (HE 122837) κ.α., Αιτ. Εταιρειών (Petition): 341/2016, 5/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A385 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αιτ. Εταιρειών (Petition): 341/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, άρθρα 202 και 211(στ) Και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ C. & A. WHEELS - SPEED TRADING LTD (HE122837) ΜΕΤΑΞΥ:

  1. xxx ΧΡΙΣΤΟΦΗ, εκ Λεμεσού
  2. xxxxx xxxx ΧΡΙΣΤΟΦΗ, εκ Λεμεσού
  3. xxxxx ΧΡΙΣΤΟΦΗ, εκ Λεμεσού Αιτητών και
  4. C. & A. WHEELS - SPEED TRADING LTD (HE 122837)
  5. xxxxx ΧΡΙΣΤΟΦΗ, εκ Λεμεσού Καθ' ων η αίτηση --------------------------------------------- Ημερομηνία: 05 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Α. Αργυρού Για Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Α. Γιωρκάτζης Για Ε/Μ xxx Χριστοφή (Μέτοχος): κα Φ. Χριστοδουλίδου Για Ελληνική Τράπεζα: κα Παπή Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησαν στις 17/06/16 και τροποποίησαν με άδεια του Δικαστηρίου στις 15/06/17, οι πιο πάνω αναφερόμενοι xxx Χριστοφή, xxx Χριστοφή και xxx Χριστοφή (εφ' εξής οι αιτητές), ιδιοκτήτες του 30% της καθ' ης η αίτηση 1 κυπριακής εταιρείας (εφ' εξής η εταιρεία) με αναλογία 25%, 0,1% και 4,9% αντίστοιχα, αιτούνται διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας στη βάση των αρ. 202 και 211 (στ) Κεφ.
  6. «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά» οι αιτητές ζητούν είτε διάταγμα εξαγοράς των μετοχών τους από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 2 για το ποσό των €350.000 ή σε τιμή που θα καθορίσει ανεξάρτητος εκτιμητής, είτε διάταγμα που να ρυθμίζει τη μελλοντική διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Η αίτηση και Ε/Δ του αιτητή 1 που την υποστηρίζει συνιστούν ογκώδη έγγραφα και σε αυτά επισυνάπτεται μία εξίσου ογκώδης δέσμη Τεκμηρίων. Ενδεικτικά αναφέρω ότι αίτηση και Ε/Δ εκτείνονται σε 120 σελίδες με πάνω από 100 παραγράφους η κάθε μία, ενώ τα σχετικά Τεκμήρια είναι
  7. Στα έγγραφα αυτά θα πρέπει να προστεθούν και περαιτέρω 27 σελίδες, 78 παραγράφοι και 25 Τεκμήρια που κατατέθηκαν από πλευράς αιτητών στα πλαίσια συμπληρωματικής Ε/Δ που καταχώρησαν σε απάντηση των όσων προβλήθηκαν στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και
  8. Στην αντίπερα όχθη, η ένσταση που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συνιστά ένα εξίσου ογκώδη έγγραφο 60 σελίδων περίπου με 134 παραγράφους, στο οποίο επισυνάπτονται 30 Τεκμήρια και πρόσθετα τούτων, οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν και αυτοί απαντητική Ε/Δ, η οποία εκτείνεται σε περαιτέρω 74 παραγράφους και 11 Τεκμήρια. Από πλευράς Ε/Μ xxx, υιοθετήθηκαν οι θέσεις που προβάλλονται από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ενώ από πλευράς Ελληνικής δεν υπήρξε πρόθεση για καταχώρηση οποιασδήποτε ένστασης. Προτού όμως παραθέσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εταιρεία συστάθηκε την 31/07/01 από τον καθ' ου η αίτηση 2 (εφ' εξής Χριστοφή) και τη συμβία του xxx Αγαθαγγέλου, οι οποίοι κατείχαν 510 και 490 μετοχές αντίστοιχα από το συνολικό εκδοθέν και πλήρως πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο των 1000 μετοχών. Στις 13/06/07, η Αγαθαγγέλου αποχώρησε από την εταιρεία μεταβιβάζοντας μία μετοχή στο γιο που έχει με τον Χριστοφή, ήτοι το Ε/Μ και 489 μετοχές στον Χριστοφή, ο οποίος πλέον κατείχε συνολικά 999 μετοχές. Την 11/12/07, ο Χριστοφή μεταβίβασε στον αιτητή 1, ο οποίος είναι αδελφός του, 300 μετοχές και την 02/01/13, ο τελευταίος μεταβίβασε στα παιδιά του, ήτοι τους αιτητές 2 και 3, τους οποίους ο Χριστοφή είναι θείος, 1 και 49 μετοχές αντίστοιχα. Κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης (17/06/16), οι εγγεγραμμένοι διευθυντές της εταιρείας ήταν τέσσερεις, ήτοι οι τρεις αιτητές και ο Χριστοφή και γραμματέας της εταιρείας ήταν ο αιτητής
  9. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2016 αρχές 2017, οι αιτητές υπέβαλαν την παραίτηση τους από το αξίωμα του διευθυντή. Σύμφωνα όμως με σχετικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών στις 12/10/17, εγγεγραμμένοι διευθυντές της εταιρείας παρουσιάζονται να είναι επτά πρόσωπα, ήτοι οι τρεις αιτητές και ο Χριστοφή, η θυγατέρα του τελευταίου, xx Χριστοφή και δύο κυπριακές εταιρείες. Γραμματέας, σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, είναι πλέον μία εκ των δύο κυπριακών εταιρειών που ενεργεί και ως διευθυντής. Παρά τις αλλαγές στο Δ/Σ, η μετοχική δομή παρέμεινε η ίδια από το 2013, ήτοι ο αιτητής 1 με 250 μετοχές (25%), η αιτήτρια 2 με 1 μετοχή (0,1%), ο αιτητής 3 με 49 μετοχές (4,9%), ο Χριστοφή με 699 μετοχές (69,9%) και το Ε/Μ με 1 μετοχή (0,1%). Σημειώνω εδώ ότι κατά την πορεία της αίτησης μεσολάβησαν διάφορες αιτήσεις από εκατέρωθεν τις πλευρές μεταξύ των οποίων ήταν και αίτηση με την οποία οι εδώ αιτητές πέτυχαν αρχικά και μονομερώς, την έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορεύτηκε η διεξαγωγή συγκεκριμένης γενικής συνέλευσης της εταιρείας, το οποίο όμως διάταγμα στη συνέχεια ακυρώθηκε κατόπιν ακρόασης, καθώς επίσης και αίτηση με την οποία οι καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν διάταγμα αποπαγοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας και επικύρωσης (validation order) των πληρωμών που γίνονται στα πλαίσια δαπανών εντός των σύνηθων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και άλλων απορρέουσων υποχρεώσεων της εταιρείας. Επιπρόσθετα διατάχθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση 2 όπως καταθέτει κάθε 30 ημέρες ένορκη δήλωση η οποία θα έχει ενημερωτικό χαρακτήρα για τις συναλλαγές και γενικά για τις πράξεις για τις οποίες εξουσιοδοτήθηκε να πράττει με την ανάλογη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας και της δυνατότητας υπογραφής επί αυτών των λογαριασμών, υποχρέωση με την οποία ο πρώτος συμμορφώνεται μέχρι σήμερα. Για σκοπούς ευκολίας κατανόησης των θεμάτων που εγείρονται μεταξύ των δύο πλευρών, θεωρώ ορθότερο όπως διαχωρίσω σε ενότητες τους επίδικους ισχυρισμούς, χρησιμοποιώντας ως βάση τους ισχυρισμούς των αιτητών. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΩΝ Α. Γεγονότα 2003 μέχρι 31/05/16 Σε αυτή την ενότητα εμπίπτουν οι ισχυρισμοί των αιτητών που προβάλλονται στις παραγράφους 1 - 41 της αίτησης και αφορούν στο πώς έτυχε να εμπλακεί στη μετοχική και εταιρική δομή της εταιρείας αρχικά ο αιτητής 1 και στη συνέχεια τα παιδιά του, αιτητές 2 και 3, και στο πώς κατά τους τελευταίους έφτασαν να δημιουργούνται και να κλονίζονται οι σχέσεις των μερών. Γίνεται ειδικότερα αναφορά από τους αιτητές στο ότι το 2003 ο αιτητής 1 και ο Χριστοφή, όντας αδέλφια, αποφάσισαν να συνεργαστούν μέσω μιας οικογενειακής επιχείρησης άλλη από την επιχείρηση της εταιρείας, η οποία ήταν τότε ιδιοκτησίας του Χριστοφή και της συμβίας του. Στα πλαίσια αυτής της συνεννόησης, ο αιτητής 1 ισχυρίζεται ότι βοήθησε οικονομικά το Χριστοφή καταβάλλοντας του €20.
  10. Αφότου συνεργάστηκαν για ένα χρόνο περίπου, Χριστοφή και αιτητής 1 αποφάσισαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους μέσω της εταιρείας του Χριστοφή, με τον αιτητή 1 όμως να διορίζεται μόνο ως γραμματέας της εταιρείας και όχι ως μέτοχος. Στην πορεία, ο τελευταίος διαπίστωσε ότι ο Χριστοφή χρησιμοποιούσε την εταιρεία για να εξυπηρετήσει προσωπικά του συμφέροντα, τα οποία προωθούσε μέσω παράλληλων επιχειρήσεων του, οπόταν και περί τα τέλη του 2006 αρχές του 2007, «κλονίστηκε σε κάποιο βαθμό η μεταξύ τους σχέση που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του αιτητή 1 από τις εργασίες της εταιρείας.». Στη συνέχεια όμως ο Χριστοφή ζήτησε από τον αιτητή 1 να επιστρέψει στην εταιρεία με την υπόσχεση ότι θα του μεταβίβαζε το 30% των μετοχών της εταιρείας εφόσον η αρχική συνεννόηση ήταν ότι θα ήταν συνέταιροι και αφού ο τελευταίος δέχθηκε, έλαβε και το 30% των μετοχών. Ακολούθως ο αιτητής 1 μεταβίβασε κάποιες από τις μετοχές του στους αιτητές 2 και 3 ως ανωτέρω αναφέρεται και τόσο ο ίδιος όσο και οι αιτητές 2 και 3, διορίστηκαν ως υπεύθυνος πωλήσεων Λευκωσίας, Λάρνακας, Αμμοχώστου (αιτητής 1), υπεύθυνη έκδοσης τιμολογίων (αιτήτρια 2) και υπεύθυνος για τις αγορές - παραγγελίες του εξωτερικού, κοστολόγησης εμπορευμάτων και ετοιμασίας τιμοκαταλόγου πωλήσεων (αιτητής 3). Η θυγατέρα του Χριστοφή, xxx Χριστοφή, διορίστηκε υπεύθυνη λογιστηρίου. Εν τω μεταξύ, ο αιτητής 1 είχε επίσης συμφωνήσει με τον Χριστοφή όπως ο πρώτος υποθηκεύσει κάποιο οικογενειακό ακίνητο ώστε να συνεχίσουν να παρέχονται στην εταιρεία τραπεζικές διευκολύνσεις μέσω λογαριασμού τραπεζικού παρατραβήγματος και εξαλειφθεί η προηγούμενη εξασφάλιση που είχε δώσει η συμβία του Χριστοφή. Στην πορεία άρχισαν να προκύπτουν προβλήματα μεταξύ αιτητών, Χριστοφή και της θυγατέρας του τελευταίου, τα οποία αφορούσαν είτε σε θέματα του λογιστηρίου είτε σε θέματα των λογιστών-ελεγκτών της εταιρείας οι οποίοι, σύμφωνα με τους αιτητές, φαίνεται να ενεργούσαν υπό τις οδηγίες του Χριστοφή και αρνούνταν να συνεργαστούν μαζί τους, είτε στον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο Χριστοφή. Τέτοια προβλήματα συνιστούσαν η μη καταχώρηση ετήσιων εκθέσεων της εταιρείας στον Έφορο εταιρειών, η διαπίστωση εσφαλμένων χρεοπιστώσεων σε σχέση με το μισθό του Χριστοφή, εσφαλμένη πληρωμή μερίσματος στον τελευταίο αντί στους αιτητές και τέλος, η άνευ εξουσιοδότησης του Δ.Σ της εταιρείας απόφαση του Χριστοφή, να μεταφέρει τους λογαριασμούς της εταιρείας από την Εθνική στην Ελληνική τράπεζα και να αυξήσει το όριο παρατραβήγματος υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος αλλά και ο αιτητής 1 θα υποθήκευαν προσωπική τους ακίνητη ιδιοκτησία. Αν και αιτητής 1 και Χριστοφή τελικά συμφώνησαν και προχώρησαν και υποθήκευσαν τα ακίνητα τους προς όφελος της εταιρείας ως η απόφαση του τελευταίου, τελικά φάνηκε ότι η «συνεργασία» δεν θα μπορούσε να συνεχίσει. Ως εκ τούτου, ενεπλάκηκαν λογιστές και δικηγόροι τόσο από πλευράς αιτητών όσο και από πλευράς Χριστοφή και Ε/Μ για να εκτιμήσουν την αξία της εταιρείας και των εκατέρωθεν μετοχών και να καταλήξουν σε μια συμφωνία διευθέτησης όλων των μεταξύ τους θεμάτων. Το αποτέλεσμα ήταν να καταρτισθεί ένα μνημόνιο συναντίληψης (memorandum of understanding), στη βάση του οποίου ο Χριστοφή και το Ε/Μ θα αποχωρούσαν από την εταιρεία και οι Αιτητές θα τους κατέβαλλαν €350.000 και θα αναλάμβαναν να εξαλείψουν τις προσωπικές υποθήκες του Χριστοφή. Ενώ όμως οι αιτητές δέχτηκαν τη συμφωνία, ο Χριστοφή υπαναχώρησε και δεν την υπέγραψε ποτέ ενώ ανακάλεσε τους κωδικούς πρόσβασης των αιτητών στο λογισμικό της εταιρείας και εμπόδισε την πρόσβαση των τελευταίων σε διάφορα γραφεία αλλάζοντας τις κλειδωνιές. Τα πιο οδήγησαν στα γεγονότα της 31/05/16 όταν οι αιτητές, όντας όλοι μέλη του τετραμελούς τότε Δ.Σ της εταιρείας καθώς και η πλειοψηφία του, αντιδρώντας στις ενέργειες του Χριστοφή συγκάλεσαν έκτακτη Γενική Συνέλευση του Διοικητικού Συμβουλίου αφού ειδοποίησαν σχετικά και τον Χριστοφή ως τον άλλο διευθυντή της εταιρείας. Στις 31/05/16 όμως, ο Χριστοφή αν και εμφανίστηκε στο χώρο που ήταν προγραμματισμένη να γίνει η συνεδρία του Δ.Σ., ήταν, σύμφωνα με τους αιτητές, εξαιρετικά αντιδραστικός και επιθετικός με αποτέλεσμα οι τελευταίοι, να συνεδριάσουν στο χώρο στάθμευσης της εταιρείας στην απουσία του Χριστοφή και όντας η πλειοψηφία του Δ.Σ, έλαβαν ομόφωνα απόφαση όπως ο αιτητής 1 προστεθεί ως συνυπογράφων με τον Χριστοφή σε όλους τους λογαριασμούς της εταιρείας, όπως επαναενεργοποιηθούν οι κωδικοί πρόσβασης στο λογισμικό της εταιρείας, όπως διοριστεί ανεξάρτητος ελεγκτής για να ελέγξει και καταμετρήσει τα αποθέματα της εταιρείας αλλά και τα ταμεία που κρατούσαν ο αιτητής και ο Χριστοφή, όπως μετατεθεί η xxx Χριστοφή από το λογιστήριο λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς, όπως ετοιμαστεί αναλυτική κατάσταση των χρεωστών της εταιρείας και προχωρήσει η είσπραξη τους και όπως αλλάξουν οι κλειδωνιές που είχε αλλάξει ο Χριστοφή ώστε να επιτευχθεί η πρόσβαση σε όλους τους χώρους της εταιρείας. Παρά το ότι τα πρακτικά και οι αποφάσεις της 31/05/16 επιδόθηκαν στον Χριστοφή, ο τελευταίος, σύμφωνα με τους αιτητές, «δεν επέδειξε οποιοδήποτε βαθμό συμμόρφωσης.στην ομόφωνη απόφαση των συμβούλων ημερομηνίας 31.05.16». Β. Γεγονότα από 31/05/16 - 05/09/16 Η χρονική περίοδος στην οποία αφορά αυτή η ενότητα των ισχυρισμών των παρ. 40 - 76 της αίτησης, ξεκινά με την αποστολή ειδοποίησης από το Χριστοφή στους αιτητές στις 05/06/16, για σύγκληση γενικής συνέλευσης στις 22/06/16, η οποία όμως συνέλευση τελικά δεν έγινε εφόσον οι αιτητές εξασφάλισαν μονομερώς στα πλαίσια της παρούσας αίτησης σχετικό απαγορευτικό διάταγμα το οποίο όμως στην πορεία ακυρώθηκε κατόπιν ακρόασης. Η υπόλοιπη περίοδος αναλώθηκε ως επί το πλείστον στην εμπλοκή των δικηγόρων και των λογιστών των μερών, είτε προς αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης της 31/5/16 είτε προς επίλυση των όσων θεμάτων οδήγησαν σε αυτή αλλά και προέκυψαν συνεπεία της. Οι δύο πλευρές συναντήθηκαν σε διάφορες περιπτώσεις με τους αντίστοιχους συμβούλους τους, συζήτησαν το θέμα της καταμέτρησης του αποθέματος και των ταμείων της εταιρείας καθώς επίσης και το προηγούμενο memorandum of understanding, ενώ ηγέρθηκαν και θέματα αναφορικά με τον αυθαίρετο, κατά τους αιτητές, τρόπο με τον οποίο ο Χριστοφή είσπραττε τους χρεώστες της εταιρείας και διαχειρίζετο το ταμείο που είχε στην κατοχή του, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να «.καθυστερεί να πληρώνει και να καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς των αιτητών.». Συζητήθηκαν επίσης οι δυσκολίες που προκαλούνταν στην λήψη και εκτέλεση παραγγελιών λόγω της αδυναμίας πρόσβασης στο λογισμικό της εταιρείας καθώς επίσης και στις εντολές που φέρεται να έδωσε ο Χριστοφή στους υπαλλήλους του όπως μην εφοδιάσουν τους αιτητές με μπλοκ αποδείξεων. Επεκτάθηκαν δε τα θέματα και στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας που είχαν ετοιμάσει ως τότε οι λογιστές για τα έτη 2012 - 2014 και τις οποίες είχαν αποστείλει και στους αιτητές, οι οποίοι, αφού τις έλεγξαν με τους λογιστές τους, διαπίστωσαν αντιφάσεις και ανακρίβειες. Τα πιο πάνω οδήγησαν σε νέα ειδοποίηση του Χριστοφή προς τους αιτητές για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης στις 05/09/16 με σκοπό τη συζήτηση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας για τα έτη 2012-2014, την επανεκλογή των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τον επαναδιορισμό των ελεγκτών της εταιρείας. Στην πιο πάνω ειδοποίηση οι αιτητές απάντησαν γραπτώς, επαναλαμβάνοντας όλα όσα είχαν γίνει και ζήτησαν όπως πρόσθετα των θεμάτων που είχε εισηγηθεί ο Χριστοφή, συζητηθούν στην εν λόγω συνέλευση μεταξύ άλλων οι καταστάσεις του 2015, ζητηθεί από τους λογιστές να δώσουν διευκρινίσεις για τις προηγούμενες οικονομικές εκθέσεις και διορθώσουν όσες παραλείψεις διαπιστώθηκαν να υπάρχουν σε αυτές καθώς και τα μερίσματα του 2009, όπως παραδοθεί και καταμετρηθεί το ταμείο και το απόθεμα της εταιρείας, όπως καταρτιστεί αναλυτική κατάσταση χρεωστών της εταιρείας και ληφθούν σχετικές αποφάσεις για την είσπραξη τους, όπως ετοιμαστούν πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις για το 2016 και όπως και αποφασιστεί η πρόσληψη υπεύθυνου του λογιστηρίου. Στη συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 05/09/06 ως είχε προγραμματιστεί, παρευρέθηκαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας, ήτοι οι αιτητές, ο Χριστοφή και το Ε/Μ, οι δικηγόροι των μερών και οι ελεγκτές της εταιρείας. Προεδρεύων της συνέλευσης διορίστηκε χωρίς ένσταση ο δικηγόρος Α. Γιωρκάτζης, ο οποίος εκπροσωπούσε το Χριστοφή και γραμματέας διορίστηκε επίσης χωρίς ένσταση, η δικηγόρος Φ. Χριστοδουλίδου η οποία εκπροσωπούσε το Ε/Μ. Αφού τέθηκαν προς συζήτηση όλα τα προαναφερόμενα θέματα, «.είχε ληφθεί ομόφωνη απόφαση.», σύμφωνα με του αιτητές, ότι δεν εγκρίνονταν οι οικονομικές καταστάσεις των ετών 2012, 2013 και 2014 μέχρις ότου καταμετρηθεί το απόθεμα της εταιρείας από αντιπροσώπους όλων των μετόχων, καταμετρηθούν τα ταμεία και επαληθευτούν οι χρεώστες ανά έτος οπόταν και θα συζητούνταν εκ νέου και οι οικονομικές καταστάσεις για το
  11. Αποφασίστηκε περαιτέρω με πλειοψηφία κατόπιν ψηφοφορίας, όπως διοριστούν ως επιπρόσθετοι διευθυντές οι δύο κυπριακές εταιρείες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως επαναδιοριστούν οι ίδιοι λογιστές-ελεγκτές της εταιρείας, όπως παραμείνει η xxxx Χριστοφή στο λογιστήριο. Τα υπόλοιπα θέματα που ήγειραν οι αιτητές αποφασίστηκε από τον προεδρεύοντα ότι δεν αφορούσαν τη συνέλευση ενώ για το θέμα των μερισμάτων το θέμα αφέθηκε να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η οποία είχε εν τω μεταξύ καταχωρηθεί. Γ. Γεγονότα από 07/09/16 - Δεκέμβριο 2016 Τα γεγονότα που αφορούν στην εν λόγω ενότητα περιέχονται στις παραγράφους 78 - 104 της αίτησης και περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τις προσπάθειες που καταβάλλονταν από όλους τους εμπλεκόμενους προς υλοποίηση της ομόφωνης απόφασης της γενικής συνέλευσης της 05/09/16 για καταμέτρηση των αποθεμάτων και των ταμείων της εταιρείας. Στην αίτηση προβάλλονται ισχυρισμοί ότι σε κάποιες περιπτώσεις η καταμέτρηση δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω προφάσεων που πρόβαλλε ο Χριστοφή ενώ όταν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει τέτοια καταμέτρηση, αυτή κατά τους αιτητές, γινόταν λανθασμένα. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί για περαιτέρω δυσκολίες που προκαλούνταν από τη συνεχιζόμενη αδυναμία πρόσβασης των αιτητών στο λογισμικό της εταιρείας καθώς επίσης και ισχυρισμοί περί έκθεσης της εταιρείας απέναντι σε πιστωτές και αρμόδιες κυβερνητικές αρχές λόγω των προβλημάτων που είχαν προκύψει με τις οικονομικές καταστάσεις και τον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων της εταιρείας. Μέσα σε όλα αυτά, στις 18/11/16 η εταιρεία βρέθηκε να μην ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελληνική Τράπεζα οπόταν η τελευταία με επιστολή της ημερομηνίας 04/11/16 ειδοποίησε την εταιρεία και τους αιτητές ως εγγυητές της ότι τερμάτιζε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχε στην εταιρεία. Εν τω μεταξύ διαπιστώθηκε ότι ο Χριστοφή σε συνεργασία με τους ελεγκτές της εταιρείες προχώρησε και υπέγραψε τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2012 - 2014 και τις υπέβαλε στην Ελληνική Τράπεζα εν αγνοία των αιτητών, θέμα για το οποίο ο αιτητής 1 προέβηκε σε καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού και στην κεντρική τράπεζα στις 24/10/16 και 09/11/16 αντίστοιχα. Παράλληλα εξακολουθούσε να παρατηρείται καθυστέρηση στην πληρωμή των μισθών των αιτητών και στην καταβολή των σχετικών εισφορών στο ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Την 13/10/16 οι αιτητές κλήθηκαν σε συνεδρία του Δ/Σ της εταιρείας, ως διευθυντές της, όμως επειδή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους υπόλοιπους διευθυντές που είχαν διοριστεί στη γενική συνέλευση της 05/09/16 αποχώρησαν και παρά το ότι ζήτησαν τα σχετικά πρακτικά των όσων λέχθηκαν στην απουσία τους, εντούτοις, ουδέποτε τους αποστάληκαν. Δήλωσαν όμως προς τους καθ' ων η αίτηση ότι θα αρνούνταν να υπογράψουν τα εν λόγω πρακτικά εφόσον δεν συμφωνούσαν με τα όσα πληροφορήθηκαν προφορικά να έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω συνεδρία. Ακολούθως, όλοι οι αιτητές, με ξεχωριστές επιστολές που έστειλαν στην εταιρεία περί τον Δεκέμβριο του 2016 υπέβαλαν την παραίτηση τους από διευθυντές του Δ/Σ της εταιρείας με ισχύ την 19/01/17, ισχυριζόμενοι ότι η συμπεριφορά του Χριστοφή τους εξανάγκαζε σε παραίτηση. Θα παρέμεναν όμως, ως ανέφεραν στις εν λόγω επιστολές τους, ως μέτοχοι της εταιρείας με όλα τα σχετικά δικαιώματα που είχαν και ως εκ τούτου επέμεναν όπως υλοποιηθούν τα όσα αποφασίστηκαν στη γενική συνέλευση της 05/09/16 και τα οποία εκκρεμούσαν. Δ. Γεγονότα από Δεκέμβριο 2016 - Μάρτιο 2017 Τα γεγονότα της εν λόγω ενότητας περιλαμβάνονται στις παραγράφους 105 - 119 της αίτησης και ουσιαστικά αφορούν στους ισχυρισμούς των αιτητών για το τι έλαβε χώρα μετά την παραίτηση τους. Γίνεται ειδικότερα αναφορά στο ότι εξακολουθούσε να μην μπορεί να γίνει ορθή ή οποιαδήποτε καταμέτρηση του αποθεματικού εξ υπαιτιότητας του Χριστοφή, ότι εξακολουθούσε να μην μπορεί να γίνει καταμέτρηση των ταμείων αλλά και ορθή είσπραξη των χρεωστών της εταιρείας, ότι διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία δεν είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες για καταχώρηση της παραίτησης τους στον έφορο εταιρειών και ότι τον Μάιο του 2010 η εταιρεία υπέβαλε στο τμήμα Εσωτερικών Προσόδων δηλώσεις εισοδήματος για τα έτη 2004 - 2007 παρουσιάζοντας τον Χριστοφή ως τον απόλυτο μέτοχο της εταιρείας για εκείνη την περίοδο. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η θέση των αιτητών δύναται ουσιαστικά να συνοψιστεί ως εξής: «Ο xxx Χριστοφή, Καθ'ου η Αίτηση 2, με την καταπιεστική του συμπεριφορά (oppressive conduct) έναντι των Αιτητών, τις πράξεις και ενέργειες του, έχει καταχραστεί και καταχράται την θέση του ως διευθυντής και πλειοψηφικός μέτοχος της Καθ'ής η Αίτηση 1 εταιρείας και έχει θέσει υπό τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο του όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας μιας και διαχειρίζεται τα θέματα της εταιρείας αποκλειστικά και προς εξυπηρέτηση των δικών του προσωπικών συμφερόντων και για δικό του όφελος. Ως πλειοψηφιών μέτοχος, παράνομα και αυθαίρετα όχι μόνον τους απαγορεύει αλλά και τους εμποδίζει από του να ασκούν τα καθήκοντα τους ως επίσης και να έχουν πρόσβαση σε οποιεσδήποτε πληροφορίες που αφορούν τις δραστηριότητες και εργασίες της Καθ'ής η Αίτηση 1 εταιρείας και ειδικότερα το λογιστήριο της εταιρείας, υπεύθυνη του οποίου είναι η θυγατέρα του xxx Χριστοφή. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που προχώρησε στον διορισμό της ως υπεύθυνη του τμήματος λογιστηρίου για να μπορέσει να ασκεί απόλυτο έλεγχο στα οικονομικά της εταιρείας. Ο ίδιος από μόνος του ανέλαβε όλες τις ευθύνες της διοίκησης της εταιρείας, λειτουργώντας ως αυτοδιορισθείς διευθύνων διοικητικός σύμβουλος, όλες δε οι οικονομικές καταστάσεις ελέγχονταν και ελέγχονται πλήρως από αυτόν και γενικά έχει τον απόλυτο έλεγχο της διοίκησης παραγνωρίζοντας όλα τα δικαιώματα των Αιτητών ως μειοψηφούντες μέτοχοι. . ο Καθ'ου η Αίτηση 2 όχι μόνο τεχνηέντως και με μεθοδευμένο τρόπο απέκλεισε τους Αιτητές 1, 2 και 3 από την καταμέτρηση των αποθεμάτων και στα όσα είχαν συμφωνηθεί στην ετήσια γενική συνέλευση ημερομηνίας 05.09.2016 αλλά επίσης ο ίδιος ο Καθ'ου η Αίτηση 2 δεν έχει προβεί στην οποιαδήποτε ενημέρωση των Αιτητών 1, 2 και 3 και σε καμία περίπτωση έχει προσκομίσει οτιδήποτε του είχε ζητηθεί από τους Αιτητές 1, 2 και 3 προς τον σκοπό ενημέρωσης τους βάσει των επιστολών τους. .Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ξεκάθαρα τόσον η απώλεια του σκοπού λειτουργίας της Καθ'ής η Αίτηση εταιρείας η οποία έχει τα χαρακτηριστικά οιονεί συνεταιρισμού (quasi-partnership) και η οποία ήτο στην βάση μίας αδελφικής οικογενειακής σχέσης η οποία συνεπάγετο αμοιβαία εμπιστοσύνη, όσον και η πλήρης κατάσταση αδιεξόδου μεταξύ των δύο οικογενειών αλλά και η πτώση του συνεταιρικού βαθμού. Έχει εκλείψει κάθε εταιρική σχέση μεταξύ των Αιτητών μετά του Καθ'ου η Αίτηση 2 ως επίσης υπάρχει παντελής έλλειψη συνεννόησης και συνεργασίας..Η εκκαθάριση της Καθ'ης η Αίτηση 1 εταιρείας καθίσταται εύλογη και δίκαιη μιας και μεταξύ των μελών και γενικότερα των δύο οικογενειών δεν υπάρχει καμία πλέον συνεννόηση, η οποία είναι θεμελιώδεις για την συνέχιση της εταιρείας και η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του πλειοψηφούντα μετόχου xxx Χριστοφή στην βάση της αδελφικής και οικογενειακής τους σχέσης έπαψε να υπάρχει..Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και δίκαιο η Εταιρεία να εκκαθαριστεί και/ή να διαταχθεί όπως οι μετοχές των Αιτητών 1, 2 και 3 αγοραστούν από τον πλειοψηφούντα μέτοχο Καθ'ου η Αίτηση 2, για το ποσό των €350.000.» ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Ε/Μ Στην αντίπερα όχθη, η ένσταση των καθ' ων η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του Χριστοφή, κάνει αναφορά σε κατ' ισχυρισμό παράνομη και αντικανονική μεταβίβαση μετοχών από τον αιτητή 1 προς τα παιδιά του αιτητές 2 και 3 καθώς επίσης και στο ανυπόστατο της ιδιότητας του πιστωτή ή του συνεισφορέα οι τελευταίοι που επικαλούνται για να νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Παρόμοιοι ισχυρισμοί περί παρανομίας και αντικανονικότητας προβάλλονται και σε σχέση με τον διορισμό των αιτητών στο Δ/Σ της εταιρείας (παράγραφοι 1 - 20). Παρά τις πιο πάνω θέσεις όμως, επί της ουσίας της αίτησης, οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι την 01/03/16 και τα τέσσερα μέλη του τότε Δ/Σ της εταιρείας, περιλαμβανομένων δηλαδή και των αιτητών, αποφάσισαν ομόφωνα τη δανειοδότηση υπό μορφή παρατραβήγματος από την Ελληνική τράπεζα, την υποθήκευση, ως σχετική εξασφάλιση, ακινήτου της εταιρείας και την εξουσιοδότηση του Χριστοφή να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο. Υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση ότι η συμμετοχή των αιτητών στο Δ/Σ της εταιρείας και μάλιστα ως πλειοψηφία αφού μαζί οι αιτητές συνιστούσαν τα ¾ του Δ/Σ «εκθεμελιώνει κάθε μομφή» εναντίον των όποιων ενεργειών του Χριστοφή. Ως προς τους ισχυρισμούς της ενότητας Α ανωτέρω, ο Χριστοφή αναφέρει ότι καμία συνεννόηση υπήρξε μεταξύ του ιδίου και του αδελφού του, αιτητή 1, για συνεργασία τους στα πλαίσια μίας οικογενειακής επιχείρησης υπό τύπο οιονεί συνεταιρισμού εφόσον ο τελευταίος ήταν οικοδόμος και καμία γνώση, εμπειρία ή σχέση είχε με την εμπορεία αξεσουάρ και ελαστικών αυτοκινήτων. Η παραχώρηση δε των 300 μετοχών από τον Χριστοφή προς τον αιτητή 1 ήταν, σύμφωνα με τον πρώτο, χαριστική και όχι ως αντάλλαγμα για την επιστροφή του αιτητή 1 στην επιχείρηση ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε. Δέχεται ο Χριστοφή ότι οι ετήσιες εκθέσεις της εταιρείας δεν είχαν υποβληθεί στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με τα έτη 2003 -
  12. Ο λόγος όμως για αυτό, σύμφωνα με τον Χριστοφή, ήταν θέματα υγείας που αντιμετώπιζε ο παλιός λογιστής της εταιρείας και ο οποίος αντικαταστάθηκε το 2009 από τους νυν λογιστές και αυτό «κατόπιν παρότρυνσης του αιτητή 1 καθότι η σύζυγος του εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο στο εν λόγω ελεγκτικό γραφείο». Στην πορεία όμως, ετοιμάστηκαν οι καταστάσεις για την περίοδο 2009 - 2012 και οι οποίες υπογράφτηκαν από τον αιτητή 1 ως γραμματέας της εταιρείας. Δέχεται επίσης ο Χριστοφή ότι δεν καταβλήθηκε μέρισμα στον αιτητή 1 για το 2009, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό ήταν που είχε συμφωνηθεί με τον τελευταίο εφόσον δεν ήταν μέτοχος κατά την σχετική περίοδο και ότι το μέρισμα που του δόθηκε το 2008 και το οποίο αφορούσε το οικονομικό έτος του 2006 ήταν λανθασμένο. Περαιτέρω, ο Χριστοφή δέχεται και ότι σε κάποιο στάδιο άλλαξαν οι κωδικοί πρόσβασης στο λογισμικό της εταιρείας, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό δεν έγινε για να αποκλειστεί το οποιοδήποτε μέλος του Δ/Σ αλλά κατόπιν προτροπής της συζύγου του αιτητή 1 ώστε η πρόσβαση κάθε εργοδοτούμενου να είναι ανάλογη με τις ανάγκες των καθηκόντων του (παράγραφος 62). Τέλος, ο Χριστοφή δέχεται ότι ειδοποιήθηκε για την έκτακτη γενική συνέλευση του Δ/Σ της 31/05/2016 όμως κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε, θεώρησε την εν λόγω ειδοποίηση και συνεδρία ως παράτυπη και παράνομη και γι' αυτό δεν παρουσιάστηκε σε αυτήν. Όσον αφορά τα γεγονότα της ενότητας Β ανωτέρω, ο Χριστοφή αρνείται ότι εισέπραξε χρεώστες της εταιρείας με λανθασμένο τρόπο, αλλά αντίθετα, ισχυρίζεται ότι ενήργησε σύμφωνα με τη συνηθισμένη πρακτική της εταιρείας η οποία ήταν σε γνώση των αιτητών κα ιδιαίτερα του αιτητή 1 ο οποίος ενεπλάκηκε ενεργά σε κάποιες από τις εισπράξεις για τις οποίες τώρα παραπονείται. Θέση του Χριστοφή είναι ότι δεν είναι αυτός που ενεργούσε αυθαίρετα και πραξικοπηματικά αλλά οι αιτητές και οι τότε δικηγόροι τους και ότι για αυτό τον λόγο είναι που ζήτησε αυτός τότε τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης μετόχων στις 22/06/
  13. Όπως ανέφερα ανωτέρω, η εν λόγω συνέλευση τελικά δεν έγινε λόγω του διατάγματος που εξέδωσε το Δικαστήριο και το οποίο όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε. Προχωρεί ο Χριστοφή και αναφέρει διάφορα γεγονότα που καταδεικνύουν κατ' εκείνον την προσπάθεια των αιτητών να «στραγγαλίσουν» οικονομικά την εταιρεία όπως η άρνηση τους να παραδώσουν ταμεία, να συνεχίσουν να είναι εγγυητές της εταιρείας αλλά και να ενστούν στην αίτηση που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για αποπαγοποίηση των λογαριασμών της εταιρείας που οι αιτητές πέτυχαν επιδίδοντας την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης στην Ελληνική τράπεζα. Όλες αυτές οι ενέργειες σύμφωνα με τον Χριστοφή συνιστούσαν μία ενορχηστρωμένη προσπάθεια των αιτητών να στοιχειοθετήσουν δήθεν καταπιεστική συμπεριφορά από μέρους του. Προσπάθησε ο Χριστοφή, ως ισχυρίζεται, να διαφυλάξει την εταιρεία από τις πιο πάνω ενέργειες των αιτητών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορεί η εταιρεία να συμμορφωθεί με τις θέσμιες υποχρεώσεις της προς τον Έφορο Εταιρειών και να κινδυνέψει να διαγραφεί, οπόταν ζήτησε τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της 05/09/16 και στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις που αναφέρουν οι αιτητές. Πρόσθετα των πιο πάνω, ο Χριστοφή κάνει αναφορά και στη συνεδρία του Δ/Σ της εταιρείας που έγινε στις 13/10/16 και στην οποία οι αιτητές αν και αρχικά εμφανίστηκαν και μάλιστα έλαβαν και μέρος στη συζήτηση των θεμάτων που είχαν τεθεί αποχώρησαν όταν οι εισηγήσεις τους δεν γίνονταν αποδεκτές στα πλαίσια της νενομισμένης διαδικασίας. Η συνεδρία όμως συνεχίστηκε κανονικά και στα πλαίσια της αποφασίστηκε μεταξύ άλλων η έναρξη της καταμέτρησης του αποθέματος και των ταμείων της εταιρείας καθώς επίσης και η αντικατάσταση του αιτητή 1 ως γραμματέα της εταιρείας με μια εκ των δύο εταιρειών που είχε προηγουμένως διοριστεί ως διευθυντής. Μέχρι και σήμερα όμως, ισχυρίζεται ο αιτητής, οι αιτητές αρνούνται να συνεργαστούν με την εταιρεία ώστε οι αποφάσεις της 13/10/16 να υλοποιηθούν. Τέλος όσον αφορά την παραίτηση των αιτητών από διευθυντές της εταιρείας, ο Χριστοφή δέχεται ότι έλαβε τις επιστολές παραίτησης που οι τελευταίοι υπέβαλαν περί τον Δεκέμβριο του 2016, αρνείται όμως τα όσα αυτοί αναφέρουν ως λόγους παραίτησης που εκεί αναφέρονται όπως και αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε καθυστέρησης ή οφειλής σε σχέση με την πληρωμή του μισθού των αιτητών. Όσον αφορά την ενότητα Δ ανωτέρω, ο Χριστοφή επαναλαμβάνει τη θέση του ότι είναι οι αιτητές που ενεργούν αυθαίρετα, καταχρηστικά και πραξικοπηματικά εναντίον του ιδίου και της εταιρείας, τόσο πριν, κατά και μετά την καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας. Οι εν λόγω ενέργειες τους δε, ισχυρίζεται ο Χριστοφή, οι οποίες ενέπλεξαν και το Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση, έχουν προκαλέσει οικονομική ζημιά στην εταιρεία τόσο απέναντι στους πελάτες της όσο και στους πιστωτές της και ιδιαίτερα τα τραπεζικά ιδρύματα που τη δανειοδοτούν. Σε καμία περίπτωση, ισχυρίζεται ο Χριστοφή, δεν υπάρχει αδιέξοδο στην εταιρεία ή αποκλεισμός των αιτητών από τη λειτουργία της ή άρνηση πληρωμής μερισμάτων ή παρουσίασης λογαριασμών ή οποιαδήποτε απάτη και σε καμία περίπτωση τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εταιρεία δεν οφείλονται, ούτε και προέρχονται από το ποσοστό μετοχών που ο κάθε εμπλεκόμενος κατέχει. Οι απαντητικές Ε/Δ που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συνιστούν στην ουσία απόρριψη των ισχυρισμών που προβάλλει η άλλη πλευρά και επανάληψη των ισχυρισμών που αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, σύνοψη των οποίων έχω παραθέσει ανωτέρω. Δεν κρίνω συνεπώς σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο των εν λόγω απαντητικών Ε/Δ, το οποίο έχω βεβαίως λάβει υπόψη μου. Σημειώνω εδώ ότι πέραν των όσων προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση ως λόγους ένστασης επί της ουσίας των ισχυρισμών των αιτητών, προβάλλονται επίσης και λόγοι ένστασης επί του νομικά αβάσιμου και ανυπόστατου της αίτησης στη βάση της σχετικής με τα υπό κρίση θέματα νομολογίας. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις προφορικές και γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. το περιεχόμενο των οποίων δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Ειδική αναφορά σε αυτό κάμνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Σημειώνω όμως ότι επί της νομικής πτυχής της αίτησης, οι θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν ήταν ουσιαστικά κοινές και εδράζονταν στις αρχές που διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις κυπριακές αποφάσεις Pelmako Development Ltd

(1999)1 ΑΑΔ 1369, In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another.
(1977)4 J.S.C. 488, στις οποίες αναφέρονται με επιδοκιμασία οι αγγλικές υποθέσεις όπως η αυθεντία Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492 και οι υποθέσεις Re Five Minute Car Wash Service, Ltd., [1966] 1 All E.R. 242, Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C 324 και Loch v John Blackwood Ltd [1924] AC 783 αλλά και τα συγγράμματα των Palmer's Company Law και Pennington's Company Law. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με τη νομική πτυχή που περιβάλλει αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας λόγω κατ' ισχυρισμό καταπίεσης της μειοψηφίας ή για εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία ή και αντίστροφα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, Αίτηση Αρ.: 65/2018, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 16/4/2018, το σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας αίτησης. «Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή των αρ. 211(στ) (ή 211(f)) και του αρ. 202 Κεφ.113, στη βάση των οποίων, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαλύσει την εταιρεία αν είναι της γνώμης ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας, σε περιπτώσεις καταπίεσης μέλους ή κατηγορίας μελών αντίστοιχα, έχουν πλειστάκις απασχολήσει την κυπριακή και αγγλική νομολογία και νομικά συγγράμματα. Τις συνοψίζω, κάνοντας ταυτόχρονα και μια σύντομη αναφορά στο γενικότερο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εφαρμόζονται. Α. Η βασική αρχή, γνωστή ως ο κανόνας του Foss v Harbottle
(1843)2 Hare 461 από την ομώνυμη υπόθεση είναι ότι: «...δεν επιτρέπονται αγωγές από μετόχους μειοψηφίας για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, οι οποίες αφορούν στη διαχείριση-διεύθυνση της εταιρείας, εκτός αν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να επιτραπεί κάτι τέτοιο. Τα Δικαστήρια δεν ενθαρρύνουν την καταχώρηση αγωγών, από μειοψηφούντες μετόχους σε σχέση με τη διαχείριση-διεύθυνση μιας εταιρείας, όταν εκείνο για το οποίο παραπονείται ο μειοψηφών μέτοχος μπορεί να θεραπευθεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, και τούτο διότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, η καταχώρηση αγωγής από τη μειοψηφία καθίσταται άνευ αντικειμένου όταν η αδικοπραξία θεραπευθεί από απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας.» (βλ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΕΛΙΟΥ Χ"ΛΟΙΖΟΥ ν. ΜΑΡΙΝΟΥ ΧΡ. ΛΟΙΖΙΔΗ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A422, Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2012, 28/11/2017 και τη νομολογία και συγγράμματα που εν λόγω αυθεντία αναφέρει). Β. Όταν ο κανόνας «πρωτοεφαρμόστηκε», οι «παραπονούμενοι» μέτοχοι μειοψηφίας, δεν είχαν στη διάθεση τους πολλές θεραπείες δυνάμει της τότε νομοθεσίας, παρά μόνο τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), διαδικασία όμως η οποία ουσιαστικά έθετε τέρμα στη λειτουργία της εταιρείας (βλ Pennington 4th ed. σελ. 695 υποσημ.6). Γ. Η μετέπειτα όμως νομολογία αναγνώρισε σημαντικούς περιορισμούς στον κανόνα (considerable qualifications - βλ. Palmer' s Company Law, 21η έκδοση, σελ. 503- 511), ώστε να μπορεί ο παραπονούμενος μέτοχος που δεν ελέγχει την εταιρεία, είτε να εγείρει ο ίδιος αγωγή εναντίον της εταιρείας για να την υποχρεώσει να συμμορφωθεί με το καταστατικό της, είτε για να προωθήσει απαίτηση της εταιρείας μέσω παράγωγης αγωγής - Derivative action. Οι εν λόγω περιορισμοί του κανόνα αφορούν αποκλειστικά σε περιπτώσεις που η κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία δεν δύναται να θεραπευτεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας ή όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά, εξαίρεση στον κανόνα (βλ Pennington σελ. 591 - 600). Αναφορικά με τις παράγωγες αγωγές, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Χατζηλοϊζου ανωτέρω: «...Στην περίπτωση αδικοπραξίας που δεν θεραπεύεται με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, αναγνωρίζεται δικαίωμα σε μειοψηφούντα μέτοχο να εγείρει αγωγή, εναντίον των μετόχων πλειοψηφίας που έχουν τον έλεγχο της εταιρείας, για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις όπου η εταιρεία ενεργεί ultra vires ή με δόλο εναντίον της μειοψηφίας (Δέστε Gower and Davies' Principles of Modern Company Law, 7η έκδοση, σελ. 449 και επόμενες). Στην Αγγλία, βέβαια, υπήρξε νομοθετική παρέμβαση, η οποία έθεσε αυτά τα ζητήματα του εταιρικού δικαίου πάνω σε διαφορετική βάση, στην Κύπρο όμως, ακολουθούμε τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως διατυπώθηκαν στην Foss (ανωτέρω) και σε επόμενες σχετικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Πιρίλλης v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136, το Εφετείο ασχολήθηκε με ζήτημα παράγωγης ή/και αντιπροσωπευτικής αγωγής (derivative action) σε περίπτωση όπου οι δύο μέτοχοι είχαν από 50% ο καθένας. Έγινε αναφορά στην Foss (ανωτέρω) και τονίστηκε ότι οι περισσότερες υποθέσεις, στις οποίες επιτρέπεται παράγωγη αγωγή, αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι πλειοψηφούντες μέτοχοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας και καταδολιεύουν τη μειοψηφία ή την εταιρεία, χρησιμοποιώντας, ταυτόχρονα, τον έλεγχο τους επί της εταιρείας για να μην εγείρουν οποιανδήποτε αγωγή εκ μέρους της. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι, διευθυντές ή διοικητικοί σύμβουλοι μιας εταιρείας, δεν έχουν δικαίωμα να θυσιάζουν τα συμφέροντα της εταιρείας προς όφελος των ιδίων (Δέστε Cook v. Deeks
(1916)1 AC 554, PC (Can)).» Δ. Μία εκ των νομολογιακά αναγνωρισμένων εξαιρέσεων του κανόνα, όπως αναφέρεται ανωτέρω, είναι η διαπίστωση ενεργειών που συνιστούν «καταπίεση» ή δόλο εναντίον της μειοψηφίας. Αυτή η «καταπίεση» όμως, η οποία δεν χρειάζεται να συνιστά αστικό αδίκημα, έχει κριθεί ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ασυνείδητη χρήση (unconscionable use) της δύναμης της πλειοψηφίας, η οποία οδηγεί, ή μπορεί να οδηγήσει, είτε σε οικονομική ζημιά είτε σε αδικία ή διάκριση εναντίον της μειοψηφίας, πιο σοβαρή όμως από την παράλειψη της εταιρείας να ενεργήσει προς τα συμφέροντα της (βλ. Pennington σελ. 594 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Menier v Hooper's Telegraph Works Ltd
(1874)9 Ch. App. 350). Επειδή όμως οι επίμαχες αποφάσεις της πλειοψηφίας, θα πρέπει επίσης να καταδειχτεί ότι δεν έχουν ληφθεί καλόπιστα και για το συμφέρον της εταιρείας (bona fide for the benefit of the company as whole), απαιτείται όπως κάποιο στοιχείο ανεντιμότητας ή τουλάχιστο αντικανονικότητας, επίσης καταδειχθεί (βλ. Palmer' s σελ.504-505). Όπως αναφέρθηκε και στην Pelmako 1991 ανωτέρω: «Τι συνιστά "καταπίεση" εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C
  1. Ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σέ σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά» Ε. Σύμφωνα με τον Palmer' s σελ. 508, τα αγγλικά Δικαστήρια ενδεχομένως να έχουν αναγνωρίσει και μια γενικότερη εξαίρεση στον κανόνα, ήτοι όταν η δικαιοσύνη επιβάλλει την επέμβαση του Δικαστηρίου προς βοήθεια ενός κατά τ' άλλα αβοήθητου μετόχου (βλ. Pavlides v Jensen [1956] Ch. 565), πλην όμως το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) εξακολουθεί να απαιτείται όπως αποδειχτεί. Στ. Όπως έχω ήδη αναφέρει (Β πιο πάνω), μια άλλη «θεραπεία» που είναι στη διάθεση του παραπονούμενου μετόχου, είναι η καταχώρηση αίτησης για διάλυση εταιρείας στη βάση του ότι είναι "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable), ή όπως αναφέρεται στο αρ.211 (στ) Κεφ.113, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με το S.222(f) του Companies Act 1948, όταν «...το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία». Όπως αναφέρθηκε στην Ebrahimi ανωτέρω και υιοθετήθηκε από τις Karaoglanian και Pelmako 1991, η σχετική νομοθετική πρόνοια συνιστά πρόνοια, χωριστή και ανεξάρτητη από τις άλλες πρόνοιες του αρ.211 επί των οποίων εταιρεία δύναται να διαλυθεί και ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι ejusdem generis των προηγούμενων της διατάξεων στο αρ. 211 Κεφ.
  2. Ζ. «Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Ο αποκλεισμός της μειοψηφίας από τη διαχείριση της εταιρείας, σε συνάρτηση με πράξεις αυθαιρεσίας και οικειοποίησης του ενεργητικού της εταιρείας από την πλειοψηφία, καθώς και η επίδοσή τους μέσο άλλης εταιρείας, στην προώθηση παραλλήλων και συγκρουόμενων οικονομικών δραστηριοτήτων με εκείνων της εταιρείας, προσδιορίζουν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της αίτησης. Η μόνη κυπριακή υπόθεση στην οποία αναλύεται η έννοια των όρων ... "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113, είναι ή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος στην υπόθεση Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another.
(1977)4 J.S.C.
  1. Στην υπόθεση εκείνη γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492 - Βλ. επίσης Bentley - Stevens v. Jones [1974] 2 All E.R.
  2. Re A & Be Chewing Gum [1975] 1 All E.R.
  3. Clemens v. Clements Bros Ltd [1976] 2 All E.R.
  4. Re A. Company [1983] 2 All E.R.
  5. Re A Company [1983] 2 All E.R.
  6. Re Zinotty Properties Ltd [1984] 3 All E.R. 754, and Re Bird Precision Bellows Ltd [1985] 3 A11 E.R.523, στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βάθρου μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος "equitable", επισημαίνεται, εισάγει τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το Καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων (βλ. Pelmako 1991 ανωτέρω). Η. Οι περιπτώσεις όπου η νομολογία αναγνώρισε ότι ήταν δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η εταιρεία, δύναται να συνοψιστούν στις εξής. Όπου εξαφανίστηκε ο λόγος για τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου ένας από τους κύριους πλειοψηφούντες αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μερίσματα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχείρηση εταιρείας και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε πλήρες «αδιέξοδο» (that there was a complete deadlock). (βλ. Palmer' s σελ. 739 και Pennington σελ. 691-695) Θ. Η «καταπίεση» της μειοψηφίας από την πλειοψηφία έχει επίσης αναγνωριστεί να συνιστά ξεχωριστό λόγο για τον οποίο είναι "δίκαιο και εύλογο" να εκκαθαριστεί μια εταιρεία (βλ. Pennington σελ. 694). Διάταγμα εκκαθάρισης σε αυτή τη βάση δύναται να εκδοθεί, όταν η πλειοψηφία αρνείται να συγκαλέσει γενικές συνελεύσεις, ή να εφοδιάσει τον αιτητή με τους λογαριασμούς της εταιρείας, ή να διορίσει ελεγκτές ή να πληροφορήσει τον αιτητή για τα δρώμενα της εταιρείας και όλα αυτά ως μέρος ενός σχεδίου «scheme» να πιέσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε χαμηλότερη τιμή (βλ. Blackwood ανωτέρω). Ι. Όπως όμως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, (βλ. Ebrahimi ανωτέρω και Thomson v. Drysdale
(1925)S.C. 311), το άρθρο 211(στ) δεν προσφέρεται για αποποίηση των εταιρικών υποχρεώσεων που κάθε μέλος αναλαμβάνει επειδή απλά νιώθει αδικημένο και δη αδικαιολόγητα. «...in considering whether it is just and equitable that the company should be now would up, the court must be careful not to allow itself to be made an instrument for relieving the petitioner from the natural and lawful consequences of his own actings and contracts...» (βλ. Drysdale) «The question is, as always, whether it is equitable to allow one (or two) to make use of his legal rights to the prejudice of his associate(s)». (βλ. Ebrahimi) «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» (βλ. Ebrahimi). ΙΑ. Όπως αναφέρεται στη σελ. 695 του Pennington, οι κατ' ισχυρισμό πράξεις καταπίεσης πρέπει να είναι σοβαρής φύσης, ενώ μεμονωμένα περιστατικά κακοδιαχείρισης από τους διευθυντές, δεν αρκούν για να εκκαθαριστεί η εταιρεία (βλ. αναφορά σε Re Diamond Fuel Co
(1879)13 ChD 400). ΙΒ. Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), αν διαπιστώσει ότι ο αιτητής έχει στη διάθεση του μια πιο κατάλληλη θεραπεία και ότι ενεργεί αδικαιολόγητα (βλ. Pennington σελ. 695 και Palmer' s σελ. 738). Αυτή η αρχή έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο εταιρικό δίκαιο μέσω του αρ. 214
(2)Κεφ.113 (S.225
(2)CA 1948 στην Αγγλία), σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου: «214.-
(2)Όταν η αίτηση υποβάλλεται από μέλη της εταιρείας ως συνεισφορέων επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, αν έχει τη γνώμη- (α) ότι οι αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία είτε με την εκκαθάριση της εταιρείας ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο· και (β) ότι στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θεραπείας θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, εκδίδει διάταγμα για εκκαθάριση, εκτός αν έχει επίσης τη γνώμη συγχρόνως ότι υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας.» Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο, στη βάση της σύμφυτης του εξουσίας, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ως ενοχλητικής ή καταχρηστικής. Κοντολογίς, το Δικαστήριο θα εκδώσει ένα διάταγμα εκκαθάρισης εκτός εάν, κατ' εφαρμογή των νομολογιακών αρχών και του αρ. 214
(2), κρίνει ότι ο αιτητής, αδικαιολόγητα ζητά την εκκαθάριση ή ότι αδικαιολόγητα δεν ζητά, ενώ θα μπορούσε, την «εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 Κεφ. 113, αναφορά στην οποία κάνω αμέσως πιο κάτω. ΙΓ. Όπως έχω ήδη επισημάνει πιο πάνω, πέραν της νομολογίας, και η νομοθεσία έχει αναγνωρίσει κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα της Foss. Μία εξ' αυτών, είναι η εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση, θεραπεία, η οποία στην Αγγλική έννομη τάξη, πρωτοθεσπίστηκε με το s.9 του Companies Act 1947 που στην συνέχεια αντικαταστάθηκε με s.210 του Companies Act 1948 (βλ. Pennington σελ. 600 και 695 καθώς Palmer' s σελ. 501) Στην Κύπρο, η εν λόγω πρόνοια αντιστοιχεί στο αρ. 202 Κεφ. 113, οι πρόνοιες του οποίου δίνουν στον παραπονούμενο για καταπίεση, μέτοχο της μειοψηφίας, τη δυνατότητα να αιτηθεί, αν ήθελε φανεί ότι «...η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί...», την έκδοση τέτοιου διατάγματος, «... είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά». Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία παραπέμπω πιο πάνω αλλά και το ίδιο το λεκτικό του αρ. 202, για να αποδοθεί η υπό κρίση θεραπεία θα πρέπει να διαφανεί ότι η εκκαθάριση της εταιρείας, στη πραγματικότητα, δεν θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του καταπιεσμένου μετόχου αλλά αντίθετα θα είναι δυσμενέστερη και προς μεγαλύτερη ζημιά του ιδίου. Τονίζω όμως ότι αυτή «η εναλλακτική θεραπεία», δεν συνιστά θεραπεία που παρέχεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας που ο Νόμος του παρέχει για να εκδίδει διατάγματα εκκαθάρισης εταιρειών, αλλά ξεχωριστή και αυτόνομη θεραπεία, η απόδοση της οποίας προϋποθέτει την απόδειξη των δικών της ξεχωριστών κριτηρίων, έστω και αν αυτά συμπλέουν με τα κριτήρια για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable). Σχετικές με τούτο είναι οι υποθέσεις Pelmako
(1999)και Ebrahimi ανωτέρω. Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση, όπου «εναλλακτική θεραπεία» και εκκαθάριση ζητούνταν διαζευκτικά στην αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αν και δεν απεδείχθη το δικαιολογημένο της «εναλλακτικής θεραπείας», απεδείχθη το δικαιολογημένο της εκκαθάρισης και προχώρησε και εκκαθάρισε την εταιρεία. Υπό αυτή την έννοια, «η εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 είναι, θεραπεία, εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση βάση του αρ. 211(στ) (βλ. Palmer's σελ. 501 - ".a remedy alternative to petition for compulsory winding up under the just and equitable clause.») και όχι θεραπεία που εμπεριέχεται σε αυτή καθ' αυτή την εξουσία για εκκαθάριση. Άλλωστε, οι πρόνοιες του αρ.202, βρίσκονται σε διαφορετικό Μέρος στο Κεφ.113 και μάλιστα προηγούνται της διαδικασίας εκκαθάρισης. Είναι λοιπόν ως μια τέτοια ξεχωριστή θεραπεία που θα πρέπει να προσεγγίζεται η οποία και θα πρέπει να επιδιώκεται ρητά και ξεχωριστά στην αίτηση, αλλά και να εξειδικεύεται και να αποδεικνύεται πλήρως το τι ακριβώς είναι που ζητείται. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων, η λιτή θέσμια Ε/Δ που συνοδεύει μια αίτηση εκκαθάρισης, δύναται να μην αρκεί για να δικαιολογήσει την έγκριση της θεραπείας του αρ. 202 (βλ. Palmer's σελ. 512 και Re. S. A. Hawken [1950] 2 All Er 408, Re Davies Investments (East Ham) Ltd [1961] 1 WLR 1396 και Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd [1971] 1 WLR 1042). Στην Pelmako
(1999)αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «...Ετσι, στην Re Antigen Laboratories Ltd [1951] 1 All E.R. 110 αποφασίστηκε ότι το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τη λογική του πράγματος γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητεί λύσεις προσφερόμενες ως θεραπεία διά της εκδόσεως ενός εκ των τριών προβλεπομένων υπό του άρθρου 202
(2)διαταγμάτων χωρίς να έχει ενώπιόν του οτιδήποτε το οποίο να αντανακλά την επιθυμία των αιτητών επί του πρακτέου. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου με κίνδυνο να μη απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παρέμβαση στις υποθέσεις της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 202 του νόμου δεν είναι απεριόριστη. Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνητικά μπορεί να προσλάβει διαστάσεις, ανάλογες του όγκου των υποθέσεων της εταιρείας που εκκρεμούν, της πολυπλοκότητας που παρουσιάζουν, κλπ. Αν μάλιστα η θεραπεία που τελικά πρόκειται να παρασχεθεί συνίσταται στην έκδοση διατάγματος "...... για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ...." όπως ο νόμος προβλέπει, καθίσταται εμφανής η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού της επιδιωκόμενης θεραπείας. Οριοθετείται έτσι το πεδίο συζήτησης και η διαδικασία περιορίζεται στα συγκεκριμένα επίδικα θέματα... Στην Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd ν. Mayer [1959] A.C. 324 η οποία αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα των αιτητών για αγορά των μετόχων της καταπιεζόμενης μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Το αίτημα ήταν συγκεκριμένο και εξειδίκευε ρητά το ζητούμενο. Στον Pennington's Company Law, 4th ed., στη σελ. 606 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: "The petitioners must state in their petition what orders they wish the court to make, however and a petition will not be held if it merely asks the Court to make an order regulating the company's affairs or such order as the Court thinks just."» Ενόψει και των όσων αναφέρονται στο ΙΒ ανωτέρω, είναι ορθότερο επομένως να ζητείται πρώτα η εναλλακτική θεραπεία του αρ.202 και διαζευκτικά η εκκαθάριση, όπως άλλωστε ήταν και η υπόθεση Ebrahimi. ΙΔ. Στον Palmer's σελ. 511-515, αναφέρονται τα εξής ως προς την απόδοση της «εναλλακτικής θεραπείας» του εδώ αρ. 202 Κεφ.113: «The court can exercise its jurisdiction only if the requirements of the section are satisfied. As judicially interpreted (see Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [1966] 1 W.L.R. 745, 751), these are:
(1)The matters complained of must affect the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g., as a director or creditor, cannot entitle him to relief under the section (Elder v. Elder & Watson, 1952 S.C.49; Re H. R. Harmer Ltd. [1959] 1 W.L.R. 62; Re Bellador Silk Ltd. [1965] 1 All E.R. 667; Re Lundie Brothers Ltd. [1965] 1 W.L.R. 1051) .
(2)The matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company (Re H. R. Harmer Ltd. [supra].
(3)They must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to lead to the conclusion that the affairs of the company are being conducted in a manner which can properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, it may be, other members (Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1959] A.C. 324; Re H. R. Harmer Ltd. [supra]; Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [supra].» Η πιο πάνω αρχές έτυχαν της πλήρης επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pelmako 1991 όπου υιοθετήθηκαν πλήρως τα λεχθέντα στην Re Five Minute Car Wash ανωτέρω - βλ. επίσης). Στην Karaoglanian ανωτέρω, λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Firstly, it must be established that at the time when the petition was presented, the affairs of the company were being conducted in a manner oppressive to the petitioner or a class of members of the company, including the petitioner. The grievance must relate to members of the company, in their capacity as such. Secondly, the matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company. And thirdly, they must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable but so as to lead to the conclusion that the affairs of the company have been conducted in a manner which can properly be described as oppressive to the petitioner. Dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency, however well founded, will not sustain the petition.» Τονίζω εδώ το απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η καταπίεση που ο αιτητής επικαλείται πρέπει να άπτεται της ιδιότητας του ως μέλους της εταιρείας (qua member) και ότι οποιαδήποτε άλλη κατάσταση πραγμάτων, έστω ανεπιθύμητη για τον αιτητή, όπως π.χ. η απομάκρυνση του από τη θέση αξιωματούχου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμπέρασμα καταπίεσης (βλ. Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 423). Όπως δε έχω ήδη επισημάνει, το παράπονο του αιτητή δεν μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων (βλ. αρ. 202
(2)(α) - «...company's affairs...» και Palmer's σελ. 514 και Pennington σελ. 601). Γενικά, οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με την εκκαθάριση εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable) λόγω καταπίεσης, θα εφαρμοστούν και σε σχέση με τη θεραπεία του αρ. 202 πλην σε σχέση με αυτή τη θεραπεία, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει κάτι περισσότερο απ' ότι απαιτείται για να εκκαθαριστεί η εταιρεία στη βάση του αρ. 211(στ) - («.it must go beyond what is required to make out a case for a winding up order and must indicate some lack of probity or fair dealing towards one or more members of th company..» - Re Lundie Brothers Ltd [1965] 1 WLR 1051) Palmer's σελ. 514. Παρά ταύτα, δεν απαιτείται όπως καταδειχθεί καταπίεση με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους αλλά και η απλή επιθυμία για απόκτηση εξουσίας και ελέγχου είναι αρκετή, αφού μια παράλειψη, δύναται να θεωρηθεί ως καταπιεστική, αν καταδειχθεί ότι ήταν σχεδιασμένη για να θέσει τους «καταπιεσμένους» μετόχους σε δυσμενέστερη θέση στην εταιρεία (βλ. Palmer' s σελ. 514-515.). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd
(1952)S.C. 49: «The essence of the matter seems to be that the conduct complained of should at the lowest involve a visible departure from the standards of fair dealing, and a violation of the conditions of fair play on which every shareholder who entrusts his money to a company is entitled to rely.» ΙΕ. Tο Δικαστήριο θα αρνηθεί να χορηγήσει την εναλλακτική θεραπεία του αρ. 202 στις ακόλουθες, μη εξαντλητικές βέβαια, περιπτώσεις (βλ. Pennington σελ. 600-606): · Όπου η περίπτωση θα ήταν καταλληλότερη για έγερση παράγωγης αγωγής - derivative action ή όπου τα παράπονα του αιτητή θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν επαρκώς με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή επιδίκαση αποζημιώσεων «... the court will give relief only where an injunction or an award of damages to the company in a derivative action would be inadequate remedies.», «relief may be given against oppression of minority shareholders under the statutory provision in situations where neither they nor the company would have a right of action against the oppressors at law or in equity». Η θεραπεία του αρ. 202 θα δοθεί εκεί όπου η έγερση αγωγής θα αποτύγχανε λόγω του κανόνα της Foss. · Όπου ο αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έστω και αν διαπιστωθεί αντικανονική συμπεριφορά από μέρους των διευθυντών της εταιρείας, η αίτηση θα απορριφθεί αν διαφανεί ότι ο πραγματικός σκοπός του αιτητή είναι να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση των διευθυντών και της πλειοψηφίας με τις δικές του απαιτήσεις ως προς το πώς θα πρέπει να διοικείται η εταιρεία. · Όπου ο αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να αιτηθεί τη θεραπεία εφόσον μια τέτοια καθυστέρηση, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι ο αιτητής έχει αποδεχθεί την κατάσταση πραγμάτων για την οποία παραπονείται (βλ. Re Jermyn ανωτέρω). · Όπου δεν θα ήταν "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable) να εκκαθαριστεί η εταιρεία, αυτού περιλαμβανομένου και του ελέγχου της νομιμότητας του αιτητή να υποβάλλει αίτηση εκκαθάρισης ως μέτοχος ή συνεισφορέας της εταιρείας. · Όπου η αίτηση εδράζεται αποκλειστικά στην έλλειψη επαγγελματικής ικανότητας ή απερισκεψίας στην διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με θέματα επαγγελματικής πολιτικής, αφού άλλωστε τέτοια θέματα δεν απασχολούν το Δικαστήριο ούτε στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης. Επομένως, αίτηση για τη θεραπεία του αρ. 202, θα απορριφθεί αν η κατ' ισχυρισμό καταπίεση αφορά στην άρνηση να καταβληθούν μερίσματα (βλ. Blackwood ανωτέρω). ΙΣΤ. Εάν τώρα το Δικαστήριο αποφασίσει να εγκρίνει την αίτηση και να αποδώσει την εναλλακτική θεραπεία που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται ρητά στην αίτηση, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία όπως και η εφευρετικότητα του (inventiveness). Απώτερος σκοπός είναι να εκδοθεί ένα «σωστό» διάταγμα υπό τις περιστάσεις, ώστε να απαλλαγεί ο αιτητής από τη καταπίεση. Μοναδικός περιορισμός στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και της εφευρετικότητας του Δικαστηρίου είναι ότι «.it cannot alter rights held by the parties in capacities other than those of members or directors of the company». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Έχοντας διεξέλθει με προσοχή τα όσα αμφότερες οι πλευρές έχουν ισχυριστεί, διαπιστώνω τα εξής: Κατά πρώτο, καμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί και πουθενά στους ισχυρισμούς των αιτητών δεν φαίνεται πώς είναι που ο Χριστοφή χρησιμοποίησε το 70% των μετοχών που έχει για να καταπιέσει τη μειοψηφία ή πώς αυτός έχει κάμει ασυνείδητη χρήση (unconscionable use) της δύναμης του ως μετοχική πλειοψηφία. Αντιθέτως, τα όσα αποδίδονται στον Χριστοφή όχι μόνο δεν αφορούν σε κατάχρηση της μετοχικής του δύναμης αλλά ακόμη και αυτή η πλειοψηφική δύναμη του Χριστοφή δεν κατέστη δυνατό να εμποδίσει τους αιτητές από του να περάσουν τις «δικές τους αποφάσεις» στη συνεδρία του Δ.Σ της 31/05/16 και στις μετέπειτα γενικές συνελεύσεις, στις οποίες και κλήθηκαν να παραστούν και έλαβαν μέρος αλλά και άσκησαν πλήρως όλα τους τα δικαιώματα. Μάλιστα δε, τα βασικότερα παράπονα των αιτητών εδράζονται στην άρνηση του Χριστοφή να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις που έλαβε το Δ.Σ της εταιρείας στις 31/05/16 και η γενική συνέλευση στις 05/09/16 όπου οι αιτητές, ασκώντας πλήρως τα δικαιώματα και εξουσίες τους, τόσο ως μέτοχοι όσο και ως διευθυντές, έλαβαν αποφάσεις που τους ικανοποιούσαν έστω και αν ο Χριστοφή είχε την πλειοψηφία των μετοχών (βλ. συνέλευση της 05/09/16). Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι τα όσα αποδίδονται στο Χριστοφή, δεν αφορούν στον τρόπο με τον οποίο αυτός χρησιμοποιεί τη μετοχική του δύναμη αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος εκτελούσε τα καθήκοντα του ως διευθυντής και μέρος του προσωπικού της εταιρείας. Κατά δεύτερο, μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, οι αιτητές ήταν ενεργά μέλη του τετραμελούς τότε Δ/Σ της εταιρείας και ο κάθε ένας τους, όπως και ο Χριστοφή, ο οποίος ήταν ο τέταρτος διευθυντής είχε από μία ψήφο. Σύμφωνα δε με το καταστατικό της εταιρείας, το οποίο επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 3 που υποστηρίζει την αίτηση, η διαδικασία λήψης αποφάσεων από το Δ/Σ διέπεται από τις πρόνοιες του Κ.98 του Πίνακα Α, του Κεφ. 113 σύμφωνα με το οποίο «ζητήματα που εγείρονται σε οποιαδήποτε συνεδρίαση θα αποφασίζονται κατά πλειοψηφία» ενώ σύμφωνα με τον Κ.99 που επίσης εφαρμόζεται στην υπό κρίση εταιρεία, η απαιτούμενη απαρτία για τη λήψη απόφασης από το Δ/Σ είναι δύο σύμβουλοι. Υπενθυμίζω ότι το Καταστατικό μιας εταιρείας υπέχει θέση συμφωνίας των μετόχων για τον τρόπο διοίκησης της εταιρείας (βλ. Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Όπως επομένως διαπίστωσε και ο αδελφός Δικαστής που απέρριψε το προσωρινό διάταγμα που είχαν εξασφαλίσει μονομερώς οι αιτητές στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 08/07/16 «.Αντικειμενικά, είναι αδύνατη η ΄΄δικτατορική΄΄ συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση στα πεπραγμένα της εταιρείας, από την στιγμή που η θυγατέρα του δεν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και οι αιτητές αποτελούν την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.και ούτε δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση και η θέση των αιτητών, ότι λόγω της δυνατότητας περιορισμού των μελών σε έναν και του τρόπου διεξαγωγής της ψηφοφορίας, ο καθ΄ ου η αίτηση 2 θα καταστεί ο απόλυτος άρχων της εταιρείας, διότι αυτή η πρόνοια του καταστατικού είναι σεβαστή ως εσωτερική διαρρύθμιση της εταιρείας και που προυπήρχε της εισδοχής των αιτητών στην εταιρεία ως μετόχων και το γνώριζαν και το αποδέχτηκαν ή τουλάχιστον όφειλαν να το γνωρίζουν και σίγουρα δεσμεύονται από αυτές τις πρόνοιες..». Το ότι οι αιτητές, με την πλειοψηφία που κατείχαν στο Δ/Σ της εταιρείας μπορούσαν να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση ήθελαν είτε ο Χριστοφή συμφωνούσε είτε διαφωνούσε με αυτή, συνιστά «δύναμη» που και οι ίδιοι οι αιτητές αντιλαμβάνονταν ότι είχαν, αφού άλλωστε χρησιμοποίησαν αυτή την «πλειοψηφική δύναμη» στη συνεδρία της 31/05/16, όπου θεωρώντας ότι οι τρεις τους συνιστούσαν απαρτία του Δ/Σ, έλαβαν στην απουσία του Χριστοφή, τις αποφάσεις που θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσαν καλύτερα τα συμφέρονταν της εταιρείας και όλων των μετόχων της, περιλαμβανομένων και των ίδιων (βλ. τα όσα αναφέρονται με μαύρο φόντο στην Ενότητα Α ανωτέρω). Με άλλα λόγια, παρά το ότι οι αιτητές συνιστούν τους μετόχους της μειοψηφίας, εντούτοις η διευθυντική τους ιδιότητα και ο πλειοψηφικός έλεγχος που είχαν στο Δ.Σ, τους επέτρεψε μέσω της συνεδρίας της 05/09/16, ήτοι μέσω της εταιρικής διαδικασίας να αντιμετωπίσουν πλήρως και με τον τρόπο που αυτοί θεώρησαν ορθό και καλύτερο, τα όποια παράπονα είχαν από το Χριστοφή, ως αυτά συνοψίζονται πιο πάνω στην ενότητα Α και τα οποία ουσιαστικά συνιστούν τη βάση για όλα τα παράπονα που προβάλλουν στην παρούσα αίτηση. Οι αποφάσεις δε που έλαβαν κατά την εν λόγω συνεδρία, συνιστούν κατά τους αιτητές, όχι μόνο έγκυρες και δεσμευτικές αποφάσεις για την εταιρεία αλλά και αποφάσεις με τις οποίες ο Χριστοφή δεσμευόταν να συμμορφωθεί, έστω και αν ως μέτοχος κατείχε περισσότερες μετοχές από αυτούς και έστω και αν δεν συμφωνούσε με αυτές. Κατά τρίτο, τα όσα παράπονα οι αιτητές προβάλλουν στην ενότητα Β ανωτέρω, ήτοι για όσα προέκυψαν μετά τη συνεδρία της 31/5/2016, συνιστούν ουσιαστικά, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν, παράπονα αναφορικά με την άρνηση του Χριστοφή να συμμορφωθεί με τις δεσμευτικές αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την εν λόγω συνεδρία. Το ότι όμως ένας διευθυντής μιας εταιρείας αρνείται να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Δ/Σ δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, λόγο για εφαρμογή είτε άρθρου 211(στ) είτε του άρθρου 202 Κεφ.
  1. Αντιθέτως, τέτοια παράλειψη συμμόρφωσης, αν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ενδο-εταιρική διαδικασία που στην παρούσα περίπτωση φαίνεται να αντιμετωπίστηκε μερικώς, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αστικής αγωγής της εταιρείας εναντίον του εν λόγω συμβούλου ή ακόμη και παράγωγης αγωγής, αν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Όχι όμως βάση για αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας λόγω καταπίεσης. Κατά τέταρτο, οι αιτητές δεν αποστερήθηκαν ούτε και το δικαίωμα τους ως μέτοχοι της εταιρείας να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Και κλήθηκαν αλλά και παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση της 31/05/16 και στην οποία συνέλευση μάλιστα είχαν την ευκαιρία να εισηγηθούν θέσεις και να ψηφίσουν. Κάποιες από τις θέσεις τους εγκρίθηκαν και κάποιες απορρίφθηκαν. Επικαλούνται όμως ως δεσμευτικές τις αποφάσεις που λήφθηκαν κατόπιν ψηφοφορίας όλων των μετόχων, περιλαμβανομένου και του Χριστοφή. Δεν μπορεί επομένως να σταθεί στη βάσανο της λογικής πώς οι αιτητές από τη μια ισχυρίζονται ότι ο Χριστοφή χρησιμοποίησε τις μετοχές του ως πλειοψηφία για να τους καταπιέσει και από την άλλη να επικαλούνται τις αποφάσεις που έλαβαν από κοινού με τον Χριστοφή σε συνέλευση που χρησιμοποιήθηκαν οι ψήφοι και των δύο πλευρών για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που εκείνοι ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν. Το αν τώρα οι αιτητές νιώθουν απογοητευμένοι ή έστω αδικημένοι επειδή δεν κατάφεραν να πετύχουν όλα όσα ήθελαν στη γενική συνέλευση, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή βάση για διάλυση της εταιρείας αφού υπενθυμίζω ότι, η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για αποποίηση των εταιρικών υποχρεώσεων που κάθε μέλος αναλαμβάνει επειδή απλά νιώθει αδικημένο και δη αδικαιολόγητα. Κατά πέμπτο, τα όσα προβάλουν οι αιτητές γύρω από το περιεχόμενο των οικονομικών εκθέσεων της εταιρείας καταδεικνύουν όχι μόνο ότι οι εν λόγω καταστάσεις περιήλθαν σε γνώση τους αλλά και ότι τους δόθηκε η ευκαιρία και τελικά πέτυχαν στη γενική συνέλευσης της 31/5/2016 να «περάσουν» τις δικές τους θέσεις περί ανεπάρκειας των εν λόγω εκθέσεων. Το αν τώρα οι αιτητές νοιώθουν ότι οι ελεγκτές της εταιρείας δεν εκτέλεσαν σωστά τα καθήκοντα τους απέναντι στην εταιρεία, διότι είναι τα συμφέροντα της εταιρείας που επηρεάζονται από λάθη στις οικονομικές καταστάσεις, αυτό και πάλι είναι θέμα που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αστικής αγωγής εναντίον των ελεγκτών και όχι βάση για την παρούσα διαδικασία. Κατ' έκτο, η οικειοθελής παραίτηση των αιτητών από τη διεύθυνση της εταιρείας των Δεκέμβριο του 2016 είναι και ο λόγος που έκτοτε έχουν τεθεί εκτός της διοίκησης της. Μπορεί να θεωρούν ότι εξ' αναγκάστηκαν σε παραίτηση και αυτό είναι θέμα που και πάλι θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια αγωγής, δεν μπορούν όμως να επικαλούνται την αυτόβουλη απομάκρυνση τους ως λόγο για να διαλυθεί η εταιρεία. Δεν παραγνωρίζω ότι οι αιτητές έχουν προτάξει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης τους προς τον αιτητή ως λόγο της παραίτησης τους αλλά και ως λόγο διάλυσης της εταιρίας. Όντως στην απόφαση Blackwood (βλ. ανωτέρω) λέχθηκε ότι η διαπίστωση ότι στην πραγματικότητα έχει χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαιούχων της εταιρείας, συνιστά επαρκή λόγο για την εκκαθάριση της. Σε εκείνη την υπόθεση όμως κρίθηκε ότι τα παράπονα που προβλήθηκαν από τον εκεί αιτητή όντως ευσταθούσαν και μάλιστα ως μέρος ενός γενικότερου μακροχρόνιου καταπιεστικού σχεδίου της πλειοψηφίας (Pennington σελ.601 και 694 και Palmer' s σελ. 739-740). Αυτό όμως δεν ισχύει στη παρούσα εφόσον εδώ, ο όποιος κλονισμός της εμπιστοσύνης των αιτητών οφείλεται στο ότι ο Χριστοφή, ως διευθυντής και μέρος του προσωπικού της εταιρείας, δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της τελευταίας και ενεργεί κατά παράβαση των καθηκόντων του ως τέτοιος διευθυντής. Δεν τίθεται επομένως θέμα καταπιεστικού σχεδίου της πλειοψηφίας, απλά ενός αντιδραστικού διευθυντή που τυγχάνει να είναι και μέτοχος και του οποίου οι ενέργειες, όπως έχει καταδειχθεί, αντιμετωπίσθηκαν μέσω του Δ.Σ και της γενικής συνέλευσης. Υπενθυμίζω ότι ως ανέφερα ανωτέρω, δεν έχει παρουσιαστεί κανένα στοιχείο ως προς το πώς είναι που ο Χριστοφή χρησιμοποίησε τη δύναμη του ως μέτοχος της πλειοψηφίας για να ενεργήσει με τον τρόπο που παραπονούνται οι αιτητές. Τέλος, η αποδοκιμασία από την μια των ενεργειών του Χριστοφή αναφορικά με τις τραπεζικές διευκολύνσεις της εταιρείας και η αποδοκιμασία τους από την άλλη με τη συγκατάθεση τους να καταστούν εγγυητές της εταιρείας και μάλιστα να υποθηκεύσουν και προσωπικά τους ακίνητα, δεν μπορεί παρά να επενεργήσει εναντίον του ισχυρισμού τους περί καταπίεσης τους ως μειοψηφία και αυτό το γεγονός είχε διαπιστωθεί από τον αδελφό Δικαστή στην ενδιάμεση απόφαση της 8/7/2016 και τίποτα από τα όσα παρουσίασαν στη συνέχεια οι αιτητές δεν μετέβαλε αυτήν την εικόνα. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν λόγους που είτε συνολικά ιδώμενοι είτε ξεχωριστά, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Είναι θεωρώ έκδηλο ότι τα παράπονα που προβάλλουν οι αιτητές δεν συνιστούν καταπίεση της μειοψηφίας ως ο όρος έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία. Το μόνο ίσως στο οποίο θα μπορούσαν να αναχθούν τα παράπονα του αιτητή, αν αυτά ευσταθούσαν, θα ήταν απλά έκφραση ενός «dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency» (βλ. Karaoglanian ανωτέρω) και ως τέτοια, ίσως να μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παράγωγης αγωγής (derivative action) ή να ικανοποιηθούν επαρκώς με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή την επιδίκαση αποζημιώσεων, όχι όμως βάση για καταχώρηση αίτησης της παρούσας φύσης. Υπό αυτή την έννοια, το αίτημα του αιτητή για εκκαθάριση της εταιρείας, απορρίπτεται και κατ' εφαρμογή του αρ.214(β) Κεφ.
  2. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εκ πρώτης όψεως διαπίστωση του αδελφού Δικαστή στην απόφαση της 8/7/2016 ότι οι αιτητές στερούνται του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος να ζητούν την εκκαθάριση της εταιρείας εφόσον δεν είναι συνεισφορείς ή πιστωτές της δεν κατέστη δυνατό να ανατραπεί από τα όσα παρουσίασαν στη συνέχεια οι τελευταίοι - «Νεφελώδης και ομιχλώδης, χωρίς απτά αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την προέλευση και καταβολή του χρηματικού ποσού των € 20,000 από τον αιτητή 1 προς τον καθ΄ ου η αίτηση
  3. Η θέση του αιτητή 1, για να υποστηρίξει ουσιαστικά την θέση ότι είναι συνεισφορέας και ότι νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ένεκα του ότι υλοποιήθηκε εν μέρει η συμφωνία των εμπλεκόμενων μερών με την απόδοση στον αιτητή 1 το 30% των μετοχών και συνεπώς δεν έχουν γίνει πλήρη εξόφληση, χαρακτηρίζεται από εγγενή, εξ΄ ορισμού και αντικειμενική αδυναμία να υποστηρίξει την θέση του, διότι η όλη πορεία του ως μετόχου της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε απτή και γενικά χειροπιαστή μαρτυρία ότι επιφύλαξε τα δικαιώματα του καθ΄ όλην την πορεία του χρόνου και έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την μερική μεταβίβαση των μετοχών του στα παιδιά του, χωρίς πάλι να γίνει οποιαδήποτε μνεία, επιφύλαξη ή όχληση, εκθεμελιώνουν κάθε στέρεο υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας για δικαιολογηθεί το έννομο συμφέρον των αιτητών και συνακόλουθα από την στιγμή που η αίτηση δεν έγινε από πιστωτή, συνεισφορέα ή από την εταιρεία, όπως απαιτείται το άρθρο 32
(1)των κανονισμών (βλ. PRINTEK DATAFORMS EXPRESS lτd 2003 1 Α.Α.Δ. σελ. 1193), και που δεν έχει καταδειχθεί ότι οι αιτητές κατέστησαν συνεισφορείς ως ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. - ν - Επίσημου Παραλήπτη 1999 1 Α.Α.Δ. σελ. 1033, στερεί από τους αιτητές να εγείρουν την παρούσα διαδικασία, με άμεσο αντίκτυπο το μη ορατό της πιθανότητας επιτυχίας της κυρίως αίτησης.» Η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας συνεπώς υπόκειται σε απόρριψη και για αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο του έννομου συμφέροντος. Ενόψει της αποτυχίας των αιτητών για όλους τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω να καταδείξουν ότι δικαιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο η εκκαθάριση της εταιρείας, αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθούν και απορρίπτονται τα ξεχωριστά και αυτόνομα αιτήματα για εξαγορά των μετοχών τους δυνάμει του αρ. 202 Κεφ. 113 και για έκδοση διατάγματος που να ρυθμίζει τις μελλοντικές εργασίες της. Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα του Ε/Μ, εφόσον αυτός εισήχθη στα τελικά στάδια της διαδικασίας και περιορίστηκε να υιοθετήσει τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση και σε κανένα άλλο διαδικαστικό διάβημα προέβη κρίνω ορθό και δίκαιο όπως σε σχέση με αυτόν η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ). .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.